Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ;

Του Πέτρου Μαρκάκη

Από εκείνη την Τετάρτη, όταν ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο στη Βουλή και όλοι παρακολουθούσαμε, άφωνοι και ανήμποροι, την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας, ένα ερώτημα βασανίζει το μυαλό μου: πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο;
Καταρχήν επιβάλλεται να κάνω δυο διευκρινίσεις: πρώτον, το ερώτημα δεν περιορίζεται στα γεγονότα της Τετάρτης. Και δεύτερον, το ερώτημα δε θέτει υπό αμφισβήτηση την προθυμία του κάθε Ελληνα να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη μπροστά σε οποιοδήποτε έξωθεν κίνδυνο.
Συνεπώς, το ερώτημα επικεντρώνεται στο πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν συμβιώνουμε μέσα στην επικράτεια του, με τις δομές και τους θεσμούς του, δηλαδή στο βαθμό που τον αντιλαμβανόμαστε ως το κοινό μας σπίτι.
Πόσο αγαπάμε, λοιπόν, αυτό τον τόπο, όταν οι πολιτικοί μας σκορπούσαν για δεκαετίες ολόκληρες αλόγιστα τις πιστώσεις που μας έδινε η ΕΕ, για να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να εισπράτουν πρώτα ζητωκραυγές και μετά ψήφους;
Πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο, όταν πάλι οι πολιτικοί μας φόρτωναν αυτόν και τις πλάτες μας με τεράστια δανεικά, για να συντηρούν ένα καταστροφικό πελατειακό κράτος, και μας κοίμιζαν, λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι θωρακισμένη»;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι από εμάς γέμισε τις τσέπες του με τους πόρους που του ανήκαν, και αδιαφορώντας για την κατάρρευση του;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι των πολιτών του έχει αυξήσει την περιουσία του με τη συστηματική φοροδιαφυγή, συνεπικουρούμενο από ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έκανε ό,τι μπορούσε για να την ενισχύσει; Και όταν αυτό το κομμάτι κάνει τώρα ό,τι μπορεί για να συμβάλλει στα κέρδη των τραπεζών του εξωτερικού, μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος των ρευστών περιουσιακών του στοιχείων έξω από τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν εφοριακοί που τοποθετήθηκαν, για να μεριμνήσουν για την είσπραξη εσόδων του κράτους, διαγράφουν συστηματικά ένα μεγάλο κομμάτι των εσόδων αυτών, αρκεί ένα ποσοστό τους να βρει το δρόμο για τις τσέπες τους;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν του στερούμε τις επενδύσεις που έχει ανάγκη σαν μάννα εξ ουρανού, με απαιτήσεις συγκέντρωσης πακτωλού εγγράφων, τα οποία μοναδικό σκοπό έχουν το «γρηγορόσημο», που θα εισπράξουν υπάλληλοι του Δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν νοσοκομειακοί γιατροί έχουν αναγάγει το fakellaki σε διεθνή ορολογία διαφθοράς, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία των ασθενών, και εξαπατώντας τους φορολογούμενους που τους πληρώνουν, ενώ εισπράττουν ταυτόχρονα, μαύρο, αφορολόγητο, χρήμα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν από το 2008 και μετά σπάμε και ρημάζουμε συστηματικά το κέντρο της πρωτεύουσας του, παραλύουμε τον εμπορικό πνεύμονά της και, μάλιστα, σε συνθήκες πτώχευσης, όταν ακόμα και η ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα αποτελεί τονωτική ένεση για τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν η αστυνομία, που είναι επιφορτισμένη να διασφαλίζει την τάξη, παίζει εδώ και χρόνια πετροπόλεμο με μια χούφτα μπαχαλάκηδες, και δε θέλει ή δεν μπορεί να τους συλλάβει, ενώ συχνά εκτονώνεται με επιθέσεις ενάντια σε πολίτες, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη βία;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν καταστρέφουμε το μοναδικό σχεδόν έσοδό του, τον τουρισμό, είτε επειδή μετατρέπουμε την πρωτεύουσα σε πεδίο μάχης, είτε επειδή βάζουμε το στενό κλαδικό συμφέρον πάνω από το γενικό και άλλοτε εμποδίζουμε τα κρουαζιερόπλοια να αποβιβάσουν τους τουρίστες, άλλοτε πάλι εμποδίζουμε τα πλοία της γραμμής να αποπλεύσουν;

Το ερώτημα «πόσο αγαπάμε τον τόπο» δεν παραπέμπει ούτε στην πατριδολατρεία, ούτε σε «ακραιφνή εθνικά φρονήματα», όπως τα λέγαμε παλιά.

Είναι ένα ερώτημα που ζητάει άμεση απάντηση.
Γιατί, αν τον αγαπάμε, τότε θα πρέπει επειγόντως να ξανασκεφτούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντί του.
Αν, πάλι, δεν τον αγαπάμε, τότε ας μην περιμένουμε, τουλάχιστον, ότι οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί και τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ θα τον αγαπήσουν περισσότερο από εμάς.
Εκτός κι αν μας διακατέχει η κουτοπόνηρη σκέψη: «Εντάξει, δεν τον αγαπάνε, αλλά δεν τους παίρνει να μη μας βοηθήσουν.»
Η σκέψη αυτή δεν εκφράζει μόνο έναν ακραίο κυνισμό, αλλά και ένα απροκάλυπτο μίσος για τον τόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου