Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΑΛΛΟΥ. ΕΔΩ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Στο κέντρο του κόσμου όντες και ομφαλοσκοπούντες, ως συνήθως,μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και να προβλέψουμε τις εξελίξεις μόνο με βάση τις επιθυμίες μας και τις πιο εμφανείς από τις κινήσεις που είμαστε σε θέση να διακρίνουμε, στην φτωχή, επαρχιακή μας πολιτική σκηνή. Σε αυτήν αποκλειστικά. Τίποτε εξωτερικό δεν μας αγγίζει.
Καταλήξαμε έτσι στο συμπέρασμα ότι η χώρα έμεινε στο ευρώ, δεν εξερράγη και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αναπνέει, χάρη στην υπεύθυνη πολιτική που ακολούθησε προσωπικά ο πρωθυπουργός, ο Αντώνης Σαμαράς και οι επιφανείς εταίροι του, στην τρικομματική κυβέρνηση του ιστορικού συμβιβασμού. Και βέβαια χάρη στις έκτακτες και ειδικές ικανότητες και άοκνες προσπάθειες του μάγου της οικονομίας, Στουρνάρα, ο οποίος προσέθεσε εύστοχα στην υψηλή πολιτική των άλλων την απαραίτητη δική του τεχνική αρτιότητα. Αυτός είναι ο κυρίαρχος μύθος,που εξηγεί τα βασικά, ενώ υπάρχουν και ένα σωρό άλλοι, παράπλευροι και πάντα εσωτερικοί, για τα μικρότερα.
Το ότι η χώρα "διεσώθη" σχεδόν παρά φύσιν, χάρη στην, ολοφάνερη πλέον, ύψιστη οικονομική και πολιτική σκοπιμότητα της Ε.Ε., με αποφάσεις που πάρθηκαν, τη απουσία ημών, στις Βρυξέλλες και, κυρίως στο Βερολίνο και ότι όλα τα επί μέρους στοιχεία και μέτρα της εσωτερικής διευθέτησης καθορίστηκαν στο κατώτερο επιτρεπτό όριο, με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση αυτού και μόνον του στόχου,το σκεφτόμαστε μεν λίγο, πλην όμως το προσπερνάμε βιαστικά, επειδή είναι προφανές ότι δεν ικανοποιεί ούτε την αυταρέσκεια ούτε την περήφανη αίσθηση της εθνικής ανεξαρτησίας μας.
Φτάνουμε έτσι να πιστώνουμε στον εσωτερικό πολιτικό θίασο "επιτεύγματα"που, σε καμία περίπτωση, δεν του ανήκουν. Και όχι μόνο. Επειδή η απόδοση θετικών ιδιοτήτων σε κάποιους πρέπει να ισοσταθμίζεται με την απόδοση των αντίστοιχων αρνητικών σε κάποιους άλλους, ο μύθος των μισών καλών γεννά αναγκαστικά τον παράλληλο μύθο των άλλων μισών, που δεν μπορεί παρά να είναι οι απαραίτητοι κακοί. Και ασφαλώς οι τελευταίοι, ενσωματωμένοι πλήρως στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης της κοινωνίας,ανταποκρίνονται περίφημα στις ανάγκες του φυσικού τους ρόλου, παίζοντας με επιτυχία τους κακούς, χωρίς διόλου να το αντιλαμβάνονται.
Το αποτέλεσμα είναι η συνύπαρξη δύο παράλληλων κόσμων. Του πραγματικού, που έχει να κάνει με τις ανάγκες και τις κεντρικές αποφάσεις της Ευρώπης και του φανταστικού, που περιλαμβάνει τα όσα, εικονικής πραγματικότητας, διαδραματίζονται στην αφασική πολιτική μας σκηνή, στην οποία, τρία χρόνια τώρα, παρατηρούμε την συναρπαστική διαδοχή των επεισοδίων του έργου της σωτηρίας της πατρίδας.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους συνθλίβονται οι πολίτες,αντιμέτωποι με την ανελέητη καθημερινότητα και τα διαρκώς διογκούμενα προβλήματα.Διότι οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, μπορεί μεν να καθορίζουν τις βασικές πολιτικές αλλά στερούνται την δυνατότητα να τις εφαρμόσουν επί τόπου, ασκώντας οι ίδιες την διακυβέρνηση της χώρας. Και από την άλλη πλευρά το πολιτικό σύστημα είναι ιδιαίτερα απασχολημένο, με την προσπάθεια του να οικειοποιηθεί οποιαδήποτε καλή εξέλιξη,εντάσσοντας την στο ευφάνταστο σενάριο της θεατρικής παράστασης που έχει αναλάβει.Η Ελλάδα πορεύεται στην ουσία ακυβέρνητη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η έξοδος από την διαδοχή των φαύλων κύκλων μπορεί να γίνει μόνο με αυτόματο και, μοιραία, βίαιο τρόπο. Αυτό θα επισυμβεί όταν το κόστος για την εξυπηρέτηση της σκοπιμότητας των εταίρων μας ξεπεράσει την αναμενόμενη για τους ίδιους ωφέλεια και καταστεί πλέον απαγορευτικό.
Το πότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί μια και εξαρτάται από παράγοντες που ούτε μπορούμε να διαμορφώσουμε, αλλά ούτε και να αξιολογήσουμε.Έχοντας τα μάτια στραμμένα στην απατηλή κινητικότητα της εσωτερικής σκιαμαχίας,που θέλουμε να θεωρούμε πολιτική σκηνή, έχουμε παραιτηθεί από κάθε δυνατότητα δράσης στο πεδίο της πραγματικότητας και έχουμε μετατραπεί από υποκείμενα σε αντικείμενα της ιστορίας.Επιλέξαμε να πληρώσουμε το κόστος μιας παράστασης, μαζί με τα έξοδα και τις αμοιβές των ηθοποιών της. Το πάθος μας για το θέατρο φαίνεται να ξεπερνάει την ανάγκη μας για την ζωή.
 

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

ΦΤΩΧΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΕΓΩΙΣΜΟ...

Της Αλεξάνδρας Κορωναίου*
 
Η φτώχεια και η οικονομική εξαθλίωση επιφέρουν, πέρα από τον καθημερινό Γολγοθά της επιβίωσης και την οδύνη της μιζέριας, κι ένα άλλο υποχθόνιο συναίσθημα που δηλητηριάζει την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Πρόκειται για την κοινωνική ντροπή (που διαφέρει από την ηθική, σεξουαλική, σωματική και ψυχική ντροπή) και αφορά ορισμένες πλευρές της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, οι οποίες, ανάλογα με το ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν αντικείμενο στιγματισμού ή/και αυτοστιγματισμού. Άλλοτε είναι η φυλή (ο ξένος, ο αποδιοπομπαίος τράγος), άλλοτε το θρήσκευμα (ο Εβραίος, ο μουσουλμάνος) και άλλοτε το κοινωνικό-οικονομικό στάτους (ο άνεργος, ο φτωχός, ο περιθωριοποιημένος). Η ντροπή, εξαιτίας της φτώχειας, έχει αναμφισβήτητα μια αντικειμενική βάση που αποτιμάται με αριθμούς, έστω αυθαίρετους, στις σχετικές έρευνες (εισόδημα, όριο φτώχειας κ.ά.). Εχει όμως και μια συμβολική διάσταση που συνδέεται με τις σχέσεις κυριαρχίας και εξουσίας. Με αυτή την έννοια, η ντροπή έχει να κάνει με τις πραγματικές και συμβολικές μορφές ταπείνωσης που ασκούν καθημερινά οι ισχυροί στους ανίσχυρους, οι πλούσιοι στους φτωχούς, οι εκμεταλλευτές στους εκμεταλλευόμενους.
Η κοινωνική ντροπή ωστόσο κρύβει το αληθινό της πρόσωπο, καθώς βιώνεται ως υποκειμενική κατάσταση, ένα προσωπικό ή οικογενειακό βίωμα που παραπέμπει διαρκώς στην εικόνα του εαυτού και στην εικόνα που έχουν οι άλλοι, οι σημαντικοί και «ασήμαντοι» άλλοι, για το άτομο. Η φτώχεια προκαλεί συναισθήματα που είναι τόσο πιο επώδυνα όσο αποφεύγουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το τι σημαίνει «ντρέπομαι». Ντρέπομαι που απλώνω τα χέρια για να αρπάξω στον αέρα μια σακούλα με ντομάτες, ντρέπομαι που η επιβίωση των παιδιών μου εξαρτάται από τις αγαθοεργίες των φιλεύσπλαχνων, ντρέπομαι που δεν έχω λεφτά να φτιάξω τα χαλασμένα δόντια μου, ντρέπομαι που δεν έχω μια αξιοπρεπή δουλειά, ντρέπομαι που η ζωή μου εξαρτάται από την ατομική φιλανθρωπία και τις υπηρεσίες πρόνοιας. Ντρέπομαι γιατί όλα τούτα σημαίνουν πως δεν είμαι αυτόνομος άνθρωπος, δεν είμαι σαν τους άλλους. Είμαι ένα τίποτα. Και το χειρότερο: ντρέπομαι που ντρέπομαι. Μια γειτόνισσά μου, της οποίας ο σύζυγος είναι άνεργος εδώ και 8 μήνες, μου έλεγε τις προάλλες: Το χειρότερο είναι οι μέρες που το ψυγείο είναι άδειο και τότε αποφεύγω να κοιτάξω τα παιδιά στα μάτια. Ντρέπομαι που το ψυγείο είναι άδειο. Κι ύστερα ντρέπομαι που ντρέπομαι για μένα και τον άνδρα μου, γιατί ξέρω πως δεν κάναμε κάτι κακό για να ζούμε έτσι. Η ντροπή, έγραφε ο Erving Goffman, σε στιγματίζει και συγχρόνως σε διαλύει. Σταδιακά, οι άνθρωποι της ντροπής αφήνονται, εγκαταλείπουν τον εαυτό τους και την προσπάθεια να καταπολεμήσουν την ταπεινωτική τους κατάσταση.
Μοιάζουν έτσι όλο και περισσότερο με εκείνον τον ασήμαντο ανθρωπάκο στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι για τον οποίο ο κορυφαίος συγγραφέας αναρωτιόταν με ανάμεικτα συναισθήματα οίκτου, περιφρόνησης και θυμού: « Γιατί ο Ζαρνίτσιν αφέθηκε να πεθάνει απ’ την πείνα έχοντας εξήντα χρόνια ζωής ακόμα; Γιατί δεν έγινε κι αυτός Ρότσιλντ; Ποιος φταίει που δεν έχει εκατομμύρια σαν τον Ρότσιλντ, που δεν έχει βουνά τα χρυσά ρούβλια και τα ναπολεόνια; Ενα ολάκερο βουνό σαν εκείνα που βλέπει κανείς στα πανηγύρια της Αποκριάς; Μια και ζει, σημαίνει πως όλα, τα πάντα, είναι στην εξουσία του! Ποιος φταίει που δεν το καταλαβαίνει;».
Πράγματι οι φτωχοί, οι αποκλεισμένοι, οι εξαθλιωμένοι μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν τη δύναμή τους. Ισως επειδή δεν έχουν ούτε τα μέσα ούτε τον χρόνο να συνειδητοποιήσουν την κατάστασή τους και να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Δεν έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν το παρόν και την πολυτέλεια να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Οταν μάλιστα τα παιδιά των κοινωνικά αποκλεισμένων αποστρέφονται τη μόρφωση, καταλαβαίνοντας πως τίποτα δεν έχουν πια να προσμένουν από το σχολικό σύστημα, τότε είναι βέβαιο ότι το μέλλον της απόγνωσης, αλλά και της υποταγής, θα διαρκέσει πολύ.
Το περίεργο είναι πως οι ολίγοι ισχυροί και οι άλλοι διεφθαρμένοι της εξουσίας δεν νιώθουν καμία ντροπή. Κι ας ουρλιάζουν τα πλήθη «ντροπή σας!». Αυτοί δεν ντρέπονται παρά μόνο για τις εικόνες της αθλιότητας που κάνουν τον γύρο του κόσμου και προσβάλλουν τη χώρα. Ισως επειδή καταλαβαίνουν πως, αν αφεθούν σε τέτοια συναισθήματα, θα διαλυθούν εσωτερικά. Και τότε δεν θα μπορούν να αφοσιωθούν στο υψηλό έργο της διάσωσης του έθνους και του λαού. Αφήστε που κάποιος απ’ αυτούς μπορεί να πηδήξει από κανένα μπαλκόνι. Οχι, βέβαια, επειδή είναι άνεργος και ταπεινωμένος, αλλά επειδή κατάφερε να νιώσει, έστω για μια στιγμή, ντροπή.
  
Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
 

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΑΟΥΣ

Του Κωνσταντίνου Χαντζόπουλου
 
Ο αττικός λαμπρός ουρανός είναι πάντα συνεπής στο ραντεβού του. Πολλές φορές αντί να στρέψω το βλέμμα μου προς τα πάνω, εκεί ψηλά στο γαλάζιο, κοιτάζω γύρω μου τη διάχυτη επιθετικότητα κι αιχμαλωτίζομαι από τη θλίψη που νιώθω μέσα μου. Και το χειρότερο, φοβάμαι ότι έχω αρχίσει να συνηθίζω αυτή την ισοπεδωτική κατάσταση.
Υπάρχουν κάποιοι που νιώθουν σα στο σπίτι τους μέσα σε αυτή τη μουντή παρακμιακή ατμόσφαιρα, σαν να εύχονταν αυτή τη γλυκιά λήθη της αργής σήψης και δε θέλουν τίποτε να αλλάξει. Κάποιοι άλλοι, γεμάτοι κενή οργή, κυνηγούν μια θλιβερή κάθαρση, μέσα από τη φωτιά και την καταστροφή: τυχεροί αυτοί, μέσα στη φαντασίωση τους έχουν επιλέξει τον πιο εύκολο δρόμο. Υπάρχουν όμως και αυτοί με το σιωπηλό, χαμένο βλέμμα, που δεν κοιτάζουν πια τριγύρω πάρα μόνο μέσα τους καθώς ένας μαύρος βούρκος απειλεί να τους πνίξει. Είναι οι ευγενικοί, ζεστοί και λογικοί άνθρωποι, που τα εφόδια του μυαλού και της καρδιάς τους μοιάζουν πλέον να μην είναι αρκετά να ανταγωνιστούν τη διάχυτη κακομοιριά και βαλτώδη ακινησία γύρω τους. Κάποιοι από αυτούς μαζεύουν τα σκόρπια κομμάτια των ονείρων τους, τα στοιβάζουν σε μικρές βαλίτσες και φεύγουν. Κάποιοι άλλοι δηλητηριάζουν την ψυχή τους καθημερινά, θυσιάζουν την παιδεία και την ευγένεια του πνεύματος σε άσκοπες αψιμαχίες.
Όλοι μοιάζουμε ανέλπιστα μικτοί σε ένα κόσμο μεγαλύτερο και φωτεινότερο από ποτέ. Απέναντι του έχουμε να προτάξουμε μόνο λέξεις, χιλιάδες, φορτισμένες με κενό πάθος, λέξεις. Δυστυχώς, μοιάζουμε πλέον με μια γκρινιάρα γριά που κάθεται σε μια γωνιά, γεμάτη μνησικακία για όλους, θέλει και απαιτεί να ασχολούνται όλοι με την μαυροντυμένη μιζέρια της, αυτό μόνο έχει να επιδείξει πια. Όσοι τελικά έχουν τη δύναμη, έστω για λίγο, να ανυψωθούν πάνω από αυτή τη μαγική, αρχαία γη, σαν σύννεφο πάνω από τον Λυκαβηττό, θα αντιληφθούνε το τερατώδες κλουβί που κουβαλούν μέσα τους. Και τότε πια δε θα τους αρκούν οι λέξεις αλλά θα χρειάζονται πράξεις. Πράξεις δημιουργίας, ανάτασης του πνεύματος, καλλιέργειας της ψυχής και της γης, πράξεις μικρές και πράξεις μεγάλες, ιδέες για τον πολιτισμό, τον τουρισμό και τη φύση, οργάνωση, εργασία δημιουργική ψυχική και σωματική, τεχνολογικές και βιομηχανικές αναζητήσεις, οράματα περήφανα, μεγάλα.
Ο δρόμος της δημιουργίας δύσκολος. Όποιος τον επιλέγει έχει αποβάλλει πια τη μεμψιμοιρία, την κοντόφθαλμη και κονσερβοποιημένη ιδεολογία του «πολέμου κατά πάντων», την ηλίθια οργή που οδηγεί σε ακόμη πιο ηλίθια βία, το εύκολο και γεμάτο σύνδρομα κατωτερότητας μονοπάτι της καταστροφής. Άξιος αυτός που επιλέγει να φύγει και να δημιουργήσει, ακόμη πιο άξιος αυτός που μένει για να δημιουργήσει εδώ, σε αυτές τις συνθήκες, όποιος όμως επιλέγει να καθίσει πίσω απλά για να προσθέσει το μίζερος βάρος του, τότε δεν έχει καμία δικαιολογία. Θα γνωρίζει ότι κανένας δεν ευθύνεται για την κατάντια του εκτός από αυτόν τον ίδιο, κι ότι σε πείσμα της λογικής του χάους και του τίποτα, ένας πελώριος ήλιος αέναης δημιουργίας θα λάμπει πάντα ψηλά φωτίζοντας τη μικρή, θλιβερή σκιά του με το καλάσνικοφ στο χέρι.
 
*Ο Κωνσταντίνος Χαντζόπουλος είναι δημοσιογράφος
 

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΣΑΝ ΧΩΡΑ

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου
 
Εικόνες ελληνικής απόγνωσης κάνουν τον γύρο του κόσμου. Ο «Guardian» ανέδειξε σε φωτογραφία της ημέρας τη δωρεάν διανομή τροφίμων στο κέντρο της Αθήνας. Δεκάδες άνθρωποι να στριμώχνονται και να απλώνουν τα χέρια περιμένοντας να πάρουν μια σακούλα λεμόνια. Αλλες φωτογραφίες με ανθρώπους να ζητούν δωρεάν λίγα τρόφιμα και άλλους να κόβουν ξύλα προκειμένου να ζεσταθούν αναπαράγονται από τα διεθνή ΜΜΕ.
Η εικόνα μιας εξαθλιωμένης Ελλάδας ταξιδεύει και πληγώνει. Το μιντιατικό τοπίο προβάλλει τις πληγές και τα τραύματα της χώρας μας. Τα προβάλλει αφειδώς, ασύστολα, απερίσκεπτα, θα πουν ορισμένοι και θα δυσφορήσουν. Θα προτιμούσαν να μην υπάρχουν αυτές οι φωτογραφίες και ως διά μαγείας, όπως το πιστεύουν τα μικρά παιδιά, αυτό που δεν προβάλλεται θα είναι σαν να μην υπάρχει. Θυμώνουν όχι με αυτό που απεικονίζουν οι φωτογραφίες αλλά με το ίδιο το γεγονός της απεικόνισης. «Τι θα πουν οι ξένοι; Υπερβάλλουν, μας κάνουν κακό, κάνουν κακό στον τουρισμό μας». Και ω του θαύματος, η δυσφορία ταξιδεύει, μετατοπίζεται (μέσα στο μυαλό τους) από το συμβάν σε αυτό που προβάλλεται ως συμβάν.
Πόση ιδεολογική δουλοπρέπεια κρύβει κάτι τέτοιο; Τι είδους παραμορφωτικός καθρέφτης είναι αυτός που έχουμε από τα βάθη των χρόνων εγκαταστήσει μέσα στο σπίτι μας; Μέσα στον καθρέφτη αντί να βλέπουμε τον εαυτό μας, βλέπουμε την εικόνα που εικάζουμε ότι οι άλλοι έχουν για εμάς. Εμείς ως οι άλλοι. Ο υπηρέτης που βλέπει στον καθρέφτη την εικόνα του όπως φαντάζεται ότι θα την ήθελε το αφεντικό του.
Πόσο μας χαρακτηρίζει ως κοινωνία ο μηχανισμός αυτός;
Εχω την αίσθηση πως η δυσφορία αυτή για τις «κακές εικόνες» αποτελεί το σύμπτωμα μιας έμμονα υποκριτικής, ψευδαισθησιακής ανάγκης τακτοποίησης μιας ατακτοποίητης τάξης πραγμάτων. Κάτι το δικό μας, κάτι με το οποίο έχουμε μάθει να ζούμε. Η δυσφορία για την εικόνα της εξαθλίωσης, και όχι για την ίδια την εξαθλίωση, είναι εναρμονισμένη με έναν τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να ζούμε, να υπάρχουμε, να συνυπάρχουμε, να μεγαλώνουμε, να εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας, και κάποια στιγμή να πεθαίνουμε μέσα στο ψέμα και την κατασκευή. Στο όνομα του «τι θα πει ο άλλος». Αλήθεια αυτό το «τι θα πει ο άλλος» σε πόσες ελληνικές οικογένειες δεν έχει λειτουργήσει, από τα βάθη των χρόνων, σαν πυξίδα «διαπαιδαγώγησης;». «Εχω καθαρό το κούτελό μου εγώ», «πρόσεχε τι θα πει ο γείτονας». Οχι πρόσεχε γι' αυτό που είσαι, όχι πρόσεχε γι' αυτό που γίνεσαι, αλλά γι' αυτό που ο άλλος θα βλέπει σε σένα ότι είσαι. Και καθώς το βλέμμα είναι παραμορφωτικό και καθώς ο άλλος βλέπει πάντα με τα δικά του μάτια, εσύ είσαι συνεχώς υπόλογος σε ένα μη δυνάμενο ποτέ να ικανοποιηθεί αλλότριο βλέμμα. Ο άλλος θα σε κρίνει σύμφωνα με τα δεδομένα του. Εσύ θα πρέπει να αναλώσεις μια ζωή για να βρεις ποια είναι αυτά τα δεδομένα ώστε να συμμορφωθείς. Σε θέλουν πειθαρχημένο, τακτικό, εργατικό; Σε θέλουν ευφάνταστο και επινοητικό; Σε θέλουν εξαρτημένο και υποταγμένο; Με πρωτοβουλίες και αυτενέργεια; 'Η μήπως σε θέλουν άλλοτε έτσι και άλλοτε αλλιώς;
Ευφάνταστα εργατικός; Επινοητικά υποταγμένος; H συμμόρφωση στο βλέμμα του άλλου είναι πάντα ατελής και ανολοκλήρωτη.
Η ιστορία με τις φωτογραφίες της ντροπής με κάνει να σκεφτώ πόσο το ψέμα συνοδεύει το μεγάλωμα ενός παιδιού σε μια ελληνική οικογένεια. «Πόσο με αγαπάς;». Υπάρχει οικογένεια που να μην έχει απευθύνει στο παιδί αυτό το ερώτημα; Μαζί με ένα ακόμη πιο φορτισμένο: «Ποιον αγαπάς πιο πολύ;». Δίχως να το πολυσκεφτείς, παρακινείσαι να πεις: «Ναι, σε αγαπώ πολύ». «Ναι! Εσένα αγαπώ πιο πολύ», για να μη δυσαρεστήσεις κανέναν, για να μη χάσεις αγάπη, αποδοχή και θαλπωρή. Ταυτόχρονα η παρότρυνση να είσαι όπως κάποιος άλλος, σε ακολουθεί από την αρχή της ζωής. «Να είσαι σαν τον Α, δες πόσο προκομμένος είναι»... Αυτή η επιταγή να είσαι σαν τον άλλον που δεν είσαι, να τον φτάσεις, να τον μιμηθείς, μοιάζει να είναι ένα από τα βασικά γνωρίσματα της ελληνικής οικογένειας. Πέρα από τη συνάφειά της με τον ανθρώπινο ψυχισμό, αυτή η προς τον άλλον έκκληση δεν ξέρω πόσο σχέση έχει και με την ιστορία και τα ιστορικά βιώματα της χώρας μας, ωστόσο εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι με αυτόν τον τρόπο χτίζεται με επιμέλεια αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως «ψευδή εαυτό» ή μια «δήθεν» (As if) προσωπικότητα. Μια προσωπικότητα ξένη, αποκομμένη από την πραγματικότητα των συναισθημάτων της. Υπάρχει δηλαδή ένα δούναι και λαβείν, σαν εμπορική συναλλαγή, στις σχέσεις όπου το ψέμα βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί, προκειμένου να είναι κανείς αρχικά αρεστό παιδί, στη συνέχεια αρεστός εραστής, σύζυγος, εργαζόμενος κ.ο.κ. Στο τέλος, αν το ψέμα γίνει συστατικό κομμάτι της αλήθειας σου, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι πραγματικό και τι δεν είναι.
Οι εικόνες ντροπής της Ελλάδας και το πώς τις προσλαμβάνουμε είναι κομμάτι του εαυτού μας. Είναι εικόνες μιας αλήθειας που αξίζει να μην εξορίσουμε. Στην κοινωνία του ενός τρίτου, με μια φτώχεια που τσακίζει τα κόκαλα των Ελλήνων, είναι ίσως η στιγμή να τοποθετηθούμε αλλιώς απέναντι στην αλήθεια του καθρέφτη μας.
Ενας επιπλέον τρόμος παραμένει ανοιχτός: ο εθισμός και η φυσικοποίηση τέτοιων εικόνων... Αλλά γι' αυτόν, τον άλλον τρόμο, δεν θα μεριμνήσει η προβολή της αλήθειας αλλά η μεταμόρφωσή της.
(Ιδωμεν... το μέλλον ανήκει στην έκπληξη.)
 
Η κυρία Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
 

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Η ΓΕΝΙΑ ΜΕ ΤΑ "ΣΤΡΑΒΑ ΜΑΤΙΑ"

Μεγάλωσα σε μια γειτονιά με πολλούς τσάμπα μάγκες που μέρα παρά μέρα απειλούσαν ότι θα πάρουν ένα καλάσνικοφ και θα καθαρίσουν μερικούς από τους μεγαλοαπατεώνες της εξουσίας.
Κι όσο απειλούσαν με απόδοση δικαιοσύνης, τόσο χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατό “μέσο” για να διορίσουν το παιδί τους στο δημόσιο, να χτίσουν ένα αυθαίρετο, να πάρουν ευνοϊκή μετάθεση, να πληρώσουν λιγότερους φόρους, να μην πληρώσουν μια κλήση, να πάρουν ένα επίδομα που κανονικά δεν δικαιούνται.
Κι όσο κανένας δεν έπαιρνε ποτέ το καλάσνικοφ για να καθαρίσει τους μεγάλους απατεώνες της πολιτικής, κανένας δεν μιλούσε για τις μικροαπατεωνιές τους διπλανού του. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου όλοι φώναζαν κι όλοι σιωπούσαν. Για να μην θίξουμε τον θείο, τον γείτονα, τον κουμπάρο, τον συνάδελφο.
Ανήκω σε μια γενιά που έμαθε να σιωπά και να κάνει τα στραβά μάτια. Μια γενιά που μεγάλωσε με το στόχο της προσωπικής ανέλιξης αδιαφορώντας για το κοινωνικό σύνολο. Μια γενιά που έμαθε να σέβεται τους “ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε” και να αφήνει τα ανώτερα δημόσια αξιώματα στους ικανότερους “yes man”. Μια γενιά που άφησε να τσιμεντωθούν οι ακτές μας και να αποψιλωθούν τα δάση μας, που κατάφερε να εξασφαλίσει αστρονομικές αμοιβές σε αστέρες του ποδοσφαίρου και της τηλεόρασης και να δικαιολογήσει μισθούς-ψίχουλα σε νοσοκόμους και δασκάλους. Μια γενιά που άφησε να καταργηθεί το κοινωνικό κράτος και να αντιστραφεί η έννοια του δημοσίου χώρου. Μια γενιά που τους άφησε να τα φάνε, που κατάφερε να ξορκίσει το πελατειακό σύστημα και την ευνοιοκρατία με ανοιχτές διαβουλεύσεις και Αρχές Διαφάνειας.
Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με δημοκρατία, παιδεία και ανθρώπινα δικαιώματα και κατάφερε να τα περιορίσει μόνο στα “χαρτιά”. Μια γενιά που σταμάτησε να αμφισβητεί και να διεκδικεί το αυτονόητο, που έμαθε να μη μιλά για να μην βρει το μπελά της, να μην χάσει τη θέση της.
Σήμερα, αυτή η γενιά, όλοι εμείς που δεν αφήσαμε καμιά ελπίδα στους σημερινούς εφήβους, όλοι εμείς που με τη σιωπή και την απραξία μας γίναμε συνένοχοι της κοινωνίας της αυθαιρεσίας, της ατιμωρησίας, της διαφθοράς και των διακρίσεων, βγαίνουμε να μιλήσουμε για «τα παιδιά με τα καλάσνικοφ».
Αναρωτιέμαι απλώς αν η γενιά μας, αυτή η γενιά με τα «στραβά μάτια», που προσπαθεί να κοιτάξει γύρω της αλλά όχι μέσα της, είναι άραγε σε θέση να δει τι πραγματικά συμβαίνει.
 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΝΑΔΙΡ.

Το γυαλί που καλύπτει την τηλεοπτική δημοκρατία δεν είναι αλεξίσφαιρο αντιθέτως όσο περνάει ο καιρός και όλοι αυτοί, που πριν ένα χρόνο κρυβόταν σε τρύπες φοβούμενοι την καθαρή οργή του λαού και τώρα αφήνουν την γλώσσα τους να γίνεται πιο αναιδής από πριν, αυτό το γυαλί γίνεται όλο και πιο εύθραυστο. Όσο κάθονται μπροστά σε κάμερες και εκτοξεύουν δημοκρατικές τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον ενός ανθρώπου που ζει σε ένα σπίτι ψυγείο, που το ψυγείο του είναι άδειο, που το άδειο έχει πάρει την όψη του μέλλοντός του, αυτό το γυαλί που χρόνια τώρα είναι η ασπίδα του κάθε πολιτικού θρασύδειλου θα θρυμματιστεί.
Και εκεί, που ο θεωρών την ζωή του παιχνιδάκι στα χέρια όλων των αριστεροδεξιοκεντρώων πολιτικάντηδων θα νομίζει ότι όλα τελείωσαν για αυτόν, θα διαπεράσει το αόρατο σύνορο μεταξύ αυτού και του πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής δημοκρατίας. Θα τον λιώσει ακριβώς όπως ο πρόγονός του έλιωνε την πέτρα με το χέρι και έχτισε τούτο το σπίτι που τώρα καλείται να παραδώσει αμαχητί τα κλειδιά γιατί έτσι γουστάρει ο τηλεοπτικός δημοκράτης. Τα υλικά ανοικοδόμησης αυτής της χώρας δεν είναι κοινοτικά κονδύλια, δεν είναι Κυριακές εκλογικής αναμέτρησης, δεν είναι ιδεολογίες, δεν είναι ο αιματοβαμμένος ευρωπαϊκός πολιτισμός που προσκυνάς μπροστά του ξεχνώντας τι σού στέρησε. Τα υλικά ανοικοδόμησης που θα συλλέξεις ένα βράδυ - όπως τα άλλα τα παγερά που ζεις- είναι οι μαριονέτες που κουνάνε τα χεράκια τους μέσα στο τηλεοπτικό κουτί και φέρουν το όνομα «δημοκρατικά εκλεγμένος». Αυτές είναι η λάσπη που θα φτιάξεις και πάλι το σπιτικό που λέγεται Ελευθερία.
Είναι σίγουρο ότι οι εξουσιαστές σου εκεί που την έφθασαν την κατάσταση δεν μπορούν να την γυρίσουν πίσω. Θεωρούν ότι πέρασαν όλα τα τεστ αντοχής με εσένα ως όχημα να χτυπάς από τοίχο σε τοίχο χωρίς έλεος και σιγούρεψαν ότι μέχρι εκεί μπορεί να φθάσει ένας οργισμένος, απογοητευμένος, νικημένος πολίτης αυτής της χώρας. Κάθε φορά που εσύ έχανες έδαφος στις μάχες για τα καταπατημένα σου δικαιώματα, άλλοτε με την στρατηγική του συστήματος των πολιτικών αναχωμάτων με την ταμπέλα «Αριστερός» και άλλοτε με την ιδέα ότι είσαι μόνος απέναντι σε μυριάδες, αυτά τα ανθρωπάρια δυνάμωναν, ενώ την ώρα που εσύ σκεφτόσουν να βάλεις τέλος στην ζωή σου, έτριβαν τα χέρια τους όλα μαζί. Όλα μαζί, ανεξαρτήτου πολιτικού χώρου. Κάθε απόγνωση και ένα ποσοστό παραπάνω στις πληρωμένες τους δημοσκοπήσεις. Δεν κονταροχτυπιούνται για σένα αλλά με προστασία εσένα.
Σε πέρασαν από πολλά κρας τεστ και για αυτό με την σιγουριά πλέον ότι μέχρι εδώ ήσουν, παίρνουν πόζα πίσω από την οθόνη και σε δουλεύουν ψιλό γαζί. Σε κάνουν να νιώθεις ένοχος. Ένοχος για την ζωή που έζησες, για τα όνειρα που έκανες, για το σπίτι που έφτιαξες, για τα ταξίδια που έλεγες ότι θα πας, για τις αγωνίες που πέρασες, για τις δημιουργίες σου, για τα ιδρωμένα μεροκάματά σου, ακόμα και για τα παιδιά που γέννησες. Σε βάζουν με τους απάνθρωπους νόμους να απολογείσαι μπροστά στον κάθε γκρίζο δημοσιοϋπαλληλίσκο επειδή ακόμα ζεις και δεν έχεις περάσει θηλιά στο λαιμό σου. Ένοχος που αναπνέεις, ένοχος που αυτοκτόνησες. Ένοχος που ουρλιάζεις, ένοχος που μένεις σιωπηλός.
Όλα όμως θα φθάσουν στο τέλος ακριβώς την στιγμή που αυτοί θα ολοκληρώσουν το σχέδιο που δουλεύουν δεκαετίες και που ο κάθε μη συμβιβασμένος πολίτης θα τα έχει χάσει όλα. Θα είναι η στιγμή που θα κατανοήσουμε όλοι μας ότι οι απειλές τις οποίες δεχόμασταν από ανθρώπους που για μεροκάματο είχαν το ξέσκισμα της δικής μας ζωής με την κομματική δημοκρατία τους για αντιπερισπασμό, ήταν μόνο μία σαπουνόφουσκα. Άγνωστο γιατί θα πρέπει να φθάσεις στο Ναδίρ των αντοχών σου για να κατανοήσεις ότι τζάμπα τα έχασες όλα, και όσα δημιούργησες αλλά περισσότερο τα πολύτιμά σου χρόνια που πέρασαν σαν ζάρια όχι στα δικά σου χέρια μα στα αδούλευτα χέρια καταστροφέων ζωών.Δεν υπήρχε ποτέ κάτι ανίκητο απέναντι, υπήρχε μόνο ένα τηλεοπτικό είδωλο που νόμιζες ότι είναι άθραυστο και αδιαπέραστο από την οργή σου. Ένα πραγματικό Τίποτα ντυμένο με κουστουμάκι, πληρωμένο με πακέτα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα, ένας άδειος τενεκές που για να υπάρχει θα έπρεπε εσύ να πιστέψεις ότι ήταν τα Πάντα.
Όταν θα διαπεράσει, λοιπόν, το χέρι σου την οθόνη και θα πιάσεις τον λαιμό αυτού που νομίζει ότι νίκησε, όταν θα συνθλίψεις μέσα στην χούφτα σου αυτή την ξύλινη προγραμματισμένη μαριονέτα θα καταλάβεις ότι τα Πάντα σε αυτό το παιχνίδι, ακόμα και τη ζωή αυτής της ξύλινης, άψυχης πολιτικής κούκλας, δεν τα κινούσε κανείς άλλος παρά μόνο Εσύ.
 

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ...

Φαντάσου μια κοινωνία πολύ διαφορετική απ αυτή που ζεις. Μια κοινωνία όπου δεν θα υπήρχαν κοινωνικές τάξεις , δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία, δε θα υπήρχε χρήμα , δε θα υπήρχε σκλαβιά αντί για εργασία, δεν θα υπήρχε κατευθυνόμενη και επί πληρωμή εκπαίδευση, δεν θα υπήρχαν δεσμά..
Φαντάσου μια κοινωνία όπου όλοι οι άνθρωποι θα ήταν κοινωνικά ίσοι έχοντας τις ίδιες επιλογές και δυνατότητες.
Φαντάσου μια κοινωνία που δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία και χρήμα και που αυτές οι έννοιες θα ήταν άγνωστες. Κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να είναι “ιδιοκτήτης” υλικών αγαθών . Αντίθετα θα μπορούσε να χρησιμοποιεί και να μοιράζεται ελεύθερα όλα τα αγαθά, μαζί με τα μέλη της κοινότητας του. Θα μπορούσε για παράδειγμα να οδηγεί όποιο αυτοκίνητο ήθελε, να χρησιμοποιήσει όποιο δωμάτιο ή σπίτι επιθυμούσε, να διαλέξει, από τις αποθήκες της κοινότητας όποια ρούχα ήθελε , να φάει δωρεάν στα εστιατόρια της πόλης του. Όλα θα ήταν κοινόχρηστα, τίποτα δεν θα ήταν προς πώληση.
Φαντάσου μια κοινωνία όπου η εργασία δεν θα ήταν μισθωτή σκλαβιά, αλλά “ηθική υποχρέωση” του ατόμου απέναντι σε όλα τα αγαθά που θα απολάμβανε δωρεάν. Τα μέσα παραγωγής και οι πλουτοπαραγωγικές πηγές , θα ήταν υποταγμένες στις ανάγκες και στο συμφέρον του συνόλου. Θα παραγόταν μόνο ότι ήταν απαραίτητο και χρήσιμο για τη κοινωνία. Ενώ υλικά αγαθά που θα απασχολούσαν πόρους για να δημιουργηθούν και δεν θα είχαν χρηστική αξία δεν θα δημιουργούνταν ποτέ. Εξ άλλου , σε μια τέτοια κοινωνία δεν θα υπήρχε και η επιθυμία για τέτοια αγαθά. Σ αυτό το πλαίσιο λοιπόν, το άτομο θα μπορούσε να επιλέξει να εργασθεί όπου το επιθυμούσε και όπου υπήρχε ανάγκη, για όσο χρονικό διάστημα το επιθυμούσε. Για εργασίες που απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις , το άτομο αν δεν τις διέθετε, θα μπορούσε φυσικά να τις αποκτήσει.
Φαντάσου μια κοινωνία όπου η μόρφωση και η παιδεία θα ήταν ελεύθερη και δωρεάν (στ αλήθεια όμως). Ο κάθε άνθρωπος , θα μπορούσε να επιλέξει και να μορφωθεί σε όποια και όσα γνωστικά αντικείμενα ήθελε, από εκπαιδευτικούς και επιστήμονες που δεν θα πληρώνονταν για να παράξουν έργο στο όνομα καμίας πολυεθνικής, αλλά στο όνομα της αλληλεγγύης και της προόδου της κοινότητας. Ο κάθε άνθρωπος θα μπορούσε να διδαχθεί όσο φυσική όσο μαθηματικά και χημεία ήθελε και μετά να κάνει ένα διάλειμμα για να σπουδάσει μουσική και φιλοσοφία. Σε μια τέτοια κοινωνία , η μόρφωση θα ήταν ο πραγματικός πλούτος του ανθρώπου και όχι το μέσον για τον υλικό πλουτισμό.
Σε μια τέτοια κοινωνία, που θα προϋπόθετε ένα ανθρώπινο είδος απαλλαγμένο από εγωισμό , ιδιοτέλεια , μνησικακία , εγωκεντρισμό και άλλα τέτοια ευτελή πάθη, η διοίκηση τις κάθε κοινότητας και εν γένει όλης της κοινωνίας θα ανατίθετο σε επιτροπές πολιτών που θα αποφάσιζαν για τα κοινά, επιτροπές οι οποίες θα είχαν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και στις οποίες θα μπορούσε να συμμετάσχει όποιος το επιθυμούσε.
Φαντάσου μια τέτοια κοινωνία λοιπόν…και μετά φαντάσου τη κοινωνία που έχουμε σήμερα…
 
Του Jonathan Livingston
 

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΤΕ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Αν θέλετε να προχωρήσετε μπροστά, θα πρέπει να αλλάξετε τον τρόπο σκέψης σας και να σβύσετε τις παρακάτω σκέψεις από το μυαλό σας:
«Δεν έχω άλλη επιλογή.» – Ορίζετε το πεπρωμένο σας μέσα από τις επιλογές που κάνετε. Θα γίνει αυτό που κάνετε επανειλημμένα. Είναι πιο σημαντικό να γνωρίζετε πού πηγαίνετε και για ποιο λόγο, παρά να φτάσετε εκεί γρήγορα. Μην συγχέετε την δραστηριότητα με την επίτευξη του στόχου. Κάθε φορά που θα μπείτε στον πειρασμό να ενεργήστε με τον ίδιο λανθασμένο τρόπο σε επαναλαμβανόμενες καταστάσεις του παρελθόντος, αναρωτηθείτε «Θέλω να είμαι αιχμάλωτος του παρελθόντος, ή επιθυμώ να ανοίξω νέους δρόμους για το μέλλον;»
«Η ζωή είναι εύκολη.» – Η ζωή δεν είναι εύκολη, είναι δύσκολη. Είναι μία από τις μεγαλύτερες αλήθειες. Από τη στιγμή που θα την κατανοήσετε και θα την αποδεχθείτε, θα μπορέσετε να προχωρήσετε μπροστά με τη ζωή σας. Μόλις γίνει βίωμα στην καρδιά και το μυαλό σας ότι η ζωή είναι δύσκολη, τότε θα είναι πολύ πιο εύκολο να την αντιμετωπίσετε. Η όποια δυσκολία θα γίνεται αποδεκτή, δεν θα σας προκαλεί πλέον έκπληξη, και επιπλέον δεν θα σας αποτρέπει από την υιοθέτηση μιας στάσης ζωής, ικανή να ξεπεράσει τα όποια εμπόδια.
«Όπως είναι τώρα τα πράγματα, έτσι θα είναι πάντα.» – Μην συγχέετε την πορεία σας με τον προορισμό σας. Αν τώρα η ζωή σας είναι θυελλώδης, δεν σημαίνει ότι δεν θα βρείτε ηλιοφάνεια στην συνέχεια. Και να θυμάστε, δεν μπορείτε να θεραπεύσετε τις πληγές μιας ζωής μέσα σε μία νύχτα. Δώστε τον απαραίτητο χρόνο στον εαυτό σας, η ευτυχία σας αξίζει την αναμονή.
«Όλοι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα από μένα.» – Μην ταΐζετε τις ανασφάλειες σας, αλλιώς θα σας αναλώσουν. Κάποιες φορές ο λόγος που γεμίζουμε με ανασφάλεια είναι γιατί συγκρίνουμε αυτά που μας συμβαίνουν και δεν είναι ορατά στους άλλους, με αυτά που συμβαίνουν στους άλλους και είναι δημοσίως εμφανή. Ακούμε το θόρυβο του υπόλοιπου κόσμου, και όχι τη φωνή του εαυτού μας. Οπότε, σταματήστε τις συγκρίσεις, ακούστε την εσωτερική φωνή σας και την ψυχή σας.
«Αυτό δεν είναι ρεαλιστικό.» – Πολλές φορές για να πετύχετε, θα πρέπει να λειτουργήσετε κάπως ουτοπιστικά. Πρέπει να πιστέψετε ότι μπορεί να συμβεί κάτι εντελώς διαφορετικό από ό, τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα. Σκεφτείτε το. Με το να είστε ρεαλιστές δεν αλλάζει τίποτα. Μήπως δεν φαινόταν κάποτε εξωπραγματικό να μπορούμε να περπατούμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, να πατάμε ένα διακόπτη, και αμέσως να διαχέεται φως σε ολόκληρο το δωμάτιο; Ευτυχώς ο Τόμας Έντισον δεν σκεφτόταν έτσι.
«Θα ήθελα» – Το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε για τον εαυτό σας είναι να σταματήσετε να λέτε «Θα ήθελα», και να ξεκινήσετε να λέτε «Θα το κάνω,» και στη συνέχεια να προσπαθείτε να το πραγματοποιήσετε. Απλά πρέπει να ξυπνήσετε ένα πρωί και να αποφασίσετε ότι δεν θέλετε να σκέφτεστε πια έτσι. Και τότε ξεκινήστε να πραγματοποιήσετε αυτά που θα θέλατε, έτσι απλά.
«Είναι πάρα πολύ αργά πια.» – Αν πιστεύετε ότι είναι πάρα πολύ αργά, τότε έφτασε το τέλος του ταξιδιού σας. Η πίστη στον εαυτό μας δεν πρέπει να έχει ημερομηνία λήξης. Εμπιστευθείτε τον εαυτό σας. Σπάστε τους κανόνες. Μην φοβάστε την αποτυχία. Αγνοήστε αυτούς που σας αμφισβητούν. Εργαστείτε με πάθος. Και να είστε βέβαιοι ότι στο τέλος θα αποζημιωθείτε.
«Δεν μπορώ.» – Κανείς δεν πρόκειται να σας χτυπήσει τόσο σκληρά όσο η ίδια η ζωή. Κάποιες φορές η ζωή θα σας ρίξει κάτω και θα σας κρατήσει εκεί, εφόσον το επιτρέψετε. Όμως, το σημαντικό δεν είναι το πόσο δυνατά μπορεί η ζωή να σας χτυπήσει, αλλά το πόσα σκληρά χτυπήματα μπορείτε να αντέξετε και να συνεχίσετε να προχωράτε προς τα εμπρός. Αυτό είναι η πραγματική δύναμη. Και αυτό είναι που που κερδίζει τη μάχη της ζωής.
«Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότερα.» – Τίποτα δεν είναι καλό ή κακό, το μυαλό μας τα κάνει να φαίνονται έτσι. Προσπαθήστε να είστε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, ανεξαρτήτως των όποιων δυσκολιών αντιμεωπίζετε. Το μεγαλύτερο μέρος της ευτυχίας ή δυστυχίας, δεν εξαρτάται από συγκεκριμένες καταστάσεις, αλλά από την οπτική γωνία που βλέπετε τα πράγματα, και τη διάθεση σας.
 

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

ΣΥΓΧΥΣΕΙΣ (ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΣΦΑΙΡΩΝ)

Του Γιάννη Πανούση
 
 
Ποια είναι η σωστή οδός
της υποχώρησης;
Αντ. Μακρυδημήτρης, Υποχώρηση



Το να θεωρούμε «φυσιολογικό» να σκοτώνει ο διαφωνών, να καταστρέφει ο χούλιγκαν και να τρομοκρατεί ο περιθωριακός, επειδή με τον τρόπο αυτό αντιστέκονται κατά του σάπιου συστήματος, συνιστά υποκρισία (αν δεν υποκρύπτει άλλους στόχους).
Ποτέ κανένα σύστημα δεν άλλαξε, σε δημοκρατικές κοινωνίες, με την παραβίαση των νόμων και των αξιών (από μεμονωμένα, συχνά «αδιαφανή» άτομα) αλλά με κοινούς κοινωνικούς αγώνες (από το σύνολο των καταπιεζόμενων πολιτών).
Και ποτέ μέσα στο «χάος» και στην «ανομία» δεν άνθισαν λουλούδια ελπίδας (αφού στις συνθήκες αυτές κινούνται πιο άνετα οι σκοτεινές δυνάμεις). Όσο επικίνδυνο είναι το κράτος να στιγματίζει, τόσο επικίνδυνο είναι οι «θεωρητικοί» να ηρωοποιούν.
Η κάθε αντικοινωνική ή εγκληματική συμπεριφορά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως επαναστατική δράση και, βέβαια, η κοινωνική απάντηση στην κρατική βία και στο μοντέλο του «βολεμένου αστού» δεν μπορεί να είναι η αυτοδικία (ή το ξεκαθάρισμα λογαριασμών) διάφορων υποομάδων και το πρότυπο του «επικίνδυνου εκτός νόμου» τύπου.
Στόχος μας πρέπει να είναι η αλλαγή των όρων της ζωής μας και όχι η αντικατάσταση των τυράννων, όπου τη θέση του αυταρχικού κράτος θα πάρει ο ανεξέλεγκτος (κι ατιμώρητος) οπλοφόρος της πλαϊνής πόρτας ή της συνοικιακής συμμορίας.
Η Δημοκρατία ανέχεται και η κοινωνία συγχωρεί. Κανείς, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να αφήνει ελεύθερο χώρο στην κατάλυση και στη διάσπαση, ιδίως όταν οι «επισπεύδοντες» δε διαθέτουν οράματα αλλά μόνο άρματα.
 
*Ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης είναι βουλευτής της ΔΗΜΑΡ
 

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
Δεν πρόκειται για κρίση, αλλά για καταστροφή. Ο φίλος που μου το έλεγε αυτό χθες είναι πολύπειρος δημοσιογράφος, καλλιεργημένος και κοσμοπολίτης, συνήθως πολύ νηφάλιος και συγκρατημένος στις εκφράσεις του. Η κρίση είναι παροδική, τα αποτελέσματά της είναι αναστρέψιμα· η καταστροφή αφήνει πίσω της ερείπια, μη αναστρέψιμα – συμπλήρωσε. Μου εξήγησε κι άλλα, για τον βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό που προκαλούν η μακρόχρονη ύφεση και ανεργία, για την οριστική πτώση των αδύναμων στρωμάτων κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, για τη δομική φτώχεια και την απελπισία. Δεν μπορούσα να διαφωνήσω. Αλλωστε, την ίδια μέρα διαβάζαμε στον Τύπο την αγωνιώδη έκκληση δώδεκα επιφανών Ευρωπαίων συγγραφέων· υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν περνάει κρίση, αλλά πεθαίνει όπως την ξέραμε, ότι απειλούνται η δημοκρατία και ο πολιτισμός της.
Από την αρχή της ελληνικής κρίσης διακρίναμε τη βαθύτατα πολιτική φύση της, τα ηθικά και πνευματικά αίτια που μας οδήγησαν στο οικονομικό ρήγμα. Αλλωστε, δεν είναι μόνο ελληνική, είναι κρίση αξιακή στον πυρήνα των δημοκρατικών κρατών της Δύσης, είναι κρίση της δημοκρατίας και κρίση της πολιτικής, και είναι κρίση ανθρωπολογική, στο μέτρο που οι πολίτες–παραγωγοί εξέπεσαν σε υπερχρεωμένους πελάτες και καταναλωτές, χειραγωγούμενοι και τρομοκρατούμενοι. Στο φόντο πάντα υπέβοσκε η σύγκρουση για την κυριαρχία· η κρίση κατέδειξε τη σύγκρουση και μαζί έδειξε το αποκρουστικό πρόσωπο της ανισότητας: η διαρκώς μεγεθυνόμενη ανισότητα υπονομεύει την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά και την ιστορική μοίρα της Δύσης.
Η πνευματική παρακμή είναι φανερή και στο ελληνικό παράδειγμα, τόσο ως αίτιο όσο και ως αποτέλεσμα της συντελούμενης καταστροφής. Οι Ελληνες στον εικοστό αιώνα πέρασαν διά πυρός και σιδήρου: αλλεπάλληλοι πόλεμοι, εμφύλιοι, μαζική προσφυγιά και μαζική μετανάστευση, πτωχεύσεις. Εμειναν όρθιοι παρ’ όλ’ αυτά, επειδή ταυτόχρονα σφυρηλατούσαν ταυτότητα, συνείδηση, γλώσσα, τέχνη, πολιτικές στρατηγικές – με έναν λόγο: πολιτισμό. Λαϊκό και λόγιο, εν παραλλήλω και εν συνθέσει. Η αλληλουχία ταπεινώσεων, θριάμβων και καταστροφών έως το ’22 οδήγησε στη μεγάλη σύνθεση της γενιάς του ’30, η οποία επηρέασε βαθιά τις τέχνες και τα γράμματα στον καιρό της, αλλά κυρίως έδωσε ιδεολογικούς καρπούς στη μεταπολεμική περίοδο, όταν εσίγασαν τα τουφέκια του Εμφυλίου. Tότε, μέσα από τις στάχτες εμπεδώθηκε το λαϊκό τραγούδι, το εκ του ρεμπέτικου καταγόμενο, απενοχοποιημένο και ενωτικό, και τότε η υψηλή τέχνη της γενιάς του ’30 μπήκε στα χείλη των μαζών, ενοποιητικά και ανυψωτικά. Η άνοιξη του ’60 σηματοδότησε την εν τω βάθει αναχώνευση των αισθητικών και ιδεολογικών συνθέσεων που είχαν αρχίσει ήδη από τη δεκαετία του ’20, και από αυτή την πλούσια ύλη εξακολούθησε να τρέφεται ο ελληνισμός έως και σχετικά πρόσφατα.
Εως ότου το ήθος του νεόπλουτου και του σκυλάδικου, αυτό που είχε ξεμυτίσει μες στη χουντική επταετία, ανέλαβε αυτό να ενοποιήσει τα μικροαστικά και εργατικά στρώματα με την ελίτ του πλούτου. Λίγο πριν μας χτυπήσει η καταστροφή, λαός και Κολωνάκια συναγελάζονταν εκ κραιπάλη στα ίδια διασκεδαστήρια: ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος συγκεφαλαίωσε τον εξισωτισμό της σκυλοπόπ κραδαίνοντας γαρδένιες και κιλότες, οι δε ιδεολογικοί μηχανισμοί είχαν μετεγκατασταθεί στα γκλόσι περιοδικά και στα κανάλια. Με αυτή την πνευματική και αισθητική σκευή, με αυτή τη βιοθεωρία οικοδομούσαμε vita activa. Και το απόθεμα της γενιάς του ’30, εν τω μεταξύ, το τολμηρό ζεύγμα λαϊκού και μοντέρνου, εντόπιου και διεθνούς, εξανεμίστηκε και θάφτηκε. Η ελληνική ιδιοπροσωπία εξέπεσε σε χυδαία αυταρέσκεια και πνευματική οκνηρία, σε ακηδία και απάθεια, σε βαθύ επαρχιωτισμό και εθελοδουλία. Πολύ πριν από την πτώχευση.
Επειδή λεφτά δεν υπάρχουν ούτε θα εμφανιστούν σύντομα και άφθονα. Επειδή η υλική καταστροφή θα πολλαπλασιάζει τη σύγχυση και την αμάθεια, επειδή η παιδεία γίνεται πιο ταξική και από τα χρόνια του ’50, επειδή κανείς εξωχώριος δεν θα μας σώσει, μόνη ελπίδα είναι ένα σχέδιο πνευματικής ανασυγκρότησης απολύτως συγχρονισμένο με την ανάσχεση της ένδειας. Χρειαζόμαστε ιδέες, ταυτότητα, σκελετό, χρειαζόμαστε σύνδεση με την παράδοση, μια επανερμηνεία που να μπολιάζει το ζοφερό παρόν, επινόηση του μέλλοντος. Χρειαζόμαστε υπερβάσεις. Ας μην είναι σχέδιο – μεγάλες κουβέντες. Ας είναι σκέψη και πράξη, διαρκείς, αγωνιώσες. Αρετή και τόλμη.
 

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

ΕΜΕΝΑ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ...

…είναι διαφορετικοί μετά την κρίση. Τα γέλια, οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι αγκαλιές, όλα αλλάξανε, λιγοστέψανε, κρυφτήκανε σε ένα θλιβερό καβούκι ανασφάλειας. Εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα στην πλάτη που έδειχνε μια εξ αρχής ανάγκη να αισθανθείς τον άλλο, χάθηκε κι αυτό. Στη θέση του μπήκε η ελεγχόμενη απόσταση, σαν την ελεγχόμενη χρεοκοπία. Λες και κουβαλάμε όλοι ένα νέο είδος αρρώστιας που μας αποτρέπει από το να πλησιάζουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους, μήπως και κολλήσουμε κανένα μικρόβιο. Είναι σα να φοράμε εκείνες τις μάσκες με τις οποίες κυκλοφορούνε οι κάτοικοι περιοχής που έχει υποστεί πυρηνική καταστροφή. Μάσκες. Πολλές μάσκες. Η μάσκα του φόβου, η μάσκα της υποκρισίας, η μάσκα του πόνου, όλοι φορέσαμε κι από μια διαφορετική και βγήκαμε να ξεφαντώσουμε σε τούτο το καρναβάλι της τρέλας, ενώ κανείς δεν μπορεί να δει τα χαρακτηριστικά του άλλου καθαρά. Εμένα οι φίλοι μου…
…φύγανε για τα ξένα. Αφήσανε τη χώρα τούτη καθώς βουλιάζει σαν καράβι πολυτελείας που στην πορεία αποδείχθηκε σάπιο και σαθρό. Φύγανε, όχι γιατί το θελήσανε, αλλά γιατί σπρωχτήκανε με το στανιό στα βαγόνια της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω μανάδες να στέλνουν πάλι γράμματα. Αφήσανε όμως και τους φίλους τους πίσω. Και η ξενιτιά είναι διπλή όταν ξεριζώνεσαι από τη γη των φίλων. Τι να σου κάνουν τα ρομποτικά ταχυδρομεία, τα άψυχα προσωπάκια σε οθόνες από σκονισμένους υπολογιστές, σε σχέσεις “εξ αποστάσεως”, που ποτέ δεν καλύπτουν τις άμεσες στιγμές σου, εκείνες που θέλεις να ξεσπάσεις, εκείνες που επειγόντως έχεις ανάγκη να βρεις κάποιον και να μιλήσεις. Και χτυπιέσαι και καταριέσαι τη χώρα σου γιατί σου πήρε το μισθό, τη δουλειά, την αξιοπρέπεια, αλλά περισσότερο σε πονά που σου πήρε και τα πρόσωπα εκείνα που μπορούσες να εμπιστευτείς και να ανοιχτείς και να φανερώσεις τα εσώψυχά σου. Εμένα οι φίλοι μου…
…δεν ανοίγονται πια. Καθώς μιλάς μαζί τους, βλέπεις ότι ο νους τους ταξιδεύει μακρυά, και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, αλλά στην πραγματικότητα δεν λένε τίποτα και δεν ακούνε τίποτα από όσα τους λες. Προσποιούνται ότι συζητάνε, ενώ στην ουσία δε συνομιλούνε με κανέναν άλλο παρά μόνο με τον εαυτό τους. Και τους ρωτάς τις επόμενες ημέρες για εκείνο το γεγονός που σε είχε σακατέψει, που σε προβλημάτιζε, και εκείνοι δεν θυμούνται σχεδόν τίποτα. Και προσπαθείς να προσεγγίσεις την αγωνία τους, να βρεις τα κουμπιά εκείνα που θα ξεκλειδώσουν τις ταμπουρωμένες γωνιές τους, αλλά τότε κλείνονται ακόμα περισσότερο στις μύχιες σκέψεις τους. Είναι λες και δειλιάζουν να δείξουν τις πληγές τους, να τις βγάλουν στο φως, μήπως και θεωρηθούν κι εκείνοι ευάλωτοι, εύθραυστοι και πληγωμένοι. Όχι, δεν γουστάρουν καμία θεραπεία, γιατί, στην τελική, ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα τους θεραπεύσεις; Εμένα οι φίλοι μου…
…δεν έχουν χρόνο για φιλίες. Στο λαχανητό της επιβίωσης, η φιλία κατήντησε περιττό περίσσευμα. Θυμίζει πια εκείνα τα παραπανίσια ψώνια που έριχνες στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, εκείνες τις εποχές που τα συναισθήματα και τα πορτοφόλια ήταν παχυλά. Ναι εκείνα τα χαζά και άχρηστα που εσύ τα ψώνιζες σχεδόν ψυχαναγκαστικά για να έχεις την αίσθηση ότι ψωνίζεσαι πλήρως. Οι επαφές των ανθρώπων πλέον μικρύνανε, από καρότσι γίνανε καλάθι, χωράνε πολύ λιγότερους και για σύντομα χρονικά διαστήματα. Μετά τον ελεύθερο χρόνο, το χρόνο για πολιτισμό, για έρωτα, λιγόστεψε και ο χρόνος για τους φίλους. Εδώ δεν έχουμε πια χρόνο για να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, θα σπαταλήσουμε λεπτά και ώρες και δευτερόλεπτα σε ανούσιες φιλικές ενασχολήσεις; Εμένα οι φίλοι μου…
…συμπιέζονται ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες. Από το πρώτο πρωινό τους ξύπνημα, κουβαλάνε ένας βάρος στην καρδιά, στα βλέφαρα, στην ψυχή τους. Βαραίνουν τα πόδια τους τα ίδια, πάνω στο στίβο του “υγιούς” ανταγωνισμού, των συγκρίσεων και των συγκρούσεων. Τι κατάφερες εσύ, τι δεν πρόλαβα εγώ, σε πόσα τετραγωνικά θέλεις να μετρηθούμε, εντάξει, πως κάνεις έτσι, ήταν ένα απλό πισωγύρισμα αυτό, άλλοι πεθαίνουνε για ένα κομμάτι ψωμί, δεν είναι δα και σπουδαίο που γύρισα πίσω στους γονείς μου, τι στο διάολο θέλεις πια και δήθεν ενδιαφέρεσαι για ΄μένα και με ψάχνεις συνεχώς για να πιούμε έναν γαμημένο αγχωτικό καφέ και να τα πούμε και να μου πεις ότι χάθηκα, ότι χάνεσαι, ότι έχουμε χαθεί. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά. Και πετάνε.
Και χάνονται.