Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΤΡΙΔΑ.

γράφει ο Νικήτας Π. Κακκαβάς
 
Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό στον κόσμο αυτό.
Ελασσόνα, Λειβαδιά, Μελβούρνη, Μόναχο,
Αλαμάνα και Γραβιά, Αμέρικα,
Βελεστίνο, Άγιοι Σαράντα, Εσκι Σεχήρ,
Κώστας, Κώστας, Μανώλης, Πέτρος, Γιάννης, Τάκης,
Πλατεία Ναυαρίνου, Διοικητηρίου κι Εξαρχείων,
Αλέκος, Βασίλης, Άγγελος,
Μπιζανίου κι Αναλήψεως, Αγίας Τριάδος και 25ης Μαρτίου.
Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει.
Κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ – Τσάμικο

 
Υπάρχουν δυο Ελλάδες. Αυτή που εξαναγκάζεται και τους ίδιους τους υπηκόους της να καταπονεί και σ’ έναν διεθνή χορό μεταμφιεσμένων να μετέχει με το φόρεμα της Ευρωπαίας. Και υπάρχει η άλλη, που εξακολουθεί να υπακούει στον Ηράκλειτο και στον Μακρυγιάννη. Η πρώτη μπορεί να καταλυθεί μια μέρα. Η δεύτερη, ακόμη κι αν μείνει χωρίς υπόσταση, ποτέ.
 Τουλάχιστον εγώ, γι΄ αυτήν υπάρχω. (…) Η Ελλάδα η δική μου δεν είναι η τρέχουσα
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ - Συν τοις άλλοις

Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που δεν χρωστάει σε κανέναν και δε θα χρεοκοπήσει ποτέ!

Λαθροβιώνει εντός της ελληνικής επικράτειας και φωσφορίζει στους εκτός της μητέρας πατρίδας τόπους: στην Αμερική, στην Αυστραλία, όπου γης υπάρχει Έλληνας. Μια γεωγραφία καρδιάς ορίζει τις συντεταγμένες της.
Tην τοπιογραφία του ηλιόφωτου αυτού τόπου συνθέτουν απλά και καθημερινά πράγματα. Η μαρμαρυγή του ήλιου στα μάρμαρα του Παρθενώνα, τα παιδικά δειλινά στην Επίδαυρο μαζί με τον μπαμπά και τη μαμά λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, το ηλιοβασίλεμα στην Οία, το πρώτο χιόνι στο Πισοδέρι, το απότομο μονοπάτι στους Καλαρρύτες, λίγα τσιρώνια και ούζο στον Άγιο Αχίλλειο, η ποδηλατάδα στην Άνω Πόλη της Σαλονικής, ο ήχος της σιωπής στην εκκλησία της Δημητσάνας, οι τσίγκινες στέγες του Νυμφαίου, τα απόκοσμα Τζουμέρκα, μια ασέληνος θάλασσα στο Ρέθυμνο…
Στον τόπο αυτόν ο Ήχος είναι διαφορετικός, αλλιώς φτιαγμένη ακούγεται η ηχώ του. Σημάντορες εδώ είναι ο συμπαντικός Μίκης, ο μελωδός Χατζιδάκις, ο διονυσιακός μπάλος του Νιόνιου, ο αρχοντικός Τσιτσάνης, οι Τρύπες με την ταξιδιάρα ψυχή τους, η δωρική Μπέλλου, τα ουράνια Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, η αντιλαλιά του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ο αρχάγγελος Ξυλούρης, οι ακροβατικές αντιστίξεις του Σκαλκώτα, ο αστικός απόηχος του Κωνσταντίνου Β., ο ρυθμικός σαματάς των χάλκινων σιμά με την λύρα, την γκάιντα και το λαούτο...

Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που δεν χρωστάει σε κανέναν και δε θα χρεοκοπήσει ποτέ!

Στη χώρα αυτή ο χρόνος έχει άλλο μέτρο. Από αλλού χαράζει και αλλού δύει ο δικός της Ήλιος. Το φως του εκθαμβωτικό ξαγναντίζει τις σκιές του Καραγκιόζη, τον ασπρόμαυρο θίασο των ελληνικών ταινιών, τον φακό του Παντελή Βούλγαρη, τον Χορό του παππού Αριστοφάνη, τον Κατράκη φιγούρα του Ελ Γκρέκο, τον γενειοφόρο ονειροβάτη Κουν, τον ανυπέρβλητο Γιώργο Αρμένη, τα μεγάλα μάτια του Χορν, την αστραφτερή μαχαιριά του «Κυνόδοντα», την πανάρχαια σκιά της ιέρειας Λυδίας Κονιόρδου, τα μπουλούκια λήκυθο της λαϊκής ψυχής…
Το Αλφάβητο τούτης της άλλης Ελλάδας χαράσσει άλλης λογής Λέξεις. Τον κώδικα της γλώσσας της να τον ψάξεις πρέπει εντός του έναστρου Λόγου του Ελύτη, στις πληθυντικές λέξεις της Κικής Δημουλά, στις οξείες και τις περισπωμένες του Ρωμανού του Μελωδού, στον αιωνόβιο ψίθυρο του “Eρωτόκριτου”, στην καθημερινότητα της Νικολακοπούλου, στις λέξεις-προσκυνητάρια του Παπαδιαμάντη, στα τραγούδια του αναχωρητή Ρασούλη, στους ερμητικούς λαβύρινθους του Καρούζου, στον μέγα ασκητή Καζαντζάκη, στα περιπαιχτικά πεζά του Τατσόπουλου, στον αιρετικό λόγο του Σκούρτη, στα αλεξανδρινά ολιγόστιχα του Καβάφη, στον ηδύ απόηχο του Αλκαίου και της Σαπφούς …

Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που δεν χρωστάει σε κανέναν και δε θα χρεοκοπήσει ποτέ!

Το σκηνικό αυτής της ενδοχώρας σχηματίζουν ψηφίδα-ψηφίδα τα πρόσωπα τόσων ανύποπτων συνοδοιπόρων. Η καστανή χαίτη του δεκαεξάχρονου που ανεμίζει λίγο πριν βάλει καλάθι στο δημοτικό γυμναστήριο 7 η ώρα το βράδυ. Η νοσηλεύτρια του Ευαγγελισμού που κάποια μεσάνυχτα κλείνει τα μάτια στη γιαγιά με την ροζ παλιοκαιρισμένη μοναξιά που πέθανε πριν από λίγο. Ο νεαρός γιατρός που προσγειώνεται απόγευμα Δευτέρας ενός Οκτώβρη στην παγωμένη Σουηδία μετανάστης χωρίς πολλά-πολλά όνειρα στις λιγοστές του αποσκευές. Ο εξήντα χρονών ψιλικατζής στο υπόγειο γωνία Μπότσαρη με Χειμάρας που περιφέρει το ψεύδισμα της ζωής του στα λίγα τετραγωνικά που του κλήρωσε η τύχη. Η τριαντάχρονη Μαρία, δασκάλα από την Θεσσαλονίκη, που κοιτά τη βροχή στο παράθυρο του δημοτικού σχολείου των Κυθήρων. Ο νεόπτωχος απολυμένος που προσπαθήσει να αποταμιεύσει λίγη αξιοπρέπεια να ‘χει να πορεύεται. Το νεογέννητο αγοράκι, νιόβγαλτος Έλληνας, που κλαίει στην αγκαλιά μιας καινούργιας μητέρας, σημαίνοντας τη διαρκή νίκη της ζωής…
Την επικράτεια τούτης της Ελλάδας όρισαν άπληστα και σπιθαμή προς σπιθαμή διαυγείς, περίεργοι και ιερείς Ήρωες: ο Κολοκοτρώνης, ο Αλέκος Παναγούλης, ο Μανόλης Γλέζος, ο ανώνυμος ανθυπολοχαγός που έσβησε σε μια λασπωμένη γούβα έξω από την Κορυτσά, τα παιδιά του Πολυτεχνείου, ο ζηλωτής Παύλος Μελάς, ο Ρήγας από το Βελεστίνο, ο Μανώλης Ανδρόνικος που ξεσκόνιζε διαρκώς τη σκόνη του Χρόνου, ο παππούς μου θύμα του αδελφοκτόνου Εμφυλίου, ο πολυμήχανος Οδυσσέας, οι χιλιάδες δεκαοχτάχρονοι φαντάροι - άσημοι, όχι όμως ασήμαντοι - με την ίδια ΕΣΣΟ βέλος στην καρδιά κάποιας Άννας, οι πρώτοι μετανάστες στην Γερμανία και όπου γης, που ξένοι εκεί επιστρέφουν χρόνια μετά ξένοι στην ίδια τους την πατρίδα.

Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα.
Μια Ελλάδα που δεν χρωστάει σε κανέναν και δε θα χρεοκοπήσει ποτέ!
Και θα υπάρχει.
Νυν και Αεί …

«Και όποιος δεν καταλαβαίνει, δεν ξέρει που πατά και που πηγαίνει»*.
*στίχος του Διονύση Σαββόπουλου
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου