Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Η πολιτική διαφθορά δεν αποτελεί πλέον «είδηση». Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλο και περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες σε όλον τον κόσμο φέρονται ως αναμεμειγμένοι σε ιδιοτελείς συναλλαγές. Ετσι, για την ευρεία κοινή γνώμη, το «τεκμήριο εντιμότητας» των πολιτικών δεν ισχύει πια, ούτε καν ως μαχητό. Ακόμα και εάν δεν μπορεί, φυσικά, να «είναι όλοι ίδιοι», όπως το θέλει η λαϊκή μούσα, το βάρος της αποδείξεως φαίνεται να αντιστρέφεται. Ολοι εμφανίζονται ηθικά ύποπτοι μέχρις να πείσουν για το αντίθετο. Τα γεγονότα μιλάν άλλωστε από μόνα τους. Για να περιοριστούμε στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλικός σύζυγος των Κάτω Χωρών, ο Μπους, ο Ράμσφελντ, ο Τσένεϊ, ο Πούτιν, ο Γέλτσιν, ο Κολ, ο Σρέντερ, οι στενοί συνεργάτες της Ανγκελα Μέρκελ, ο Μπλερ, ο Κάμερον, ο Ζισκάρ, ο Σιράκ, ο Μπερεγκοβουά, ο Σαρκοζί, ο Παπανδρέου, ο Ραχόι, ο Μπερλουσκόνι, ο Κράξι, η βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, ακόμη και το περιβάλλον της Αυτού Αγιότητος του Πάπα της Ρώμης κατηγορήθηκαν για αντιδεοντολογική και ιδιοτελή κατάχρηση ή «αξιοποίηση» της εξουσίας τους. Ευλόγως λοιπόν, η εμπιστοσύνη των λαών στους αιρετούς, κληρονομικούς ή πνευματικούς «εκπροσώπους» τους κλονίζεται. Ομως, ακόμα και αν εξοργίζει, η συρροή των σκανδάλων δεν εκπλήσσει. Ως ενδημική πλέον, η πολιτική διαφθορά εμφανίζεται κοινότοπη.
Ομως, οι «ηθικές κρίσεις» δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αν μέχρι τώρα μπορούσαμε να πιστεύουμε πως μόνον η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα, καλούμαστε σήμερα να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ακόμη και η «σχετική» δημοκρατική εξουσία δεν μπορεί παρά να διαφθείρει, έστω σχετικά. Η διάχυση του «ιού» στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας είναι λοιπόν βαθύτατα ανησυχητική, όχι μόνο στο επίπεδο των αξιών αλλά και στο επίπεδο της λειτουργίας της δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα τα διεθνή fora, συμπεριλαμβανομένου και του ΟΗΕ, το πρόβλημα αυτό βρίσκεται πια στο επίκεντρο της προσοχής. Η πολιτική διαφθορά δεν συνιστά πλέον μόνον ευκαιριακή έκφραση ατομικής παραβατικότητας, αλλά οικουμενικής εμβέλειας φαινόμενο που αντανακλά στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Ανεξάρτητα από το εάν η αποσύνθεση αρχίζει από το κεφάλι ή απλώς καταλήγει σε αυτό, η ιδιοτελής αξιοποίηση δημόσιων εξουσιών συνιστά πλέον καθημερινή πρακτική.
Το ζήτημα είναι προφανώς εξαιρετικά σύνθετο. Από τη μια μεριά, θα πρέπει να αναφερθεί κανείς στις μεταλλαγές της καθημερινής λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Ετσι, είναι γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια το επάγγελμα του πολιτικού δεν μονοπωλείται πια από «προεστούς» της άρχουσας τάξης που διέθεταν ίδιους πόρους με στόχο είτε να «προσφέρουν υπηρεσίες» είτε να ικανοποιήσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες τους. Και ταυτόχρονα, το αντικειμενικό οικονομικό κόστος του πολιτικού ανταγωνισμού αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ετσι, η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρωτόγνωρο «δομικό» οικονομικό έλλειμμα. Ο «υγιής» πολιτικός ανταγωνισμός προϋποθέτει μια συνεχή εισροή δημόσιων ή ιδιωτικών «πόρων». Η καθημερινή επιβίωση όλων των πολιτικών φορέων (ατόμων και κομμάτων) εξαρτάται από αόρατες συνήθως ενέσεις «πολιτικού χρήματος».
Από την άλλη μεριά, θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, σε όλες τις χώρες, οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσωπεύουν κάτι ανάμεσα στο 25% και το 60% του ΑΕΠ. Το κράτος δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εργοδότης. Είναι επίσης και ο μαζικότερος καταναλωτής αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στον ιδιωτικό τομέα, ο σημαντικότερος επενδυτής και ο μεγαλύτερος πελάτης. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η δημόσια συμμετοχή στο αγοραίο παίγνιο δεν παύει σε καμία στιγμή να παραμένει συνεχής και ενεργή. Και έτσι, η διαπραγμάτευση και η «διαπλοκή» ανάμεσα στα ιδιωτικά και στα δημόσια συμφέροντα είναι αναπόφευκτες. Βέβαια, οι σχέσεις ανάμεσα στο Κράτος και στους «πελάτες» του οφείλουν να υπακούουν σε αυστηρά κριτήρια. Αλλά οι δυνατότητες αυθαίρετων και μεροληπτικών αποφάσεων παραμένουν άπειρες. Στο μέτρο που η πολιτική εξουσία διατηρεί «διακριτικές ευχέρειες», η «διαφάνεια» δεν μπορεί να είναι παρά σχετική. Την ίδια στιγμή που η κίνηση του χρήματος είναι υπέρποτε ανεξέλεγκτη, τα μύχια κίνητρα των αποφασιζόντων παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Με αυτήν την έννοια, το φάντασμα της διαφθοράς είναι πανταχού παρόν. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, η άσκηση της εξουσίας είναι συνυφασμένη με τη δυνατότητα κατάχρησής της. Ομως, η τρέχουσα και θεαματική έκρηξη της ιδιοτέλειας, η ξαφνική κατάρρευση των «ηθικών αντιστάσεων» ενάντια στους πειρασμούς του ιδιωτικού οφέλους και η οικουμενική αποτελμάτωση των «δημόσιων ηθών» δεν μπορεί παρά να συνάπτονται με συγκεκριμένες ιστορικές, ιδεολογικές και πολιτιστικές μεταλλαγές. Η ιδέα της «αρετής» ως αξιακής πεμπτουσίας της δημόσιας συμπεριφοράς είναι άλλωστε ιστορική: γεννήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε στους κόλπους των δυτικών φιλελεύθερων κοινωνιών και της ριζικής θεσμικής, ιδεολογικής και ηθικής διάκρισης ανάμεσα στο γενικό και το ιδιωτικό συμφέρον, στο κράτος και τις αγοραίες συναλλαγές, στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στην πολιτική και την οικονομική εξουσία. Την ίδια στιγμή που ο οικονομικός άνθρωπος δικαιούνταν ως απλός «τίμιος» να προάγει δίχως όρια τα ιδιωτικά του συμφέροντα στην ελεύθερη αγορά, ο «ενάρετος» πολίτης έπρεπε να απέχει εντελώς από την προώθησή τους. Διασχίζοντας το κατώφλι της δημόσιας σφαίρας, το άτομο καλούνταν να αλλάξει προσωπείο. Ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας συνεπέφερε λοιπόν την εκκόλαψη δύο αντικριστών αλλά εκ πρώτης όψεως ασύμβατων κανονιστικών κωδίκων. Ο ιδιοτελής οικονομικός άνθρωπος και ο ενάρετος δημόσιος λειτουργός είναι οι δύο συμπληρωματικές όψεις του νεωτερικού Ιανού.
Τέτοιες «σχιζοειδείς» νοηματικές κατασκευές εμφανίζονται βέβαια ανέκαθεν. Ολες οι κοινωνίες διακρίνουν ανάμεσα σε όσα επιτρέπεται να είναι αντικείμενα συναλλαγών και στα «ιερά» εκείνα ζητήματα που καλύπτονται από απαραβίαστα ταμπού. Αλλά η φετιχοποίηση του «ουδέτερου» και προνομιακού δημόσιου χώρου είναι καθαρό προϊόν της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Πάνω στη βάση του πλάσματος του «κοινωνικού συμβολαίου» και της ιδέας του γενικού συμφέροντος στοιχειοθετήθηκε το γενικό «ηθικό καθήκον» συμμόρφωσης στους δημόσιους αξιακούς κώδικες. Στο εξής, οι τυποποιημένες σχέσεις του ατόμου με το Ολο δεν επιτρέπεται πλέον να νοθεύονται από ιδιωτικά συμφέροντα και ιδιοτελείς βλέψεις.
Ακόμη μια φορά όμως, η ιστορία (και μαζί με αυτήν η «διεφθαρμένη περιφέρεια») φαίνεται να εκδικείται τους ηθικολόγους εκλογικευτές της. Πράγματι, η εσωτερίκευση του κανονιστικού ταμπού τελούσε πάντα υπό την ιστορική προϋπόθεση ότι θα παρέμενε αλώβητη η συμβολική προωτοκαθεδρία μιας «ιερής» εθνικοκρατικής κοινότητας που αντιδιαστέλλεται προς τα ελεύθερα άτομα που την απαρτίζουν. Ο νοηματικός χωρισμός του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο δεν είναι το αποτέλεσμα των νεωτερικών ρυθμίσεων, αλλά ο ιστορικός και ιδεολογικός του όρος. Από τη στιγμή λοιπόν που υπό το κράτος των νέων παγκοσμιοποιημένων συνθηκών το κύρος του κράτους καταρρέει, η δομική και λειτουργική αυτονομία του πολιτικού από το οικονομικό απισχναίνεται και η λαϊκή κυριαρχία αφυδατώνεται, η ίδια η ιδέα της κοινότητας αποδυναμώνεται. Με φυσικό αποτέλεσμα να απομειώνονται και οι ηθικές αντιστάσεις στην άνευ όρων και ορίων ατομική ιδιοτέλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως μόνο «φυσικό», διιστορικό και πρωτογενώς αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο δικαίωμα αναγνωρίζεται το «δικαίωμα στο συμφέρον». Είναι λοιπόν εύλογο το γεγονός ότι ο μέχρι πρόσφατα αυτονόητος, αναγκαίος και «λειτουργικός» αξιακός «συμβιβασμός» ανάμεσα στα δικαιώματα του ατόμου και στα καθήκοντα του πολίτη φαίνεται να ατονεί. Μαζί με τον δημόσιο χώρο, καταβαραθρώνεται και η δημόσια ηθική. Οπως οι πολίτες έτσι και οι πολιτικοί τείνουν να μεταμορφώνονται σε ακόρεστους λύκους.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου