Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΔΥΟ ΕΠΙΛΟΓΕΣ.

Του Κώστα Γιαννακίδη

Το μεσοπρόθεσμο είναι η σωτηρία της χώρας. 'Οχι, το μεσοπρόθεσμο είναι η καταστροφή της.
Οι κουκουλοφόροι ευθύνονται για την έκρηξη της βίας. Λάθος, είναι η αστυνομία που χτυπάει και ψεκάζει αδιακρίτως.
Είναι αποκρουστικό να βλέπεις κρεμάλες έξω από τη Βουλή. Γιατί, οι άλλοι μέσα στο Κοινοβούλιο καλύτεροι είναι;
Στη λαϊκή συνέλευση του Συντάγματος ακούγονται και βλακείες. Μέσα στη Βουλή ακούγονται περισσότερες.
Αποτελεί αδίκημα να μην πληρώνεις εισιτήριο. Αδίκημα και μάλιστα μεγαλύτερο δεν είναι να παίρνεις μίζες;
Υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Τα media είναι συνυπεύθυνα, ομοίως και οι υπάλληλοι τους.
Και ποιος είσαι εσύ που μιλάς; Εγώ πάντως δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά.

Φανταστείτε ότι έχετε δύο αντίθετους πόλους. Ανάμεσά τους παράγεται όλο αυτό το ρεύμα που κεραυνοβολεί τώρα την κοινωνία. Δεν ξέρω αν ένα από τα γραμμάτια που εξοφλούμε τώρα είναι η έλλειψη παιδείας. Πιθανότατα και να είναι. Είναι, όμως, βέβαιο ότι πληρώνουμε και τον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να συζητούμε. Εδώ και καιρό δεν κάνουμε διάλογο, ίσως να μην κάναμε και ποτέ. Φωνάζουμε με δύναμη ο ένας στον άλλον. Και εσχάτως ενοχοποιήσαμε τη μέση άποψη, την κοινή λογική. Άποψη που δεν επιλέγει άκρο είναι καταδικασμένη να εκφέρεται σαν ψίθυρος κάτω από την απαξίωση. Η θέση που μεταφέρει την κοινή λογική στο διάλογο θυμίζει γαζέλα στο ξέφωτο της ζούγκλας-δεν ξέρει καν από που θα της χιμήξουν.
Ίσως πάλι να φταίει η ένταση που μας διακατέχει όταν διοχετεύεται στο σημερινό επικοινωνιακό περιβάλλον. Για να ακουστείς πρέπει να φωνάξεις. Και για να γίνεις κατανοητός οφείλεις να είσαι εύληπτος, απλός. Θα πάρεις είτε το άσπρο, είτε το μαύρο. Το γκρίζο δεν διεγείρει οπτικά νεύρα, δεν προσελκύει ματιές. Και αν οι χαμηλοί τόνοι τεντώνουν τα αυτιά, οι δυνατοί φτάνουν πιο γρήγορα στον εγκέφαλο. Γινόμαστε απλοϊκοί στο λόγο που μοιραζόμαστε. Με μόλις δύο επιλογές. Αυτό μερικές φορές λέγεται και φασισμός.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,ΚΛΟΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ.

"Δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.."


•Ένα καταπληκτικό σημερινό άρθρο του κ.Μ.Μάουζερ*στους New York Times που αξίζει να διαβαστεί:

"Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ισως προκαλεί έκπληξη που... αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.
Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας. Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. "Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου", έγραψε ο Σέλεϊ στο ποιημά του "Ελλάς", "το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχθηκε και έλαμψε! " Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική, εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.
Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο. Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έλληνες και τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.
Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Αξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας.
Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή. Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις.
Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.
Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ενωση. Προανήγγηλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη. Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ενωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή.
Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα θέσει το ερώτημα: "ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;".
Η Ευρωπαϊκή Ενωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.

*Μαρκ Μαζάουερ,
Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας,
καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ.


ΗΣΥΧΙΑ.

Της Στέλλας Αλαφούζου

Μισή αράδα δεν μπόρεσα να γράψω για τις εξελίξεις και τα επεισόδια. Η βία μου δίνει μια αμηχανία τέτοια που δεν έχω λέξεις. Όπως συμβαίνει στους εφιάλτες εκείνους που σε σκοτώνουν και θέλεις να φωνάξεις αλλά δεν...
Το πρωί της επομένης των επεισοδίων με βρήκε σε μια διαδρομή από τα βόρεια προάστια στο κέντρο της Αθήνας.Τίποτα δεν ήταν ίδιο. Ακόμη και ο χρόνος που δίνει το πράσινο φανάρι στους πεζούς, έμοιαζε υπεραρκετός. Έβλεπα τα πάντα σαν σε αργή κίνηση αλλά ήθελα να τελειώσει γρήγορα αυτή η «απόλαυση». Ώρες ώρες το να μπορείς να βλέπεις με την ησυχία σου τις λεπτομέρειες δεν έχει καθόλου πλάκα.
Δεν ξέρω πού πάμε. Φοβάμαι πως οι ζωές μας δεν γίνεται στο ελάχιστο να πλησιάσουν όσα ονειρευόμασταν ότι θα… Και δεν ξέρω τι είναι πιο συμβατικό τελικά. Το ότι θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε πάσης φύσης στερήσεις και να ζήσουμε μια ζωούλα «όπως»… ή το ότι θα πονέσουμε πολύ που δεν θα μπορέσουμε να φέρουμε τον κόσμο τούμπα για να ζήσουμε όπως πραγματικά θέλουμε;
Μπερδεμένα τα γράφω, αλλά απόψε νιώθω σαν να ‘μαι συνοδηγός σε αυτοκίνητο, όπου πίσω μου ακριβώς κάθεται ο εαυτός μου. Γυρίζω να κοιτάξω τη φράντζα μου στον δεξιό καθρέφτη και με βλέπω στις πίσω θέσεις να με παρατηρώ που φτιάχνω τη φράντζα μου. Τρομάζω γιατί είναι η πρώτη φορά που στ΄ αλήθεια κοιταζόμαστε στα μάτια. Και δυστυχώς μοιάζουμε… Ευτυχώς το αυτοκίνητο το οδηγεί άλλος από εμάς.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ.

Πολιτικό καθήκον κάθε κυβέρνησης η προστασία της ευημερίας των πολιτών της

του Ρούσου Βρανά

Είναι δύσκολο να πείσει κανείς έναν λαό πως τον σκοτώνει για το καλό του, έλεγε η αμερικανίδα αρθρογράφος Μόλι Αϊβινς. Αναφερόταν στην πολιτική του προέδρου Μπους, αλλά αυτό ακριβώς επιχειρούν να κάνουν σήμερα τα αφεντικά της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στην Ισλανδία δεν το πέτυχαν. Και στις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης συναντούν ισχυρές λαϊκές αντιδράσεις.
Η «κρίση χρέους» αυτών των χωρών, όπως την έχουν ονομάσει, δίνει στους δανειστές τους μια μοναδική ευκαιρία να αποκτήσουν αναίμακτα αμύθητα κέρδη, που σε άλλες εποχές θα τα αποκτούσαν μόνο ύστερα από φονικούς πολέμους. Εχοντας στο πλευρό τους τους σχεδιαστές της ευρωπαϊκής πολιτικής, απαιτούν την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, των εθνικών γαιών και των δημόσιων υπηρεσιών εν είδει φόρου υποτέλειας. Το παράδοξο είναι όμως πως, όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Μάικλ Χάντσον, όσο πιο πιεστικά επιβάλλουν οι δανειστές αυτές τις απαιτήσεις τους στις χώρες τόσο περισσότερα διακινδυνεύουν να χάσουν. Φυσικά, κάποια ειδικά συμφέροντα πάντα βγαίνουν κερδισμένα από τις παραδοξότητες του συστήματος. Οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει το ενδεχόμενο να χρεοκοπήσει κάποια από τις χώρες της ευρωζώνης. Το μόνο ερώτημα είναι πότε. Μέχρι τότε, οι τράπεζες απλώς κερδίζουν χρόνο μεταβιβάζοντας τις ζημιές τους στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Ενωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η μόνη νομική βάση, όμως, που διαθέτουν αυτές οι τράπεζες για τις διεκδικήσεις τους είναι η αποδοχή τους από τους λαούς των χρεωμένων χωρών. Αλλιώς, η επιβολή χρεών επί χρεών ισοδυναμεί με εχθρική ενέργεια, λέει ο Μάικλ Χάντσον.
Μια χώρα έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την εθνική οικονομία της από τέτοιες επιθετικές πράξεις. Και ο λαός της έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη διαγραφή του επαχθούς χρέους της. Μια τέτοια διαγραφή είχε γίνει κατόπιν πρωτοβουλίας των συμμαχικών δυνάμεων στην ηττημένη Γερμανία, με τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1947. Η γερμανική οικονομία απαλλάχτηκε από τα χρέη της και πάνω σε αυτή τη βάση οικοδομήθηκε το κατοπινό γερμανικό οικονομικό θαύμα. Κάθε κυβέρνηση έχει το δικαίωμα και το πολιτικό καθήκον να προστατεύει την ευημερία των πολιτών της χώρας της, να διατηρεί την ακεραιότητα της εθνικής περιουσίας και να κάνει όλα όσα είναι απαραίτητα ώστε οι πολίτες της να μη γίνουν υπόδουλοι της ολιγαρχίας του χρήματος. Και αυτό δεν είναι ένα κομμουνιστικό ή αναρχικό αίτημα, αλλά ένα κεκτημένο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από το 1789, που σήμερα καταστρατηγείται από νεοφεουδαλικά οικονομικά συμφέροντα και από νεοαπολυταρχικές κυβερνήσεις.
Με το στανιό, χωρίς τη ρητώς εκφρασμένη βούλησή του, κανείς λαός δεν μπορεί να εξαναγκάζεται σε ανώφελες θυσίες προκειμένου να γίνει φόρου υποτελής για την αποπληρωμή χρεών που δεν αναγνωρίζει ως δικά του. Ή, για να το πούμε λιγότερο κομψά, όπως έγραφε το πανό ενός από τους αγανακτισμένους της Βαρκελώνης, «Δεν μπορώ πια να σφίγγω το ζωνάρι και ταυτόχρονα να κατεβάζω το παντελόνι».

ΠΟΛΙΤΙΚΗ Ω(ΡΙ)ΜΟΤΗΤΑ;

Του Γιάννη Πανούση.

Καταβάλλω, σε τακτά χρονικά διαστήματα,
το αντίτιμο της παρουσίας μου

Μ. Ψωμά-Πετρίδου, Ζην


Από τη μία πλευρά χαίρομαι που τον τελευταίο καιρό οι πολιτικοί του κεντρο-σο(ϊ)σιαλισμού επανέφεραν στο λεξιλόγιο τους τη λέξη «πατρίδα» (την οποία είχαν επί χρόνια χαρίσει στους Ελληναράδες). Από την άλλη αυτή η εμμονή των (αστράτευτων; κοσμοπολιτών; φραγκολεβαντίνων;) κυβερνητικών να σώσουν την πατρίδα (ή μήπως την «παρτίδα τους»;) δεν μπορεί να μη συνοδεύεται από καταδίκη για αναξιότητα και πολιτικό εξοστρακισμό όσων υπηρέτησαν τον εαυτό τους (και την παρέα τους) και όχι τον Ελληνισμό.
Αφού επαγγέλλονται τη διαφάνεια (ελπίζω να εννοούν και τη δική τους και όχι μόνον των άλλων) καιρός είναι να μας ενημερώσουν για ορισμένα φιλοπάτριδα ζητήματα:
- Ποιοί (ονομαστικά) υπουργοί εξέδιδαν νόμους και υπέγραφαν αποφάσεις με τις οποίες χορηγούσαν προνόμια σε ΔΕΗ-ΟΤΕ κλπ και πόσες φορές εξελέγησαν οι εν λόγω ακριβώς επειδή λειτουργούσαν έτσι; Σε αυτούς τους υπουργούς, υφυπουργούς, γενικούς γραμματεύς, προέδρους οργανισμών να επιβληθεί ειδικό τέλος πελατειασμού 10% επί του συνόλου των αποδοχών τους επί όλα τα χρόνια που έβγαιναν βουλευτές μ’ αυτό το τρικ.
- Ποιοί (ονομαστικά) υπουργοί διόριζαν ψηφοφόρους-δημότες της εκλογικής τους περιφέρειας και πόσους; Σ’ αυτούς τους «δημόσιους» (;) λειτουργούς να επιβληθεί κεφαλικός φόρος, δηλαδή 1% για κάθε παρανόμως, παρατύπως, ασκόπως προσληφθέντα συγγενή και φίλο τους.
- Ποιοί (ονομαστικά) πολιτικοί και πολιτευόμενοι κρύβονται πίσω από τα κυκλώματα της αθλητικής διαφθοράς, της μιντιακής διαπλοκής ή της κερδοσκοπικής επιρροής; Σ’ αυτούς τους «πατριώτες», που σίγουρα θα ψηφίσουν τη σωτηρία της χώρας (δια του Μεσοπρόθεσμου), καλά θα είναι να επιβληθεί η υπέρ της πατρίδας δήμευση της περιουσίας τους.
Αν η κυβέρνηση θέλει να βρει χρήματα ας ψάξει καλύτερα τα μαύρα ταμεία (πιθανόν και τα δικά της) κι ας αφήσει τις ηθικολογίες και τη συμπόνια της.
Κανείς έλληνας δεν αισθάνεται συμ-πατριώτης με αυτό το σύστημα εξουσίας που κυβερνά την Ελλάδα σαν ιδιοκτησία (λόγω τίτλων τιμής ή χρησικτησίας) χωρίς να χάνει ποτέ τίποτα.


ΥΓ.: Τα περί τανκς (όπως και να ειπώθηκαν) δεν φοβίζουν, εξοργίζουν. Ως γνωστόν « ερπύστριες» έχουν και οι εκλογές.

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

“Υπάρχει ένας δρόμος που μπορεί να τον βαδίσει μονάχα ένας. Ποιος; Εσύ! Πού πηγαίνει; Μη ρωτάς Βάδισέ τον!”

Δε μιλάμε μόνο για την ουσιαστική αλλαγή που πρέπει να επέλθει στην ελληνική κοινωνία και είναι ευπρόσδεκτη.
Μιλάμε για την αξιοπρέπεια ενός λαού, για την περηφάνια του, για τα μεγάλα ναι και τα μεγάλα όχι που δεν τα λες πολλές φορές στη ζωή.
Ο δρόμος που λέει ο Νίτσε είναι ένας και ο κάθε πολίτης πρέπει να τον βαδίσει μοναχός και παράλληλα μαζί με όλους τους άλλους. Χωρίς να κοιτάξει που πηγαίνει, αρκεί να πιστεύει σ’ αυτόν.
Ακόμη κι αν τις επόμενες ημέρες ψηφιστούν όλα αυτά τα άθλια μέτρα, δεν έχουν τη νομιμοποίηση της κοινωνίας και δεν θα μπορέσουν να υλοποιηθούν.
Όταν θα επιστρέφονται στις εφορίες τα μπιλιετάκια για την έκτακτη εισφορά.
Όταν θα βουλιάζουν τα κρατικά ταμεία γιατί κανείς δε θα μπορεί να πληρώνει τους φόρους του.
Όταν η λαϊκή οργή θα είναι τόσο μεγάλη που η πίεση στην κυβέρνηση θα είναι αφόρητη.
Όταν από Σεπτέμβριο που θα γυρίσει ο κόσμος από τα μπάνια του θα καταλάβει στο πετσί του τι σημαίνει εκτελεστικό νόμος.
Τότε θα είναι θέμα χρόνου η πτώση της κυβέρνησης. Διότι η κυβέρνηση Παπανδρέου κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος. Νομίζει ότι έχει τη στήριξη του λαού.
Και για να κλείσουμε όπως τελειώσαμε, δηλαδή με απόφθεγμα του Νίτσε διαβάστε γιατί η κυβέρνηση Παπανδρέου θα πέσει σύντομα:
«Το κράτος είναι το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα: ψεύδεται ψυχρά και να το ψέμα που βγαίνει απ’ το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός».
Αριστερός Ψάλτης

Είναι ένα από τα αποφθέγματα που ταιριάζουν αυτές τις δύσκολες για τους Έλληνες, ημέρες. Την Τρίτη και την Τετάρτη οι βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου μέσα σε αυτό και οι πολίτες έξω από αυτό έχουν να βαδίσουν το δικό τους δρόμο. Κατά τη γνώμη των περισσότερων, δεν είναι δύο οι δρόμοι. Δεν είναι “Μνημόνιο” και “όχι στο Μνημόνιο”. Η επιλογή που πρέπει να κάνουν όλοι είναι αν οδηγούμαστε σε απίστευτα δεινά, αν η Ελλάδα που ξέραμε θα ζει και αργότερα. Και δεν εννοούμε την Ελλάδα της λαμογιάς, της διαφθοράς, της ρεμούλας, των χιλιάδων προσλήψεων στο Δημόσιο, της απουσίας κοινωνικού κράτους και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτά τα έχουν καταδικάσει όλοι σοβαροί άνθρωποι αυτού του τόπου.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

ΜΕΘΟΔΟΙ ΛΩΠΟΔΥΤΩΝ.

Του Σταύρου Χριστακόπουλου

Τι κοινό έχουν η πολιτική και ο αθλητισμός στην Ελλάδα; Δυστυχώς μοιάζουν σαν δίδυμα αδελφάκια. Για το ποδόσφαιρο γνωρίζαμε όλοι επί χρόνια, όχι μόνο επειδή το βλέπαμε με τα ίδια μας τα μάτια, αλλά και διότι πολλές φορές έρχονταν στο φως στοιχεία τα οποία έδειχναν ότι οι αγώνες των ελληνικών πρωταθλημάτων «στήνονταν» με μεθόδους κοινών γκάνγκστερ. Η αποκάλυψη μάλιστα του «τρέχοντος» κυκλώματος είναι πραγματικά εκπληκτική, ανεξάρτητα από το πόσοι θα δουν τον κόσμο πίσω από τα κάγκελα της φυλακής.
Και στην πολιτική ζωή όμως το παιχνίδι ήταν «στημένο». Προνομιακοί προμηθευτές και εργολάβοι, κομματικοί στρατοί και ευνοούμενοι πάσης φύσεως και κάθε είδους καταλάμβαναν και ανακαταλάμβαναν το κράτος, μαφίες νέμονταν προμήθειες και μελέτες, πολιτικοί συλλαμβάνονταν με το κατσίκι στην πλάτη αλλά ποτέ δεν τιμωρούνταν εξ αιτίας ενός τρισάθλιου νομικού πλαισίου περί πλήρους απουσίας «ευθύνης υπουργών».

Στρατοί «γενίτσαρων»

Στην περίπτωση του ποδοσφαίρου τα αποτελέσματα ήταν πολύ συγκεκριμένα και ξεπερνούν κατά πολύ τα βρώμικα πρωταθλήματα, τα οφέλη που προέκυπταν για τους «νονούς» του αθλητισμού (αθλητικά, επιχειρηματικά, δικαστικά, πολιτικά) και τα κέρδη – ή υπερκέρδη – από τα στοιχήματα ή τις «αμοιβές» όσων τα έπαιρναν για να ρυθμίζουν αποτελέσματα.
Σε ό,τι αφορά την κοινωνία ειδικότερα, εδώ και χρόνια βλέπαμε να βαθαίνει το τραύμα που τα παρα-αθλητικά (για την ακρίβεια: αθλητικά!) κατακάθια προκαλούσαν σε αυτό το τμήμα της που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «ανθό» της: τη νεολαία.
Ανήλικα και αμούστακα παλληκαράκια, με αγριότητα γενίτσαρων, συνασπίζονταν σε ιδιωτικούς στρατούς προέδρων και παρατρεχάμενων προέδρων αθλητικών εταιρειών με ανταλλάγματα δωρεάν εισιτήρια, πρέζα, χαρτζιλίκι.
Και κάτι ακόμη χειρότερο: κοινωνικοποίηση και κοινωνική αυτο-αναγνώριση στο πλαίσιο χουλιγκάνικων συμμοριών, οι οποίες, επικαλούμενες «ιδέες», μετατρέπονταν σε πανίσχυρους μηχανισμούς διακίνησης ναρκωτικών και ταυτοχρόνως σε δεξαμενές αλίευσης «στελεχών» για ποικιλώνυμες «πολιτικές» ή «αντι-πολιτικές» συμμορίες.
Νεαροί και μεγαλύτεροι – άνεργοι και εργαζόμενοι – οι οποίοι έκαναν την «επανάστασή» τους υπηρετώντας άθλια εγκληματικά κυκλώματα ήταν πάντα το αποτύπωμα που άφηνε πίσω του το κύκλωμα της ποδοσφαιρικής μαφίας.

Στρατοί «ιδεολόγων»

Αντίθετα με τους – πάντα και απ’ όλους – κατακριτέους χουλιγκάνους, στην πολιτική οι ανάλογοι στρατοί επιδίδονταν σε επικών διαστάσεων πλιάτσικο με σημαία κάποια απροσδιόριστη (αλλά με ηχηρό όνομα) «ιδεολογία».
Πολιτικοί ηγέτες και πολιτικά στελέχη μεγαλύτερου ή μικρότερου διαμετρήματος, εδώ και πολλές δεκαετίες, λεηλάτησαν απροκάλυπτα τον ελληνικό λαό και τα συμφέροντά του όχι μόνο ή απλώς για προσωπικό κέρδος, αλλά, ακόμη χειρότερα, προς όφελος επώνυμων και πασίγνωστων επιχειρηματικών συμφερόντων, που σε ελάχιστο χρόνο μετατρέπονταν από «περιπτεράδες» σε «αυτοκράτορες».
Στη διαδρομή τους αυτή πάντα υπόσχονταν «ευημερία». Κι ας έστελναν τη μισή Ελλάδα στη μετανάστευση, κι ας νομιμοποιούσαν ηθικά και πολιτικά τη μίζα, κι ας ονόμαζαν την υπερχρέωση και την τελική χρεοκοπία πότε εκσυγχρονισμό, πότε επανίδρυση του κράτους και πότε σωτηρία της χώρας.
Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι τύποι επιβίωσαν με έναν απλό τρόπο: με ασφαλείς – και ενίοτε ασφαλίτικες – μεθόδους εξαγοράς και δημιουργίας συνενόχων, πάντα αποτελεσματική, με τη χρήση ευτελών αλλά απολύτως αποτελεσματικών ανταλλαγμάτων προς την ελληνική κοινωνία, όπως η κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη, μια θέση στο Δημόσιο, μια παραπάνω προμήθεια και όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Χρησιμοποιήθηκαν και ιδεολογικά «κίνητρα» για να επιτευχθεί η συμμετοχή όλο και περισσότερων στο φαγοπότι:

● «Εθνικού» χαρακτήρα, παρότι η χώρα συνεχώς υποχωρούσε έναντι των απαιτήσεων της Τουρκίας, των ΗΠΑ, αλλά ακόμη και τοπικών εξαμβλωμάτων που μακροημερεύουν ως προτεκτοράτα.

● «Ευρωπαϊκού» ή «οικουμενικού» χαρακτήρα, τα οποία συγκάλυπταν επιμελώς τον μονόδρομο της μετατροπής της χώρας και του συνόλου του ελληνικού λαού σε ένα ευτελισμένο άθυρμα πολιτικών και οικονομικών κερδοσκόπων τοπικής ή και παγκόσμιας εμβέλειας.

Πολλοί, πάμπολλοι, αμέτρητοι ήταν αυτοί που πήραν το ψιχουλάκι τους για να συναινέσουν ή ακόμη και να δοξάσουν τις πιο παράλογες πολιτικές επιλογές, για να νομιμοποιήσουν φελλούς, καραγκιόζηδες και – πολιτικά ή και ανθρώπινα – ανυπόστατους ξεφτίλες. Τώρα όμως έχει έλθει η ώρα της πληρωμής. Τώρα όσοι συνέργησαν στην καταστροφή ακούνε στεντορείως ότι «μαζί τα έφαγαν». Και σε ό,τι τους αφορά, αυτό ισχύει απολύτως. Μόνο που η κατηγορία δεν διατυπώνεται μόνο γι’ αυτούς (ίσως ούτε καν γι’ αυτούς!), αλλά για το σύνολο της κοινωνίας. Αδιακρίτως.
Τώρα που η Ελλάδα πτωχεύει, ξεπουλιέται και μετατρέπεται κι αυτή σε μπανανία και προτεκτοράτο χωρίς «φως στο βάθος του τούνελ», τώρα που ολόκληρος ο λαός της, χωρίς σημαντικές ταξικές ή άλλες διακρίσεις, εξανδραποδίζεται και καλείται να επιστρέψει στις δεκαετίες του 1940 και του 1950 για να πληρώσει όσα πέτυχε τα τελευταία εξήντα χρόνια, εξευτελίζεται δημοσίως ακριβώς από ανθρώπους που συμμετείχαν ψυχή τε και σώματι επί δεκαετίες στο σύστημα διακυβέρνησης που τον έφτασε μέχρι εδώ.
Όλοι λοιπόν είμαστε αδιακρίτως διεφθαρμένοι, λαμόγια, απατεώνες. Γι’ αυτό χρεοκοπήσαμε. Κι αυτοί που επί χρόνια συμμετείχαν από υψηλότατες θέσεις στο σύστημα εξουσίας δεν υπήρξαν παρά εκβιαζόμενοι από τραμπούκους ψηφοφόρους, που αναγκάστηκαν να υποχωρούν στους εκβιαστές τους για να επιβιώσουν σε έναν χώρο τον οποίο, για κάποιον παράξενο και αδιευκρίνιστο λόγο, δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν, αφού ήταν εκεί ταγμένοι από άγνωστη σε μας εντολή προκειμένου να μας σώζουν από τον εαυτό μας. Οι δύστυχοι αυτοί και κατατρεγμένοι...
Ο κατήφορος όμως αυτός δεν έχει τελειωμό. Πέρα από ιδεολογικές τοποθετήσεις, πέρα από προκαταλήψεις και προσωπικά «κολλήματα», στην πολιτική υπάρχει πάντα ένα όριο. Το οποίο δυστυχώς στις μέρες μας δεν φαίνεται καν να γίνεται σεβαστό.
Ένα πολιτικό σύστημα – και ειδικότερα η σημερινή κυβέρνηση – που οδεύει προς τον γκρεμό συμπαρασύροντας ολόκληρο τον ελληνικό λαό δεν διστάζει ενίοτε να απειλεί, έστω συγκαλυμμένα, ακόμη και με... χούντα! Θεωρώντας ότι έτσι μπορεί να πείσει πως αγωνίζεται για τη σωτηρία μας. Όπως κάποιοι άλλοι παρελθοντικοί «εθνοσωτήρες», οι οποίοι υλοποίησαν το όνειρό τους με τα γνωστά τραγικά για την Ελλάδα αποτελέσματα. Οι οποίοι δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συμμορία. Πολύ χειρότερη από τη σημερινή του ποδοσφαίρου βεβαίως.
Κι αν για τους εν γένει συμμορίτες και λωποδύτες κάθε μέθοδος επιβίωσης και κυριαρχίας είναι θεμιτή, αυτό δεν μπορεί να ισχύει σε μια δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία. Ακόμη και στα έσχατα της παρακμής της. Δεν μπορεί τα τανκς και η χρήση του στρατού να επισείονται ως απειλή έναντι κοινωνικής αναταραχής για οποιονδήποτε λόγο, όταν και ο πιο άσχετος γνωρίζει πως αυτού του είδους οι μέθοδοι αποκτούν ανεξέλεγκτη δυναμική.
Ο καθείς και οι προσλαμβάνουσές του. Ο καθείς και τα μέσα του. Ο καθείς και η πολιτική του κουλτούρα. Ο καθείς και το όραμά του. Ο καθείς και η πολιτική του αξιοπρέπεια. Ο καθείς και τα τανκς του...

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, Ο ΣΟΛΩΝ...

 Tου Παντελη Μπουκαλα

Από τη μια είναι οι ξένοι, κάθε εθνικότητας και παιδείας, δημοσιογράφοι, αναλυτές ή πολιτικοί, που, όταν αναφέρονται σε όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, ανατρέχουν σχεδόν πάντοτε σε κάποια πτυχή της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, γραμματείας ή ιστορίας. Κι ακούμε έτσι και διαβάζουμε για το πιθάρι των Δαναΐδων, την ελληνική τραγωδία, τη μοίρα του Σίσυφου, την Οδύσσεια κ.τ.λ. Τίποτα παράδοξο. Κι εμείς, στις αναφορές μας σε άλλες χώρες ή λαούς, αντλούμε από το απόθεμα των στερεοτύπων (απαξιωτικών ή τιμητικών) εκείνα που πιστεύουμε ότι θα γίνουν κατανοητά ταχύτερα και μαζικότερα. Το γεγονός άλλωστε ότι τα σημεία Ελληνες και Ελλάδα έχουν μακρότατη ιστορία, εμπλουτίζοντας τη διεθνή κουλτούρα με πολλά εύκολα αναγνωρίσιμα σύμβολα, εξωθεί τους ποικίλους αφηγητές στη χρήση μοτίβων από την αρχαιότητα, είτε τα κατέχουν πράγματι είτε τα έχουν απλώς ακουστά. Ακόμα και στα καρτούν μάς παίζουν: Εβλεπα πρόσφατα ένα επεισόδιο των διάσημων «Σίμσονς», κι ο μπαμπάς, ο Χόμερ-Ομηρος, μονίμως αγόμενος από τα πάθη και το θυμό του, αποφαίνεται πως είναι «παθιασμένος σαν Ελληνας». Τους αρχαίους θα εννοούσε προφανώς. Την αγανάκτηση των πλατειών δεν έχουν προλάβει να την αξιοποιήσουν οι σεναριογράφοι.
Από την άλλη είμαστε εμείς, οι απόγονοι και κληρονόμοι κατά τον αυτοπροσδιορισμό μας, στο πλαίσιο του οποίου δεν χωρούν αμφιβολίες και αμφισβητήσεις, λόγου χάρη ως προς τη μοίρα που επιφυλάσσουμε στην κληρονομιά: τη μοίρα ενός αγαθού που δίχως να το γνωρίζουμε καλά καλά, επειγόμαστε να το αξιοποιήσουμε – ποικιλοτρόπως. Κι εμείς λοιπόν στολίζουμε τα λεγόμενα και τα γραφόμενά μας με παραπομπές στην αρχαιότητα, άλλοτε ωφέλιμες και αναγκαίες και άλλοτε όχι, ενίοτε με επίγνωση και συνηθέστερα με μπόλικη δοκησισοφία. Εν πάση περιπτώσει, τρία ήταν τα ιστορικά πρόσωπα της αρχαιότητας που το όνομά τους ακούστηκε αρκετά τις τελευταίες εβδομάδες, για λόγους πολιτικούς ή καλλιτεχνικούς: Ο Σόλων, ο Φειδίας και ο Θεμιστοκλής (από κοντά κι ο Ευρυβιάδης λοιπόν). Ο Σόλων, χάρη στη σεισάχθειά του, είχε γίνει σύνθημα σε πλακάτ της πλατείας Συντάγματος πριν τον μνημονεύσει ο Μίκης Θεοδωράκης, τον δε Θεμιστοκλή και τον Ευρυβιάδη τούς κακομεταχειρίστηκε ο κ. Καρατζαφέρης, αποπειρώμενος να σκαρώσει άλλη μία ατάκα, ακολούθησε δε ο κ. Σαμαράς. Οσο για τον Φειδία, έγινε πρωτοσέλιδος επειδή έπειτα από δυόμισι χιλιετίες, μια εμβληματική μαρμάρινη λεοντοκεφαλή, έργο των χειρών του, κατέβηκε από το ύψος της στη βορειοδυτική γωνία του Παρθενώνα για να συντηρηθεί.
Η τύχη λοιπόν έφερε έτσι τα πράγματα ώστε να ακουστούν τον ίδιο καιρό τρία από τα βαρύτερα ονόματα του αρχαιοελληνικού βίου, που και τίποτε άλλο κοινό να μη διαθέτουν, έχουν το εξής: Και ο Σόλων και ο Θεμιστοκλής και ο Φειδίας, θύματα και αυτοί μιας οιονεί φυλετικής συνήθειας, κατηγορήθηκαν για πράξεις αλγεινές, οι οποίες μάλιστα δεν μείωναν το γόητρό τους γενικώς και αορίστως αλλά αμαύρωναν τα ίδια τα κορυφαία επιτεύγματά τους – τη σεισάχθεια, τον νικηφόρο πόλεμο κατά των Περσών, τη δημιουργία του Παρθενώνα. Τι λειτουργεί σε αυτές τις περιπτώσεις, η σκέτη κακεντρέχεια και η ζηλοφθονία, η ροπή να γκρεμίζουμε αγάλματα που μόλις τα στήσαμε, το φατριαστικό πάθος (στα όρια του εμφυλίου αυτό) ή το δαιμόνιο της κριτικής που δεν θαμπώνεται με τίποτα και δεν ηρεμεί ποτέ, δεν είναι εύκολο να ειπωθεί.
«Σόλων Εξηκεστίδου Σαλαμίνιος πρώτος μεν την σεισάχθειαν εισηγήσατο Αθηναίοις· το δεν ην λύτρωσις σωμάτων τε και κτημάτων. Και γαρ επί σώμασιν εδανείζοντο και πολλοί δι’ απορίαν εθήτευον», ιστορεί ο Διογένης Λαέρτιος. Η σεισάχθεια λοιπόν, η ακύρωση των χρεών προς το Δημόσιο και προς ιδιώτες, και η απαγόρευση να δανείζεται κανείς υποθηκεύοντας το ίδιο του το σώμα, υπήρξε η πρώτη πολιτική πράξη του Σόλωνα· ο ίδιος μάλιστα της έδωσε το όνομα αυτό, εγκαινιάζοντας την πρακτική των Αθηναίων να επικαλύπτουν την ωμότητα των πραγμάτων με «χρηστά και φιλάνθρωπα ονόματα». Και με το δίκιο του, στα ποιήματά του καμάρωνε επειδή «λευτέρωσε τη γη την υποδουλωμένη, / βγάζοντας του χρέους τα σημάδια που ήταν παντού μπηγμένα» (τα σημάδια αυτά, οι «όροι», κάτι σαν μνημόνια εποχής, ήταν πέτρινες πλάκες που τις έβαζαν στα χρεωμένα κτήματα, γράφοντας πάνω τους το ποσό του χρέους και τα ονόματα του δανειστή και του επώνυμου άρχοντα). Επιπλέον ο Σόλων εισήγαγε μια πρώτη μορφή του πόθεν έσχες, ανολοκλήρωτη έκτοτε, και έλαβε μέτρα που περιόριζαν την πολυτελή διαβίωση. Αν απέσβεσε πλήρως τα χρέη ή απλώς αλάφρωσε τους τόκους, όπως έγραψε ο Ανδροτίων, Αθηναίος πολιτικός του 4ου αιώνα, είναι ένα ερώτημα για τους ιστοριογράφους. Οπως διαβάζουμε πάντως στη βιογραφία του προδρόμου της δημοκρατίας από τον Πλούταρχο, ο μεταρρυθμιστής Σόλων «μπήκε σε μεγάλους μπελάδες με τη σεισάχθεια. Γιατί μόλις αποφάσισε να ξεγράψει τα χρέη και να μην ξαναμοιράσει τη γη, είπε τις σκέψεις του στους πιο πιστούς και στενούς του φίλους». Κι εκείνοι έτρεξαν και δανείστηκαν μεγάλα ποσά από τους πλούσιους κι αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις γης» (περίπου όπως θα συμβεί και στις μέρες μας, με ενδεχόμενη έξοδο από το ευρώ και επιστροφή στη δραχμή, οπότε όσοι άσκησαν το πατριωτικό τους καθήκον στέλνοντας με βαριά καρδιά τα χρήματά τους στην αφιλόξενη Ελβετία, θα βρεθούν σε θέση αγοραστικής ισχύος). «Μόλις λοιπόν κοινοποιήθηκε ο νόμος της σεισάχθειας», συνεχίζει ο Πλούταρχος, οι φίλοι του Σόλωνα, που είχαν εκμεταλλευτεί την ούτως ειπείν εσωτερική πληροφόρηση, «κατακράτησαν και τα κτήματα και τα δανεικά, γι’ αυτό και τους ονόμασαν χρεοκοπίδες. Βαριές κατηγορίες ακούστηκαν τότε για τον Σόλωνα, ότι δηλαδή αδίκησε και δεν αδικήθηκε. Μα βρήκε το δίκιο του όταν μαθεύτηκε πως είχε δανείσει μονάχα πέντε τάλαντα – που κι αυτά τα χάρισε πρώτος κατά τον νόμο».
Μια μέθοδος απελευθέρωσης ήταν η σεισάχθεια, «η των χρεών άνεσις», γιατί με αυτήν ο Σόλων «την ελευθερίαν εβεβαίωσε των πολιτών». «Ουδέν γαρ ην όφελος νόμων ισότητα παρεχόντων, ην αφαιρείται τα χρέη τους πένητας» σκεφτόταν ο Αθηναίος νομοθέτης. Δηλαδή, «δεν υπάρχει κανένα όφελος, αν οι νόμοι παρέχουν ισότητα αλλά τη στερούν τα χρέη. Αφού τότε οι φτωχοί, κι ας φαίνεται πως χαίρονται τη μεγαλύτερη ελευθερία, είναι υποδουλωμένοι στους πλούσιους, γιατί κι όταν ακόμα δικάζουν ή μετέχουν σε δημόσιες υπηρεσίες ή μιλούν στην αγορά, υπακούουν στις επιθυμίες των πλουσίων και αυτούς υπηρετούν». Πρόδηλη η αναλογία με τα σημερινά, με τη δανεική ελευθερία μας και τη χρεωστικώς μειωμένη κυριαρχία μας. Αλλά πρόδηλη και η διαφορά: Ο Σόλων, που χρησιμοποίησε ένα «φάρμακο επικίνδυνο μεν αλλά δραστικό», σαν άνθρωπος του μέτρου που ήταν, κατόρθωσε με την «αρετή» του και να πείσει και να κατανικήσει την εις βάρος του διαβολή. Ακόμα και οι ταπεινότεροι κόλακες των νυν αρχόντων και νομοθετούντων, όμως, δύσκολα θα ισχυρίζονταν κάτι τέτοιο για τους κυρίους τους.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ.

Του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου

Η λογοκρισία σήμερα δεν γίνεται με την απαγόρευση μιας πληροφορίας αλλά με την υπερπληθώρα πληροφοριών. Μπορεί η μεγάλη είδηση των ημερών να είναι τα νέα μέτρα εξόντωσης των εργαζομένων και των συνταξιούχων, αλλά αυτή αποδυναμώνεται, αφυδατώνεται από την επικίνδυνη αγανάκτηση που εκλύει, μέσω άλλων ειδήσεων, όπως το μεγάλο θέμα των στημένων ποδοσφαιρικών παιγνιδιών, το σκάνδαλο με την «κρυφή αποθήκη» φαρμάκων στο Ιπποκράτειο και τους διευθυντές σχολείων που έστελναν παραποιημένα στοιχεία στο υπουργείο Παιδείας! Είναι τυχαίο ότι όλα αυτά τα σκάνδαλα δημοσιοποιήθηκαν χθες; Όχι. Και δεν πρόκειται για συνομωσιολογικό τρόπο σκέψης αλλά για αμιγώς επικοινωνιακό σχεδιασμό. Αλλά για να μπορέσει η κυβέρνηση να στήσει αυτό το επικοινωνιακό παιγνίδι με τα… στημένα πρέπει να συγκεντρώνει μια σειρά από εξουσίας. Τότε τι γίνεται η περίφημη διάκριση των εξουσιών; Δεν υπάρχει πλέον και είναι απλώς θεωρητική (P. Rosanvallon). Εκτελεστική(κυβέρνηση), νομοθετική(Βουλή) και δικαστική εξουσία ταυτίζονται. Αν εδώ προσθέσουμε και την εξουσία πάνω στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης μέσω του ελέγχου διαμόρφωσης της ατζέντας τους, τότε αυτό δεν είναι δημοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι χθες όλοι μιλούσαν για τα στημένα παιγνίδια, ενώ για το στημένο πολιτικό παιγνίδι, για το στήσιμο στο… στήσιμο δεν μιλούσε κανείς.
Ο στόχος, εν προκειμένω, του σχεδίου είναι να καταπνιγεί ή να ματαιωθεί η έκδηλη πλέον αμφισβήτηση των «αξιών» και των συμφερόντων αυτών που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Με άλλα λόγια αναπτύσσεται ένας μιντιακός μηχανισμός που επιδιώκει να εξαφανίσει τις αντιδράσεις στα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου προγράμματος πριν καν διατυπωθούν, να τα εξουδετερώσει πριν αυτά κερδίσουν δύναμη ή πρόσβαση στους συναφείς με τη λήψη των αποφάσεων χώρους –στο εσωτερικό δηλαδή της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ.
Αν δηλαδή τα παλιά αυταρχικά καθεστώτα λειτουργούσαν με βάση την «παραγωγή της άγνοιας»(λογοκρισία), τα σύγχρονα βασίζονται στο παραπλανάν, στην κατασκευή ή τη διαμόρφωση των προτιμήσεων που συντελούν στην εκούσια συμμόρφωση ή υποταγή στην αθέμιτη κυριαρχία των ισχυρών, που ασκείται κυρίως στο συμβολικό πεδίο της επικοινωνίας, των ιδεών, των πεποιθήσεων και της κοινωνικοποίησης(σχολείο). Σ’ αυτό διαδραματίζει μεγάλο ρόλο η βιομηχανία της συνείδησης(ΜΜΕ) και των κατόχων-βαρόνων της. Τα μεγάλα μίντια και δη η τηλοψία έχουν καταστεί ο τόπος συνάντησης οικονομίας και πολιτικής(διαπλοκή), με τη δεύτερη να έχει απολέσει το παιγνίδι από την πρώτη, εξαρτώμενη πλήρως από αυτή. Έτσι όλα καταλήγουν σε μία ήπια, συμβολική βία, που είναι ανεπαίσθητη και αφανής ακόμη και στα θύματά της. Όλα καθίστανται φυσικά ακόμα και η εξόντωση των «κάτω». Συνεπώς, γινόμαστε, σήμερα, μάρτυρες ενός επικοινωνιακού σχεδίου που κυμαίνεται από την καθαρή λογοκρισία και την παραπληροφόρηση μέχρι τους ποικίλους και ιδιαίτερους τρόπους απομώρανσης της κρίσης καθώς και την προαγωγή και συντήρηση κάθε είδους παραλογισμού και απατηλής σκέψης, μεταξύ των οποίων είναι και η φυσικοποίηση της αδικίας.
Αυτό όμως το οπλοστάσιο επιτήρησης και ελέγχου της εξανάστασης των «κάτω» έχει σήμερα έναν μεγάλο και παραδοσιακό αντίπαλο, το «δρόμο» με την επικοινωνιακή έννοια του όρου, ή την «πλατεία» με την πολιτική. Εκεί σήμερα ακυρώνεται ο έλεγχος του μεγάλου θυμού. Γι’ αυτό ενδέχεται στην «πλατεία» να ασκηθούν οι παραδοσιακές μορφές βίας προκειμένου να εξαλειφθεί ως θεσμός επικίνδυνης αμφισβήτησης.
 

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

Tης Τασούλας Καραΐσκάκη
 
H αναβίωση του παρελθόντος μοιάζει να έλκει ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Ιστορικά αναγνώσματα, άρθρα με ιστορικό περιεχόμενο, επανεκδόσεις βιβλίων Ιστορίας, ιστορικά μυθιστορήματα, κινηματογραφικές ταινίες, ντοκιμαντέρ κάνουν όλο και πιο συχνά την εμφάνισή τους την τελευταία τριετία. Προβάλλοντας από επίμαχα ζητήματα του παρελθόντος μέχρι προσωπικές αφηγήσεις, που μετουσιώνουν βιωμένες μνήμες σε παράδοση. Στην τάση αυτή ήρθε προσφάτως να προστεθεί μια αμιγώς κοινωνική -θα λέγαμε- χρήση της Ιστορίας. Αθηναϊκή συμμετοχική δημοκρατία, Αγώνας του '21, δάνεια, Επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, Κίνημα στο Γουδί, νέα δάνεια και χρεοκοπίες συζητούνται συχνά στα πηγαδάκια του Συντάγματος. Ενώ παράλληλα τίθενται ερωτήματα, όπως: Γιατί ο λαός αυτός κατρακυλάει αδιάκοπα σε εξευτελισμούς και ταπεινώσεις; Γιατί είναι σε μόνιμη οικονομική κρίση, με το φάσμα της πτώχευσης απειλητικό διαρκώς στον ορίζοντα; Τι είναι αυτό που τον κάνει να νικά και τι αυτό που τον καταποντίζει; Τα ολίγα παράσιτα της εξουσίας; «Από τους καρχαρίες ξέφυγα και νίκησα τις τίγρεις, μ' έφαγαν όμως οι κοριοί», έγραφε ο Μπρεχτ και ταιριάζει πολύ στα ελληνικά πράγματα.
Με τη γνώση της Ιστορίας, ο πολίτης αποκτά τα εφόδια για να ξεχωρίζει τι είναι αλήθεια και τι ψεύδος. Χωρίς τη γενική συνείδηση των αξιών που ανθοφόρησαν σ' αυτόν τον τόπο, οι Έλληνες κινδυνεύουν να παρασυρθούν στην αυτοκαταστροφή. Τις κρίσιμες αυτές ημέρες, μέσα από το ξαναζωντάνεμα της Ιστορίας γίνεται μια προσπάθεια, όχι να ανακατασκευαστεί το παρελθόν, να αποκατασταθεί μια αποσιωποιημένη ιστορική αλήθεια, να ανοιχτεί ένα πεδίο αντιπαραθέσεων, αλλά να αναβιώσουν οι προσπάθειες της πολύπαθης χώρας να επιβιώσει. Η Ιστορία ως κινητήριος δύναμη σύγκλισης των ανθρώπων. Συμβαίνει, γεγονότα που βγαίνουν από τη σκόνη του χρόνου, να τονώνουν την ελπίδα ότι θα τα καταφέρουμε, τη γνώση ότι ίδιες καταστάσεις ξαναζήσαμε και επιζήσαμε. Ιστορίες του παρελθόντος κάνουν φανερό πόση σημασία έχει να είμαστε ένα ανθρώπινο σύνολο και όχι ένα τυχαίο πλήθος, εγείρουν τον στοχασμό πάνω σε κοινές εμπειρίες, μεταμορφώνουν την ανώνυμη μάζα σε κοινωνία πολιτών. Πολίτες που αναζητούν μέσα στις αντιδράσεις του χθες το τι θα πράτταμε σήμερα. Πολίτες ιχνευτές ήθους και ιδεών.
Όλα αυτά, βεβαίως, θα ισχύουν όσο η επιστροφή σε συμβάντα συγκινητικά, τολμηρά, τα οποία μοιάζουν επίκαιρα και ζωντανά, η αναφορά στο παρελθόν, που εισχωρεί το παρόν, παραμένουν ως κοινή παρακαταθήκη και καμία ομάδα δεν επιχειρεί να τα καπηλευθεί για δικό της όφελος και εναντίον άλλων. Διότι είναι πολύ εύκολο, ο αυθόρμητος διάλογος μεταξύ του χθες και του σήμερα που άρχισε να αναπτύσσεται ως ανάγκη αναβίωσης αισθημάτων όχι πόνου και απώλειας, αλλά ενθάρρυνσης και παρηγοριάς, να καταλήξει στους παλιούς διχασμούς, σε Έλληνες εναντίον Ελλήνων, αντί σε ένα στιβαρό όραμα για το μέλλον.
Η μέθεξη παλιού και νέου κόσμου μπορεί να συντελεστεί μόνο μέσα στα κρυστάλλινα όρια της νηφαλιότητας. Της σύμπνοιας, παρά την αμφιλογία, τις πολλές διαφορές. Της ένωσης ισχύος, όπως γινόταν πάντα στον τόπο αυτό σε δύσκολες στιγμές. Από το παρελθόν μας μπορούμε να αλιεύσουμε όχι μόνο την τραγικότητα, το δράμα, τα δεινά, αλλά τις υψηλές έννοιες της περηφάνιας, της αντοχής, της διάρκειας...