Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τελευταία, ένα περίεργο πράγμα, πιάνω τον εαυτό μου να δακρύζει με το παραμικρό. Δεν ξέρω ειλικρινά πώς να το εξηγήσω. Θυμάμαι, μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν μετρημένες στα δάχτυλα οι φορές που μ’ έπαιρναν τα ζουμιά, ειδικά μετά τη δικαιολογημένα εύθραυστη κι ανεπιτήδευτη παιδική ηλικία. Και αναφέρομαι σε όλες τις στιγμές, τόσο σε εκείνες που τα κλάματά μου ήταν φανερά σε τρίτους, όσο και σ’ αυτές που ήμουν εντελώς μόνος, κλεισμένος στα εφηβικά τα δωμάτια, σκεπασμένος με τα μαξιλάρια της νιότης και δεν μ’ έβλεπε κανένας. Ακόμα και όταν βρισκόμουν σε καταστάσεις δακρύων των άλλων, παρέμενα ατάραχος κι ήξερα να κομπιάζω αριστοτεχνικά, χωρίς να μου ξεφεύγει ούτε μια σταγόνα από τα μάτια. Βρισκόμουν άραγε σε μια ευδαιμονική κατάσταση άγνοιας των κινδύνων; Από την άλλη, ίσως να ήταν μια απόδειξη ότι το παιδί μέσα μου σταδιακά μεγάλωνε κι αντρίευε, γιατί, ως γνωστόν, οι άντρες δεν κλαίνε.
Αυτό μου το ταλέντο πια δεν υπάρχει. Δεν ξέρω, ίσως να φταίει η Ελλάδα της Κρίσης, ναι, αυτό το δακρύβρεχτο σίριαλ που συνεχίζεται ασταμάτητα τα τελευταία τρία χρόνια και γίνεται ολοένα και πιο δραματικό. Γιατί, όσο κι αν κλείνεις την τηλεόραση, όσο κι αν σε θρέφει κάθε πρωί ο διαυγής ελληνικός ήλιος, όσο κι αν μονολογείς ψιθιριστά πως “υπάρχουν και χειρότερα…”, τελικά όλα αυτά τα μικρά σκουπιδάκια της θλίψης μαζεύονται κάτω από το χαλί του νου σου και στο τέλος, με έναν μαγικό σχεδόν τρόπο κατρακυλάνε παρακάτω, σφηνώνουν πίσω από τα μάτια σου και σε κάνουν να δακρύζεις, δίχως καν να το καταλάβεις. Γιατί όταν τα δάκρυα έρθουν, τρέχουν ακατάπαυστα, λες κι άνοιξε κάποιος απότομα μια βρύση που δεν έχει σταματημό. Κι εσύ βρέχεσαι, κολυμπάς μέσα σε μικρές λιμνούλες διάφανες, πάνω στις οποίες καθρεφτίζονται κι άλλα πρόσωπα με το δικό σου, πρόσωπα που κλαίνε και γελάνε και γελάνε και κλαίνε μαζί σου.
Αλλά κι εκεί έξω, βαδίζοντας στα παγωμένα στενά, αντικρίζεις εικόνες έντονες, εικόνες που χαράσσονται στο νου σου μια για πάντα. Κάποτε, στην Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων οι εικόνες δεν προκαλούσαν την προσοχή σου, έμοιαζαν όλα σχεδόν όμοια, αδιάφορα ίδια, σαν τα άπειρα μαύρα τζιπ που είχαν κατακλύσει τις γειτονιές και τα προάστια. Τώρα είναι λες και κάποιος εμπνευσμένος φαντομάς ζωγράφος πέταξε τα κάδρα του στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στους σταθμούς των τρένων και κάθε φορά βλέπεις ανθρώπους και δράματα σε διαφορετικές θεματικές ενότητες. Άνθρωποι να πεινάνε. Άνθρωποι να τουρτουρίζουν. Άνθρωποι να ουρλιάζουν από αγανάκτηση. Άνθρωποι αδύνατοι, ταλαιπωρημένοι. Άνθρωποι αγκαλιά με σκυλιά και σκυλιά αγκαλιά με ανθρώπους. Και μένεις με το στόμα ανοιχτό και την ψυχή ορθάνοιχτη, σαν μια πόρτα που κάποιος ξέχασε να κλείσει και τώρα μπαίνει το ψύχος προς τα μέσα. Ψύχος και ψυχές. Και σκυλιά να κλαίνε.
Μετά, καθώς τα μνημόνια περνούν, νιώθω πως η χώρα μου βουλιάζει ολοένα, υγροποιείται. Είναι σαν από το πολύ το κλάμα να μετατρέπεται σταδιακά σε μια μεγάλη λίμνη. Και γύρω της μαζεύτηκαν κάμποσοι κροκόδειλοι. Ναι, αυτές οι περίεργες, οι ακαθόριστες μορφές, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος από δαύτους. Βουτάνε μέσα στη δακρυσμένη καθημερινότητά μας, αθόρυβα, κινούμενοι αργά, με τα βαριά τα πέλματά τους, μένοντας εκεί, έτσι, ακίνητοι, για ώρες, για μέρες, για μήνες με το στόμα ανοιχτό πλάι στους φοβισμένους τους ανθρώπους. Και λυπούνται και ωρύονται για τον πόνο μας και θέλουν να μας δείξουν τη συμπαράστασή τους. Και γράφουν άρθρα και βγάζουν λόγους και φοράνε το μακιγιάζ της συμπόνοιας αλλά ποτέ δεν πετυχαίνουν να κρύψουν τα χαρακτηριστικά τους ως ερπετά. Και χύνουν εύκολα, ακούραστα, κροκοδείλια δάκρυα.
Το χειρότερο όλων είναι όμως όταν νιώθεις τη σύγκρουση αυτή να μεγαλώνει μέσα σου, όταν τα συναισθήματα γίνονται αντιφατικά, όταν θέλεις να κλάψεις και να γελάσεις ταυτόχρονα. Είναι σαν να διεξάγεται μια ιδιότυπη μάχη, με αρένα το πρόσωπό σου, την ώρα εκείνη που τα δάκρυα τής λύπης παλεύουν με τα δάκρυα τής χαράς. Και η μισή σου φάτσα γελάει και η άλλη μισή κλαψουρίζει και θυμίζεις γεροντάκο που του λένε πετυχημένα αστεία τα εγγόνια του, καθώς χαίρεται με τη λύπη του και λυπάται με τη χαρά του. Ναι, εκείνον τον παππού που κάποτε έφυγε μετανάστης κι ήταν μικρός και πιάστηκε με τις δουλειές και τα εργοστάσια κι ούτε καν πρόλαβε να πάει στο σχολειό. Που έλεγε να μην του στέλνουν γράμματα γιατί γράμματα δεν ξέρει. Έτσι κι εσύ έγινες, σαν τον παππού σου, ευσυγκίνητος, σύγχρονος μετανάστης, που κάθεσαι και διαβάζεις των ανθρώπων τα μπερδεμένα γράμματα.
Και σε πιάνουν κλάματα.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου