Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΟΙ ΛΕΓΕΩΝΕΣ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
 

Ήταν κάποτε παντοδύναμες. Είχαν την οικονομία με το μέρος τους, ήταν τα αντικείμενα του πόθου της μεγάλης πολιτικής. Τα κόμματα, τα μεγάλα κόμματα, τα «κόμματα εξουσίας» όπως χαρακτηρίζονταν, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να κερδίσουν τον έρωτά τους, έφτιαχναν μηχανισμούς ολόκληρους για να υπηρετήσουν τη σχέση τους μαζί τους, ψήφιζαν νόμους, οργάνωναν πολιτικές. Είχαν τη δημοκρατία με το μέρος τους. Αυτές αποφάσιζαν για τα αποτελέσματα των εκλογών, για την επόμενη κυβέρνηση, για την επόμενη αντιπολίτευση. Ηταν οι περίφημες «μεσαίες τάξεις», η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, από τη φυλή των Καγιέν ώς τους περίφημους, ηρωικούς και ιστορικούς μικρομεσαίους του ελληνικού σοσιαλισμού. Στις τάξεις περιλαμβάνονταν οι λεγεώνες των δημοσίων υπαλλήλων, οι επιδοτούμενοι αγρότες, η επιστημονική κοινότητα της χώρας.
Ποιοι εξαιρούνταν από το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό τους, ποιοι δεν είχαν τη δυνατότητα να παρκάρουν το αυτοκίνητό τους έξω από το κέντρο όπου τραγουδούσε η Βίσση, ποιοι δεν μπορούσαν να πάνε στη Μύκονο το καλοκαίρι ή το Πάσχα; Ελάχιστοι και δαχτυλοδεικτούμενοι. Οι αποκλεισμένοι από το «οικονομικό θαύμα» της ευρωπαϊκής Ελλάδας, όσοι δεν ξυπνούσαν μεσημέρι για να απαντήσουν στο τηλεφώνημα της τράπεζας που τους πρότεινε την τελευταία της πιστωτική, ήταν ελάχιστοι. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν αυτό που αθροιζόταν στο περίφημο 80% του δικομματισμού. Ποιο ήταν το πολιτικό όνειρο του δικομματισμού, τι πρότεινε ο δικομματισμός; Μα το δικαίωμα του υπαλλήλου που κερδίζει 1.500 ευρώ να κυκλοφορεί με 2.000 κυβικά. Διότι μάθαμε την κοινωνική επιτυχία να τη μετράμε με κυβικά.
Ηταν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και, όπως είναι φυσικό, όταν το παιχνίδι χάθηκε, αυτοί πλήρωσαν το μεγαλύτερο κόστος. Τους τσάκισαν οι φόροι, τους γονάτισαν οι μειώσεις των μισθών και των αμοιβών, τους αποτέλειωσαν οι ασφαλιστικές εισφορές και η εντροπία του συστήματος: η κλειστή οικονομία που είχαν φτιάξει στηριζόταν αποκλειστικά στις εσωτερικές συναλλαγές. Οταν αυτές κατέρρευσαν, τίποτε δεν υπήρχε για να συγκρατήσει την εσωτερική κατάρρευση. Εμεινε μόνον το καρκίνωμα της ανεργίας, η συσσώρευση νεκρών κοινωνικών κυττάρων. Οι κλειστές τζαμαρίες με τους λόφους από τους κλειστούς φακέλους των λογαριασμών πίσω από την επιγραφή «Ενοικιάζεται» ή «Πωλείται» είναι η πιο εύγλωττη εικόνα της ηττημένης μεσαίας τάξης. Οι μάντρες των μεταχειρισμένων είναι γεμάτες με Καγιέν, οι δε νεόκτιστες μεζονέτες, το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας των προαστίων, πρέπει να περιμένουν την επόμενη περίοδο για να ανθήσουν. Τους φταίνε οι πολιτικοί, αυτοί που μέχρι προχθές τους υποστήριζαν και τους χειροκροτούσαν, τους φταίει το κράτος που έχουν φτιάξει, τους φταίει ο καιρός, η ζέστη και το κρύο, και αν τους έχει απομείνει και λίγη λογική μέσα στην τρέλα της καθημερινότητας τη χρησιμοποιούν για να καταλάβουν ποιες είναι οι διαφορές του νέου δικομματισμού από τον παλιό, καλό τους γνώριμο. Εχουν να κερδίσουν τίποτε από τη διχοτομία Μνημόνιο και Αντιμνημόνιο, ή μήπως τους περιμένει μία από τα ίδια; Οταν ξυπνήσει ο Τσίπρας, αν ξυπνήσει ποτέ με τον Λαφαζάνη στο πλευρό του, και καταλάβει τους λόγους της δυσπιστίας του υποψήφιου κοινού του, θα είναι αργά.
Οι μεσαίες τάξεις λοιπόν, με όλες τις εσωτερικές τους διαφορές, ήταν κάποτε οι κυρίαρχες του παιχνιδιού. Κάποτε, όχι και τόσο παλιά, κάποτε και επί μακρόν, κάτι δεκαετίες, στη μακρόσυρτη αυτή περίοδο που ονομάζουμε μεταπολίτευση. Ο δημόσιος βίος θύμιζε ορθόδοξη λειτουργία, μακρόσυρτη, με τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις και αντιθέσεις, που αν και δεν οδηγούσαν πουθενά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τις εγκαταλείψει.
Και τώρα αυτές οι ίδιες «μεσαίες τάξεις» περιφέρονται άστεγες και ανυπόδητες, ψάχνοντας να βρουν τους πολιτικούς τους προστάτες, εκλιπαρώντας για λίγη επιείκεια, επαιτώντας για οτιδήποτε μπορεί να τους βγάλει από τον φόβο και την ανασφάλεια. Κανείς όμως δεν αναρωτιέται τι έκαναν στα χρόνια της παντοδυναμίας τους, τότε που ανέβαζαν και κατέβαζαν τους πολιτικούς τους και στελέχωναν το βαθύ κράτος για να μπορεί να εξυπηρετεί την οικοδόμηση αυθαιρέτων. Εφτιαξαν σχολεία για τα παιδιά τους; Και δεν εννοώ κτίρια, εννοώ σχολεία, παιδεία, εκπαίδευση με δασκάλους και μαθητές. Εφτιαξαν πανεπιστήμια για τα παιδιά τους; Και πάλι δεν αναφέρομαι στα κτίρια, ούτε σ’ αυτά τα δήθεν εκπαιδευτικά ιδρύματα που χρησιμεύουν για κράχτες στις γκαρσονιέρες της περιοχής και τα σουβλατζίδικα. Και τώρα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους γιατί τα καλύτερα παιδιά μας φεύγουν. Φταίει η κρίση; Φταίει. Ομως, ακόμη και η κρίση να μη μας είχε κυνηγήσει, πάλι τα πανεπιστήμιά μας δεν λειτουργούσαν όπως έπρεπε και τα σχολεία μας ήταν κατώτερα των περιστάσεων. Μήπως οι μεσαίες τάξεις απαίτησαν από τους πολιτικούς να φτιάξουν νοσοκομεία, κι αν όχι νοσοκομεία, πλατείες και πεζοδρόμια; Θα μου πείτε, θα γλίτωναν την ήττα οι λεγεώνες των μεσαίων τάξεων αν υπήρχαν πεζοδρόμια για να μπορούν να περπατήσουν. Οχι, απλώς θα είχαν πεζοδρόμια για να μπορούν να περπατήσουν και πλατείες που κάνουν τις πόλεις να μοιάζουν με πόλεις και όχι με ανθρώπινες χωματερές. Μήπως έφτιαξαν πόλεις, ναι, αυτές τις οργανωμένες πόλεις που κουβαλούν και μνήμη και ιστορία και παρόν, άρα έχουν και μέλλον;

Οι λεγεώνες των μεσαίων τάξεων ηττήθηκαν από την κρίση. Ομως, για την ήττα τους εργάστηκαν και οι ίδιες σκληρά, για χρόνια.
 

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

ΑΝΤΙΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΤΡΟΠΗ

Του Χρήστου Γιανναρά
 
Είμαστε πια εθισμένοι σε συμπτώματα κλοπής του κοινωνικού χρήματος, μας κατακλύζει η πλημμυρίδα και ποικιλότητα των περιπτώσεων, καταπλήσσει η ευρηματικότητα των τεχνασμάτων της λωποδυσίας. Kαι τα κρούσματα, σχεδόν όλα, εμφανίζονται όχι στους στερημένους και απεγνωσμένους, όχι στη φτωχολογιά. Aυτοί που ληστεύουν το κοινωνικό χρήμα σαν κοινοί λωποδύτες, είναι από την άρχουσα τάξη – άνθρωποι που τιμήθηκαν με δημόσια αξιώματα, λειτουργοί του κράτους, μεγιστάνες του ιδιωτικού πλούτου, πολιτικοί που ο λαός τους εμπιστεύθηκε να τον κυβερνούν.
Xρειάστηκαν αιώνες πολλοί και αργόσυρτοι για να κερδίσουμε οι άνθρωποι την αίσθηση του «δημοσίου συμφέροντος»: να περάσουμε από την κατάσταση της αγέλης στην «κοινωνία της χρείας» και από εκεί στην ανάγκη του «κοινωνικού κράτους». Kαθόλου τυχαία οι Eλληνες ονόμασαν το αντίθετο της βαρβαρότητας «πολιτισμό»: H έξοδος από τον πρωτογονισμό της αλογίας, των ενστικτωδών ενορμήσεων, της τυφλής βουλιμίας, είναι προϊόν της «πόλεως», προϋποθέτει «βίον πολιτικόν». Δηλαδή την αυθυπέρβαση του ατόμου, το κατόρθωμα της ελευθερίας από τον εγωκεντρισμό και ναρκισσισμό. Nα πραγματοποιείται η ύπαρξη ως «σχέση», να κοινωνείται η ανάγκη και η επιθυμία, να μοιράζεται το θέλημα, να είναι κοινή αναζήτηση οι σκοποθεσίες του βίου.
Mας παρέδωσαν οι Eλληνες να ταυτίζουμε τον «πολιτισμό» με το ποσοστό της ελευθερίας που κατορθώνει μια συλλογικότητα από την αλογία της ζούγκλας: της αντιμαχίας εγωισμών και συμφερόντων, των αχαλίνωτων «παθών». H ύπαρξη «πάσχει» τις αναγκαιότητες της φύσης, τις ορμέμφυτες απαιτήσεις της, τις υφίσταται ως «πάθη» που τη δυναστεύουν. Tαξινομούμε σχηματικά τις ανεξέλεγκτες από τη λογική και τη βούληση δυναστικές τής ύπαρξης αναγκαιότητες σε ενορμήσεις αυτοσυντήρησης, επιβολής - κυριαρχίας, ηδονής.
O άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο υπαρκτό που έχει τη δυνατότητα της (κάποιας) ελευθερίας από τη φυσική, κυριαρχική τής ύπαρξης νομοτέλεια. Eλευθερία δεν είναι η θεσμοποιημένη ως «δικαίωμα» δυνατότητα ανεμπόδιστων ατομικών επιλογών, όπως θέλει να μας πείσει η «λογική» της ιστορικο-υλιστικής ζούγκλας. Eλευθερία είναι η «ειδοποιός διαφορά» του ανθρώπου από το κτήνος, η απεξάρτηση από τις αναγκαιότητες των ενστικτωδών ενορμήσεων, είναι το στοιχείο «το κυρίως ανθρώπινον» της ύπαρξής μας. Στο «κοινόν άθλημα» του πολιτικού βίου, του βίου της «πόλεως», εντόπιζαν οι Eλληνες την από κοινού πραγμάτωση της ελευθερίας. Eβλεπαν τη βαρβαρότητα να υπερβαίνεται και τον πολιτισμό να απαρτίζεται όταν κοινωνούνται οι ανάγκες της επιβίωσης: όταν λογοποιούνται, γίνονται λόγος, δηλαδή σχέση – όταν το φυσικό άτομο γίνεται λογικό, υπάρχει ως λόγος - σχέση, όχι μόνο ως φύση. Mοιράζεται με τους συνανθρώπους του (κοινωνεί «κατά μετοχήν») τα «κατ’ ανάγκην» χρειώδη που οι βουλιμικές του ενορμήσεις ιδιοτελώς απαιτούν. Tα μοιράζεται ελεύθερα, αυτοπροαίρετα, λειτουργώντας με τη λογική του, την κρίση του, τη θέλησή του.
Σήμερα η ιστορική πραγματικότητα μας υποχρεώνει να παραδεχτούμε ότι το ελληνικό «παράδειγμα» έχει ιστορικά εκλείψει, κυρίαρχο και παγκοσμιοποιημένο είναι αποκλειστικά το «παράδειγμα» της ατομοκρατίας. Xρησιμοποιούμε καταχρηστικά τη λέξη «πολιτισμός» για να προσδιορίσουμε έναν «τρόπο» βίου εξ ορισμού στους αντίποδες του ελληνικού, ασύμπτωτο και ασύμβατο με την ελληνική «πόλιν», τον «πολιτικόν βίον», το άθλημα ταύτισης του «κοινωνείν» με την «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη.
Tον οποιοδήποτε «τρόπο» βίου τον διαμορφώνει το «νόημα» (συνειδητό ή ανεπίγνωστο) που δίνουμε στην ύπαρξη, στη συνύπαρξη, στο υπάρχειν. Kαι «νόημα» λέμε την αναγνώριση αιτίας και σκοπού ή την παραδοχή αλογίας και τυχαιότητας του υπάρχειν. Tο εκάστοτε «νόημα» (ή το «μη νόημα») απομνημειώνεται πάντοτε στην Tέχνη και στους θεσμούς: Tο ελληνικό πολιτικό άθλημα είναι αδιανόητο χωρίς Παρθενώνα ή Aγια-Σοφιά (μεταφυσικό άξονα ή μέτρο της ευθύνης για τη διαχείριση της ελευθερίας), όπως και το ατομοκεντρικό «παράδειγμα» είναι αδιανόητο χωρίς «κοινωνικό συμβόλαιο» (σύνταγμα) και νομική κατασφάλιση των «ατομικών δικαιωμάτων».
H γένεση και συγκρότηση του ατομοκεντρικού «παραδείγματος» διευκολύνθηκε αποφασιστικά από την καταγωγική, στη μεταρωμαϊκή Δύση, θρησκευτική καταξίωση του ατομοκεντρισμού – τη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος. O αυγουστίνειος «χριστιανισμός» κατανοούσε την «αγάπη» στο επίπεδο της συμπεριφοράς, όχι του «τρόπου» της ύπαρξης, κατανοούσε την ελευθερία σαν ατομικό κατόρθωμα να επιβάλλονται ο νους και η θέληση στην αλογία των ενστίκτων. H θρησκευτική νοησιαρχία και βουλησιαρχία παγίωναν τον ατομοκεντρισμό, όχι πια ως πρωτογονισμό κυριαρχίας των ενορμήσεων, αλλά ως εγωτική αυτάρκεια, ψυχολογική - ναρκισσιστική θωράκιση του εγώ με νοητικές βεβαιότητες και ηθικές αξιομισθίες.
Hταν μια ρήξη με τον ελληνικό εμπειρισμό: την ελληνική εκδοχή κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης, επομένως και με τον ελληνικό αποφατισμό: την άρνηση να εξαντλούμε τη γνώση στη διατύπωσή της. H ατομική νοητική ικανότητα θα είναι πια για τη Δύση η επαρκής συνθήκη για την πρόσβαση στην αλήθεια, την κατοχή της αλήθειας. Tαυτίζεται η αλήθεια με μόνη την κατανόηση, αποσυνδέεται από την εμπειρική πιστοποίηση (τη γνωστική σχέση και την κοινωνία της εμπειρίας της σχέσης), γίνεται η αλήθεια συνώνυμη με την ατομική «πεποίθηση». Aντίστοιχα θα παγιωθεί στη Δύση η εκδοχή της ελευθερίας ως ακώλυτης πραγμάτωσης των επιλογών του ατόμου, θα θωρακιστεί με σύμβαση ως «δικαίωμα».
Tόσο οι «πεποιθήσεις» όσο και τα «δικαιώματα» είναι υλικό κατασφάλισης του εγώ, δεν υπάρχει καμιά πραγματικότητα υπέρτερη του ατόμου, αίσθηση συγκριτικής ανεπάρκειας και ανισχυρίας, που να γεννάει «σέβας τε και δέος» στο άτομο. Στο «ατομοκεντρικό» παράδειγμα ο καθένας επιλέγει αν υπάρχει ή δεν υπάρχει «Θεός», αν έχει ή δεν έχει «νόημα» η ύπαρξη, ο κόσμος, η Iστορία, αν η Hθική είναι μια χρηστική σύμβαση ή αν σχετίζεται με την υπαρκτική γνησιότητα του ανθρώπου. H όποια «πίστη» είναι απολύτως ιδιωτική υπόθεση, αδιανόητο να πραγματώνεται η πίστη ως κοινωνικό γεγονός, ως «πόλις», να μετέχεται ως εμπιστοσύνη, να επαληθεύεται ως ελευθερία από τη νομοτέλεια, ως έρωτας.
Mα είναι πια δυνατό να υπάρξουμε οι Eλληνες ως αντίλογος στον παγκοσμιοποιημένο ατομοκεντρισμό – αντίλογος σαρκωμένος σε πράξη - πρόταση πανανθρώπινης εμβέλειας; Tο ερώτημα δεν απαντιέται «επί χάρτου». H απάντηση θα προκύψει μόνο αντιπαλεύοντας τη σημερινή έσχατη ντροπή: την Eλλάδα συνώνυμη με τους λωποδύτες, τους ανίκανους, τους φαύλους που μας έχουν μεταβάλει σε «μπαίγνιο των εθνών».
 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΝΑΥΑΡΙΝΟ

Του Ανδρέα Ζαμπούκα
 
Τα ψέματα στη ζωή και στην ιστορία επιτρέπονται. Στον εαυτό μας λέμε πάντα την αλήθεια; Kάθε πρωί που ξυπνάμε και ξεκινά η μνήμη να εργάζεται φέρνει μπροστά μας μόνο αλήθειες; Όχι βέβαια. Κάτι θα σκαρφιστούμε να μας παρηγορήσει, κάτι να ξεχάσει η συνείδηση τα λάθη που κάναμε, κάποια παρηγοριά θα χρειαστούμε για να συνεχίσουμε. Και στην τέχνη το ίδιο κάνουμε. Πιάνουμε παραδόσεις, παραμύθια, σενάρια, θρύλους και φτιάχνουμε ταξίδια για να ξεφεύγουμε.
Άλλο όμως τα ψέματα της παρηγοριάς κι άλλο τα ψέματα της εξαπάτησης. Δεν είναι το ίδιο. Αν δηλαδή καταστρώνουμε συνεχώς σχέδια για να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη μας, αν οργανώνουμε πλεκτάνες  για να μαζέψουμε «πελάτες», αλλάζοντας ή κρύβοντας γεγονότα, τότε είμαστε απατεώνες και άξιοι αποκάλυψης.
Οι εθνικές προπαγάνδες δεν είναι μοναδικό φαινόμενο στα Βαλκάνια (περιοχή με τα μεγαλύτερα προβλήματα). Όλοι έχουν πει ψέματα στους λαούς τους για να τους ενώσουν. «Μαγείρεψαν» λίγο την ιστορία τους, έφτιαξαν εθνική αγωγή στα σχολεία και γέμισαν την κοινωνία με μικρούς ή μεγάλους μύθους «σπουδαίων» προγόνων. Έτσι έχτισαν την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία με σκοπό να καλλιεργήσουν και την αντίστοιχη εθνική συνείδηση. Άλλοι ελάχιστα όπως για παράδειγμα οι Ελβετοί κι άλλοι, ξεπερνώντας τα όρια, όπως εμείς.
Γύρω από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους –που παρεμπιπτόντως  λίγοι γνωρίζουν πότε έγινε -  υπάρχουν τέσσερις σημαντικές ημερομηνίες: H 25η Μαρτίου 1821 (όριο έναρξης της επανάστασης), η 20η Οκτωβρίου 1827(Ναυμαχία Ναυαρίνου), η 3η Φεβρουαρίου 1830 (υπογραφή πρωτοκόλλου ανεξαρτησίας 1830) και ο Μάιος 1832 (ανακήρυξη  του Βασιλείου της Ελλάδας με επιλογή του Όθωνα ως του πρώτου Μονάρχη). Η πιο καθοριστική όμως  από αυτές, είναι η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου ο συμμαχικός στόλος βυθίζει τον τουρκοαιγυπτιακό και ξεκαθαρίζει πλέον ότι η Ελλάδα θα γίνει αυτόνομο κράτος και θα αποσυνδεθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Οι τρεις είναι γεγονότα και αρχειοθετημένες πράξεις στα επίσημα αρχεία κρατών και η μόνο η πρώτη είναι θρύλος, παράδοση, σχεδόν εικασία και για πολλούς, ένας κατασκευασμένος μύθος. Από τις τέσσερις λοιπόν, εμείς επιλέξαμε την πρώτη για να γιορτάζουμε την απαρχή του νεοελληνικού κράτους. Αγνοήσαμε υπογραφές, συναντήσεις, αποφάσεις και προπάντων, το πιο καθοριστικής σημασίας  γεγονός, το Ναυαρίνο! Γιατί; Ίσως γιατί η 25η Μαρτίου συμπίπτει με θρησκευτική γιορτή και θα κάλυπτε τις ενοχές της Εκκλησίας. Ίσως γιατί το εσωτερικό κατεστημένο ήθελε να μονοπωλήσει τους επαίνους και να ξεχαστούν οι τρεις εμφύλιοι που ακολούθησαν την αποτυχία της επανάστασης.
Όπως και να ΄χει, χωρίς το Ναυαρίνο, η έκβαση της ιστορίας θα ήταν διαφορετική. Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχαμε καν τη δυνατότητα να γιορτάζουμε εθνικές επετείους και με τις πολιτισμικές εξελίξεις που ακολούθησαν τον 20ο αιώνα, μάλλον θα είχαμε ξεχάσει και την «ρωμέικη» ταυτότητα που είχε διατηρηθεί μετά το Βυζάντιο.
Αν είχαμε λοιπόν εθνική γιορτή την 20η Οκτωβρίου 1827, θα λειτουργούσε με άλλο τρόπο και η εθνική μας διαπαιδαγώγηση. Θα διδασκόμασταν στο σχολείο διαφορετικά πράγματα. Για τη σημασία της διπλωματίας (ο ναύαρχος Κόδριγκτον πήρε την ευθύνη της απόφασης για επίθεση, μετά από συνεννόηση με τον Καποδίστρια), για το ότι ποτέ ο πιο δυνατός δεν σου χαρίζει τίποτα, αν δεν έχει έλλογο και έννομο συμφέρον και ότι η Ευρώπη είναι ο ζωτικός μας χώρος για τη διαιώνιση του ελληνικού μας πολιτισμού. Θα μαθαίναμε επίσης ότι η Εκκλησία έζησε την Επανάσταση μέσα στις αντιφάσεις της, ότι οι μεγάλες οικογένειες των οπλαρχηγών, που έβριζαν και τότε τους Ευρωπαίους ήταν τελικά εκείνοι που  έκλειναν συμφωνίες μαζί τους. Ίσως, λέω ίσως, αν γιορτάζαμε το Ναυαρίνο ως εθνική επέτειο, είμαστε περισσότερο ορθολογιστές και ξεπερνούσαμε τα εθνικά μας συμπλέγματα.
Ποιος ξέρει, ίσως είχαμε κι έναν Πρόεδρο Δημοκρατίας που δεν θα έκανε δηλώσεις για ξεσηκωμό εναντίον των «δανειστών» που καταδυναστεύουν τον «πολύπαθο» και συγχρόνως «ανεύθυνο» ηρωικό ελληνικό λαό. Γιατί από ό,τι ο χρόνος  έδειξε, ψέμα στο ψέμα και παραμύθι στο παραμύθι, φτάσαμε για άλλη μία φορά, στον εξευτελισμό και στα όρια της καταστροφής. Και δυστυχώς, όπως και τότε, μόνο για εξωτερικούς «σωτήρες» μιλάμε που θα μας σώσουν ή θα μας απαλλάξουν από τα βάρη που οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Την επόμενη φορά, ας επιλέξουμε τουλάχιστον μια αληθινή ημερομηνία να χτίσουμε τους μύθους μας. Ίσως αποδειχθεί  λιγότερο αναξιοπρεπές και επώδυνο και για την ίδια την ιστορία.
 

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΕΔΩ Ο ΚΑΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ.ΠΑΡΤΕ ΚΟΣΜΕ...

Του Τάσου Φούντογλου

Αφήστε τους νεκρούς στην ησυχία τους
Συλλυπητήρια. Στις οικογένειες των νεκρών. Στις δικές μας οικογένειες των ζωντανών νεκρών. Στην κοινωνία που καρκινοβατεί. Στην πολιτική μας τάξη που και καλά μας διοικεί.
Συλλυπητήρια σε όλους μας. Για τη χώρα που φτιάξαμε όλα αυτά τα χρόνια. Για τη χώρα που προσπαθούμε πανικόβλητοι να αλλάξουμε «εκ βάθρων» και κάπου στην πορεία αντιλαμβανόμαστε το «εκ βόθρων» και εναποθέτουμε, για μια ακόμα φορά, τις ελπίδες μας στο μάννα εξ ουρανού του αυριανού Αντρέα. Για το λειψό ανάστημα αυτών που προπορεύονται, για την εμμονική επιβράβευση και προβολή αυτών που μονίμως έπονται, αλλά και για την κακομοιριά των θλιβερών τριτοκλασάτων. Αυτών που παίρνουν δυο θανάτους και τους μετατρέπουν σε επιχείρημα του αντιμνημονίου.
Βάζουν στο ζύγι του «αϊκιού τους ραδικιού τους» δυο ζωές από την μία και μια σύμβαση γεμάτη αριθμούς και λέξεις απ’ την άλλη. Βαραίνει το ζύγι προς την πλευρά του δράματος. Αυτονόητο. Αυταπόδεικτο. Επόμενο. Ολοφάνερο.
Τι περιμένεις ανόητε; Να αναμετρηθεί ο θάνατος, η απώλεια, το δράμα του γονιού, το ψυχορράγημα της μάνας που χάνει το παιδί της με ένα τσούρμο αριθμούς και χρονοδιαγράμματα και να ανακηρυχθεί νικητής το «τρείς το λάδι τρείς το ξύδι έξι το λαδόξυδο»;
Μα, θα μου πεις, το Μνημόνιο οδήγησε στους θανάτους αυτούς. Ναι ανόητε.
Αν αυτή είναι η άποψή σου έλα στο δημόσιο διάλογο για  να την υπερασπιστείς. Αλλά στο διάλογο δεν θα προσέλθεις με τους θανάτους παραμάσχαλα και τις αυτοκτονίες, πρώτη μούρη. Δεν θα έρθεις κορδωμένος για το ακαταμάχητο που κουβαλάς και ούτε θα περιφέρεις δεξιά και αριστερά τον πόνο και τη θλίψη της χαροκαμένης μάνας και του εξαγριωμένου πατέρα για να μαζεύεις Like, να χτίζεις την καριέρα σου πάνω στα σιγουράκια του αντιμνημονίου και να βάζεις υποθήκες για το κομματικό σου μέλλον.
Στο διάλογο θα έρθεις με εναλλακτικές λύσεις, με προτάσεις για το γαμημένο τι μέλλει γενέσθαι, με την καταγγελία μιας αντικοινωνικής συμπεριφοράς που βλέπεις τόσα χρόνια να μαγαρίζει τη δημόσια ζωή σου, με κάτι τέλοσπάντων που θα συμβάλλει στην αναμόρφωση του κωλοχανείου, που έφτιαξαν οι προηγούμενοι και συντηρούν με θρησκευτική ευλάβεια οι επόμενοι.
Αυτοί, διάολε, που ψήφισε η ελληνική κοινωνία στις τελευταίες εκλογές. Τον Ταμήλο, την Κουντουρά, τον Μελά, την Κωνσταντοπούλου, τη Ραχήλ, τον Κασιδιάρη.
Τι δεν καταλαβαίνεις επιτέλους;
Πόσες φορές πρέπει να στο πουν πως η κοινωνία που υπερασπίζεσαι και ο λαός που επικαλείσαι ψήφισε αυτούς για να τον βγάλουν από την κρίση; Για αυτά πες μου, ανόητε, και άσε τους θανάτους κατά μέρος.
Καταντήσαμε και τον δημόσιο διάλογο τριτοκοσμικό. Καρικατούρα  της σκέψης των νηπίων. Αφήσαμε στην άκρη τα επιχειρήματα, τις ιδέες, τα οράματα, τους ρεαλισμούς των λύσεων και πιάσαμε τον άνεργο, τον εξαθλιωμένο, τον επαίτη, τον άστεγο. Τους φορέσαμε τα κυριακάτικα τα ρούχα, τα καλά, τους σουλουπώσαμε λιγάκι για να χωράνε οι δόλιοι στην καθωσπρέπει άποψη και το καθιερωμένο κείμενο της εβδομάδας και τους πετάξαμε στη ρωμαϊκή αρένα με το πλήθος να κραυγάζει και τους αντίχειρες να ανεβοκατεβαίνουν. Τους ανεβάζουμε κάθε τόσο πάνω στο παλκοσένικο της δημόσιας αντιπαράθεσης και τους δείχνουμε στο πλήθος από κάτω, με τα μπουκωμένα στόματα από πατατάκια και ποπκορν.
Περάστε από εδώ κύριε. Εγώ εμπορεύομαι τους άνεργους, τους άστεγους και τους αυτοκτονούντες.
Όχι κύριε. Από εδώ, από εδώ έλα. Εμένα με εμπιστεύονται οι κάγκουρες, που σταμάτησαν να τρέχουν στις εθνικές οδούς και να ξεκληρίζουν κάθε χρόνο ένα ολόκληρο χωριό. Ακρίβυνε η βενζίνη ελέω κρίσης, σταμάτησαν και οι τραπεζικοί κρουνοί να δίνουν φράγκα για αυτοκίνητα ακριβά και, όπως και να το κάνεις, μειώθηκαν και τα αυτοκινητικά δυστυχήματα. Εκπροσωπώ, επίσης, και όσους αυτοκτόνησαν το 2004. Τετρακόσιοι στον αριθμό.
Αλλά τότε ποιός ασχολήθηκε μαζί τους; Ποιος πήρε ένα γαμημένο πληκτρολόγιο να γράψει δυο λέξεις; Τότε οι προοπτικές για την τσέπη μας φάνταζαν ευοίωνες, το πανεπιστημιακό πτυχίο προμήνυε λαμπερές καριέρες στο Δημόσιο και ο Χαριστέας κάρφωνε τις κεφαλιές του στα δίχτυα των Άγγλων, Γάλλων, Πορτογάλων.
Πού καιρός να ασχοληθείς με απελπισμένους κουρελιάρηδες;
Πάρε κόσμε. Εδώ ο καλός ο θάνατος. Έχω πράμα που σαλεύει. Άλλος με τη βάρκα μας. Ελα μωρή Μανταλένα. Δώσε και άλλο. Μπορείς….
Κανείς, όμως, δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για αυτούς. Κανείς δεν δίνει τσακιστή δεκάρα για την αφετηρία τους, την πορεία τους σε τούτη τη ζωή, τις λάθος επιλογές που ίσως τους οδήγησαν εκεί. Κανείς δεν σκύβει από πάνω τους με πραγματικό ενδιαφέρον για να δει τις απαραίτητες λεπτομέρειες.
Εκεί που, κατά τους αγγλοσάξονες, κρύβεται ο Διάολος και μερικές φορές η ενοχλητική αλήθεια. Μέσα είναι και αυτοί για τον μακιαβελικό σκοπό. Να καρπωθούμε αναγνώριση, Like, ψηφαλάκια, ακροαματικότητα και κανα συμβόλαιο παραπάνω.
Ο Τράγκας τα κατάφερε. Έρχεται και η σειρά σου οσονούπω.
Ψάχνετε εναγωνίως νεκρούς, αυτοκτονίες, σχοινιά να κρέμονται από ψηλά δοκάρια, μαγκάλια γεμάτα μονοξείδιο, απελπισμένους δανειολήπτες. Τους τσουβαλιάζετε και τους προσφέρετε ως αντιμνημονιακό έδεσμα σε ένα πλήθος εξαγριωμένο από τις περικοπές που διψάει για αίμα.
Ανίκανοι να προτείνετε το οτιδήποτε.
Να διατυπώσετε έστω και μια πρόταση εξόδου από την κρίση πέραν της κατάφωρης μαλακίας πως για όλα φταίει το Μνημόνιο και πως, μόλις το κάνουμε χίλια δυο κομμάτια, θα ξαναβρούμε τους προμνημονιακούς ρυθμούς μας.
Βάλατε μπροστά σας τον Κλύνν, τον Λάκη και τον Τράγκα και κάνετε καθημερινά γιουρούσια στην όποια λογική έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Τους παραπάνω τους είχαμε κάποτε για να γελάμε. Παλιάτσοι, θεατρίνοι, γελωτοποιοί, τέτοιοι ήτανε, για να διασκεδάζουν την πλήξη μας και να σκορπίζουν την όποια κατήφεια έριχνε, στα πρόσωπά μας, η ζωή.
Και φτάσαμε τις εποχές των παχιών αγελάδων να τους αμείβουμε περισσότερο από τους ακαδημαϊκούς και τους δικαστές μας. Την ελεύθερη αγορά και τον καπιταλισμό επικαλούνταν οι άθλιοι  για να δικαιολογήσουν το αναντίστοιχο των αμοιβών τους. Και μόλις τσέπωναν τα φράγκα άρχιζαν τους αριστερούς μελοδραματισμούς, τα εύκολα τα λόγια τα μεγάλα για ισότητα, κοινοτισμό, αλληλεγγύη. Μαζί με τον λαό, δίπλα στον απλό πολίτη, αντάμα στους αγώνες του για ένα καλύτερο μέλλον.
Εσύ από τον Μπύθουλα και αυτός απ΄ το Κολωνάκι. Αλλά τι σημασία έχει τώρα αυτό; Φτάνει που δίνω παραστάσεις εγώ για σένα. Μια εικοσιπενταρού θα πάρω εγώ βλαμμένε. Και κάτσε εσύ να μου χαρίζει ακροαματικότητες και νούμερα τηλεθέασης.
Νούμερο είσαι και νούμερα μου φέρνεις. Γι’ αυτό εγώ την εικοσιπενταρού και εσύ από τα τρία μου το καθιερωμένο το μακρύτερο.
Όσοι κατάφεραν να σταθούν με την απαραίτητη νηφαλιότητα απέναντι στην εποχή τους και να στοχαστούν πάνω στα αίτια που μας γκρεμοτσάκισαν και μας ρίξανε στα βράχια κατάλαβαν από την πρώτη στιγμή πως η χώρα αυτή πτώχευσε, αφενός γιατί παρήγαγε το απολύτως τίποτα και, αφετέρου, γιατί κάποιοι σαχλαμάρες την έπεισαν πως είναι δυνατόν να φιγουράρεις στις πρώτες θέσεις του ΟΟΣΑ χωρίς να παράγεις τίποτα.
Ακόμα και αυτοί, όμως, κουράστηκαν να υπερασπίζονται τα αυτονόητα. Βαρέθηκαν να είναι μονίμως στη δύσκολη θέση να βάζουν πλάτη  στην αναγκαιότητα των μεγάλων αλλαγών και την αμέσως επόμενη στιγμή να στιγματίζονται ως ανάλγητοι μνημονιακοί και να καταγγέλλονται από τους θηρευτές της ακατάσχετης βλακείας ως ηθικοί αυτουργοί αυτοκτονιών και τραγικών θανάτων.
Σιχάθηκαν να βλέπουν λιγούρια, γνωστά ρουσφέτια βουλευτικών γραφείων και πρώην οσφυοκάμπτες που συνωστίζονταν στις γνωστές αυλές για μια χειραψία ή ένα μειδίαμα από την αυτού Μεγαλειότητα να το παίζουν σήμερα κήνσορες της δημόσιας ζωής και να κουνάνε το δαχτυλάκι τους σε όλους τους υπόλοιπους.
Απηύδησαν με όλη αυτήν την μεγαλόστομη κριτική απέναντι σε ένα σύστημα που εμφανώς είναι ανίκανο αλλά από την άλλη τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα ικανό να το ανατρέψει και να το αντικαταστήσει με κάτι καλύτερο. Και το κυριότερο.
Φοβήθηκαν να μιλάνε για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις την ώρα που ξεπαγιάζει ο κόσμος και πεθαίνουν τα παιδιά του.
Προχθές, που λες, υπέγραψα αντ’ αυτού άλλο ένα επίδομα αεροθεραπείας. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση έχει δυο μέρες που με πετάει συνέχεια έξω. Δυο παλικάρια πέθαναν εψές από ένα γαμημένο μαγκάλι. Και το διαδίκτυο γέμισε επικήδειους από πρώην γλυφτράκια του Προέδρου. Έχεις δίκιο μεγάλε. Ζήτω ο Τσίπρας και ο Καμένος! Θα τους ψηφίσω και εγώ και μετά γαία πυρί μειχθήτω. Στο κάτω κάτω της γραφής εγώ την επόμενη ημέρα θα είμαι μετανάστης σε κάποια χώρα του άλλου ημισφαιρίου, του πολιτισμένου, εσύ θα προσπαθείς ακόμα να τα βγάλεις πέρα με τις τρεις και εξήντα μιας και ο Αλέξης σου θα έχει παραλάβει καμένη γη για πολλοστή φορά και οι Like-ιστές σου, αυτά τα φιντανάκια που γράφουν πύρινα άρθρα, θα έχουν βολευτεί σε κάποια θεσούλα με τέσσερα χιλιάρικα μισθό και θα δοξάζουνε την ώρα και τη στιγμή που ανακάλυψαν τον λαϊκισμό του διαδικτύου.
Μικρό χωριό είμαστε και θα τα ξαναπούμε. Μέχρι τότε καλή δύναμη σε όλους μας.
 

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

ΠΗΡΑΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΛΑΘΟΣ ΚΙ ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΖΩΗ...

Ξοδεύουμε τη ζωή μας. Την πετάμε καθημερινά, με ασχολίες μικρές και χωρίς κανένα νόημα. Σαν μηχανές γίναμε, σχεδόν όλοι… Και, δυστυχώς, δεν το έχουμε καταλάβει...
Μεγάλο έξοδο να αφήνεις τη ζωή να περνά, δίχως να έχεις κάνει κάτι, έστω και μικρό, έστω και ασήμαντο, που θα μπορέσεις περήφανα να το αφήσεις παρακαταθήκη για το πέρασμά σου από τούτο τον κόσμο.
Αφήνουμε τα τεράστια τίποτε να παίρνουν μορφή, να αλώνουν και να ορίζουν τις ζωές μας.
Και σαν να μην φτάνει ετούτο, ζητάμε και από τους νέους να παλέψουνε και να πάρουμε πίσω όλα εκείνα που εμείς αφήσαμε να χαθούνε μέσα από τα χέρια μας.
Ντροπή! Μεγάλη η ντροπή μας. 
Αφού ούτε στα στερνά μας δεν τιμάμε το χώμα που πατήσαμε και τη γη που μας έθρεψε. Τίποτε δεν μας έχει μείνει από τους προγόνους, που τόσο περήφανα αναφέρουμε στις κουβέντες μας. 
Κουτσαβάκια του κερατά γίναμε και όχι άντρες. Γιατί οι άντρες δεν χαλάνε την ώρα τους με λόγια, αλλά πρώτα κάνουνε ό,τι έχουν να κάνουν κι έπειτα νοιάζονται για το ότι μπορούσαν και καλύτερα. 
Εμείς… τίποτε τέτοιο δεν έχουμε. Καιγόμαστε για την μικροσύνταξή μας, για τα γεράματά μας, για να ησυχάσουμε από τις μέριμνες της ζωής κι αφήνουμε επιτήδειους να μας κλέβουνε την περηφάνεια μας, να μας κλέβουνε το βιός μας, να μας κλέβουνε όλα εκείνα που άλλοι δώσανε τη ζωή τους για να τα έχουμε εμείς.
Ξόδι φεύγει η ζωή μας, μα δεύτερη δεν έχουμε για να προλάβουμε και να σιάξουμε όλα τα στραβά που κάναμε ή που μας αφήσαμε να μας κάνουν.
Και μικροί όπως είμαστε, ζητάμε από εκείνους που την κληρονομιά σπαταλήσαμε, να αγωνιστούνε για μας, να παλέψουν, να ματώσουν, για να πάρουμε πίσω αυτά που με τα ίδια μας τα χέρια παραδώσαμε σε ένα τσούρμο ψευταράδων…
Μάθαμε να ξοδεύουμε στη ζωή μας κι ήταν μεγάλο το λάθος, γιατί δεν καταλάβαμε πως από ένα σημείο και μετά ξοδεύαμε την ίδια τη ζωή που ήρθαν και την αποτιμήσαν οι εμπόροι των εθνών και την ζυγίσανε με τις δικές τους δεκάρες για να μας βάλουνε χρέος και στον θάνατό μας.
Σε εσένα, σε εμένα, σε όλους μας, ούτε το χώμα του τάφου δεν μας αξίζει, γιατί αυτό το χώμα το παραδώσαμε χωρίς να σκεφτούμε ότι ούτε δικό μας είναι…
Βαριές μπορεί να είναι αυτές οι κουβέντες, μα άλλες λέξεις δεν έχω στο νου για να γράψω το χάλι που μας βρήκε, τον βούρκο που τόσο πρόθυμα τρέξαμε να κυλιστούμε, έχοντας τους δαίμονες και τα δουλικά τους να μας περιγελούν και να μας διατάζουν…
Και σε ρωτάω εσένα που δεν σου αρέσουνε ετούτα τα λόγια:
Τι κάναμε για να μην γίνουμε περίγελος των ανόητων, σκλάβος των τιποτένιων;
Τι κάναμε για να τιμήσουμε εκείνους που μας γέννησαν κι εκείνους που έρχονται μετά από μας;
Τι κάναμε για την ψυχή που θα παραδώσουμε;
Δυστυχώς, τίποτε και πρέπει ετούτες τις ώρες να το παραδεχτούμε κι εσύ κι εγώ.
Μεγάλα κι άδεια λόγια, μονάχα, που δεν μας τιμάνε και που δείχνουνε πόσο ανάξιος είσαι, πόσο δειλός είμαι…
Κι όμως, υπάρχει χρόνος για να τ’ αλλάξουμε όλα και να περπατήσουμε περήφανα ξανά κάτω από έναν ελεύθερο γαλάζιο ουρανό…
Μα, αυτό θα γίνει όχι αν θελήσουμε να διώξουμε εκείνους που μας καθίσανε στο σβέρκο και μας ορίζουν τη ζωή μα και το θάνατό μας…
Θα γίνει μόνο αν σταματήσουμε τα λόγια και αποφασίσουμε να μετρηθούμε με τους κλέφτες που μας αρπάζουν και μας ξεφτιλίζουν τη ζωή…
Δυστυχώς, πήραμε τη ζωή μας λάθος, κι αλλάξαμε ζωή...
 

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΣΚΛΑΒΟΙ

Δεν γράφω πλέον ,  παρά ελάχιστα, αλλά είπα σήμερα να αφήσω ένα μικρό σχόλιο για το νέο που άκουσα. Για τους νέους.  Εκείνους που περιμένουν με αγωνία να βρουν μια δουλειά.  Η λύση δόθηκε.  Η κοινωνία του τσάμπα , η τσάμπα κοινωνία τους καλεί στις αγκαλιές της να δουλέψουν ..τσάμπα.
Δεν ξέρω τι είναι πιο φοβερό για ένα νέο άνθρωπο που του έχουν πάρει τα όνειρά του, και του τα ροκανίζουν βίαια, μέχρι να του κόψουν κάθε ελπίδα, κάθε επιθυμία, κάθε ζωντάνια, να καθίσει σπίτι και να κοπανάει το κεφάλι στους τοίχους, να περιφέρεται ασκόπως, ή  να χωθεί σ΄ενα γραφείο και να δουλεύει 15 ώρες  την ημέρα..τσάμπα.
Πόσο χυδαίο μπορεί να είναι ένα σύστημα , να προωθεί σαν λύση την σκλαβιά,  και να τη στολίζει με επιχειρήματα.  Να προσπαθεί να πείσει ένα παιδί πως η λύση σε πρώτη φάση τουλάχιστον είναι  να «χωθεί» σαν ποντίκι σε ένα εργασιακό  υπόνομο,  να ικετεύει  το κάθε  αφεντικό να τον έχει στη δούλεψή του έστω και τσάμπα. Κι από εκεί ο δρόμος για το χτίσιμο της προσωπικότητας του σκλάβουν είναι πανεύκολος.
Θα μάθει  να χαίρεται όταν από το τίποτα του δώσουν το κάτι.  Θα νοιώσει περήφανος όταν              κατορθώσει από τη φάση του άμισθου σκλάβου να περάσει στη φάση του σκλάβου που του ρίχνουν ένα κομμάτι ψωμί...
Χυδαιότητα
Και  ανικανότητα των φοβισμένων ανθρώπων να αντιδράσουν.  Λες και η ασυδοσία είναι κάποιος θεΪκός  νόμος απαράβατος που έτσι τον βρήκαμε κι έτσι πρέπει να τον δεχτούμε χωρίς πολλές κουβέντες....

Ντροπή

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΑΣ

Ο κυνισμός, η αδιαφορία για το κοινωνικό σύνολο, η απαξίωση των παιδιών ενός κατώτερου θεού, υπήρχε πάντα από τη μεριά της ελίτ. Δεν είναι κάτι φρέσκο. Δεν δημιουργήθηκε με κάποιο μνημόνιο, με την οικονομική κρίση. Την εποχή που ήταν παχιές οι αγελάδες, δηλαδή τότε που οι πολίτες είχαν δουλειά, χρήμα, τα μέσα τους και τις άκρες τους, την εποχή που γεμίζανε τα σκυλάδικα, τα πολυκαταστήματα, η ελίτ ήταν ακριβώς η ίδια μόνο που αυτό τον κυνισμό δεν τον εισέπρατταν οι πελάτες του συστήματος αλλά μερικές κατηγορίες. Τα φτωχότερα στρώματα, οι υπηρέτες τους, οι εργάτες τους.. Η κάθε κυράτζα νεοπλουτισμένη ή και παλιοπλουτισμένη με τον αντρα της, που τώρα μαθαίνουμε πόσα λεφτά φάγανε μέσα από τις σάρκες των ταμείων που οι φουκαριάρηδες κατέθεταν το κόπο τους, δεν εγινε τώρα αλλαζονική, δεν έγιναν τώρα φιλοτομαριστές, στυγνοί, ήταν. Οταν πηγαίναν να φτιάξουν μαλλί, δούλα θεωρούσαν τη κοπελίτσα που τους έκανε πιστολάκι. Οταν ψώνιζαν με δέκα καρότσια από το σουπερ μάρκετ δούλο θεωρούσαν αυτόν που θα τους κουβαλήσει τα ψώνια, την υπηρετρια που θα τους σφουγγαρίσει το σπίτι, το σερβιτόρο που θα τους σερβίρει το φιλετάκι, τον ανάπηρο που τους εμπόδιζε γιατί πέρναγε σιγά το δρόμο, τους αρρώστους που κοιμόντουσαν στα ράτζα των λαϊκών νοσοκομείων, τις φτωχογειτονιές και τις σαρδέλες που στριγμωνόντουσαν στα ΜΜΜ,τους άρρωστους, ανάπηρους, άστεγους.. τον υπαλληλίσκο στις επιχειρήσεις τους, στα μαγαζιά τους, στα Υπουργεία τους...

Ποτέ δεν ήρθαν σε επικοινωνία με όλο αυτό το λαουζίκο. Τον έβλεπαν από μακριά και τον άγγιζαν στο σημείο που επρεπε να τους ΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙ σε κάτι. Η ψευδαίσθηση της ελευθερίας και της δυνατότητας του αυτοδημιούργητου πλούτου του ονειρεμένου καπιταλισμού, κράτησε όσο αυτή ακριβώς η τάξη των κυνικών, που τα άρπαζαν και πλούτιζαν πάνω στις πλατες των άλλων, είχε ανάγκη τους πολλούς για να στεριώσει παντοδύναμη, να αγοράσει  τα πάντα, να εξουδετερώσει κάθε αντίπαλο, για να έχει τη δυνατότητα να μην έχει ανάγκη κανέναν σήμερα. Η παντοδύναμες ελίτ στέριωσαν, έγιναν η θηλειά που πνίγει την ανθρωπότητα σήμερα πατώντας πάνω στην απατηλή ονείρωξη των μαζών πως ατομικά ο καθένας θα είχε τη δυνατότητα μια μέρα να γίνει σαν κι αυτούς. Το αμερικανικό όνειρο κάθε φουκαριάρη να γίνει από δούλος καπιτάλας που θα γ@μάει και θα δέρνει, έδωσε το περιθώριο στους ελάχιστους να πατήσουν στο λαιμό όλους τους υπόλοιπους.

Η δίψα για χρήμα και δόξα, το τάϊσμα ενός αρρωστημένου εγώ, ενός αδίστακτου τομαριού δεν είναι μια οικονομική κατάσταση. Είναι ένα σύνολο που αποτελείται ακριβώς από κυνισμό, αλλαζονεία, μωροδοξία, διαφθορά της συνείδησης, εκφυλισμό όλων των αξιων, είναι η πορεία προς το θάνατο της ψυχής και η κυριαρχία μιας κούφιας σάρκας που πεινάει μόνιμα και δεν έχει κανένα πρόβλημα να φτάσει μέχρι το κανιβαλισό για να χορτάσει. Το ξύπνημα στην αποικία της μεγάλης μάζας είναι ένα σοκ. Γιατί οι τελευταίες γεννιές είχαν μεγαλώσει με τη ψευδαίσθηση πως έχουν δικαιώματα και δημοκρατίες. Πως υπάρχουν κανόνες και κράτος που θα τους υπερασπιστει στις αδικίες, που θα τους βοηθήσει να επιβιώνουν άνετα και να πραγματοποιούν τα όνειρά τους. Τα παιδιά έμπαιναν με τσαμπουκά στις δουλειές τους, οι μπαμπάδες διαπραγματευόντουσαν τους βλαχοδήμαρχους που θα τα διορίσουν, οι δούλοι έτρωγαν στα ιδια μαγαζιά με τα αφεντικά, έκαναν τα μπάνια τους στα ίδια θέρετρα , συναγωνιζόντουσαν στα φανάρια με τις κουρσάρες και χτίζαν τις μεζονέτες δίπλα δίπλα...

Μόνο που για ένα ελάχιστο ποσοστό όλα αυτά ήταν αληθινά και ανεχόντουσαν αυτό το μίγμα από λαό και Κολωνάκι για να σχεδιάσουν την μελλοντική δυστοπία, που θα ήταν κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους, ενώ για το πλήθος των εθισμένων στο καπιταλιστικό όνειρο φουκαριάρηδων ήταν απλά ένα όνειρο που θα χανόταν όταν όλα θα ήταν εξασφαλισμένα για την επιστροφή στη φυσική κατάσταση των αποικιών. Ολιγάρχες και δούλοι. Η μαγική στιγμή όπου το κόκκαλο που τράβαγε τα σκυλάκια από τη μύτη, ο αφέντης θα το έπαιρνε πίσω και θα έριχνε μια κλωτσιά στο αδέσποτο. Αυτό που σου κάνουν σήμερα δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αλλαζονεία που είχες αποκτήσει να νομίζεις πως είσαι κάτι περισσότερο από μια τρίχα στο ζυμάρι τους.

Θυμάσαι πως έβγαζες τα χιλιάρικα και τα κόλλαγες στη μούρη του οργανοπαίχτη, Εκείνη τη κίνηση που έδειχνες στο χωριό πόσο μεγάλη την έχεις τη τσέπη, και στο βάθος στη ταβέρνα υπήρχε ένα λατζέρης που έπλενε τα πιάτα σου ιδρωμένος με τα πόδια πρησμένα, ενώ εσύ έφερνες τις βόλτες σου, χορτασμένος και ικανοποιημένος με το τομάρι σου? Ε λοιπόν σήμερα είσαι απλά ο λατζέρης. Εχεις φύγει από το πρώτο τραπέζι πίστα, έχεις μπει πίσω στη κουζίνα και παρακαλάς το αφεντικό για ένα μεροκάματο της πείνας ενώ έξω τα τραπέζια γλεντάνε ακόμα και κολλάνε τάληρα στο κούτελο στους οργανοπαίκτες....

Το ξύπνημα στον εφιάλτη είναι πως μόλις τώρα συνειδητοποιείς πως δεν σε αγάπησε ποτέ το σύστημα που εξυπηρετούσες τόσο πιστά. Δεν του καίγεται καρφί αν ζήσεις ή αν πεθάνεις και σε πονάει αφάνταστα αυτό γιατί είσαι ο πρώην που ξέπεσε. Ο μαγαζάτορας με τους υπαλλήλους, ο δημόσιος υπάλληλος με τα μέσα, ο εργαζόμενος με τις απαιτήσεις, ο νέος με το θράσος του μπορώ να τα έχω όλα, ο γέρος με την εξασφαλισμένη σύνταξη που θα πεθάνει πλήρης ημερών. Είσαι όλα αυτά τα ΠΡΩΗΝ που γίνανε καπνός, και ήρθες με ένα μεγάλο καλωσόρισμα στο κόσμο εκείνων που θεωρούσες τριτοκοσμικούς, φουκαριάρηες, πλέμπα, αποτυχημένους και ανοικοκύρευτους.

Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι έδωσαν το αίμα τους για να γίνεις όλα αυτά, κι εσύ νόμιζες πως τα είχες αποκτήσει γιατί ήσουν όμορφος και μάγκας. Περίμενε τώρα λοιπόν τον αφέντη να γυρίσει από το σκι, για να αποφασίσει αν θα σου επιτρέψει να ζήσεις μια μέρα ακόμα...

Αμα γουστάρει.
 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
 
Κάθε λαός ανέρχεται στον ορίζοντα της Ιστορίας όταν είναι έτοιμος να απαντήσει στην Ανάγκη της εποχής. Και πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπήρξε λαός στην Ιστορία που να μην απάντησε δημιουργικά όταν τον κάλεσε η Ιστορία να πληρώσει την Ανάγκη της. Δεν υπάρχει ηλίθιος, νωθρός, απράγμονας λαός.
Ετσι, όταν χρειάστηκε ο άνθρωπος να καλλιεργήσει τη γη οι Σουμέριοι ανακάλυψαν το αλέτρι, οι Αιγύπτιοι τα αρδευτικά έργα και τη στατική χωρίς στην τοιχοποιία να απαιτείται συνεκτικό υλικό στη λιθοδομή, οι Φοίνικες ανακάλυψαν τη ναυσιπλοΐα και τη γραφή, οι Πέρσες τη δημόσια οδοποιία και τη διοικητική αποκέντρωση. Οταν ήρθε η ώρα τους, Ελληνες βελτίωσαν τον κίονα που τον δανείστηκαν ανεστραμμένο από τους Αιγύπτιους, ανακάλυψαν τη φιλοσοφία. Τα μαθηματικά οι Ελληνες τα γνώρισαν από τους ιερείς των Πυραμίδων. Ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων μαθήτευσαν στα μυστικά της Γεωμετρίας.
Ο Σόλων μελέτησε την κρατική νομοθεσία των Αιγυπτίων και οι Βαβυλώνιοι γνώριζαν τις διαδρομές των άστρων.
Στην Οδύσσεια ο μεταμορφωμένος σε έμπορο Οδυσσέας, όταν φτάνει στην Ιθάκη για να εκδικηθεί τους μνηστήρες, συστήνεται ως διαθέτης ποσότητας χαλκού από τη νήσο Τεμέση, που δεν είναι άλλη από την Κύπρο. Ποιος αλήθεια γνωρίζει πως η λέξη Κύπρος σημαίνει τόπος του χαλκού; Εξάλλου Cu είναι το σύμβολο της χημείας για το χαλκό και τα μεγάλα κουδούνια στα τραγιά τα λέμε κυπριά!!
Κάθε λοιπόν τόπος, ανάλογα με τα προϊόντα, τη θέση του στο χάρτη, τους γειτόνους του, την ώρα και την Ανάγκη, μπαίνει στην Ιστορία και εκπληρώνει το καθήκον του.
Πριν από τον Ομηρο ανώνυμοι και επώνυμοι «Νόστοι», αφηγηματικά ποιήματα επιστροφής στην πατρίδα, τροφοδότησαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
Στις πυραμίδες διασώθηκαν προσευχές γραμμένες σε δέλτους για να τις αναγιγνώσκουν οι ταριχευμένοι νεκροί στον άλλο κόσμο και να εισακούονται. Εξάλλου η πρώτη κραυγή τρόμου και ο πρώτος αλαλαγμός χαράς του πρωτόγονου ανθρώπου εγκαινίασε το Λυρισμό και η πρώτη κίνηση του σώματος μπροστά στην καταιγίδα, το σεισμό, την ανατολή του ήλιου, ο πανικός όταν επέδραμαν τα θηρία, γέννησε το χορό.
Ο Κούντερα μας απέδειξε ιδιοφυώς πως ο τρόπος που αυθόρμητα σηκώνουμε το χέρι για να αποχαιρετήσουμε κάποιον που αναχωρεί είναι λειτουργικό τυπικό της αθανασίας της στιγμής.
Ο Ελληνας ανακάλυψε, όταν η Ανάγκη το επέβαλε, τη φιλοσοφία και το θέατρο. Αυτές είναι αποκλειστικά ελληνικές ανακαλύψεις, αποκαλύψεις της ανθρωπότητας. Και πάλι να το τονίσω: ο Ελληνας δεν προέβη σε αυτά τα πνευματικά ενεργήματα επειδή διέθετε μια τάχα ιδιάζουσα ιδιοφυΐα, φυλετική ή άλλη. Απλώς δεν ήταν ηλίθιος, και λαοί ηλίθιοι δεν υπήρξαν. Ολοι απάντησαν στην πρόκληση της Ανάγκης στην εποχή τους και αυθόρμητα, σαν έτοιμοι από καιρό.
Οι Εβραίοι ανακάλυψαν το μονοθεϊσμό και οι Κινέζοι το... σκάκι!
Η τραγωδία γεννήθηκε στην Αττική, όχι εν γένει στην Ελλάδα. Στον πέμπτο αιώνα π.Χ., όταν γράφουν τα αριστουργήματά τους ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής, δεν υπάρχουν θέατρα ούτε οι πολίτες γράφουν ή βλέπουν θέατρο στις δύο πιο κοντινές, γνωστές και σπουδαίες πόλεις του καιρού, στα Μέγαρα και στις Θήβες. Τι σημαίνει αυτό; Πως η τραγωδία μπορεί να γεννήθηκε από τους εξάρχοντες του διονυσιακού διθυράμβου (κατά τον Αριστοτέλη) κι ενώ ο Διόνυσος ήταν θρακική και αργότερα πανελλήνια θεότητα, μόνο στην Αττική του έκτου αιώνα π.Χ. γέννησε το τραγικό είδος και το σατυρικό για να γίνει θεσμός της Δημοκρατίας μετά τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη στην αυγή του πέμπτου αιώνα π.Χ.
Και γιατί έγινε θεσμός της Δημοκρατίας; Διότι απλούστατα ανέβασε σε αισθητικό και ποιητικό επίπεδο την ουσία της Δημοκρατίας, τον Διάλογο. Διάλογος σωμάτων στα Γυμναστήρια, διάλογος επιχειρημάτων στην Εκκλησία του Δήμου και στη Βουλή, διάλογος με το νόμο και τον αντίδικο στα Δικαστήρια.
Στο θέατρο ο διάλογος ήταν με το θεό, τον εαυτό, τον άλλον και την πόλη. Διάλογος ηθών και διανοιών, χαρακτήρων και ιδεολογιών, ατομικής και συλλογικής συνείδησης. Αρχιτεκτονικά στη Σκηνή δομημένα: θεοί, άτομα, χορός - Δήμος. Πώς να φτουρήσει τραγωδία π.χ. στη Σπάρτη; Στην Αθήνα άνθρωποι του Καιάδα ήταν οι τραγικοί ήρωες!!
 

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Του Λυκούργου Λιαρόπουλου*
 
Είναι ένα πολύ ενοχλητικό ερώτημα στο οποίο δεν έχω απάντηση ακόμη, αλλά ψάχνω. Γιατί στην Ελλάδα, τα τελευταία 50 χρόνια, μας βασανίζουν ένας αριστερός μύθος και μία δεξιά πραγματικότητα, με εκφραστές τους ίδιους ανθρώπους;
Μία σχιζοφρενική πλειοψηφία που δηλώνει εναλλακτικά αριστερή και πράττει δεξιά ή το αντίστροφο, που είναι, ταυτόχρονα, η ωφελημένη της πράσινης και γαλάζιας κρατικιστικής λαίλαπας, της κλεπτοκρατίας, της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας;
Πώς γίνεται μία ολόκληρη χώρα να λατρεύει την αγελάδα του «συλλογικού» Δημοσίου και ταυτόχρονα το Μαμμωνά, δηλαδή τη φοροδιαφυγή, την παραοικονομία και την αποθέωση του ατομισμού;
Ο Έλληνας στην Οθωμανική του ιστορία, τόσο στην Ελλάδα όσο και κυρίως στις άλλες βαλκανικές και παραδουνάβιες χώρες, επιβίωσε και συχνά μεγαλούργησε ως έμπορος, επιχειρηματίας, αλλά και στις τέχνες και στα γράμματα. Η έφεση στην επιχειρηματικότητα φαίνεται ότι συνεχίσθηκε στα λίγα ταραγμένα χρόνια της ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους και ιδίως στους μετανάστες μας. Η κακοδαιμονία της πολιτικής διαμάχης, η εξάρτηση από τον «ξένο παράγοντα» και οι αλλεπάλληλες πτωχεύσεις, εθνικές περιπέτειες και καταστροφές συνυπήρξαν με την έφεση στη δημιουργία πλούτου. Η Ελλάδα πριν από τον Εμφύλιο σίγουρα δεν ήταν η χώρα όπου το κέρδος ήταν «βρώμικη» λέξη. Ο Ζορμπάς ήθελε και να κερδίσει με την… κατασκευή που ήταν το όνειρό του. Οι συγγραφείς και οι ποιητές μας δεν ομφαλοσκοπούσαν στην ανάλυση της χίμαιρας, του σοσιαλισμού στις χίλιες και μία εκδοχές του.
Τι έγινε, αλήθεια, μετά τον Εμφύλιο; Πώς αυτή η χώρα παραμορφώθηκε, θα έλεγε κανείς, πώς έχασε την ψυχή της;
Διακρίνω δύο καταστρεπτικές περιόδους:
Τη 10ετία του 1950 και την εικοσαετία 1980-2000.
Στην πρώτη καταστράφηκε το «δεξιό μέρος της καρδιάς μας». Μαυραγορίτες, δοσίλογοι της Κατοχής, παλατιανοί κολαούζοι, λαμόγια του Σχεδίου Μάρσαλ, κατακάθια της κοινωνίας έδωσαν στην έννοια της δημιουργίας, στη συσσώρευση πλούτου, στην περιουσία, στην κοινωνική άνοδο το κακό όνομα. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν «ζήλευε» τον πλούσιο της εποχής. Κανείς δεν πίστευε ότι επάξια πήρε κάποιος μία θέση στην εποχή του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων. Ο πλούτος, η κοινωνική άνοδος, οι μέχρι τότε στυλοβάτες της Δεξιάς, έπαψαν να είναι «καθαρές αξίες».
Η οικονομική άνοδος της δεκαετίας του 1960 χάθηκε στο πολιτικό παιγνίδι και η Χούντα ανέλαβε να αποτελειώσει την καταστροφή. Το οικονομικό και κοινωνικό υπόδειγμα της 10ετίας του 1950 ολοκληρώθηκε. Ότι άξιζε στην Ελλάδα έφυγε έξω ή λούφαξε εξαντλημένο. Μία Χούντα, 15 χρόνια έπειτα από έναν Εμφύλιο, πάει πολύ. Το 1974, μία εθνική καταστροφή συμπλήρωσε την εικόνα απαξίας της χώρας για τον εαυτό της. Τότε, ο Έλληνας πρέπει να ένιωθε τέτοια δυστυχία όπως και τώρα. Η Μεταπολίτευση ήταν το τίναγμα του ελατηρίου. Πήρε πολιτική έκφραση το 1981, όταν ήρθαν τα πάνω κάτω. «Στις 18 Σοσιαλισμός», ήταν το σύνθημα, παλλαϊκό όσο ποτέ. Και εν ριπή οφθαλμού, γεμίσαμε σοσιαλιστές, αντιστασιακούς, σαλταρισμένους με την εξουσία των κλαδικών.
Σε 20 χρόνια η κοινωνία άλλαξε. Αλλά, τι περίεργο! Μεταξύ 1980 και 2000 η Ελλάδα «πλούτισε», το life-style μπήκε στα σπίτια μας, αλλά μαζί και η… υποψία. Το 2000, το Χρηματιστήριο «έδειξε» πολλούς και τους υπόλοιπους τους «δείχνουν» τώρα τα δικαστήρια.
Η «ώρα της Αριστεράς» ήταν το ίδιο καταστροφική όσο η Δεξιά που «δεν ξεχνάμε». Για μισό αιώνα, από το 1950 μέχρι το 2000, η Ελλάδα δεν έκανε βήμα μπροστά, αλλά πολλά πίσω. Πάλι χρεοκοπημένη, χωρίς μοντέλο ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής, πάλι στα χέρια των «ξένων», πάλι έτοιμη να υποκύψει στην επόμενη μάστιγα.
Και τώρα; Μία ανάσα πριν από την καταστροφή για πολλούς, με ελπίδα σωτηρίας για άλλους τόσους, τι κάνουμε;
Μαύρο Σεπτέμβρη μας υπόσχονται οι πρώτοι, «φως στο τούνελ» αλλά και συνεχιζόμενη προσπάθεια οι άλλοι. Και εμείς, τι θέλουμε; Είναι θέμα Αριστεράς και Δεξιάς; Υπάρχει επιλογή;
Ας γυρίσουμε πίσω στην ιστορία μας, αλλά όχι στο 1950-2000. Αυτό να το ξεχάσουμε, να το ξορκίσουμε. Δεν είναι εκεί που βρίσκεται η σωτηρία μας. Ως Έλληνες το ’χουμε ξανακάνει, παλιότερα. Δημιουργία, σκέψη, επιστήμη, τέχνη, ο κόσμος όλος. Αυτό είναι το όνειρό μας.
*Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ακούω τόσες μέρες τις ατέλειωτες συζητήσεις για το τι θα συμβεί αν κάνουν απεργία οι καθηγητές. Θα είναι τραγικό για τους μαθητές. Θα πέσει έξω αυτό το υπέροχο σχολείο που μόνο του πρόβλημα είναι η απεργία των καθηγητών. Μεγαλόστομες, πομπώδεις κουβέντες του είδους «το μέλλον των παιδιών που υπονομεύεται» «η μόρφωσή τους». Διαμαρτυρίες για τους γονείς που τι θα κάνουν αν δεν πάνε τα παιδιά τους στο σχολείο. Μέχρι και για το ιδιαίτερο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσουν οι άνεργοι γονείς, γιατί τι θα κάνουν με τα παιδιά στο σπίτι…
Οκ. Μισό λεπτό. Να βάλω τα γέλια ή να κλάψω με όλη αυτή την εμετική υποκρισία.. Να βάλω τα γέλια ή να κλάψω κοιτάζοντας όλες αυτές τις απίστευτες σκηνές πρόζας από κάθε είδους θεατρίνους… Μιλάμε για την παιδεία στην Ελλάδα.
Εκείνη τη παιδεία ξέρετε, που συνοψίζεται στο «η πιο αγαπημένη ώρα είναι το σχόλασμα, ο καλύτερος τρόπος μάθησης η παπαγαλία, ο τυφλοσούρτης και το σκονάκι. Εκείνη η παιδεία που βγάζει αμόρφωτους με μπόλικα χαρτιά. Εκείνη η παιδεία που τώρα κοροϊδεύει στα μούτρα τα παιδιά παριστάνοντας πως το μέλλον τους επιφυλάσσει εκπλήρωση των ονείρων τους, δουλειά, ευημερία αν πάρουν πολλά χαρτιά…
Μιλάμε για την παιδεία που είναι υποχρεωτικό το φροντιστήριο. Κάτι σαν φυσικό επακόλουθο ας πούμε της μόρφωσης. Εχω μάθει τόσα πολλά στο σχολείο, είμαι τόσο καλά προετοιμασμένος και λέω να κάνω και 40 ώρες τη βδομάδα φροντιστήρια μπας και περάσω στην ανωτάτη κοροΪδευτική που θα μου δώσει τόσες ευκαιρίες στο μέλλον μου…
Μιλάμε για μια παιδεία κατευθυνόμενη, στείρα, απόλυτο όργανο των εκάστοτε κυβερνήσεων, δηλαδή όλων αυτών των κυβερνήσεων που όπως είδαμε  είχαν ειδικότητα το κλέψιμο, την απατεωνιά, τη μηδενική τσίπα επάνω τους, το φιλοτομαρισμό, την επιδειοξιομανία και το πνευματικό  επίπεδο φυλάρχων τριτοκοσμικής μπανανίας.
Μια ελάχιστη αξιοπρέπεια, μία ελάχιστη μόρφωση, καλλιέργεια να υπήρχε, ΟΛΟΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ και ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ μαζί με ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ, θα έπρεπε να είναι ΕΠ’ΑΟΡΙΣΤΟΝ σε συνεχείς κινητοποιήσεις.  Οχι για λεφτά,  όχι για  χαρτιά και σφραγίδες,όχι για τίτλους και πτυχία,  όχι  για να ικανοποιήσει η κάθε κατηγορία τις ανάγκες της, αλλά..
Γιατί το ΥΨΙΣΤΟ ΑΓΑΘΟ μαζί με την Υγεία σε  μια πολιτεία είναι Η ΠΑΙΔΕΙΑ.  Είναι  ένα φυτώριο που θα καθορίσει την εικόνα ολόκληρη της κοινωνίας.  Θα καθορίσει τη τύχη ολόκληρου του λαού και της πατρίδας το τι βγαίνει από εκεί μέσα.   Η παιδεία δεν είναι η προσωπική ικανοποίηση μιας φιλοδοξίας, η μονομερής και καθορισμένη μόρφωση για να ζυγίσεις πόσα φράγκα θα βγάλεις και πόσο βολεμένος θα γίνεις  στη ζωή σου.
Γι΄αυτό ακριβώς το λόγο, φοβούνται μια άλλη παιδεία, μια άλλη παιδεία που να μην είναι  ένα ακόμα δόγμα του συστήματος, ένα copy paste των αναγκών του συστήματος, και των ανθρώπων που θέλει να εκπαιδεύσει για να το εξυπηρετούν, με μοναδική εξαίρεση εκείνους τους μη υπαλλήλους  (δεν ξέρω πόσοι είναι πια) δασκάλους, καθηγητές που προσπαθούν μέσα από αυτό το απόλυτα προβλέψιμο εκπαιδευτικό σύστημα, να δώσουν το δικό τους τόνο, τη δική τους έμπνευση, όπου και όπως μπορούν, έστω κι αν τους ακούσουν  ένα ή δυο παιδιά που άσχετα αν όλα είναι εναντίον τους ελπίζουν ακόμα στη γνώση… Τους ονομάζω ήρωες…
Κι είμαι σίγουρη πως θα υπήρχαν πολλοί περισσότεροι, αν δεν ήταν δεμένα τα χέρια τους μέσα σ΄αυτό τη κονσερβοποιημένη δουλειά που υποχρεώνονται να κάνουν. Πόσοι δάσκαλοι ξεκίνησαν όχι γιατί δεν πέρασαν κάπου αλλού, όχι για ένα διορισμό, αλλά γιατί ΑΓΑΠΟΥΣΑΝ αυτό που έκαναν αληθινά. Τους γνωρίσαμε όλοι, σε όποια κι εποχή να κάναμε σχολείο. Ηταν εκείνη η αγαπημένη δασκάλα που νοιώθαμε την αγάπη της. Ηταν εκείνος ο καθηγητής που μιλούσε υπέροχα. Ο άλλος ο ανυπότακτος που τον καλούσαν όλο για υποδείξεις στη διεύθυνση. Εκείνος που τα έβαζε με ανεγκέφαλους γονείς ρισκάροντας μόνιμα να είναι ο όχι και τόσο της προκοπής..
Τι είναι η μόρφωση στην ουσιαστική της έννοια?
ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ.  Η  γνώση που θα καθορίσει αν αύριο θα υπάρχουν πολίτες καλλιεργημένοι, με ισχυρές γνώσεις, ισχυρά εφόδια,  αν θα υπάρχει δυνατότητα οι άνθρωποι να ανακαλύψουν τα ταλέντα τους,  να καθορίσουν τη ζωή τους με πρότυπα αξιών, με πολιτισμό, με ήθος,  ή αντίθετα θα γίνει ένα φυτώριο όπου θα φυτρώσουν όλα εκείνα που στο μέλλον θα καθορίσουν συμφορές,  σκοταδισμό, σκλαβιά. Μήπως η βαρβαρότητα, η καφρίλα, η εγκληματικότητα, η ενασχόληση με τα φτηνιάρικα πράγματα, η επιδερμική αντιμετώπιση της ζωής είναι γονιδιακό θέμα? Είναι κάποια ειδική ράτσα η καφρίλα? Ο τραμπούκος, ο μπράβος, ο υποταγμένος, ο ψεύτης, ο κλέφτης, ο απατεώνας, το λαμόγιο, ο φιλοτομαριστής είναι ασθένεια?
Η μήπως είναι απλά έλλειψη παιδείας….
Η παιδεία δεν είναι φαί,  δεν ζυγίζεται με το ζύγι, δεν αγοράζεται σε πακέτα, δεν νοικιάζεται ούτε μεταβιβάζεται.  ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΠΛΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Την αποδέσμευση του ανθρώπου από το συνεχές συναίσθημα κατωτερότητας, απαξίωσης, ζήλειας, βαρβαρότητας.
Οταν κάποιος έχει όλα τα εφόδια της γνώσης και παραμείνει ένας κάφρος ένα κενό δοχείο, τότε μόνο μπορούμε να πούμε πως είναι καθίκι με τη βούλα από τη κούνια του . Αλλά ποιος μπορεί να το πει για τα εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά που στερούνται συνέχεια τη δυνατότητα να δοκιμάσουν τον εαυτό τους στο πραγματικό παιδίο της γνώσης. Ποιος θα κατηγορήσει όλα αυτά τα παιδιά που δεν δίνουν καρπούς, δεν δημιουργούν αλλά μόνο ακολουθούν σαν πρόβατα όποιον πονηρό τα πείσει για το οτιδήποτε, αφού δεν είχαν το σπόρο για να δούμε τι θα συνέβαινε τότε…
Σχολείο που να προσφέρει ουσιαστική γνώση. ΠΟΥ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΝ ΤΗ ΜΟΡΦΩΣΗ.
Καθηγητές που να επιτελούν λειτούργημα και να είναι ερωτευμένοι με αυτό το λειτούργημά τους.Συστήματα που να γοητεύουν, να ξυπνάνε τη φλόγα μέσα στα παιδιά, τη δίψα για μόρφωση.
Παιδιά που να μάθουν να συνειδητοποιήσουν πόσο σημαντικό είναι αυτό το κομμάτι της ζωής τους,όχι για να βρουν μια δουλειά,  όχι για να κάνουν φράγκα,  ή έστω να εκπληρώσουν ένα κάποιο όνειρο, αλλά να συνειδητοποιήσουν
ΠΩΣ ΟΛΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥΣ,  ΕΙΝΑΙ Η ΓΝΩΣΗ. ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑ , ΘΡΗΣΚΕΙΑ , ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ , ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ.
Γιατί αυτή ανοίγει όλο το σύμπαν. Το μεγάλο σύμπαν και όχι την μικρή γωνιά που χωράνε οι πατούσες.
Αυτό το εργαλείο, αυτό το όπλο, δεν έπρεπε ποτέ να το μάθουν οι απλοί νοικοκυραίοι αυτού του κόσμου. Ούτε οι γονείς ούτε τα παιδιά.  Αυτό το εργαλείο έπρεπε πάντα να είναι φασόν φτιαγμένο έτσι ώστε να αισθάνονται περήφανοι οι γονείς πως τάχα μορφώνουν τα παιδιά τους και τα παιδιά να αισθάνονται πως το περισσότερο που μπορούν να φτάσουν είναι να διοριστούν σε μια δουλειά που να έχει καλά λεφτά.
Δεν είναι τυχαίο πως γελάνε όλοι σαν ηλίθιοι όταν ένα παιδί εκφράζει να κάνει κάτι που βγαίνει από τα στάνταρ της επιτυχίας. Γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, καθηγητής, αρχιτέκτονας.
Πόση υποστήριξη εύρισκε ένα παιδί που θα ήθελε να ζωγραφίζει, να φτιάχνει κεραμικά, να γράφει μουσική, ποίηματα, να μελετήσει μια αρχαία γλώσσα, να γίνει χορευτής, να ασχοληθεί με τη καλλιέργεια από ραπανάκια ή να σκαλίζει ωραίες εικόνες στη πέτρα. Πόσο χωράει η φαντασία, η ευαισθησία, το μεράκι, η έμπνευση, το ονειροπόλημα, ο έρωτας, η ομορφιά, η φύση, σ΄αυτό το σύστημα που γεννάει συνεχώς νεκρούς ανθρώπους…
Πέρασε πρώτα στις πανελλήνιες και μετά κάνεις και  κιθάρα…
Πάρε ένα χαρτί της προκοπής και μετά δεν κάνεις ότι θέλεις σαν χόμπυ…
Διάβασε τώρα τα σος και τα βοηθήματα για να περάσεις  σε μια σχολή της προκοπής κι όταν θα πετύχεις διάβαζε ότι θέλεις, τώρα δεν πρέπει να χάνεις χρόνο..
Οποιοσδήποτε διαμαρτυρηθεί για το οτιδήποτε ακόμα και για το ότι δεν είναι καλή η τυρόπιτα στα κυλικεία, στο  χώρο της παιδείας , είμαι μαζί του. Γιατί πολύ απλά δεν θεωρώ αυτό το χώρο… παιδεία.
Σκεφθείτε κάτι πραγματικά τραγικό. Κοιτάξτε πόσοι άνθρωποι ηλικιωμένοι, παππούδες μας, γιαγιάδες μας, πόσο μεράκι είχαν να μάθουν άσχετα με το τι κατάφεραν, πόσοι άνθρωποι που έβγαλαν μόνο το δημοτικό και ούτε, διάβαζαν ανελλειπώς εφημερίδα, αγοράζανε βιβλία στα παιδιά τους για να μορφωθούν, εγκυκλοπαίδειες που ήταν απαραίτητο εξάρτημα ακόμα και στα πιο φτωχά σπίτια.  Γιατί?  Γιατί αρκούσαν πέντε λέξεις που είχαν ακούσει από το δάσκαλο για να τους ακολουθούν όλη τους τη ζωή.  Αν οι λέξεις αυτές ήταν διαμάντια, διαμάντια προσπαθούσαν να μαζέψουν στη ζωή τους. Αν οι λέξεις ήταν ανούσιες, δεν μπόρεσαν ποτέ να πλησιάσουν τα νοήματα.  Πόσα παιδιά μορφώθηκαν με μια λάμπα πετρελαίου κι ένα ξεροκόματο, πόσοι άνθρωποι πέθαναν με τη λαχτάρα και τη θλίψη πως δεν μπόρεσαν να βγάλουν ένα σχολείο.  Κοιτάξτε τώρα τα σπίτια που έχουν τα πάντα. Πνιγμένα στην αφθονία κάθε είδους άνεσης. Χωρίς βιβλία. Με παιδιά που δεν μπαίνουν καν στο κόπο να διαβάσουν έστω κι ένα βιβλίο εκτός ύλης. Πόσοι πτυχιούχοι πιο αμόρφωτοι από τη γιαγιά μου που έβαζε την υπογραφή της με σταυρό και μου ζήταγε να της μάθω το αλφάβητο…
Κι αναλογιστείτε αν πρέπει να παλέψουμε όλοι όσοι αφουγκραζόμαστε που είναι η πληγή μας, για να τη γιατρέψουμε. Και βλέπετε ποια γιατρειά ετοιμάζουν… Περικοπή στη μόρφωση, όχι σ΄όλους, σ΄αυτούς που περικόπηκε ο μισθός του πατέρα, σ΄αυτούς που κόπηκε η θέρμανση, το ρεύμα, σ΄αυτούς που κόβεται το φαϊ, σ΄αυτούς που κόβονται τα φάρμακα… Το 2013, 21ος αιώνας, παιδιά όχι απλά δεν θα έχουν πρόσβαση στη γνώστη της ελιτ (που ανάθεμα και τι τη κάνει…) αλλά θα λιποθυμάνε στα σχολεία και θα σκέφτονται μόνο ένα πιάτο φαί κι ένα μεροκάματο να επιζήσουν…