Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΟΙ ΛΕΓΕΩΝΕΣ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
 

Ήταν κάποτε παντοδύναμες. Είχαν την οικονομία με το μέρος τους, ήταν τα αντικείμενα του πόθου της μεγάλης πολιτικής. Τα κόμματα, τα μεγάλα κόμματα, τα «κόμματα εξουσίας» όπως χαρακτηρίζονταν, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να κερδίσουν τον έρωτά τους, έφτιαχναν μηχανισμούς ολόκληρους για να υπηρετήσουν τη σχέση τους μαζί τους, ψήφιζαν νόμους, οργάνωναν πολιτικές. Είχαν τη δημοκρατία με το μέρος τους. Αυτές αποφάσιζαν για τα αποτελέσματα των εκλογών, για την επόμενη κυβέρνηση, για την επόμενη αντιπολίτευση. Ηταν οι περίφημες «μεσαίες τάξεις», η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, από τη φυλή των Καγιέν ώς τους περίφημους, ηρωικούς και ιστορικούς μικρομεσαίους του ελληνικού σοσιαλισμού. Στις τάξεις περιλαμβάνονταν οι λεγεώνες των δημοσίων υπαλλήλων, οι επιδοτούμενοι αγρότες, η επιστημονική κοινότητα της χώρας.
Ποιοι εξαιρούνταν από το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό τους, ποιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παρκάρουν το αυτοκίνητό τους έξω από το κέντρο όπου τραγουδούσε η Βίσση, ποιοι δεν μπορούσαν να πάνε στη Μύκονο το καλοκαίρι ή το Πάσχα; Ελάχιστοι και δαχτυλοδεικτούμενοι. Οι αποκλεισμένοι από το «οικονομικό θαύμα» της ευρωπαϊκής Ελλάδας, όσοι δεν ξυπνούσαν μεσημέρι για να απαντήσουν στο τηλεφώνημα της τράπεζας που τους πρότεινε την τελευταία της πιστωτική, ήταν ελάχιστοι. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν αυτό που αθροιζόταν στο περίφημο 80% του δικομματισμού. Ποιο ήταν το πολιτικό όνειρο του δικομματισμού, τι πρότεινε ο δικομματισμός; Μα το δικαίωμα του υπαλλήλου που κερδίζει 1.500 ευρώ να κυκλοφορεί με 2.000 κυβικά. Διότι μάθαμε την κοινωνική επιτυχία να τη μετράμε με κυβικά.
Ηταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και, όπως είναι φυσικό, όταν το παιχνίδι χάθηκε, αυτοί πλήρωσαν το μεγαλύτερο κόστος. Τους τσάκισαν οι φόροι, τους γονάτισαν οι μειώσεις των μισθών και των αμοιβών, τους αποτέλειωσαν οι ασφαλιστικές εισφορές και η εντροπία του συστήματος: η κλειστή οικονομία που είχαν φτιάξει στηριζόταν αποκλειστικά στις εσωτερικές συναλλαγές. Οταν αυτές κατέρρευσαν, τίποτε δεν υπήρχε για να συγκρατήσει την εσωτερική κατάρρευση. Εμεινε μόνον το καρκίνωμα της ανεργίας, η συσσώρευση νεκρών κοινωνικών κυττάρων. Οι κλειστές τζαμαρίες με τους λόφους από τους κλειστούς φακέλους των λογαριασμών πίσω από την επιγραφή «Ενοικιάζεται» ή «Πωλείται» είναι η πιο εύγλωττη εικόνα της ηττημένης μεσαίας τάξης. Οι μάντρες των μεταχειρισμένων είναι γεμάτες με Καγιέν, οι δε νεόκτιστες μεζονέτες, το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας των προαστίων, πρέπει να περιμένουν την επόμενη περίοδο για να ανθήσουν. Τους φταίνε οι πολιτικοί, αυτοί που μέχρι προχθές τους υποστήριζαν και τους χειροκροτούσαν, τους φταίει το κράτος που έχουν φτιάξει, τους φταίει ο καιρός, η ζέστη και το κρύο, και αν τους έχει απομείνει και λίγη λογική μέσα στην τρέλα της καθημερινότητας τη χρησιμοποιούν για να καταλάβουν ποιες είναι οι διαφορές του νέου δικομματισμού από τον παλιό, καλό τους γνώριμο. Εχουν να κερδίσουν τίποτε από τη διχοτομία Μνημόνιο και Αντιμνημόνιο, ή μήπως τους περιμένει μία από τα ίδια; Οταν ξυπνήσει ο Τσίπρας, αν ξυπνήσει ποτέ με τον Λαφαζάνη στο πλευρό του, και καταλάβει τους λόγους της δυσπιστίας του υποψήφιου κοινού του, θα είναι αργά.
Οι μεσαίες τάξεις λοιπόν, με όλες τις εσωτερικές τους διαφορές, ήταν κάποτε οι κυρίαρχες του παιχνιδιού. Κάποτε, όχι και τόσο παλιά, κάποτε και επί μακρόν, κάτι δεκαετίες, στη μακρόσυρτη αυτή περίοδο που ονομάζουμε μεταπολίτευση. Ο δημόσιος βίος θύμιζε ορθόδοξη λειτουργία, μακρόσυρτη, με τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις και αντιθέσεις, που αν και δεν οδηγούσαν πουθενά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τις εγκαταλείψει.
Και τώρα αυτές οι ίδιες «μεσαίες τάξεις» περιφέρονται άστεγες και ανυπόδητες, ψάχνοντας να βρουν τους πολιτικούς τους προστάτες, εκλιπαρώντας για λίγη επιείκεια, επαιτώντας για οτιδήποτε μπορεί να τους βγάλει από τον φόβο και την ανασφάλεια. Κανείς όμως δεν αναρωτιέται τι έκαναν στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, τότε που ανέβαζαν και κατέβαζαν τους πολιτικούς τους και στελέχωναν το βαθύ κράτος για να μπορεί να εξυπηρετεί την οικοδόμηση αυθαιρέτων. Εφτιαξαν σχολεία για τα παιδιά τους; Και δεν εννοώ κτίρια, εννοώ σχολεία, παιδεία, εκπαίδευση με δασκάλους και μαθητές. Εφτιαξαν πανεπιστήμια για τα παιδιά τους; Και πάλι δεν αναφέρομαι στα κτίρια, ούτε σ’ αυτά τα δήθεν εκπαιδευτικά ιδρύματα που χρησιμεύουν για κράχτες στις γκαρσονιέρες της περιοχής και τα σουβλατζίδικα. Και τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους γιατί τα καλύτερα παιδιά μας φεύγουν. Φταίει η κρίση; Φταίει. Ομως, ακόμη και η κρίση να μη μας είχε κυνηγήσει, πάλι τα πανεπιστήμιά μας δεν λειτουργούσαν όπως έπρεπε και τα σχολεία μας ήταν κατώτερα των περιστάσεων. Μήπως οι μεσαίες τάξεις απαίτησαν από τους πολιτικούς να φτιάξουν νοσοκομεία, κι αν όχι νοσοκομεία, πλατείες και πεζοδρόμια; Θα μου πείτε, θα γλίτωναν την ήττα οι λεγεώνες των μεσαίων τάξεων αν υπήρχαν πεζοδρόμια για να μπορούν να περπατήσουν. Οχι, απλώς θα είχαν πεζοδρόμια για να μπορούν να περπατήσουν και πλατείες που κάνουν τις πόλεις να μοιάζουν με πόλεις και όχι με ανθρώπινες χωματερές. Μήπως έφτιαξαν πόλεις, ναι, αυτές τις οργανωμένες πόλεις που κουβαλούν και μνήμη και ιστορία και παρόν, άρα έχουν και μέλλον;

Οι λεγεώνες των μεσαίων τάξεων ηττήθηκαν από την κρίση. Ομως, για την ήττα τους εργάστηκαν και οι ίδιες σκληρά, για χρόνια.
 

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

ΑΝΤΙΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΡΟΠΗ

Του Χρήστου Γιανναρά
 
Είμαστε πια εθισμένοι σε συμπτώματα κλοπής του κοινωνικού χρήματος, μας κατακλύζει η πλημμυρίδα και ποικιλότητα των περιπτώσεων, καταπλήσσει η ευρηματικότητα των τεχνασμάτων της λωποδυσίας. Kαι τα κρούσματα, σχεδόν όλα, εμφανίζονται όχι στους στερημένους και απεγνωσμένους, όχι στη φτωχολογιά. Aυτοί που ληστεύουν το κοινωνικό χρήμα σαν κοινοί λωποδύτες, είναι από την άρχουσα τάξη – άνθρωποι που τιμήθηκαν με δημόσια αξιώματα, λειτουργοί του κράτους, μεγιστάνες του ιδιωτικού πλούτου, πολιτικοί που ο λαός τους εμπιστεύθηκε να τον κυβερνούν.
Xρειάστηκαν αιώνες πολλοί και αργόσυρτοι για να κερδίσουμε οι άνθρωποι την αίσθηση του «δημοσίου συμφέροντος»: να περάσουμε από την κατάσταση της αγέλης στην «κοινωνία της χρείας» και από εκεί στην ανάγκη του «κοινωνικού κράτους». Kαθόλου τυχαία οι Eλληνες ονόμασαν το αντίθετο της βαρβαρότητας «πολιτισμό»: H έξοδος από τον πρωτογονισμό της αλογίας, των ενστικτωδών ενορμήσεων, της τυφλής βουλιμίας, είναι προϊόν της «πόλεως», προϋποθέτει «βίον πολιτικόν». Δηλαδή την αυθυπέρβαση του ατόμου, το κατόρθωμα της ελευθερίας από τον εγωκεντρισμό και ναρκισσισμό. Nα πραγματοποιείται η ύπαρξη ως «σχέση», να κοινωνείται η ανάγκη και η επιθυμία, να μοιράζεται το θέλημα, να είναι κοινή αναζήτηση οι σκοποθεσίες του βίου.
Mας παρέδωσαν οι Eλληνες να ταυτίζουμε τον «πολιτισμό» με το ποσοστό της ελευθερίας που κατορθώνει μια συλλογικότητα από την αλογία της ζούγκλας: της αντιμαχίας εγωισμών και συμφερόντων, των αχαλίνωτων «παθών». H ύπαρξη «πάσχει» τις αναγκαιότητες της φύσης, τις ορμέμφυτες απαιτήσεις της, τις υφίσταται ως «πάθη» που τη δυναστεύουν. Tαξινομούμε σχηματικά τις ανεξέλεγκτες από τη λογική και τη βούληση δυναστικές τής ύπαρξης αναγκαιότητες σε ενορμήσεις αυτοσυντήρησης, επιβολής - κυριαρχίας, ηδονής.
O άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο υπαρκτό που έχει τη δυνατότητα της (κάποιας) ελευθερίας από τη φυσική, κυριαρχική τής ύπαρξης νομοτέλεια. Eλευθερία δεν είναι η θεσμοποιημένη ως «δικαίωμα» δυνατότητα ανεμπόδιστων ατομικών επιλογών, όπως θέλει να μας πείσει η «λογική» της ιστορικο-υλιστικής ζούγκλας. Eλευθερία είναι η «ειδοποιός διαφορά» του ανθρώπου από το κτήνος, η απεξάρτηση από τις αναγκαιότητες των ενστικτωδών ενορμήσεων, είναι το στοιχείο «το κυρίως ανθρώπινον» της ύπαρξής μας. Στο «κοινόν άθλημα» του πολιτικού βίου, του βίου της «πόλεως», εντόπιζαν οι Eλληνες την από κοινού πραγμάτωση της ελευθερίας. Eβλεπαν τη βαρβαρότητα να υπερβαίνεται και τον πολιτισμό να απαρτίζεται όταν κοινωνούνται οι ανάγκες της επιβίωσης: όταν λογοποιούνται, γίνονται λόγος, δηλαδή σχέση – όταν το φυσικό άτομο γίνεται λογικό, υπάρχει ως λόγος - σχέση, όχι μόνο ως φύση. Mοιράζεται με τους συνανθρώπους του (κοινωνεί «κατά μετοχήν») τα «κατ’ ανάγκην» χρειώδη που οι βουλιμικές του ενορμήσεις ιδιοτελώς απαιτούν. Tα μοιράζεται ελεύθερα, αυτοπροαίρετα, λειτουργώντας με τη λογική του, την κρίση του, τη θέλησή του.
Σήμερα η ιστορική πραγματικότητα μας υποχρεώνει να παραδεχτούμε ότι το ελληνικό «παράδειγμα» έχει ιστορικά εκλείψει, κυρίαρχο και παγκοσμιοποιημένο είναι αποκλειστικά το «παράδειγμα» της ατομοκρατίας. Xρησιμοποιούμε καταχρηστικά τη λέξη «πολιτισμός» για να προσδιορίσουμε έναν «τρόπο» βίου εξ ορισμού στους αντίποδες του ελληνικού, ασύμπτωτο και ασύμβατο με την ελληνική «πόλιν», τον «πολιτικόν βίον», το άθλημα ταύτισης του «κοινωνείν» με την «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη.
Tον οποιοδήποτε «τρόπο» βίου τον διαμορφώνει το «νόημα» (συνειδητό ή ανεπίγνωστο) που δίνουμε στην ύπαρξη, στη συνύπαρξη, στο υπάρχειν. Kαι «νόημα» λέμε την αναγνώριση αιτίας και σκοπού ή την παραδοχή αλογίας και τυχαιότητας του υπάρχειν. Tο εκάστοτε «νόημα» (ή το «μη νόημα») απομνημειώνεται πάντοτε στην Tέχνη και στους θεσμούς: Tο ελληνικό πολιτικό άθλημα είναι αδιανόητο χωρίς Παρθενώνα ή Aγια-Σοφιά (μεταφυσικό άξονα ή μέτρο της ευθύνης για τη διαχείριση της ελευθερίας), όπως και το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» είναι αδιανόητο χωρίς «κοινωνικό συμβόλαιο» (σύνταγμα) και νομική κατασφάλιση των «ατομικών δικαιωμάτων».
H γένεση και συγκρότηση του ατομοκεντρικού «παραδείγματος» διευκολύνθηκε αποφασιστικά από την καταγωγική, στη μεταρωμαϊκή Δύση, θρησκευτική καταξίωση του ατομοκεντρισμού – τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος. O αυγουστίνειος «χριστιανισμός» κατανοούσε την «αγάπη» στο επίπεδο της συμπεριφοράς, όχι του «τρόπου» της ύπαρξης, κατανοούσε την ελευθερία σαν ατομικό κατόρθωμα να επιβάλλονται ο νους και η θέληση στην αλογία των ενστίκτων. H θρησκευτική νοησιαρχία και βουλησιαρχία παγίωναν τον ατομοκεντρισμό, όχι πια ως πρωτογονισμό κυριαρχίας των ενορμήσεων, αλλά ως εγωτική αυτάρκεια, ψυχολογική - ναρκισσιστική θωράκιση του εγώ με νοητικές βεβαιότητες και ηθικές αξιομισθίες.
Hταν μια ρήξη με τον ελληνικό εμπειρισμό: την ελληνική εκδοχή κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης, επομένως και με τον ελληνικό αποφατισμό: την άρνηση να εξαντλούμε τη γνώση στη διατύπωσή της. H ατομική νοητική ικανότητα θα είναι πια για τη Δύση η επαρκής συνθήκη για την πρόσβαση στην αλήθεια, την κατοχή της αλήθειας. Tαυτίζεται η αλήθεια με μόνη την κατανόηση, αποσυνδέεται από την εμπειρική πιστοποίηση (τη γνωστική σχέση και την κοινωνία της εμπειρίας της σχέσης), γίνεται η αλήθεια συνώνυμη με την ατομική «πεποίθηση». Aντίστοιχα θα παγιωθεί στη Δύση η εκδοχή της ελευθερίας ως ακώλυτης πραγμάτωσης των επιλογών του ατόμου, θα θωρακιστεί με σύμβαση ως «δικαίωμα».
Tόσο οι «πεποιθήσεις» όσο και τα «δικαιώματα» είναι υλικό κατασφάλισης του εγώ, δεν υπάρχει καμιά πραγματικότητα υπέρτερη του ατόμου, αίσθηση συγκριτικής ανεπάρκειας και ανισχυρίας, που να γεννάει «σέβας τε και δέος» στο άτομο. Στο «ατομοκεντρικό» παράδειγμα ο καθένας επιλέγει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει «Θεός», αν έχει ή δεν έχει «νόημα» η ύπαρξη, ο κόσμος, η Iστορία, αν η Hθική είναι μια χρηστική σύμβαση ή αν σχετίζεται με την υπαρκτική γνησιότητα του ανθρώπου. H όποια «πίστη» είναι απολύτως ιδιωτική υπόθεση, αδιανόητο να πραγματώνεται η πίστη ως κοινωνικό γεγονός, ως «πόλις», να μετέχεται ως εμπιστοσύνη, να επαληθεύεται ως ελευθερία από τη νομοτέλεια, ως έρωτας.
Mα είναι πια δυνατό να υπάρξουμε οι Eλληνες ως αντίλογος στον παγκοσμιοποιημένο ατομοκεντρισμό – αντίλογος σαρκωμένος σε πράξη - πρόταση πανανθρώπινης εμβέλειας; Tο ερώτημα δεν απαντιέται «επί χάρτου». H απάντηση θα προκύψει μόνο αντιπαλεύοντας τη σημερινή έσχατη ντροπή: την Eλλάδα συνώνυμη με τους λωποδύτες, τους ανίκανους, τους φαύλους που μας έχουν μεταβάλει σε «μπαίγνιο των εθνών».
 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΝΑΥΑΡΙΝΟ

Του Ανδρέα Ζαμπούκα
 
Τα ψέματα στη ζωή και στην ιστορία επιτρέπονται. Στον εαυτό μας λέμε πάντα την αλήθεια; Kάθε πρωί που ξυπνάμε και ξεκινά η μνήμη να εργάζεται φέρνει μπροστά μας μόνο αλήθειες; Όχι βέβαια. Κάτι θα σκαρφιστούμε να μας παρηγορήσει, κάτι να ξεχάσει η συνείδηση τα λάθη που κάναμε, κάποια παρηγοριά θα χρειαστούμε για να συνεχίσουμε. Και στην τέχνη το ίδιο κάνουμε. Πιάνουμε παραδόσεις, παραμύθια, σενάρια, θρύλους και φτιάχνουμε ταξίδια για να ξεφεύγουμε.
Άλλο όμως τα ψέματα της παρηγοριάς κι άλλο τα ψέματα της εξαπάτησης. Δεν είναι το ίδιο. Αν δηλαδή καταστρώνουμε συνεχώς σχέδια για να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη μας, αν οργανώνουμε πλεκτάνες  για να μαζέψουμε «πελάτες», αλλάζοντας ή κρύβοντας γεγονότα, τότε είμαστε απατεώνες και άξιοι αποκάλυψης.
Οι εθνικές προπαγάνδες δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στα Βαλκάνια (περιοχή με τα μεγαλύτερα προβλήματα). Όλοι έχουν πει ψέματα στους λαούς τους για να τους ενώσουν. «Μαγείρεψαν» λίγο την ιστορία τους, έφτιαξαν εθνική αγωγή στα σχολεία και γέμισαν την κοινωνία με μικρούς ή μεγάλους μύθους «σπουδαίων» προγόνων. Έτσι έχτισαν την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία με σκοπό να καλλιεργήσουν και την αντίστοιχη εθνική συνείδηση. Άλλοι ελάχιστα όπως για παράδειγμα οι Ελβετοί κι άλλοι, ξεπερνώντας τα όρια, όπως εμείς.
Γύρω από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους –που παρεμπιπτόντως  λίγοι γνωρίζουν πότε έγινε -  υπάρχουν τέσσερις σημαντικές ημερομηνίες: H 25η Μαρτίου 1821 (όριο έναρξης της επανάστασης), η 20η Οκτωβρίου 1827(Ναυμαχία Ναυαρίνου), η 3η Φεβρουαρίου 1830 (υπογραφή πρωτοκόλλου ανεξαρτησίας 1830) και ο Μάιος 1832 (ανακήρυξη  του Βασιλείου της Ελλάδας με επιλογή του Όθωνα ως του πρώτου Μονάρχη). Η πιο καθοριστική όμως  από αυτές, είναι η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου ο συμμαχικός στόλος βυθίζει τον τουρκοαιγυπτιακό και ξεκαθαρίζει πλέον ότι η Ελλάδα θα γίνει αυτόνομο κράτος και θα αποσυνδεθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι τρεις είναι γεγονότα και αρχειοθετημένες πράξεις στα επίσημα αρχεία κρατών και η μόνο η πρώτη είναι θρύλος, παράδοση, σχεδόν εικασία και για πολλούς, ένας κατασκευασμένος μύθος. Από τις τέσσερις λοιπόν, εμείς επιλέξαμε την πρώτη για να γιορτάζουμε την απαρχή του νεοελληνικού κράτους. Αγνοήσαμε υπογραφές, συναντήσεις, αποφάσεις και προπάντων, το πιο καθοριστικής σημασίας  γεγονός, το Ναυαρίνο! Γιατί; Ίσως γιατί η 25η Μαρτίου συμπίπτει με θρησκευτική γιορτή και θα κάλυπτε τις ενοχές της Εκκλησίας. Ίσως γιατί το εσωτερικό κατεστημένο ήθελε να μονοπωλήσει τους επαίνους και να ξεχαστούν οι τρεις εμφύλιοι που ακολούθησαν την αποτυχία της επανάστασης.
Όπως και να ΄χει, χωρίς το Ναυαρίνο, η έκβαση της ιστορίας θα ήταν διαφορετική. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχαμε καν τη δυνατότητα να γιορτάζουμε εθνικές επετείους και με τις πολιτισμικές εξελίξεις που ακολούθησαν τον 20ο αιώνα, μάλλον θα είχαμε ξεχάσει και την «ρωμέικη» ταυτότητα που είχε διατηρηθεί μετά το Βυζάντιο.
Αν είχαμε λοιπόν εθνική γιορτή την 20η Οκτωβρίου 1827, θα λειτουργούσε με άλλο τρόπο και η εθνική μας διαπαιδαγώγηση. Θα διδασκόμασταν στο σχολείο διαφορετικά πράγματα. Για τη σημασία της διπλωματίας (ο ναύαρχος Κόδριγκτον πήρε την ευθύνη της απόφασης για επίθεση, μετά από συνεννόηση με τον Καποδίστρια), για το ότι ποτέ ο πιο δυνατός δεν σου χαρίζει τίποτα, αν δεν έχει έλλογο και έννομο συμφέρον και ότι η Ευρώπη είναι ο ζωτικός μας χώρος για τη διαιώνιση του ελληνικού μας πολιτισμού. Θα μαθαίναμε επίσης ότι η Εκκλησία έζησε την Επανάσταση μέσα στις αντιφάσεις της, ότι οι μεγάλες οικογένειες των οπλαρχηγών, που έβριζαν και τότε τους Ευρωπαίους ήταν τελικά εκείνοι που  έκλειναν συμφωνίες μαζί τους. Ίσως, λέω ίσως, αν γιορτάζαμε το Ναυαρίνο ως εθνική επέτειο, είμαστε περισσότερο ορθολογιστές και ξεπερνούσαμε τα εθνικά μας συμπλέγματα.
Ποιος ξέρει, ίσως είχαμε κι έναν Πρόεδρο Δημοκρατίας που δεν θα έκανε δηλώσεις για ξεσηκωμό εναντίον των «δανειστών» που καταδυναστεύουν τον «πολύπαθο» και συγχρόνως «ανεύθυνο» ηρωικό ελληνικό λαό. Γιατί από ό,τι ο χρόνος  έδειξε, ψέμα στο ψέμα και παραμύθι στο παραμύθι, φτάσαμε για άλλη μία φορά, στον εξευτελισμό και στα όρια της καταστροφής. Και δυστυχώς, όπως και τότε, μόνο για εξωτερικούς «σωτήρες» μιλάμε που θα μας σώσουν ή θα μας απαλλάξουν από τα βάρη που οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Την επόμενη φορά, ας επιλέξουμε τουλάχιστον μια αληθινή ημερομηνία να χτίσουμε τους μύθους μας. Ίσως αποδειχθεί  λιγότερο αναξιοπρεπές και επώδυνο και για την ίδια την ιστορία.
 

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΕΔΩ Ο ΚΑΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ.ΠΑΡΤΕ ΚΟΣΜΕ...

Του Τάσου Φούντογλου

Αφήστε τους νεκρούς στην ησυχία τους
Συλλυπητήρια. Στις οικογένειες των νεκρών. Στις δικές μας οικογένειες των ζωντανών νεκρών. Στην κοινωνία που καρκινοβατεί. Στην πολιτική μας τάξη που και καλά μας διοικεί.
Συλλυπητήρια σε όλους μας. Για τη χώρα που φτιάξαμε όλα αυτά τα χρόνια. Για τη χώρα που προσπαθούμε πανικόβλητοι να αλλάξουμε «εκ βάθρων» και κάπου στην πορεία αντιλαμβανόμαστε το «εκ βόθρων» και εναποθέτουμε, για μια ακόμα φορά, τις ελπίδες μας στο μάννα εξ ουρανού του αυριανού Αντρέα. Για το λειψό ανάστημα αυτών που προπορεύονται, για την εμμονική επιβράβευση και προβολή αυτών που μονίμως έπονται, αλλά και για την κακομοιριά των θλιβερών τριτοκλασάτων. Αυτών που παίρνουν δυο θανάτους και τους μετατρέπουν σε επιχείρημα του αντιμνημονίου.
Βάζουν στο ζύγι του «αϊκιού τους ραδικιού τους» δυο ζωές από την μία και μια σύμβαση γεμάτη αριθμούς και λέξεις απ’ την άλλη. Βαραίνει το ζύγι προς την πλευρά του δράματος. Αυτονόητο. Αυταπόδεικτο. Επόμενο. Ολοφάνερο.
Τι περιμένεις ανόητε; Να αναμετρηθεί ο θάνατος, η απώλεια, το δράμα του γονιού, το ψυχορράγημα της μάνας που χάνει το παιδί της με ένα τσούρμο αριθμούς και χρονοδιαγράμματα και να ανακηρυχθεί νικητής το «τρείς το λάδι τρείς το ξύδι έξι το λαδόξυδο»;
Μα, θα μου πεις, το Μνημόνιο οδήγησε στους θανάτους αυτούς. Ναι ανόητε.
Αν αυτή είναι η άποψή σου έλα στο δημόσιο διάλογο για  να την υπερασπιστείς. Αλλά στο διάλογο δεν θα προσέλθεις με τους θανάτους παραμάσχαλα και τις αυτοκτονίες, πρώτη μούρη. Δεν θα έρθεις κορδωμένος για το ακαταμάχητο που κουβαλάς και ούτε θα περιφέρεις δεξιά και αριστερά τον πόνο και τη θλίψη της χαροκαμένης μάνας και του εξαγριωμένου πατέρα για να μαζεύεις Like, να χτίζεις την καριέρα σου πάνω στα σιγουράκια του αντιμνημονίου και να βάζεις υποθήκες για το κομματικό σου μέλλον.
Στο διάλογο θα έρθεις με εναλλακτικές λύσεις, με προτάσεις για το γαμημένο τι μέλλει γενέσθαι, με την καταγγελία μιας αντικοινωνικής συμπεριφοράς που βλέπεις τόσα χρόνια να μαγαρίζει τη δημόσια ζωή σου, με κάτι τέλοσπάντων που θα συμβάλλει στην αναμόρφωση του κωλοχανείου, που έφτιαξαν οι προηγούμενοι και συντηρούν με θρησκευτική ευλάβεια οι επόμενοι.
Αυτοί, διάολε, που ψήφισε η ελληνική κοινωνία στις τελευταίες εκλογές. Τον Ταμήλο, την Κουντουρά, τον Μελά, την Κωνσταντοπούλου, τη Ραχήλ, τον Κασιδιάρη.
Τι δεν καταλαβαίνεις επιτέλους;
Πόσες φορές πρέπει να στο πουν πως η κοινωνία που υπερασπίζεσαι και ο λαός που επικαλείσαι ψήφισε αυτούς για να τον βγάλουν από την κρίση; Για αυτά πες μου, ανόητε, και άσε τους θανάτους κατά μέρος.
Καταντήσαμε και τον δημόσιο διάλογο τριτοκοσμικό. Καρικατούρα  της σκέψης των νηπίων. Αφήσαμε στην άκρη τα επιχειρήματα, τις ιδέες, τα οράματα, τους ρεαλισμούς των λύσεων και πιάσαμε τον άνεργο, τον εξαθλιωμένο, τον επαίτη, τον άστεγο. Τους φορέσαμε τα κυριακάτικα τα ρούχα, τα καλά, τους σουλουπώσαμε λιγάκι για να χωράνε οι δόλιοι στην καθωσπρέπει άποψη και το καθιερωμένο κείμενο της εβδομάδας και τους πετάξαμε στη ρωμαϊκή αρένα με το πλήθος να κραυγάζει και τους αντίχειρες να ανεβοκατεβαίνουν. Τους ανεβάζουμε κάθε τόσο πάνω στο παλκοσένικο της δημόσιας αντιπαράθεσης και τους δείχνουμε στο πλήθος από κάτω, με τα μπουκωμένα στόματα από πατατάκια και ποπκορν.
Περάστε από εδώ κύριε. Εγώ εμπορεύομαι τους άνεργους, τους άστεγους και τους αυτοκτονούντες.
Όχι κύριε. Από εδώ, από εδώ έλα. Εμένα με εμπιστεύονται οι κάγκουρες, που σταμάτησαν να τρέχουν στις εθνικές οδούς και να ξεκληρίζουν κάθε χρόνο ένα ολόκληρο χωριό. Ακρίβυνε η βενζίνη ελέω κρίσης, σταμάτησαν και οι τραπεζικοί κρουνοί να δίνουν φράγκα για αυτοκίνητα ακριβά και, όπως και να το κάνεις, μειώθηκαν και τα αυτοκινητικά δυστυχήματα. Εκπροσωπώ, επίσης, και όσους αυτοκτόνησαν το 2004. Τετρακόσιοι στον αριθμό.
Αλλά τότε ποιός ασχολήθηκε μαζί τους; Ποιος πήρε ένα γαμημένο πληκτρολόγιο να γράψει δυο λέξεις; Τότε οι προοπτικές για την τσέπη μας φάνταζαν ευοίωνες, το πανεπιστημιακό πτυχίο προμήνυε λαμπερές καριέρες στο Δημόσιο και ο Χαριστέας κάρφωνε τις κεφαλιές του στα δίχτυα των Άγγλων, Γάλλων, Πορτογάλων.
Πού καιρός να ασχοληθείς με απελπισμένους κουρελιάρηδες;
Πάρε κόσμε. Εδώ ο καλός ο θάνατος. Έχω πράμα που σαλεύει. Άλλος με τη βάρκα μας. Ελα μωρή Μανταλένα. Δώσε και άλλο. Μπορείς….
Κανείς, όμως, δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για αυτούς. Κανείς δεν δίνει τσακιστή δεκάρα για την αφετηρία τους, την πορεία τους σε τούτη τη ζωή, τις λάθος επιλογές που ίσως τους οδήγησαν εκεί. Κανείς δεν σκύβει από πάνω τους με πραγματικό ενδιαφέρον για να δει τις απαραίτητες λεπτομέρειες.
Εκεί που, κατά τους αγγλοσάξονες, κρύβεται ο Διάολος και μερικές φορές η ενοχλητική αλήθεια. Μέσα είναι και αυτοί για τον μακιαβελικό σκοπό. Να καρπωθούμε αναγνώριση, Like, ψηφαλάκια, ακροαματικότητα και κανα συμβόλαιο παραπάνω.
Ο Τράγκας τα κατάφερε. Έρχεται και η σειρά σου οσονούπω.
Ψάχνετε εναγωνίως νεκρούς, αυτοκτονίες, σχοινιά να κρέμονται από ψηλά δοκάρια, μαγκάλια γεμάτα μονοξείδιο, απελπισμένους δανειολήπτες. Τους τσουβαλιάζετε και τους προσφέρετε ως αντιμνημονιακό έδεσμα σε ένα πλήθος εξαγριωμένο από τις περικοπές που διψάει για αίμα.
Ανίκανοι να προτείνετε το οτιδήποτε.
Να διατυπώσετε έστω και μια πρόταση εξόδου από την κρίση πέραν της κατάφωρης μαλακίας πως για όλα φταίει το Μνημόνιο και πως, μόλις το κάνουμε χίλια δυο κομμάτια, θα ξαναβρούμε τους προμνημονιακούς ρυθμούς μας.
Βάλατε μπροστά σας τον Κλύνν, τον Λάκη και τον Τράγκα και κάνετε καθημερινά γιουρούσια στην όποια λογική έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Τους παραπάνω τους είχαμε κάποτε για να γελάμε. Παλιάτσοι, θεατρίνοι, γελωτοποιοί, τέτοιοι ήτανε, για να διασκεδάζουν την πλήξη μας και να σκορπίζουν την όποια κατήφεια έριχνε, στα πρόσωπά μας, η ζωή.
Και φτάσαμε τις εποχές των παχιών αγελάδων να τους αμείβουμε περισσότερο από τους ακαδημαϊκούς και τους δικαστές μας. Την ελεύθερη αγορά και τον καπιταλισμό επικαλούνταν οι άθλιοι  για να δικαιολογήσουν το αναντίστοιχο των αμοιβών τους. Και μόλις τσέπωναν τα φράγκα άρχιζαν τους αριστερούς μελοδραματισμούς, τα εύκολα τα λόγια τα μεγάλα για ισότητα, κοινοτισμό, αλληλεγγύη. Μαζί με τον λαό, δίπλα στον απλό πολίτη, αντάμα στους αγώνες του για ένα καλύτερο μέλλον.
Εσύ από τον Μπύθουλα και αυτός απ΄ το Κολωνάκι. Αλλά τι σημασία έχει τώρα αυτό; Φτάνει που δίνω παραστάσεις εγώ για σένα. Μια εικοσιπενταρού θα πάρω εγώ βλαμμένε. Και κάτσε εσύ να μου χαρίζει ακροαματικότητες και νούμερα τηλεθέασης.
Νούμερο είσαι και νούμερα μου φέρνεις. Γι’ αυτό εγώ την εικοσιπενταρού και εσύ από τα τρία μου το καθιερωμένο το μακρύτερο.
Όσοι κατάφεραν να σταθούν με την απαραίτητη νηφαλιότητα απέναντι στην εποχή τους και να στοχαστούν πάνω στα αίτια που μας γκρεμοτσάκισαν και μας ρίξανε στα βράχια κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή πως η χώρα αυτή πτώχευσε, αφενός γιατί παρήγαγε το απολύτως τίποτα και, αφετέρου, γιατί κάποιοι σαχλαμάρες την έπεισαν πως είναι δυνατόν να φιγουράρεις στις πρώτες θέσεις του ΟΟΣΑ χωρίς να παράγεις τίποτα.
Ακόμα και αυτοί, όμως, κουράστηκαν να υπερασπίζονται τα αυτονόητα. Βαρέθηκαν να είναι μονίμως στη δύσκολη θέση να βάζουν πλάτη  στην αναγκαιότητα των μεγάλων αλλαγών και την αμέσως επόμενη στιγμή να στιγματίζονται ως ανάλγητοι μνημονιακοί και να καταγγέλλονται από τους θηρευτές της ακατάσχετης βλακείας ως ηθικοί αυτουργοί αυτοκτονιών και τραγικών θανάτων.
Σιχάθηκαν να βλέπουν λιγούρια, γνωστά ρουσφέτια βουλευτικών γραφείων και πρώην οσφυοκάμπτες που συνωστίζονταν στις γνωστές αυλές για μια χειραψία ή ένα μειδίαμα από την αυτού Μεγαλειότητα να το παίζουν σήμερα κήνσορες της δημόσιας ζωής και να κουνάνε το δαχτυλάκι τους σε όλους τους υπόλοιπους.
Απηύδησαν με όλη αυτήν την μεγαλόστομη κριτική απέναντι σε ένα σύστημα που εμφανώς είναι ανίκανο αλλά από την άλλη τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα ικανό να το ανατρέψει και να το αντικαταστήσει με κάτι καλύτερο. Και το κυριότερο.
Φοβήθηκαν να μιλάνε για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις την ώρα που ξεπαγιάζει ο κόσμος και πεθαίνουν τα παιδιά του.
Προχθές, που λες, υπέγραψα αντ’ αυτού άλλο ένα επίδομα αεροθεραπείας. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση έχει δυο μέρες που με πετάει συνέχεια έξω. Δυο παλικάρια πέθαναν εψές από ένα γαμημένο μαγκάλι. Και το διαδίκτυο γέμισε επικήδειους από πρώην γλυφτράκια του Προέδρου. Έχεις δίκιο μεγάλε. Ζήτω ο Τσίπρας και ο Καμένος! Θα τους ψηφίσω και εγώ και μετά γαία πυρί μειχθήτω. Στο κάτω κάτω της γραφής εγώ την επόμενη ημέρα θα είμαι μετανάστης σε κάποια χώρα του άλλου ημισφαιρίου, του πολιτισμένου, εσύ θα προσπαθείς ακόμα να τα βγάλεις πέρα με τις τρεις και εξήντα μιας και ο Αλέξης σου θα έχει παραλάβει καμένη γη για πολλοστή φορά και οι Like-ιστές σου, αυτά τα φιντανάκια που γράφουν πύρινα άρθρα, θα έχουν βολευτεί σε κάποια θεσούλα με τέσσερα χιλιάρικα μισθό και θα δοξάζουνε την ώρα και τη στιγμή που ανακάλυψαν τον λαϊκισμό του διαδικτύου.
Μικρό χωριό είμαστε και θα τα ξαναπούμε. Μέχρι τότε καλή δύναμη σε όλους μας.
 

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

ΠΗΡΑΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΛΑΘΟΣ ΚΙ ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΖΩΗ...

Ξοδεύουμε τη ζωή μας. Την πετάμε καθημερινά, με ασχολίες μικρές και χωρίς κανένα νόημα. Σαν μηχανές γίναμε, σχεδόν όλοι… Και, δυστυχώς, δεν το έχουμε καταλάβει...
Μεγάλο έξοδο να αφήνεις τη ζωή να περνά, δίχως να έχεις κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ασήμαντο, που θα μπορέσεις περήφανα να το αφήσεις παρακαταθήκη για το πέρασμά σου από τούτο τον κόσμο.
Αφήνουμε τα τεράστια τίποτε να παίρνουν μορφή, να αλώνουν και να ορίζουν τις ζωές μας.
Και σαν να μην φτάνει ετούτο, ζητάμε και από τους νέους να παλέψουνε και να πάρουμε πίσω όλα εκείνα που εμείς αφήσαμε να χαθούνε μέσα από τα χέρια μας.
Ντροπή! Μεγάλη η ντροπή μας. 
Αφού ούτε στα στερνά μας δεν τιμάμε το χώμα που πατήσαμε και τη γη που μας έθρεψε. Τίποτε δεν μας έχει μείνει από τους προγόνους, που τόσο περήφανα αναφέρουμε στις κουβέντες μας. 
Κουτσαβάκια του κερατά γίναμε και όχι άντρες. Γιατί οι άντρες δεν χαλάνε την ώρα τους με λόγια, αλλά πρώτα κάνουνε ό,τι έχουν να κάνουν κι έπειτα νοιάζονται για το ότι μπορούσαν και καλύτερα. 
Εμείς… τίποτε τέτοιο δεν έχουμε. Καιγόμαστε για την μικροσύνταξή μας, για τα γεράματά μας, για να ησυχάσουμε από τις μέριμνες της ζωής κι αφήνουμε επιτήδειους να μας κλέβουνε την περηφάνεια μας, να μας κλέβουνε το βιός μας, να μας κλέβουνε όλα εκείνα που άλλοι δώσανε τη ζωή τους για να τα έχουμε εμείς.
Ξόδι φεύγει η ζωή μας, μα δεύτερη δεν έχουμε για να προλάβουμε και να σιάξουμε όλα τα στραβά που κάναμε ή που μας αφήσαμε να μας κάνουν.
Και μικροί όπως είμαστε, ζητάμε από εκείνους που την κληρονομιά σπαταλήσαμε, να αγωνιστούνε για μας, να παλέψουν, να ματώσουν, για να πάρουμε πίσω αυτά που με τα ίδια μας τα χέρια παραδώσαμε σε ένα τσούρμο ψευταράδων…
Μάθαμε να ξοδεύουμε στη ζωή μας κι ήταν μεγάλο το λάθος, γιατί δεν καταλάβαμε πως από ένα σημείο και μετά ξοδεύαμε την ίδια τη ζωή που ήρθαν και την αποτιμήσαν οι εμπόροι των εθνών και την ζυγίσανε με τις δικές τους δεκάρες για να μας βάλουνε χρέος και στον θάνατό μας.
Σε εσένα, σε εμένα, σε όλους μας, ούτε το χώμα του τάφου δεν μας αξίζει, γιατί αυτό το χώμα το παραδώσαμε χωρίς να σκεφτούμε ότι ούτε δικό μας είναι…
Βαριές μπορεί να είναι αυτές οι κουβέντες, μα άλλες λέξεις δεν έχω στο νου για να γράψω το χάλι που μας βρήκε, τον βούρκο που τόσο πρόθυμα τρέξαμε να κυλιστούμε, έχοντας τους δαίμονες και τα δουλικά τους να μας περιγελούν και να μας διατάζουν…
Και σε ρωτάω εσένα που δεν σου αρέσουνε ετούτα τα λόγια:
Τι κάναμε για να μην γίνουμε περίγελος των ανόητων, σκλάβος των τιποτένιων;
Τι κάναμε για να τιμήσουμε εκείνους που μας γέννησαν κι εκείνους που έρχονται μετά από μας;
Τι κάναμε για την ψυχή που θα παραδώσουμε;
Δυστυχώς, τίποτε και πρέπει ετούτες τις ώρες να το παραδεχτούμε κι εσύ κι εγώ.
Μεγάλα κι άδεια λόγια, μονάχα, που δεν μας τιμάνε και που δείχνουνε πόσο ανάξιος είσαι, πόσο δειλός είμαι…
Κι όμως, υπάρχει χρόνος για να τ’ αλλάξουμε όλα και να περπατήσουμε περήφανα ξανά κάτω από έναν ελεύθερο γαλάζιο ουρανό…
Μα, αυτό θα γίνει όχι αν θελήσουμε να διώξουμε εκείνους που μας καθίσανε στο σβέρκο και μας ορίζουν τη ζωή μα και το θάνατό μας…
Θα γίνει μόνο αν σταματήσουμε τα λόγια και αποφασίσουμε να μετρηθούμε με τους κλέφτες που μας αρπάζουν και μας ξεφτιλίζουν τη ζωή…
Δυστυχώς, πήραμε τη ζωή μας λάθος, κι αλλάξαμε ζωή...
 

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Δεν γράφω πλέον ,  παρά ελάχιστα, αλλά είπα σήμερα να αφήσω ένα μικρό σχόλιο για το νέο που άκουσα. Για τους νέους.  Εκείνους που περιμένουν με αγωνία να βρουν μια δουλειά.  Η λύση δόθηκε.  Η κοινωνία του τσάμπα , η τσάμπα κοινωνία τους καλεί στις αγκαλιές της να δουλέψουν ..τσάμπα.
Δεν ξέρω τι είναι πιο φοβερό για ένα νέο άνθρωπο που του έχουν πάρει τα όνειρά του, και του τα ροκανίζουν βίαια, μέχρι να του κόψουν κάθε ελπίδα, κάθε επιθυμία, κάθε ζωντάνια, να καθίσει σπίτι και να κοπανάει το κεφάλι στους τοίχους, να περιφέρεται ασκόπως, ή  να χωθεί σ΄ενα γραφείο και να δουλεύει 15 ώρες  την ημέρα..τσάμπα.
Πόσο χυδαίο μπορεί να είναι ένα σύστημα , να προωθεί σαν λύση την σκλαβιά,  και να τη στολίζει με επιχειρήματα.  Να προσπαθεί να πείσει ένα παιδί πως η λύση σε πρώτη φάση τουλάχιστον είναι  να «χωθεί» σαν ποντίκι σε ένα εργασιακό  υπόνομο,  να ικετεύει  το κάθε  αφεντικό να τον έχει στη δούλεψή του έστω και τσάμπα. Κι από εκεί ο δρόμος για το χτίσιμο της προσωπικότητας του σκλάβουν είναι πανεύκολος.
Θα μάθει  να χαίρεται όταν από το τίποτα του δώσουν το κάτι.  Θα νοιώσει περήφανος όταν              κατορθώσει από τη φάση του άμισθου σκλάβου να περάσει στη φάση του σκλάβου που του ρίχνουν ένα κομμάτι ψωμί...
Χυδαιότητα
Και  ανικανότητα των φοβισμένων ανθρώπων να αντιδράσουν.  Λες και η ασυδοσία είναι κάποιος θεΪκός  νόμος απαράβατος που έτσι τον βρήκαμε κι έτσι πρέπει να τον δεχτούμε χωρίς πολλές κουβέντες....

Ντροπή