Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΕΡΜΑΝΕ ΜΟΥ, ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ...

Της Χριστίνας Τσενίκογλου

Μόναχο. Ηλιόλουστο και κρύο, ακριβό και συντηρητικό, πανέμορφο μα ολίγον αποστειρωμένο.
Επιμένω να περνώ τις διαβάσεις με κόκκινο όταν βιάζομαι και δεν πλησιάζει αμάξι και αγνοώ τα αυστηρά βλέμματα των Γερμανών. Στην αρχή μ' εντυπωσίαζε η πειθαρχία τους, στην πορεία διαπίστωσα πως είναι απλώς προϊόν φόβου. Έβαζα το χέρι μου στη φωτιά για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητά τους, θεωρώντας αφελώς τις κλίκες και τους πλαγιόδρομους ελληνικό προνόμιο. Το τονίζω, αφελώς. Μου προκαλούσε έκπληξη, πόσο πιστά, άκριτα και σχεδόν πειθήνια δέχεται ένα σημαντικό ποσοστό τους τις εκάστοτε εξαγγελίες των αρχών τους. Τους έχει γίνει βίωμα, μου εξήγησαν. Όπως εγώ έχω μάθει ν' αμφισβητώ τους πολιτικούς – γελάει ο κόσμος- ηγέτες της χώρας μου, αυτοί έχουν μάθει να υπακούν. Έδωσα ολόκληρο αγώνα για να νοικιάσω μια ακριβοπληρωμένη τρύπα, η ελληνική μου υπηκοότητα δεν έπειθε για έμπιστος εγγυητής. Οι συνθήκες άλλαζαν μερικώς όταν τους έλεγα ότι είμαι γιατρός και μόλις βγάλω την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος θα ξεκινήσω ειδικότητα σε κάποια κλινική. Είχαν διάθεση να συζητήσουν λίγο περισσότερο, να με βοηθήσουν ή να με παραπέμψουν κάπου αλλού. Στο φροντιστήριο της γλώσσας, όταν ρώτησα τους Λατινοαμερικάνους συμμαθητές μου για την επικινδυνότητα της ζωής στις χώρες τους , πειραχτικά μου απάντησαν “ Κορίτσι μου, εσύ έρχεσαι από την Ελλάδα. Λίγο τα φτωχά τότε γερμανικά μου, μα περισσότερο το ξάφνιασμα κι η σαστιμάρα μου, μ' έκαναν να παγώσω και δε βρήκα κάτι ν' απαντήσω. Ν' απαντήσω τι;;
Σε γερμανικά έντυπα, blog και συζητήσεις μας χαρακτηρίζουν ευθυνόφοβους, καλοπερασάκηδες και τεμπελάκους. Ναι, ίσως να μην έχετε απόλυτα άδικο, τους λέω. Μα όχι όλοι. Ελλάδα σημαίνει φίλοι και όχι συνάδερφοι. Σημαίνει να προχωράς σεμνά μα λεβέντικα, να χάνεις συνειδητά λίγο από το δίκιο σου και να συνεχίζεις ευθυτενής.
Κι η ίδια βαρέθηκα να μαθαίνω για πολιτικά φερέφωνα της σειράς, σιχάθηκα τα κάθε είδους τσιράκια, με κούρασαν οι εξυπνάκιες, οι πλούσιοι χαλβάδες και οι τζάμπα μάγκες. Εγώ κι αυτοί δεν ανήκουμε στο ίδιο σακί. Οι φίλοι μου εμένα τελειώνουν πανεπιστήμια, αλλά κάνουν και τους σερβιτόρους. Κυκλοφορούν με ποδήλατα, λεωφορεία και μετρό και όχι με ΒΜW του μπαμπά. Ταξιδεύουν για να δουν και να μάθουν και όχι για να φωτογραφηθούν, χλευάζουν τη μούφα δηθενογκλαμουριά και δε δοκίμασαν ποτέ τους βλαχογκουρμέ σπεσιαλιτέ. Εκτιμούν ακόμα τους συγγραφείς και αγαπούν τους μουσικούς, συνεχίζουν να κάνουν σχέδια χωρίς πλάτες και χωρίς να τους χαρίζεται το οτιδήποτε. Είναι πεισματάρηδες, περήφανοι, τρυφεροί ρεαλιστές. Στραπατσάρουν τα μούτρα τους, κάνουν τράκες τσιγάρα ο ένας από τον άλλο, ερωτεύονται εντός και εκτός κρίσης, παραμυθιάζονται, απογοητεύονται, χαμογελούν και αγκαλιάζονται.
Δεν ανησυχώ γι' αυτούς, που και που μόνο λυπάμαι. Λυπάμαι που δε θα μάθετε ποτέ τις ιστορίες τους, οι ζωές τους δεν θα γίνουν ποτέ εξώφυλλο, τα ταλέντα κι οι χάρες τους δε θ' αποτιμηθούν σε ευρώ. Τί άλλο να σας πω γι' αυτούς και τί να καταλάβετε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου