Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΡΑΣΜΕΝΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Ζούμε μια πόλη φρέσκων ερειπίων. Τα χρόνια που ακολούθησαν τους Ολυμπιακούς αγώνες, βιώσαμε την διάλυση όλων όσων έμειναν όρθια από τα φλας και το χειροκρότημα. Μια διάλυση τις οποίας οι ρίζες απλώνονται πολύ βαθειά σε πολύ παλαιότερα χρόνια, ίσως στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αυτή η διάλυση εκφράστηκε πολλαπλά, με τρόπους που προϋπήρχαν και όρους που αυτά τα χρόνια μεγεθύνθηκαν : με τη διαφθορά και την ατιμωρησία, τα αλληλεπικαλυπτόμενα σκάνδαλα, την κρίση της πολιτικής σε συνδυασμό με την δημιουργία ενός υπερτροφικού τηλεοπτικού λόγου εξουσίας που συγχέει την ανικανότητα με την σκοπιμότητα για να παράξει καταστολή.
Η νέα Ελλάδα, η περίφημη ισχυρή Ελλάδα του εκσυγχρονισμού, με το οπλοστάσιο του πλαστικού χρήματος και των δανείων, της Ευρωπαϊκής ένταξης και του παραδείσου του Ευρώ, των Ολυμπιακών αγώνων και των εθνικών αθλητικών κατορθωμάτων, έδειξε να κλονίζεται συνθέμελα και να πέφτει με δύναμη στο πάτωμα με τον ερχομό της κρίσης, με τον ερχομό αναγκαστικής αυτοσυγκράτησης. Η παλιά μας ουτοπική ευημερία μας κληροδότησε ένα κενό. Ένα κενό ηθικό, ένα κενό εμπιστοσύνης που καταλήγει στην πλήρη απαξίωση κάθε έννοιας και ίσως για πολλούς της απαξίωσης της ίδιας της πολιτικής τουλάχιστον με τους όρους με τους οποίους υπήρχε μέχρι σήμερα. Κυρίως όμως ένα κενό ως προς το μέλλον την προοπτική μας ως κοινωνία. Κάθε τοποθέτηση για την κρίση και τις πραγματικές αιτίες που την δημιούργησαν, κάθε τοποθέτηση για τις πολλές σκοπιμότητες και τα συμφέροντα που την εκμεταλλεύονται, μπορεί να έχει ενδιαφέρον και μεγάλη σημασία, όμως έχω την αίσθηση πως στρέφουν την ματιά μας προς ένα σημείο άλλο, διαφορετικό από αυτό που πρέπει σαν κοινωνία να αντιμετωπίσουμε. Αυτό που έχει σημασία για όλους μας τώρα πια είναι οι όροι με τους οποίους βιώνουμε την πραγματικότητα και ζούμε το καθημερινό. Το πώς διαμορφώνεται η ζωή και η συνείδηση, ανάμεσα στα διάφορα συγκεκριμένα γεγονότα.
Βιώνουμε το παρόν ως τέλμα και το μέλλον ως έναν άγνωστο κίνδυνο που πλησιάζει και μας αγγίζει όλους μας.
Γίναμε άθελά μας το πλήθος του πρεκαριάτου (από την αγγλική λέξη Precarity), του σύγχρονου δηλαδή αβέβαιου ανθρώπου. Βιώνουμε μια πραγματικότητα απότομη, απροετοίμαστοι και πλανημένοι από τις προηγούμενες γενιές, που μας γέμισαν υποσχέσεις και καταχρήσεις. Η αρπαγή του τότε έγινε η καταδίκη του αύριο. Μια κοινωνία που βιώνει την αποσύνθεσή της με όρους μιας κληροδοτημένης και αναπόφευκτης μοίρας, σαν κακόγουστη διασκευή αρχαίας τραγωδίας όπου η ύβρις του προπάτορα κουβαλιέται ως Νέμεση για τις γενιές που θα έρθουν.
Η κυρίαρχη γλώσσα της κρίσης είναι μια γλώσσα ψυχρή στην γεωμετρία της και βάρβαρη στον τεχνοκρατισμό της. Τραπεζικές ορολογίες, διαγράμματα, αριθμοί και δείκτες, συνθέτουν μια εικόνα απόλυτα στεγνή. Ο οικονομολόγος έχει γίνει ο ήρωας της εποχής. Απαραίτητος στην ζωή μας λόγω της αναγκαιότητας του ρόλου του, ψυχρός λόγω της εξουσίας της γνώσης του. Ίσως για πρώτη φορά στις μέρες μας η γνώση και η γλώσσα να είναι τόσο στενά συνυφασμένες με την ισχύ και την εξουσία. Σαν κυρίαρχοι που επιβάλλουν απόλυτα την αισθητική, την πολιτική και τελικά την ίδια την υπόσταση της κοινωνίας μας, όροι που ισχύουν συνολικά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας.
Η τέχνη σε κάθε έκφανση της, θεωρείται πια μια περιττή πολυτέλεια. Σαν κάτι που περισσεύει, γεμίζει τυχαία τις ώρες, μας αποσπά από την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτή την αυστηρά και χυδαία υλιστική πραγματικότητα, κάθε ενασχόληση με την τέχνη θεωρείται χόμπι, παραξενιά ή σπατάλη του πολύτιμου χρόνου.
Η συνάντηση των δύο, της πραγματικότητας και της τέχνης δίνει το σύνθημα για μία μάχη με την γλώσσα να ορίζεται ως πεδίο σύγκρουσης. Η σύγκρουσή μας αυτή λοιπόν δεν μπορεί λοιπόν παρά να αποτελεί και ευκαιρία για την επανεφεύρευση ενός λεξιλογίου.
Απέναντι σε μια ψυχρή γλώσσα, ενίοτε ειρωνική και καταγγελτική, απέναντι στην σκληρή αμεσότητα και προφορικότητά της πρέπει να ανακαλύψουμε μιαν άλλη κατασκευασμένη εσώστρεφα, που να μπορεί να μιλήσει στην συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας ενδυναμώνοντάς την. Μια γλώσσα που μπορεί να απαντά άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε προτάσσοντας την αθωότητά, άλλοτε προτρέποντας σε επίθεση. Προπάντων όμως μια γλώσσα που να μπορεί να απαντά σε αυτόν τον κόσμο με την ίδια την ουσία της, την ειλικρίνεια της ύπαρξής της.
Σηκώστε τα μανίκια ποιητές, Απέναντι στο στερεότυπο του κυρίαρχου πρέπει να αντιτάξετε τις μεταμορφώσεις μιας νέας γλώσσας – ηθικής, μιας κοινής στάσης τοποθετημένης που θα διεκδικήσει επιτέλους τον χώρο της απέναντι σε έναν γερασμένο και καταδικασμένο μέλλοντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου