Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ

Του Ευάγγελου Γρ. Αυδίκου *
 
Τα τελευταία χρόνια η ψυχολογία, μαζί με την οικονομία, είναι από τις επιστήμες που πρωταγωνιστούν στον δημόσιο χώρο. Η οικονομία είναι το πεδίο όπου οι οικονομολόγοι και οι οικονομολογούντες διασταυρώνουν τα ξίφη τους με πολιτικούς και δημοσιογράφους, σε μια προσπάθεια να οικοδομήσουν μια «αντικειμενική» παρουσίαση της βαθιάς περιδίνησης στην οποία έχει περιπέσει η ελληνική οικονομία. Συχνά τα ξίφη όλων αυτών συστρατεύονται επιχειρώντας να δημιουργήσουν συνθήκες αναγκαιότητας για τις αδυσώπητες περικοπές που έχουν φέρει όλους τους Ελληνες σε κατάσταση παραζάλης, μόνιμης κατάθλιψης και στέρησης της αισιοδοξίας για τους μεγαλύτερους, που βλέπουν ότι ο ουρανός έχει μαζέψει πολλά και σκοτεινά σύννεφα, σε σημείο να μην ελπίζουν. Χάνουν την πίστη τους στο μέλλον, πως δηλαδή μπορούν να ονειρεύονται.
Σ’ αυτό το σημείο η ψυχολογία γίνεται η επιστήμη των παρενεργειών που προκαλούν οι αψυχολόγητες πράξεις της εξουσίας με την ταπείνωση και εξαθλίωση των Νεοελλήνων. «Δεν υπάρχει εξουσία χωρίς μίσος», υποστηρίζει ο Ευριπίδης. Προφανώς, αυτό είναι αληθές για τα αυταρχικά καθεστώτα, τα αντιδημοκρατικά αλλά και όσες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες διολισθαίνουν σ’ αυτό. Η δημοκρατική εξουσία αντλεί δύναμη από το ενδιαφέρον για τον άλλο, ιδίως τον πιο αδύναμο αλλά και όλους τους πολίτες. Φροντίδα ενός δημοκρατικού καθεστώτος, που διαπνέεται από ανθρωπιστικά ιδανικά, είναι να θέσει κανόνες και να διαπαιδαγωγήσει τους πάντες στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αναλογικότητα της συνεισφοράς στα οικονομικά βάρη. Η δημοκρατία, συνεπώς, δεν μισεί. Αν το κάνει, είναι μια ένδειξη ότι έχει εκτροχιαστεί από τις βασικές δημοκρατικές αρχές.
Το μίσος είναι προϋπόθεση του «διαίρει και βασίλευε». Αποτελεί βασική επιλογή όσων ενδιαφέρονται για την ευημερία των αριθμών, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί στον οικονομικό Καιάδα πολλούς συμπολίτες. Οπου η δημοκρατία δεν αναπνέει, παράγονται συναισθήματα δυσανεξίας και επιθετικότητας. Δημιουργούνται συνθήκες ανθρωπιστικής και πολιτικής κρίσης.
Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι και η Ελλάδα της τελευταίας τριετίας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν δομικές δυσπλασίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, μια δημοκρατική πολιτεία επιλέγει τον επιμερισμό των υποχρεώσεων. Αντίθετα, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα -αποτελεί κοινό τόπο πλέον- είναι η ασυλία στους λίγους και η απομύζηση και της τελευταίας ικμάδας από τους πολλούς. Είναι η διαμόρφωση συνθηκών πολέμου με άπειρα θύματα, βιολογικά και ψυχολογικά.
Ο δρόμος όμως ώς τη δημιουργία συνθηκών «παγετώνων» χρειαζόταν σχεδιασμό. Κι εδώ η εξουσία που διολισθαίνει στον αυταρχισμό προσφεύγει στην ψυχολογία και την προπαγάνδα. Σπέρνει το μίσος. Στρέφει τη μια ομάδα εναντίον της άλλης. Είναι αυτό που αποδόθηκε με τη φράση που μπήκε στο λεξιλόγιο όλων μας στα χρόνια του Μνημονίου: κοινωνικός αυτοματισμός. Για να χειραγωγηθεί η πολιτική βούληση των πολιτών σπέρνεται ο διχασμός. Στοχοποιούνται κάθε φορά τα κοινωνικά στρώματα που αμφισβητούν τον πολιτικό αυταρχικό διεκδικώντας τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Η εξουσία είναι «μανούλα» στην πρόκληση του κοινωνικού αυτοματισμού. Στην Ελλάδα δε οι κυβερνώντες αναδείχτηκαν σε μάστορες της ψυχολογίας των πολιτών. Κάθε φορά ένα κοινωνικό στρώμα κατασυκοφαντούνταν, απαξιωνόταν, δινόταν βορά στα ανθρωποφαγικά ένστικτα που η ίδια η εξουσία είχε φροντίσει να καλλιεργήσει και να απελευθερώσει.
Η παραγωγή μίσους γίνεται τρόπος διακυβέρνησης στη μνημονιακή Ελλάδα. Ολοι εναντίον όλων. Ετσι, βήμα το βήμα διαμορφώνονται συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Το βασικό γνώρισμα ενός εμφυλίου είναι ο διχασμός και η διάσπαση του κοινωνικού ιστού. Το μίσος, ως επίσημη ιδεολογία ή υφέρπουσα πρακτική. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Χάνεται η κοινωνική συνείδηση και επιστρέφουμε στα όσα είπε ο Δαρβίνος σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Η εξουσία απεκδύεται τον κοινωνικό της ρόλο. Μεταβάλλεται σ’ έναν απλό διαχειριστή, που φροντίζει, σε τακτικό χρόνο, να τροφοδοτεί την αρένα με νέα θύματα.
Καιρός είναι να θυμηθούμε τα ανθρωπιστικά ιδανικά. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της. Να υπερασπιστεί τα βασικά δικαιώματα των πολιτών. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το πετύχει. Νόμιμοι. Αρκεί να το θελήσουν οι πολίτες.
 
* Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου