Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΚΡΥΒΕΤΑΙ Ή ΕΜΕΙΣ;

Του Χρήστου Μιχαηλίδη

Πολλοί λένε: «Μα πού είναι, επιτέλους, ο πνευματικός κόσμος της Ελλάδος; Γιατί σιωπά; Γιατί δεν βγαίνει έξω, δημόσια, να εκφράσει έναν λόγο, να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να δώσει ελπίδα και προοπτική στον λαό, ιδίως αυτές τις δύσκολες εποχές που περνά»;
Αυτή η «εύκολη παραπομπή», συνοδευόμενη μάλιστα από ισχυρή δόση «λαϊκίστικης απορίας», μα και ασύλληπτης άγνοιας πραγμάτων, έφτασε σε σημείο να με εκνευρίζει πάρα πολύ –παλιότερα, μάλιστα, ήμουν και εγώ, σε όχι λίγα δημοσιογραφικά μου κείμενα, φορέας της απερίσκεπτης, πεζής και πολύ επιφανειακής κριτικής.
Ώσπου μου άνοιξε τα μάτια ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο σπουδαίος, εκ Θεσσαλονίκης ποιητής μας, που έφυγε από τον κόσμο τούτον ξημερώματα της 1ης μέρας του Φλεβάρη. Διαβάζοντας τα ποιήματά του, και επιστρέφοντας, μέσω αυτών, και σε έργα άλλων σπουδαίων, δικών μας ανθρώπων των γραμμάτων, παλαιών και νέων, κατάλαβα ότι απών από τη ζωή μας δεν είναι ο πνευματικός κόσμος, αλλά εμείς, οι καθημερινοί άνθρωποι, που δεν διαβάζουμε τα έργα τους.
Τα έχουν πει όλα. Ακόμα και μέσω της ποιητικής, φιλοσοφικής ή και φιλολογικής σιωπής του. «Δεν βλέπω πια τίποτα», έγραφε ο Τάκης Βαρβιτσιώτης στη συλλογή του «Όμως το χιόνι πάντα μένει», αλλά όσο το διαβάζεις, τόσο αισθάνεσαι ότι τα βλέπει όλα. Εκείνα που συνέβησαν, γιατί συνέβησαν, και πώς δεν θα ξανασυμβούν.
Εμείς δεν ακούμε. Εμείς δεν διαβάζουμε. Εμείς ζούμε σε ένα «περίεργο σκοτάδι», φωνάζοντας από μέσα, προς τρίτους «ανοίξτε το φως». Το φως υπάρχει. Ειναι εκεί. Οι πνευματικοί μας άνθρωποι, εν ζωή ή όχι, δεν έπαψαν ποτέ να το τροφοδοτούν –η γλώσσα μας, άλλωστε, «η τελειότερη στον κόσμο, η σοφότερη κατά τον Κοραή, η πλαστικότερη και ωραιότερη κατά τον Σολωμό, η γλυκύτερη του κόσμου καί άξια να ομιλείται από τους θεούς, κατά τον Κικέρωνα», όπως έγραφε ο Τ. Βαρβιτσιώτης στο βιβλίο του «Ο διάπλους του καθρέφτη» (Αρμός, 2006), έχει «χίλιους τρόπους» για να περιγράφει και να ερμηνεύει, όχι μόνο αυτά που γίνονται και βλέπουμε, αλλά κυρίως όσα δεν γίνονται, και δεν μπορούμε να δούμε.
Ο «πνευματικός κόσμος», την «απουσία» του οποίου επικαλούμαστε όλοι εμείς, οι πρόχειροι, είναι, εκτός από τους μεγάλους ποιητές μας, όλοι οι παλιοί και σύγχρονοι φιλόσοφοι, όλοι οι παλιοί και σύγχρονοι λογοτέχνες, όλοι οι παλιοί και σύγχρονοι σκεπτόμενοι άνθρωποι.
Είναι εσαεί παρόντες, μέσω των έργων τους, που όμως εμείς, οι εύκολοι και πρόχειροι κριτές, έχουμε απωθήσει από τη ζωή μας, και έχουμε αντικαταστήσει με ατάκες και με έναν ολόκληρο πακτωλό πληροφοριών. Πολλές πληροφορίες. Ελάχιστες γνώσεις.
Δεν έχουν αποτραβηχτεί από τη ζωή οι πνευματικοί μας άνθρωποι. Εμείς έχουμε ξωκείλει. Ένας λαός που σε κάθε ευκαιρία υπερηφανεύεται ότι είναι «πολιτικό ζώον», και όμως η ενημέρωσή του βασίζεται κυρίως στην εικόνα και στη πληροφορία, και ελάχιστα στην ανάγνωση και στην κριτική σκέψη.
«Α, ρε και να ζούσαν ο Χατζιδάκις και ο Τσαρούχης», μου έλεγε προχθές ένας φίλος. «Θα έβγαιναν στα κανάλια και θα έκλειναν τα στόματα όσων φλυαρούν και ασχημονούν».
Δεν νομίζω. Έχοντας γνωρίσει καλά τον πρώτο, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι σήμερα, εάν ήταν κοντά μας, θα προτιμούσε και αυτός τη δημιουργική του σιωπή. Άλλωστε, και όταν έβγαινε μπροστά και φώναζε, πόσοι από μας δεν τον λοιδορούσαμε, και δεν κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τον φιμώσουμε; Ξεχάσαμε, αλήθεια, την … αλήστου μνήμης αλητεία της «Αυριανής», και των τότε μουτζαχεντίν του κινήματος του «Αυριανισμού»;
Αναπολούμε, λοιπόν, το έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, αλλά εάν δείτε πόσοι ραδιοφωνικοί σταθμοί σήμερα παίζουν τη μουσική τους, θα δείτε ποιοί είναι οι πραγματικοί απόντες.
Ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Σικελιανός, ο Αναγνωστάκης, ο Βαρβιτσιώτης, ο Βρεττάκος,…, όλοι αυτοί, για να αναφέρω μερικούς μόνο που «έφυγαν», δεν σωπασαν ποτέ. Εμείς είμαστε οι μουγγοί. Οι απ’ έξω.
Φωνάζουμε για τον πνευματικό κόσμο «που κρυφτηκε», και τα έργα τους, στα βιβλιοπωλεία, που έχουν όλες τα απαντήσεις, αγοράζονται από λίγους. Ταυτόχρονα, τα λογοτεχνικά σκουπίδια που καταναλώνουμε είναι απίστευτα. Πουλάνε πολύ, αλλά αντέχουν λίγο. Το ίδιο και στη μουσική. Τα σκυλάδικα φτάνουν εύκολα στο «νούμερο 1″. Μένουν εκεί 2-3 εβδομάδες, καταρακυλάνε στις κατώτερες θέσεις της λίστας, και μετά εξαφανίζονται εσαεί. Η καλή μουσική, πουλάει πάντα. Σιγα-σιγά, λίγο-λίγο, αλλά έχει αντοχή στον χρόνο.
Λέω, λοιπόν, και πάλι. Δεν είναι απών ο πνευματικός κόσμος, ούτε λείπουν τα μεγάλα έργα του. Απόντες είμαστε εμείς που επικαλούμαστε την «απουσία» του, και αγοράζουμε τα μικρά και εύπεπτα…

1 σχόλιο: