Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΗΤΟΥΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΗΓΕΤΕΣ ΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ...

Του Αλέξανδρου Μερκούριου


«Σήμερα είμαστε περικυκλωμένοι από το σκοτάδι και μετράω τις μέρες για να γνωρίσω αν μέλλουμε σαν κράτος να ζήσουμε αύριο!...»

Η ρήση αυτή, είναι ίσως η πιο επίκαιρη των τελευταίων ετών για την Ελλάδα. Κι όμως δεν «ανήκει», ούτε διατυπώθηκε από κάποιον από τους σημερινούς πολιτικούς μας άρχοντες. Δεν ειπώθηκε ούτε στην κρίση της Κύπρου το 1974. Ούτε κατά την εισβολή των Γερμανών το 1941, ούτε μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922. Και βέβαια, ούτε κατά τον χαμένο πόλεμο του 1898 με τους Τούρκους, όταν η Ελλάδα εκτεινόταν ως τη Θεσσαλία.
Η κραυγή αγωνίας, αυτή, ανήκει στον πρώτο κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια, και γράφτηκε το 1931, όταν οι ξένες δυνάμεις (που όπως και τώρα, είχαν εγγυηθεί το… μέλλον της Ελλάδας) είχαν κλείσει τόσο ασφυκτικά τον κλοιό, στη χώρα, που προκάλεσαν εσωτερικές αντιδράσεις, αλλά και συρράξεις. Ο κυβερνήτης, μάλιστα, γράφοντας προς τον φίλο του και φιλέλληνα Ελβετό τραπεζίτη Ζαν Γκαμπριέλ Εινάρ (αυτόν που σήμερα γνωρίζουμε από έναν δρόμο στο κέντρο της πρωτεύουσας ως Ευνάρδο*), σημείωνε εκείνη την περίοδο της αναταραχής: «Εγώ δε, όταν με υπευθυνότητα θα έχω εκπληρώσει το καθήκον μου… με τις δυνάμεις που μου απομένουν, θα σηκώσω το σταυρό μου. Και θα τον σηκώσω χωρίς κανένα γογγυσμό».
Σε περιόδους κρίσης, αλλαγής, έντασης και αμφισβήτησης, οι ηγέτες ξεχωρίζουν από το παράδειγμα και την έμπνευση που μέσω αυτού μπορούν να δώσουν στο λαό τους για να συνεχίσει. Ο Καποδίστριας μπορεί να δολοφονήθηκε λίγο καιρό μετά την επιστολή του αυτή. Ίσως και να μην αναγνωρίστηκε από τους Έλληνες την περίοδο που έζησε, παρά μόνο μετά θάνατον, καθώς τα ΜΜΕ δεν μπορούσαν να μεταδώσουν και να αναπαράγουν τις σκέψεις και την πολιτική του. Κι έτσι έπεσε θύμα της ίντριγκας και της διχόνοιας που από την αρχαιότητα σπαράσσει το ελληνικό έθνος. Η λεπτομέρεια που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι λίγο καιρό μετά τη δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη, η Ελλάδα (ως βασίλειο πλέον, αφού οι ξένες εγγυήτριες δυνάμεις είχαν εγκαταστήσει στην Αθήνα τον Όθωνα) υπέγραψε μια επαχθή δανειακή σύμβαση, η οποία οδήγησε στη (δεύτερη) πτώχευση της χώρας το 1843.
Το ερώτημα είναι: σήμερα που τα ΜΜΕ μπορούν να μεταδώσουν τις σκέψεις των πολιτών μας αρχόντων, σε μία εξίσου κρίσιμη περίοδο, εμείς τι ακούμε; Και αυτό που ακούμε, μπορεί να μας εμπνεύσει;
Δεν θα σας ταλαιπωρήσω, μεταφέροντας δηλώσεις των πολιτικών ηγετών μας τις τελευταίες ημέρες. Είναι άλλωστε από ξενέρωτες έως προκλητικές. Ίσως, δε, η πιο ενδιαφέρουσα να ήταν αυτή του Γιώργου, που δήλωσε πριν μερικές ώρες ότι «δεν ενδιαφέρεται να επανεκλεγεί, αλλά να σώσει τη χώρα»!
Κι όμως, ο ίδιος από το παρασκήνιο, από το οποίο κυβερνά (έχοντας αφήσει μπροστά τον Βενιζέλο να αποφασίζει), δείχνει να επιδιώκει τη μικρότερη δυνατή φθορά. Και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εμπνεύσει. Πόσο μάλλον οι αντιπρόεδροι και υπουργοί του. Ο ένας παραδίδει αυτοκλήτως μαθήματα φορολογικής δικαιοσύνης στα όρια του Συντάγματος, και ο άλλος δηλώνει ότι αδυνατεί να πληρώσει (επειδή έχει στην ιδιοκτησία του πολλά ακίνητα) καλώντας τον να τον… κλείσει στη φυλακή. How pathetic, που λένε και οι αγγλόφωνοι.


(*) Για την ιστορία και αφού χρειαζόμαστε παραδείγματα: Ο Ευνάρδος (1775-1863) υπήρξε ευεργέτης του ελληνικού έθνους. Γεννήθηκε στη Λυών της Γαλλίας στις 28 Δεκεμβρίου 1775 και η οικογένειά του έγινε δεκτή στους αριστοκρατικούς κύκλους της Γενεύης το 1686. Εγκαταστάθηκε αρχικά στη Γένοβα της Ιταλίας, όπου έκανε περιουσία ως οικονομικός διαπραγματευτής και σύμβουλος τοπικών αρχόντων. Το 1810 επέστρεψε στη Γενεύη, όπου έχτισε μεγαλοπρεπές μέγαρο (το σημερινό Δημαρχείο της πόλης). Το 1814 συμμετείχε στο συνέδριο της Βιέννης, όπου γνώρισε και σχετίστηκε με τον Καποδίστρια. Εμπνεόμενος από αυτόν, προσχώρησε στο κίνημα του φιλελληνισμού. Κατά την επανάσταση του '21 διέθεσε τεράστια ποσά υπέρ των Ελλήνων και παρενέβη επανειλημμένα στην ευρωπαϊκή διπλωματία υπέρ των ελληνικών δικαίων.
Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια επέδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την συγκρότηση της ελληνικής εθνικής οικονομίας και συνέβαλε καταλυτικά στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας διατέλεσε και επίτιμος διοικητής. Το 1847 αντιμετώπισε με σθένος τις υπερβολικές απαιτήσεις των Άγγλων τραπεζιτών για το δάνειό του 1832 προς την Ελλάδα και πλήρωσε ο ίδιος μισό εκατομμύριο χρυσά φράγκα για να τους ικανοποιήσει.

Για τον Καποδίστρια, ελπίζω να γνωρίζετε…

ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΡΝΑΕΙ...

Της Ήρας Βουτσαλά

Φταίνε αυτοί, φταίνε οι άλλοι, φταίνε γενικώς. Εγώ; Πού ήμουν τόσα χρόνια; Πού είμαι τώρα; Προσωπικά, στα 28 μου χρόνια απλώς ακούω ξανά και ξανά τα ίδια παράπονα, την ίδια γκρίνια και τις ίδιες αποδόσεις ευθυνών - πάντα στους άλλους. Ήθελα και να ‘ξερα, δεν βαρεθήκαμε ως Έλληνες να μοιρολογούμε και να μιλάμε για το τι έγινε και πως έγινε, αντί να εστιαστούμε πιο σοβαρά από ποτέ στο τι θα γίνει από εδώ και πέρα; Άλλωστε δεν είμαστε μόνο το παρελθόν μας. Είμαστε κυρίως το μέλλον μας. Προσωπικά ανήκω στη γενιά που ο κύκλος της ιστορίας της επεφύλασσε το ρόλο του "περάσματος" στην επόμενη. Πρωταγωνιστές, ήρωες και ένδοξες στιγμές δεν υπάρχουν, υπάρχει μονάχα "δουλειά", περισυλλογή και θυσίες, Και πάλι όμως δεν μεμψιμοιρώ -κάθε εποχή, κάθε γενιά έχει τα χαρακτηριστικά της. Αυτό δεν αλλάζει. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσει κανείς τόσο το καλύτερο γι αυτόν και την προσωπική του ισορροπία. Ας μην ψάχνουμε άλλο για σωτήρες : Αν δεν βοηθήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας κανείς δεν θα το κάνει. Όπως λένε "η μισή λύση κάθε προβλήματος είναι η αποδοχή του" και έτσι είναι.
Έχουμε Πρόβλημα. Ότι έγινε-έγινε, όσα φάγανε-φάγανε. Κανένας, ακόμη και να το ήθελε, δεν μπορεί να τα φέρει πίσω. Καθένας μας ας ξεκινήσει την προσωπική του πορεία προς την λύτρωση από όλο αυτό που ζούμε, αποτινάσσοντας από πάνω μας κάθε μιζέρια, κάθε γκρίνια, κάθε κομματικό διχασμό. Αξιοποιώντας κάθε ικανότητα μας , όχι περιμένοντας από τους άλλους να μας αξιοποιήσουν και να μας διορίσουν. Ανακαλύπτοντας τα νέα μας "ταλέντα", ας ασχοληθούμε με πράγματα που μέχρι τώρα δεν φανταζόμασταν ότι μπορούμε να καταφέρουμε, χωρίς ντροπή, χωρίς φόβο. Και σίγουρα όλοι κάπου θα συναντηθούμε σε αυτή την πορεία, πιο σίγουροι και πιο σοφοί από ποτέ. Ο χρόνος κυλάει και είναι εις βάρος μας αν συνεχίσουμε έτσι, κάνουμε κακό σε μας και στα παιδιά που θα ‘ρθουν.

"Είμαστε από καλή γενιά" έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης. Ίσως όχι από τυχερή, αλλά σίγουρα "από καλή" γενιά είμαστε.
Ας το αποδείξουμε!

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια
Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν
Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε
Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, το χουμε νιώσει
Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά
Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε.
Είμαστε από καλή γενιά

(Οδυσσέας Ελύτης, «Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα»)


Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.

Του Πέτρου Κουμπλή

Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι το προσωπικό μου ευαγγέλιο.
Εκεί επιστρέφω στα δύσκολα. Εκεί ξαναδιαβάζω τα όνειρά μου.

Ο Εξιπερί γνώριζε από την αρχή πως οι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν τον Μικρό Πρίγκιπα. (κι ας είναι από τα εκείνα τα πρώτα, τα πολυδιαβασμένα βιβλία παγκοσμίως, μετά τη Βίβλο).
Θεώρησαν πως είναι βιβλίο για παιδιά. Κι ό,τι είναι παιδικό το υποτιμούν.
Ένα παιδί, όμως, δεν έχει ανάγκη να διδαχθεί τον Μικρό Πρίγκιπα. Γιατί το ίδιο είναι ο Μικρός Πρίγκιπας.
Οι μεγάλοι το έχουν ανάγκη, γιατί εκείνοι έχουν χάσει το δρόμο τους. Εμείς είμαστε που ζούμε μια μελαγχολική ζωή. Εμείς έχουμε λεκτικές απαντήσεις αμέτρητες. Αληθινές καμία.
Δε θα σας κουράσω άλλο. Δε θα κάνω φιλολογική ή συναισθηματική ανάλυση του βιβλίου. Όσοι αγαπούν τον Μικρό Πρίγκιπα δε χρειάζονται τις δικές μου επεξηγήσεις. Κοιτάξτε μόνο πώς ο Εξιπερί μ’ αυτό το πνευματικό αριστούργημα μπαίνει βαθιά σε ζητήματα όπως η εξουσία. Αφιερώστε δύο λεπτά και δείτε τι γράφει για το σήμερα, (και το «πάντα» της εξουσίας) ένας αεροπόρος που σκοτώθηκε τις τελευταίες μέρες του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Α! Να ένας υπήκοος, φώναξε ο βασιλιάς, μόλις φάνηκε ο μικρός πρίγκιπας. Κι ο μικρός πρίγκιπας αναρωτήθηκε:
- Πως μπόρεσε να μ’ αναγνωρίσει, αφού ποτέ του δεν μ’ είχε ξαναδεί!
Δεν ήξερε πως για τους βασιλιάδες, ο κόσμος είναι πολύ απλοποιημένος. Όλοι οι άνθρωποι είναι υπήκοοι. (ο Μικρός Πρίγκιπας) απόμεινε ορθός και, καθώς ήταν κουρασμένος, χασμουρήθηκε.
- Είναι αντίθετο με το πρωτόκολλο να χασμουριέται κανείς μπροστά σ’ ένα βασιλιά. Σου το απαγορεύω.
- Δεν κατάφερα να συγκρατήσω το χασμουρητό μου, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας. Έχω κάνει ένα μακρινό ταξίδι και δεν έχω κοιμηθεί …
- Τότε, του είπε ο βασιλιάς, σε διατάσσω να χασμουρηθείς.
Και συνεχίζει. Προσέξτε εδώ!
Θα ‘θελα να δω ένα ηλιοβασίλεμα. Κάνετέ μου τη χάρη … Διατάξτε τον ήλιο να βασιλέψει … (είπε ο Μικρός Πρίγκιπας)
- Αν έδινα διαταγή σ’ ένα στρατηγό να πετάξει από ένα λουλούδι σε κάποιο άλλο, όπως μια πεταλούδα ή να γράψει μια τραγωδία ή να γίνει θαλασσινό πουλί, κι αν ο στρατηγός δεν εκτελούσε τη διαταγή που πήρε, ποιος θα ‘ταν ο φταίχτης;
- Εσύ θα ‘σουν, απάντησε με σταθερή φωνή ο μικρός πρίγκιπας.
- Σωστά. Δεν μπορούμε να ζητάμε από κάποιον παρά μονάχα αυτά που μπορεί να δώσει. Πάνω απ’ όλα, το κύρος στηρίζεται στη λογική. Αν διατάξεις το λαό σου να πάει να πέσει στη θάλασσα, θα επαναστατήσει. Έχω το δικαίωμα να απαιτώ υπακοή, γιατί οι διαταγές μου είναι λογικές.

Οι διαταγές σήμερα δεν είναι λογικές (για το «ηθικές» δεν υπάρχει καν κοινό σημείο αναφοράς με τον βασιλιά).
Το σημερινό σύστημα (και δεν αναφέρομαι συγκεκριμένα στα πρόσωπα, γιατί αυτά έρχονται και παρέρχονται. Ήδη ετοιμάζεται και φρεσκοσιδερώνεται το επόμενο, μέχρι να έρθει σαν μεσσίας το μεθεπόμενο) έχει αυτοκαταργηθεί και μέσα στην θορυβώδη πτώση του, παρασέρνει ζωές. Αληθινές ζωές.
Έχουν τελειώσει.
Δεν διαθέτουν πια καμία εξουσιοδότηση από μέρους μας. Ζητούν να πέσει ο λαός στη θάλασσα, τάζοντας μια αόριστη μετά θάνατον ζωή (που προϋποθέτει ξανά τη δική τους βασιλεία).
Έχουν τελειώσει.
Μην περιμένετε από εκείνους να το παραδεχθούν. Μην περιμένετε τίποτα. Πως θα μπορούσαν άλλωστε να το κάνουν αυτό στον εαυτό τους; Εκείνοι ξέρουν μόνο να δίνουν διαταγές. Έτσι μεγάλωσαν, έτσι εκπαιδεύτηκαν, έτσι ανελίχθηκαν, έτσι ξέρετε σήμερα τα ονόματά τους. Μα αν μια μέρα σταματήσουν να διατάζουν, θα είναι σα να μην υπάρχουν.
Έχουν τελειώσει.
Το πώς ιστορικά θα γραφεί ο επίλογος δεν το ξέρει κανείς. Εύκολα ή δύσκολα, με πόνο ή χωρίς, μια Παρασκευή βράδυ, έναν Δεκέμβρη, ένα ανοιξιάτικο ξημέρωμα. Ποιος ξέρει. Κανείς. Πόσο μάλλον ο βασιλιάς που βλέπει μόνο υπηκόους.
Κι εμείς; Ναι, εμείς! Τι βλέπουμε εμείς;
Κάπου έμαθα- και θέλω να σας το μεταφέρω- πως ο Μικρός Πρίγκιπας που όλο ταξιδεύει, σταμάτησε στα μέρη μας.
Μας παρατηρεί. Μας ρωτάει. Κι αναρωτιέται κι ο ίδιος που πήγαν τα 43 ηλιοβασιλέματά μας.

ΥΓ.1 Ξαναδιαβάστε τον Μικρό Πρίγκιπα. Όχι, μια φορά σαν ιστορία. Επιστρέψτε. Επιστρέψτε. Γιατί η ζωή είναι ένα ταξίδι επιστροφής.
ΥΓ.2 Αν αγαπάτε τις ζωγραφιές, συνεχίστε να σχεδιάζετε έναν βόα κι έναν ελέφαντα κι ας βλέπουν πάντοτε οι άλλοι απλώς ένα καπέλο.
ΥΓ.3 Ο Εξιπερί έπεσε με το αεροπλάνο του σε μια έρημο. Μα σ’ αυτήν την επικίνδυνη κι απειλητική γη, εκεί στα δύσκολα, τα κρίσιμα και τα μοναχικά βρήκε τελικά τις απαντήσεις. Κοιτάξτε και στη δική σας έρημο με προσοχή κι ανοιχτή καρδιά. Έχετε το νου σας, γιατί κάπου μπορεί να βρίσκεται ένας Μικρός Πρίγκιπας.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΦΡΑΓΚΟΛΕΒΑΝΤΙΝΙΚΑ.


“Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου... Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου”.

Καμία σχέση με την έγνοια του Ελύτη το υπουργείο Δια Βίου Μάθησης.

Δεν το λες έγνοια το γεγονός ότι κυκλοφορεί τα περίφημα DVD- βιβλία , με τα περιεχόμενα των μαθημάτων γραμμένα στα greeklish. To λες γκάφα, προχειρότητα, έλλειψη σοβαρότητας, αδιαφορία, λάθος μήνυμα σε μια ολόκληρη γενιά που καθημερινά πληκτρολογεί ασταμάτητα greeklish.
Το καθ' ύλην αρμόδιο υπουργείο θα έπρεπε να ξέρει , αλλά και να έχει κάνει σημαία του, ότι δεν είναι απλό εργαλείο η γλώσσα. Είναι ο πολιτισμός μας, είναι η ιστορία μας, είναι η σκέψη μας, είναι η νοοτροπία μας, είναι η ταυτότητά μας. Πάνω από όλα η γλώσσα είναι αξία.
Ένα από τα λίγα πράγματα που μας έχουν απομείνει και για το οποίο μπορούμε να είμαστε υπερήφανοι στη χώρα αυτή, είναι η γλώσσα μας!
Κάποιος να ενημερώσει το υπουργείο ότι τα “Trhskeytika” η “Algebra kai ta Stoixeia Pithanothtwn”, μπορούν να γραφούν σε ελληνικές γραμματοσειρές που διαθέτουν τα πληκτρολόγια. Ή ας αλλάξουν πληκτρολόγια και από Φραγκολεβαντίνικα να γράφουν ελληνικά.
Στους μεταρρυθμιστές του Νέου Σχολείου αφιερωμένο ένα κείμενο που είχε γραφτεί για άλλους συναδέλφους τους μεταρρυθμιστές του Δια Βίου Πάθησης:

“Αυτοί, τα κτήνη τα τετράποδα που έκαναν αυτές τις μεταρρυθμίσεις – αυτό παρακαλώ να γραφεί στις εφημερίδες- δεν ξέρουν τι είναι γλώσσα. Δεν ξέρουν αυτό που γνώριζε η κόρη μου στα τρία της χρόνια. Μάθαινε μία λέξη και μετά έψαχνε για τις συγγενείς της. Αυτό είναι μια γλώσσα. Ένα μάγμα, ένα πλέγμα, όπου οι λέξεις παράγονται οι μεν από τις δε, όπου οι σημασίες γλιστράνε από τη μία στην άλλη, είναι μια οργανική ενότητα από την οποία δεν μπορείς να βγάλεις και να κολλήσεις πράγματα, δυνάμει μιας ψευτοκυβέρνησης, καθισμένος σ’ ένα γραφείο στο υπουργείο Παιδείας. Ήδη, τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή, πάμε να καταστρέψουμε ό,τι κτίσαμε. Αυτή είναι η δραματική μοίρα τού σύγχρονου ελληνισμού.”
Κορνήλιος Καστοριάδης

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΡΟΝΟΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΟΔΙΑΦΥΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

Του Λευτέρη Κουσούλη *

Ένα κεντρικό ζήτημα στην πολιτική είναι ο χρόνος. Τίποτα δεν είναι στην πολιτική πιο κεντρικό από το χρόνο. Όλα συντελούνται στο χρόνο. Στη ροή του χρόνου κάτι υπάρχει ή δεν υπάρχει.
Παρατηρώντας την εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα, μέσα στη οδυνηρά κρίσιμη περίοδο που διανύουμε, φαίνεται να αγνοείται παντελώς η καταλυτική αυτή διάσταση. Οι πολιτικοί ενεργούν, η Κυβέρνηση πάντως ενεργεί, σαν να είναι κύριοι του χρόνου. Σαν να μπορούν να καθορίζουν αυτοί το πότε των αποφάσεών τους. Ενώ την ίδια ώρα δίπλα ο ποταμός ρέει.
Ακούμε τον τελευταίο καιρό, με πληθωρικό τρόπο, τις καταγγελίες για φοροδιαφυγή. Η φοροδιαφυγή ευθύνεται για όλα -μας λένε- και αν μπορούσαμε να θεραπεύσουμε αυτό το πρόβλημα, θα θεραπεύαμε ταυτόχρονα όλες τις πληγές.
Προτάσσουμε στη δημόσια συζήτηση τη φοροδιαφυγή, ρίχνοντας φυσικά αποκλειστικά την ευθύνη στον πολίτη (που ασφαλώς ευθύνεται, όχι όμως μόνο αυτός) και αγνοούμε το άλλο βαρύτερο πρόβλημα, το πρόβλημα της απώλειας του χρόνου, τη χρονοδιαφυγή.
Για τη χρονοδιαφυγή δεν ευθύνονται καθόλου οι πολίτες. Είναι αποκλειστικό πρόβλημα της πολιτικής τάξης. Είναι αποκλειστική επιλογή της και αποτελεί στο βάθος μια αντίληψη διαχείρισης της εξουσίας. Φυσικά, δεν θα μιλήσει ποτέ η ίδια για τη χρονοδιαφυγή. Γιατί θα ήταν σαν να κατηγορούσε τον εαυτό της. Και θα έπρεπε, ίσως τότε, να αναζητήσει τα αίτια αυτής της συμπεριφοράς της. Η πολιτική αδυναμία διαχείρισης του χρόνου είναι αυτή που μας έχει φέρει ως εδώ. Παράγει την αδράνεια, νομιμοποιεί την ακινησία και κρατάει τη χώρα καρφωμένη στο τέλμα.
Ενώ ο χρόνος πρέπει να αξιοποιείται στην πολιτική προς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, εδώ, στο λεγόμενο πολιτικό μας σύστημα, γίνεται χρήση του για την κατοχύρωση της ισχύος. Στην πραγματικότητα, το πολιτικό μας σύστημα επιδιώκει να παγώσει το χρόνο, να τον θέσει στη διάθεσή του και έτσι να αποφύγει την αναμέτρηση με τα προβλήματα. Δηλαδή, μέσα στη χρονοδιαφυγή βρίσκεται εντέχνως κρυμμένη η ευθυνοδιαφυγή, η μέγιστη αυτή πολιτική απαξία.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ακούμε τον καταιγισμό για τη φοροδιαφυγή να μην ξεχνάμε ότι δίπλα της και στην πραγματικότητα πάνω απ’ αυτήν, βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα της χρονοδιαφυγής του πολιτικού κόσμου και μέσα σ’ αυτήν η προσβλητική ευθυνοδιαφυγή του.

*Ο Λευτέρης Κουσούλης είναι Πολιτικός Επιστήμονας

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΚΡΕΚ, ΤΟ ΒΡΟΜΙΚΟ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙ.

«Είμαι ένα γουρουνάκι βρόμικο πολύ/ όλη μέρα μεσ’ στη λάσπη τρέχω στην αυλή/ όμως δεν με παίζουνε τ’ άλλα τα παιδάκια/ γιατί είμαι ένα γουρουνάκι βρόμικο πολύ…» Και τούμπαλιν.

Μ’ αυτό το τραγούδι ο Γκρεκ, το γουρουνάκι, άρχιζε και τέλειωνε τη μέρα του. Ήταν ο ύμνος του, για τον οποίο ίσως και να τον ζήλευαν τ’ άλλα ζώα της φάρμας. Ο Γκρεκ το γουρουνάκι όλη μέρα έτρωγε φρούτα και λαχανικά από τις ξέχειλες ταΐστρες, κυλιόταν στη δροσερή λάσπη του χοιροστάσιου, αφόδευε στις γωνίες του μαντρωμένου χώρου του κι έτρεχε ανέμελο σ’ όλη τη φάρμα. Ένα στρογγυλό άνοιγμα ενός μέτρου περίπου στη μάντρα τού εξασφάλιζε ελευθερία κίνησης σ’ όλη τη φάρμα. Γενικώς, ήταν ένα αρκετά παραγωγικό ζώο, αν λάβουμε ως δεδομένο ότι όφειλε να γίνει όσο το δυνατόν πιο παχύ και βαρύ. Το μέγεθος ήταν το παν στη φάρμα, κι ο Γκρεκ, απολύτως συμφιλιωμένος με τον προορισμό του ως άφθονου, λιπαρού και τρυφερού κρέατος, έκανε ό,τι μπορούσε γι’ αυτό. Είχε μάλιστα επανειλημμένα διακριθεί για την ταχύτητα πάχυνσής του από τη HOIROSTAT, την ειδική οικονομετρική υπηρεσία της φάρμας. Ο Γκρεκ φρόντιζε μόνο να μη μεγαλώνει η περιφέρειά του τόσο ώστε να του είναι αδύνατο να βγαίνει από την τρύπα. Και, όταν τα πράγματα έφταναν σε οριακό σημείο, ρουφούσε λίγο την κοιλιά του, κυλιόταν στη λάσπη για να γλιστράει κι ορμούσε στην τρύπα, η οποία σπανίως του άφηνε λίγες εκδορές στο χοντρό πετσί του. Αλλά ο Γκρεκ δεν μάσαγε.

Όλα πήγαιναν καλά στη φάρμα, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζαν τα ζώα, μέχρι που εμφανίστηκε ο νέος επιστάτης. Ο οποίος, αφού επέπληξε τους ιδιοκτήτες για την εντελώς αντιπαραγωγική εκμετάλλευση των ζώων, επέβαλε διαρθρωτικά μέτρα. Τα πιο σκληρά αφορούσαν τον Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, το οποίο ο επιστάτης κοίταζε με απέχθεια, φωνάζοντας ότι κανείς πια δεν τρώει τόσο λιπαρά παχύδερμα. «Δίαιτα, εντατική άσκηση και καθαριότητα», φώναζε ο επιστάτης, που δεν έμοιαζε καθόλου με τον παλιό. Δεν φορούσε παλιόρουχα και γαλότσες, αλλά κοστούμια και χειροποίητα σκαρπίνια και δεν έμπαινε ποτέ στο χοιροστάσιο. Διέταξε, λοιπόν, να του φέρουν τον Γκρεκ για καταγραφή, απογραφή, κάτι τέτοιο, δεν κατάλαβε καλά το γουρουνάκι. Πρώτα τον ζύγισε και κατέγραψε το βάρος του (100 κιλά – ο Γκρεκ, που δεν είχε καταλάβει τι εστί διαρθρωτική αλλαγή, ένιωσε περήφανος για το ρεκόρ του). Ύστερα, μέτρησε την περιφέρειά του. Ο Γκρεκ, που εξακολουθούσε να νομίζει ότι το μέγεθος είναι το παν, φούσκωσε όσο μπορούσε την κοιλιά του την ώρα που ο μετρητής τού περνούσε τη μεζούρα στην περιφέρεια, «1,10», είπε ο μετρητής, «γράψε 1,30, ρουφούσε την κοιλιά του», ούρλιαξε ο επιστάτης, που κατέληξε: «Εμετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη παχύδερμο».

Το πρόγραμμα αδυνατίσματος του Γκρεκ περιλάμβανε σταδιακή μείωση των μερίδων τροφής, τρέξιμο εντός του χοιροστασίου των 20 τετραγωνικών και σταδιακή μείωση της διαμέτρου της τρύπας εξόδου στη φάρμα «για να έχει κίνητρο ν’ αδυνατίσει». Ο επιστάτης, βάσει του μνημονίου λέπτυνσης, έκανε την εξής πονηριά. Όταν ο Γκρεκ το γουρουνάκι έπεφτε στα 80 κιλά και η περιφέρειά του μειωνόταν στα 90 εκατοστά, η διάμετρος της εξόδου μειωνόταν στα 80 εκατοστά. Ο Γκρεκ έφραζε στην προσπάθεια να βγει, κι επέστρεφε στο χοιροστάσιο αποφασισμένος ν’ αδυνατίσει ταχύτερα. Όταν το βάρος του έπεσε στα 60 κιλά κι η περιφέρεια στα 70 εκατοστά, η διάμετρος της εξόδου είχε κλείσει στα 50 εκατοστά. Όταν ο Γκρεκ έπεσε στα 40 κιλά κι η περιφέρειά του στα 50 εκατοστά, η τρύπα είχε περιοριστεί στα 30 εκατοστά. Και κάθε φορά που ο Γκρεκ το γουρουνάκι έφραζε στην τρύπα και διαμαρτυρόταν στον επιστάτη, αυτός του απαντούσε πως του έδινε καλό κίνητρο για ν’ αδυνατίσει ταχύτερα, έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο. Κι αυτό συνεχιζόταν με γεωμετρική πρόοδο, μέχρι που η τρύπα έγινε λεπτή σαν σαλάμι, κι ακόμη πιο λεπτή σαν λουκάνικο και στο τέλος τόσο λεπτή όσο αυτή της μηχανής του κιμά. Ο Γκρεκ κατέρρεε στην ιδέα ότι θα καταντήσει ένα άνοστο, άπαχο μπιφτέκι. Ποιος; Αυτός που ήταν προορισμένος να δοξαστεί σαν γουρουνόπουλο σούβλας ή σαν μπριζόλες στα κάρβουνα. Τι ξενέρωτοι αυτοί οι Ευρωπαίοι!

Συν τοις άλλοις, η ζωή στο μικρό χοιροστάσιο γινόταν όλο και πιο άθλια όχι μόνο γιατί το φαγητό ήταν όλο και μικρότερες μερίδες από ανακυκλωμένα αποφάγια εισαγωγής, αλλά και γιατί είχε στερηθεί και την έξτρα απόλαυση της ελεύθερης βοσκής στο δάσος όπου έβρισκε άφθονα βελανίδια. Ακόμη χειρότερα, στο μικρό μαντρί τού Γκρεκ ο ζωτικός χώρος όλο και μειωνόταν, η δυνατότητα να κινηθεί και να ασκηθεί, όπως του επέβαλε ο επιστάτης, περιοριζόταν δραματικά, καθώς κανείς δεν καθάριζε τα κόπρανα που συσσωρεύονταν σε μικρούς λόφους. Στο τέλος ο μόνος χώρος που έμεινε για τον Γκρεκ ήταν μόλις ένα τετραγωνικό μέτρο κοντά στην έξοδο. Ίσα ίσα μια κυλίστρα…

Το αποκορύφωμα της τραγωδίας του ήταν πως, ενώ ο επιστάτης κατά την περιοδική μέτρησή του έβρισκε ότι υπολείπεται των στόχων του με κριτήριο τη λεπτή σαν μακαρόνι τρύπα, ο Γκρεκ δεχόταν και τη μαζική επίθεση από τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας, που τον κατηγορούσαν ως υπεύθυνο για τα δικά τους ανάλογα μαρτύρια.

«Εξαιτίας σου έχω στερηθεί την άσκηση, το μυϊκό μου σύστημα έχει καταρρεύσει και θα χάσω και το γκραν πρι», χλιμίντρισε οργισμένο το άλογο.
«Εξαιτίας σου με έχουν μαντρώσει σαν τ’ αρνιά, μου λείπει η ελεύθερη βοσκή και τρώω μονάχα ένα αηδιαστικό φύραμα», είπε η κατσίκα.
«Εξαιτίας σου δεν μας αφήνουν να κλωσήσουμε τ’ αυγά μας, τα παίρνουν και τα βάζουν στις μηχανές, κάτω από κάτι φρικτές λάμπες και τα κοτοπουλάκια μας βγαίνουν καχεκτικά και νωθρά», κακάρισαν οι κότες.
«Εξαιτίας σου μας έχουν κόψει και το πήδημα, μια φορά τον μήνα κι αν, γιατί προκαλούμε λέει πληθωρισμό. Γεννάμε πια σπανιότερα κι από ανθρώπους», είπαν τα κουνέλια.
«Εξαιτίας σου είμαι όλη τη μέρα ακινητοποιημένη σ’ ένα κλουβί, τρώω ένα απαίσιο άλευρο αντί για φρέσκο χορτάρι κι έχω και κάτι μηχανές να μου ρουφάνε συνέχεια τα μαστάρια για να βγάλουν ένα πράγμα που πιο πολύ νερό παρά γάλα είναι», μουγκάνισε η αγελάδα.

Ο Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, απομονωμένο και δυστυχισμένο, δεχόταν καθημερινά τέτοιες φραστικές επιθέσεις από τους εταίρους του στη φάρμα. Εν τω μεταξύ, η κόπρος στο χοιροστάσιό του είχε γίνει βουνό. Η τρύπα εξόδου αόρατη. Ο Γκρεκ έκανε απελπισμένες προσπάθειες να σηκώνεται στα δυο του πόδια για να δει τη φάρμα πάνω από τη μάντρα της φυλακής του. Έβλεπε τον επιστάτη να τσακώνεται καθημερινά με τους ιδιοκτήτες, άκουγε τα ζώα να διαπληκτίζονται και να αλληλοκατηγορούνται για την παρακμή της φάρμας, παρακολουθούσε τους επιθεωρητές της HOIROSTAT, στις περιοδικές επισκέψεις τους, να ωρύονται γιατί η φάρμα έχει πέσει έξω σ’ όλους τους στόχους, γιατί το πρόγραμμα εξυγίανσης έχει εξελιχθεί σε φιάσκο και να ζητούν νέα διαρθρωτικά μέτρα. «Α, δεν αντέχω πια», ακούστηκε να ουρλιάζει από μακριά ο επιστάτης, «αναδιάρθρωση τώρα. Το γουρούνι πάει για σφάξιμο και κιμά».

Ο Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος – άδοξο και ταπεινωτικό. Κι αποφάσισε να δράσει. Έπρεπε να βγει με κάθε τρόπο από τη φυλακή του κόπρου του. Έπρεπε να επιστρατεύσει το έσχατο, μυστικό του όπλο. Έφαγε όλο τον αηδιαστικό χυλό από αποφάγια που του διέθεταν. Έφαγε κάθε σκουπίδι στο χοιροστάσιο. Κι ύστερα άρχισε να τρώει αργά, συστηματικά τα ίδια τα κόπρανά του. Έφαγε όσο μπορούσε από τον βρομερό σωρό που κατέκλυζε τον χώρο. Αισθάνθηκε την κοιλιά του έτοιμη να σκάσει. Κι ύστερα άφησε τον πεπτικό του σωλήνα να κάνει τη δουλειά. Κάθισε και περίμενε. Τέλος, πήρε θέση μάχης. Έστρεψε τα καπούλια του στη μάντρα, ξάπλωσε -ακριβώς σαν γουρούνι να κλάσει-, σφίχτηκε, σφίχτηκε, σφίχτηκε, και… Ένας εκκωφαντικός θόρυβος, σαν έκρηξη, τάραξε την ησυχία της νύχτας, ένα ωστικό κύμα γκρέμισε τη χαμηλή μάντρα του χοιροστάσιου στο σημείο της φραγμένης πια εξόδου, χλιμιντρίσματα, κακαρίσματα, μουγκανίσματα και φωνές πανικού ακούστηκαν από ανάστατα ζώα και ανθρώπους.

Όταν ο επιστάτης κι οι ιδιοκτήτες πλησίασαν στο σημείο από όπου προήλθε ο εκρηκτικός θόρυβος, είδαν το χοιροστάσιο ισοπεδωμένο, τον σωρό από κόπρανα διασκορπισμένο σ’ όλη τη φάρμα και τον Γκρεκ, το βρόμικο γουρουνάκι, άφαντο και προφανώς ελεύθερο, χάρη στην απελπισμένη κι οργισμένη του πορδή.

Υ.Γ. Επειδή τα έχουμε πει όλα σε κάθε εκδοχή, είπα να τα πούμε και ως παραμύθι, μπας και συγκινηθεί κανείς.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΧΑΜΕΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ.

Της Χάρις Ποντίδα

Απίστευτο τι περίεργες συνάψεις κάνει η μνήμη. Πεταλιά σε ανηφόρα, το ποδήλατο μουγκρίζει, το μυαλό στρέφεται σε εκείνες τις - προ αμνημονεύτων χρόνων - ποδηλατάδες όπου η ανηφόρα γινόταν στοίχημα και παιχνιδάκι. Κι εκεί που επί τέλους τελειώνει το κακό, λάμπει σαν φλας μέσα στο σκοτάδι η εικόνα του πατέρα μου να ακούει ειδήσεις στο ραδιόφωνο του '60. Στα μέσα του '60 οι άνθρωποι είχαν ακόμη νωπές τις μνήμες του Εμφυλίου και της Κατοχής, η ανασφάλεια για το αύριο ήταν σχεδόν δομικό συστατικό της ψυχολογίας τους, αλλά καθότι ήταν εποχή ανοικοδόμησης (για την Ελλάδα) και το Αμερικάνικο Ονειρο μοίραζε τάπερ και κλαρωτούς καναπέδες, τα πράγματα έρχονταν σε μια κάποια ισορροπία. Εμείς είχαμε τα «παραμύθια» της Κατοχής για καραμέλα. Πόσο μακρινά έμοιαζαν όλα αυτά στις μέρες τις δικές μας! Πόσο μακρινά, στην Ελλάδα του Cayen και των εξοχικών. Εμείς (λέγαμε) είμαστε η γενιά που τη γλίτωσε εντελώς. Εμείς είμαστε Εμείς. Δεν γίνεται να τύχει σε Εμάς. Το μόνο που ίσως δεν βάζαμε στον λογαριασμό ήταν ότι εκείνοι που τρώγανε τον ρεβιθοκεφτέ, γέρασαν για να αγοράσουν διαμέρισμα, ενώ στα χρόνια τα δικά μας γέμισε ο κόσμος μνησίκακους, αγράμματους, κακομαθημένους «παρεάκηδες» που έμαθαν να μυρίζονται την ευκαιρία από μακριά και να χώνονται. Λούσο και Λαμογιά - οι αξίες των «εκδρομέων» του '80. Πουράκλα και «ημέτεροι». Αν είναι να πληρώσουμε - έστω μ' αυτόν τον σκληρό τρόπο - και να βρούμε ξανά τη χαμένη μας αξιοπρέπεια, ας πληρώσουμε... Τουλάχιστον να μείνει κάτι για τα παιδιά μας.

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΣ.

Του Σταμάτη Κυρζόπουλου

Ο όρος κοινωνικός αυτοματισμός εισήχθη στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη. Η πατρότητα του όρου κατά άλλους αποδίδεται στο Δημήτρη Ρέππα και κατά άλλους στον μεγάλο «στρατηγό» Θόδωρο Τσουκάτο (θα τον ενθυμείστε φαντάζομαι). Πρόκειται μέσες άκρες για την ακόλουθη φιλοσοφία και πρακτική διακυβέρνησης: όταν μια κοινωνική ή επαγγελματική ομάδα η τάξη αντιδρά (δικαίως ή αδίκως) σε μια ρύθμιση που την αφορά προσπαθούμε να στρέψουμε την υπόλοιπη κοινωνία εναντίον της ή περιμένουμε αυτό να συμβεί λόγω των προβλημάτων και της ταλαιπωρίας που δημιουργούν στους υπολοίπους πολίτες τυχόν κινητοποιήσεις της επαγγελματικής ομάδας που αντιδρά και λόγω της συνήθους αβελτηρίας και υπερβολής των συνδικαλιστικών ηγεσιών των αντιδρώντων. Συνήθως χρονικά, προ της δημοσιοποίησης των μέτρων που προκαλούν τις αντιδράσεις των θιγομένων, προηγείται μία περίοδος όπου τα ΜΜΕ αναλαμβάνουν να απαξιώσουν ηθικά και αναδείξουν ως προνομιούχο και παρασιτικά βιούσα την επαγγελματική ομάδα που πρόκειται να τεθεί στο στόχαστρο. Ακολουθούν διαρροές των υπό νομοθέτηση μέτρων για να βολιδοσκοπηθούν τυχόν αντιδράσεις, τα μέτρα αυτά παρουσιάζονται από το μεγαλύτερο μέρος του τύπου ως εκσυγχρονιστικές τομές και βαθιές μεταρρυθμίσεις που σπάζουν στεγανά και εμπεδώνουν τη διαφάνεια, ενώ οι αναμενόμενες αντιδράσεις των επαγγελματιών που τυχόν θίγονται κατατάσσονται παρ’ όλα αυτά στην κατηγορία του εξοβελισταίου συντεχνιασμού. Από την άλλη πλευρά η πλειονότητα των συνδικαλιστών ηγετών των διαμαρτυρομένων, προϊόντα συνήθως των θερμοκηπίων της κομματικής νομενκλατούρας, με την αμετροέπεια των κινητοποιήσεων τους, τον ξύλινο, αυτιστικό τους λόγο και την εν γένει αισθητική και πρακτική τους, διευκολύνουν το έργο των Τήλε-εισαγγελέων μεγαλοδημοσιογράφων που έχουν αναλάβει να τους ισοπεδώσουν. Η εύκολη στοχοποίηση στα μάτια των πολιτών οιουδήποτε αντιδρά (ανεξαρτήτως του βάσιμου των αιτιάσεων του) είναι ακόμη ευκολότερη σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, που απαρτίζεται από πολίτες που πολύ συχνά αντιμετωπίζουν τους συμπολίτες τους με διάχυτη καχυποψία, ου μην και φθόνο. Ο έλληνας (ίσως κρίνοντας ο καθένας από τον εαυτό του) θεωρεί όλους τους άλλους απατεώνες, οπότε, ότι και να πάθουν τους αξίζει. Ο κοινωνικός αυτοματισμός απευθύνεται μεταξύ άλλων στο ταπεινότερο των ενστίκτων: στην χαιρεκακία.Είναι βεβαίως αλήθεια ότι η ψευδοεπαναστατική «αγωνιστική» κουλτούρα της μεταπολίτευσης με μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις και ακραίες και απροκάλυπτα αντικοινωνικές συνδικαλιστικές πρακτικές (του τύπου «κατεβάζουμε το διακόπτη», αποκλείουμε δρόμους, εθνικούς οδικούς άξονες, λιμάνια και αεροδρόμια, καταλαμβάνουμε δημόσια κτίρια και αρχαιολογικούς χώρους ακόμη) δυσφήμησε με το πέρασμα των ετών κάθε έννοια συλλογικής διεκδίκησης. Το εκκρεμές πέρασε από την μία ακραία θέση στην άλλη και πλέον οποιοσδήποτε αγωνίζεται για τα επαγγελματικά του δικαιώματα, λοιδορείται ως εχθρός της κοινωνίας.

Και ύστερα ήρθε η κρίση... Θα περίμενε κανείς, ότι μια τόσο οξεία και βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση θα έβγαζε τους πολίτες από το λήθαργο του εγωκεντρισμού και θα ενέπνεε μια νέα κοινωνική συνείδηση ικανή να μετουσιωθεί και σε συλλογικότητα. Αντ’ αυτού στρέφονται όλοι εναντίον όλων ακολουθώντας εν τέλει μια εθνική αυτοκαταστροφική σπείρα. Αν το κεντρικό μήνυμα του Επιταφίου του Περικλή (του σημαντικότερου ίσως πολιτικού κειμένου όλων των εποχών) είναι ότι η προσωπική ευημερία προϋποθέτει και τελεσφορεί μέσα από την ευημερία της πόλεως, εδώ έχουμε την απόλυτη αντιστροφή του: o θάνατος σου είναι η ζωή μου. Κάπως έτσι και σε συνθήκες πρωτοφανούς (τουλάχιστον για τις γενιές μας) οικονομικής κρίσης και ύφεσης δημιουργούνται προϋποθέσεις κοινωνικής αποσυσπείρωσης και αποσάθρωσης: ο κοινωνικός αυτοματισμός μετατρέπεται κυριολεκτικά σε κοινωνικό κανιβαλισμό.

Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Οι πολίτες έχουν την απόλυτη ευθύνη να εξοβελίσουν από τις ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργάνων που τους εκπροσωπούν, τους χουλιγκανικής αντίληψης, ρητορικής και πρακτικής εργατοπατέρες που διαφημίζουν την ανομία ως μαχητικότητα και οδηγούν τις επαγγελματικές τους τάξεις στην κοινωνική απαξίωση και την αυτοκαταστροφή. Η ευθύνη όμως των πολιτικών ηγεσιών είναι ακόμη μεγαλύτερη. Δεν είναι δυνατόν να υποδαυλίζουν τις κοινωνικές αντιπαλότητες για να μπορούν να άρχουν. Δεν είναι δυνατόν να επιλέγεται η λογική του "διαίρει και βασίλευε", την στιγμή ακριβώς που χρειάζεται η μεγίστη δυνατή κοινωνική και εθνική συσπείρωση. Πραγματικοί εθνικοί ηγέτες είναι αυτοί που ενώνουν τους πολίτες που εμφυσούν, εμπνέουν και υπηρετούν κοινωνικά και εθνικά οράματα και όχι αυτοί που υποθάλπουν διχαστικές λογικές. Η επίκληση του πατριωτισμού των πολιτών είναι θεμιτή (παρεμπιπτόντως προσέξατε πόσες φορές -και ορθώς, κατά την άποψη μου- ο κατ' εξοχήν νεωτερικός Πρωθυπουργός επικαλέσθηκε στο urban-industrial σκηνικό της προχθεσινής συνέντευξης τύπου τον όρο πατρίδα, αντί του χώρα ή κοινωνία που συνήθως χρησιμοποιείται από ηγέτες της κεντροαριστεράς), αλλά στην παρούσα φάση δεν είναι αρκετή. Πρέπει να μπορείς να συνεγείρεις του πολίτες για να αγωνισθούν για τη σωτηρία της πατρίδας και όχι να ζητιανεύεις τον πατριωτισμό τους, αφού νωρίτερα τους έχεις χρεώσει τις ευθύνες (και χωρίς μάλιστα λέξη αυτοκριτικής) για τη δυσχερή θέση, στην οποία η πατρίδα έχει περιέλθει.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΣ ΣΩΠΑΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΣ ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ.

Του Σταύρου Κουμπιά*

Τώρα που η κοινωνία καταρρέει ας σωπάσουμε όλοι (και ιδιαίτερα όσοι κραυγάζουν), ας αναλογιστούμε τα λάθη μας (όλοι) κι’ ας ακούσουμε (αν μπορούμε πια) φωνές-ριπές φωτός από τον ουρανό που έχουμε, αλλοίμονο, ξεχάσει, μήπως μπορέσουμε και ξανασηκωθούμε:




Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Αλλα χέρια δυνατά.

- Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή·
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.

- Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά·
Αλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά

- Αλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπου εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε, έλεγαν οι σκληροί»
(Σολωμός)

«Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
η ελευθερία.»
(Κάλβος)


«Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο»».
«Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός “εγώ”, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς “εγώ”; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει “εγώ”. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε “εμείς”. Είμαστε στο “εμείς” κι όχι στο “εγώ”.»
(Μακρυγιάννης)


«Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός, ὅλο βουνὰ ποὺ ἔχουν σκεπὴ τὸ χαμηλὸ οὐρανὸ μέρα καὶ νύχτα. Δὲν ἔχουμε ποτάμια, δὲν ἔχουμε πηγάδια, δὲν ἔχουμε πηγὲς, μονάχα λίγες στέρνες, ἄδειες κι᾿ αὐτές, ποὺ ἠχοῦν καὶ ποὺ τὶς προσκυνοῦμε. Ἦχος στεκάμενος κούφιος, ἴδιος με τὴ μοναξιά μας, ἴδιος με τὴν ἀγάπη μας, ἴδιος με τὰ σώματά μας. Μᾶς φαίνεται παράξενο ποὺ κάποτε μπορέσαμε νὰ χτίσουμε τὰ σπίτια, τὰ καλύβια καὶ τὶς στάνες μας. Κι᾿ οἱ γάμοι μας, τὰ δροσερὰ στεφάνια καὶ τὰ δάχτυλα γίνουνται αἰνίγματα ἀνεξήγητα γιὰ τὴ ψυχή μας. Πῶς γεννήθηκαν, πῶς δυναμώσανε τὰ παιδιά μας;
Ὁ τόπος μας εἶναι κλειστός. Τὸν κλείνουν οἱ δυὸ μαῦρες Συμπληγάδες. Στὰ λιμάνια τὴν Κυριακὴ σὰν κατεβοῦμε ν᾿ ἀνασάνουμε, βλέπουμε νὰ φωτίζουνται στὸ ἡλιόγερμα σπασμένα ξύλα ἀπὸ ταξίδια ποὺ δὲν τέλειωσαν, σώματα ποὺ δὲν ξέρουν πιὰ πῶς ν᾿ ἀγαπήσουν».
(Σεφέρης)


«Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο…»

«Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστική τά παιδιά καί λάβανε τήν ἀπόφαση, ἐπειδή τά κακά μαντάτα πλήθαιναν στήν πρωτεύουσα, νά βγοῦν ἔξω σέ δρόμους καί σέ πλατεῖες μέ τό μόνο πρᾶγμα πού τούς εἶχε ἀπομείνει: μιά παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μέ τίς μαῦρες τρίχες καί τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου είχε κράτος ἡ Ἄνοιξη.

… Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τούς κυρίευε. Σάν νά μήν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλακέρη τή γῆ, γιά νά περάσει ἡ Ἄνοιξη παρά μονάχα αὐτός, καί νά τόν εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ’ ἀπ’ τήν ἄκρη τῆς ἀπελπισιᾶς, τή Γαλήνη πού έμελλαν νά γίνουν, οἱ νέοι μέ τά πρησμένα πόδια πού τούς έλεγαν ἀλῆτες, καί οἱ ἄντρες, καί οἱ γυναῖκες, καί οἱ λαβωμένοι μέ τόν ἐπίδεσμο καί τά δεκανίκια.»
(Ελύτης)


«Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

… Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.»
(Βάρναλης)


«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες

Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους

Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια

Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.»
(Αναγνωστάκης)


«Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά

Το ‘δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.

… Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί»
(Λειβαδίτης)

Στους νέους που δεν φταίνε, με την ελπίδα ότι δεν θα κάνουν τα λάθη των παλαιότερων.

*Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.

Πηγή

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΣΙΡΚΟ Η ΕΛΛΑΣ.

Της Τζίνας  Δαβιλά

Πάντα διαχρονικός ο Καμπανέλλης. Ζωντανός, σύγχρονος, άμεσος και γήινος. Σαν τα μεγάλα συναισθήματα, τις μεγάλες αγάπες, τις λύπες που σκίζουν την ψυχή, την ελπίδα που αχνοφέγγει και δημιουργεί ουράνιο τόξο. Από το κλάμα έρχεται η αναγέννηση, από την λύπη γεννιέται η χαρά.

1973: «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του ελληνικού θεάτρου χτύπησε κατάμουτρα την χούντα. Καρέζη, Κοζάκος, ο καταυλακιώτης Παπαγιαννόπουλος, ο μοναδικός Ξυλούρης, ο συναισθηματικός και ανένταχτος πολιτικά και ιδεολογικά Ξαρχάκος. Κι όμως από κει και μόνο καταλαβαίνεις ότι ο Ξαρχάκος δεν θα υπέγραφε ποτέ κάτι που δεν θα είχε αξία διαχρονικά ελληνική. Έργο που θεωρείται ιστορικό βιβλίο γραμμένο με απλότητα, αμεσότητα, αλήθεια και ψυχή. Με θάρρος που σου σηκώνει την τρίχα. Με αποκαλυπτικές αλήθειες που σε κάνουν να έχεις εμπιστοσύνη μόνο στην κρίση σου, σε ό,τι βλέπουν και διαβάζουν τα μάτια σου, σε ό,τι ακούν τ’ αυτιά σου. Μια ζωή στο λούκι, μια ζωή στην γκρίνια, μια ζωή στο ψέμα, μια ζωή ο έλληνας στο λίγο, το ξεροκόμματο που του πλάσαραν ως το υπέρτατο αγαθό. Σε μόνιμη οσφυοκαμπτική και καρπαζοεισπρακτική θέση. Με ένα πρόθυμο στόμα να λέει «ναι, ναι, yes, yes, oui, oui, jawohl, jawohl». Από τον καιρό που ο Δημοσθένης ήταν ο αντιδραστικός στον επεκτατισμό του Φιλίππου και τον απέρριπταν οι Αθηναίοι μέχρι τον εμφύλιο που έλληνας έβγαζε το μάτι του σκοτωμένου έλληνα και το έδινε στο ζωντανό αδελφό του να το φάει. Η διχόνοια τσάκισε τούτο το λαό, μόλις έκανε να υψώσει το κεφάλι. Και οι θεοί, ημίθεοι, σωτήρες και λυτρωτές με το προσωπείο της Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Αυστρίας, Αμερικής. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το «ευχαριστώ» του Σημίτη στην κρίση των Ιμίων. Να δούμε τώρα στην αναμενόμενη κρίση του Καστελλόριζου, ποιος θα βγει να ευχαριστήσει ποιον; Ποιος θα βγει να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι κολοκοτρωνέϊκα και να κόψει το βήχα σε ποιον; Ποιος έχει τους όρχεις να το κάνει; Ο Τεν-Τεν, ο κυκνοπούλειος γαμπρός, ή ο συμπαθέστατος Λούης που σε μια νύχτα άσπρα έκανε τα μαλλιά;
Ούτε μάθαμε τελικά ποιοι είμαστε και πώς συμπεριφερθήκαμε ως Έλληνες σε αυτόν τον τόπο. Ούτε ασχοληθήκαμε με τον Ιστορία μας, την αληθινή ιστορία μας. Πετούσαμε πέντε μπούρδες στα μαθητόπαιδα και νομίζαμε πως κάναμε και έργο. Ο έλληνας, που αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο του καραγκιόζη, που του πέταξαν τα δάνεια και ενθουσιάστηκε. Ο Καραγκιόζης περίμενε όμως ανέκαθεν την καρπαζιά. Το ξυπνοπούλι, ο αφελής ο νεοέλληνας θεώρησε πως θα τον βραβεύσουν και από πάνω; Αλήθεια, σε ποιον θα έδιναν τη δυνατότητα να ζήσει το όνειρό του και θα το αρνιόταν; Μόνο που η ‘φυλακή’ που υπέγραφε κάθε φορά ήταν περισσότερο ανήλιαγη και από το μπουντρούμι του Παλαμηδίου. Στον σκλαβωμένο, πεινασμένο, ταλαιπωρημένο, όταν πετάξεις ξεροκόμματα, σου κάνει υποκλίσεις. Και σε αυτό το βρώμικο παιχνίδι δεν είναι συμμέτοχος μόνο ο απλός πολίτης περισσότερο ή λιγότερο λόγω αφέλειας ή κουτοπονηριάς, αλλά είναι βαθιά χωμένος και ο εκάστοτε πολιτικός που έβγαζε το σκασμό λέγοντας πάντα «ναι, ναι, yes, yes, oui, oui, jawohl, jawohl».
Δεν είμαστε και η καλύτερη φάρα. Όποιος διαβάζει από μόνος του ιστορία ξέρει τι λέω. Αλλά μιας και απεδείχθη η «πλατεία των αγανακτισμένων» μια οπή εις το ύδωρ, ας το πάρουμε αλλιώς. Μια ζωή ακολουθούσαμε ό,τι μας έλεγαν οι «φίλοι» μας. «ναι, ναι, yes, yes, oui, oui, jawohl, jawohl». Εκτός από το «όχι, όχι, no, no», αλλά ίσως έτσι, όπως προτείνει ο αληθινός φιλέλληνας μαέστρος Ρικάρντο Μούτι : «Ή περιχαρακώνετε τα σύνορά σας, αποκτώντας εσωστρέφεια, ή πρωταγωνιστείτε δυναμικά σε μια εκστρατεία διεθνοποίησης σας […] Ευρώπη χωρίς Ελλάδα ίσον βαρβαρότητα.. Στον αρχαιοελληνικό πολιτισµό βασίζεται ολόκληρο το οικοδόµηµα του δυτικού κόσµου. Και σε µια εποχή που υπάρχει αυξηµένο ενδιαφέρον γι’ αυτόν, η Ελλάδα είναι αναγκαία όσο ποτέ...».
«Έχεις νύχια να ξυστείς; Ξύσου!» μου έλεγε ο πατέρας μου. Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για τους εαυτούς μας (από τους κουστουμάτους δεν περιμένω τίποτα), ας ξυπνήσουμε από την κατάθλιψη με ‘όπλα’ τη γνώση και τον πολιτισμό. Μια πρόταση είναι, αν έχετε κάτι άλλο κατά νου, προτείνετέ το, εδώ είμαστε. Η κατάθλιψη και ο τρόμος είναι τα απαραίτητα χάπια πριν την πλήρη χειραγώγηση. Ε, ας μην τα καταπιούμε!

Πηγή

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΟΥΛΟΙ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΜΠΟΡΟΙ.

Του Ρούσσου Βρανά

Το πώς...
... οι δούλοι είναι σήμερα περισσότεροι από όσοι ήταν σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας το ξέραμε, αλλά το επιβεβαίωσε πρόσφατα επισήμως και ο ΟΗΕ. Το πώς οι δούλοι γίνονται σήμερα ολοένα και περισσότεροι το διαισθανόμασταν, καθώς βλέπαμε ποιες πολιτικές εφαρμόζουν απαράλλαχτα οι κυβερνήσεις: πολιτικές που βυθίζουν τους λαούς τους στην ανέχεια και την ανεργία.
Οι δουλέμποροι...
... ήταν έτοιμοι να ξαποστείλουν στο εξωτερικό το ανθρώπινο φορτίο τους που το είχαν μαντρώσει σε έναν καταυλισμό από τροχόσπιτα κοντά στο Λονδίνο. Τους σταμάτησε το ρεσάλτο των αστυνομικών που ανακάλυψαν εκεί δεκάδες σύγχρονους δούλους, πολλούς από αυτούς Βρετανούς. Κλειδωμένοι σε βρώμικα τροχόσπιτα και καλύβια για ζώα, έκαναν με το στανιό χειρωνακτικές εργασίες, ώσπου «να ανοίξει η τύχη τους» και να αποσταλούν σε ιδιώτες και επιχειρήσεις στην Ιρλανδία, τη Σκανδιναβία και αλλού. Οπως έγραψε η «Ντέιλι Τέλεγκραφ», οι δουλέμποροι, το εγκληματικό δίκτυο των οποίων εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη Βρετανία, ψάρευαν τους δούλους από τις ουρές των βρετανικών γραφείων ανεργίας, από τα λαϊκά υπνωτήρια και από τα συσσίτια για τους φτωχούς. Κάποιοι από αυτούς τους δούλους δέχτηκαν να μιλήσουν στους αστυνομικούς, τους οποίους είδαν σαν σωτήρες τους. Κάποιοι άλλοι όμως δεν ήθελαν να πουν ούτε τα ονόματά τους. Ενας από αυτούς που, όπως είπε, δούλευε «μαύρα» στην οδοποιία δεν έκρυβε τη δυσαρέσκειά του για την αστυνομική επιχείρηση απελευθέρωσης: «Μου είπαν πως δεν θα με αφήσουν να ξαναγυρίσω στα τροχόσπιτα. Ομως, αυτό είναι το σπίτι μου. Και σε αυτό θέλω να γυρίσω».
Δεν είναι...
... παράξενο λοιπόν που μερικοί από τους ανθρώπους που απελευθέρωσαν οι αστυνομικοί λένε πως βρίσκονταν εκεί με τη θέλησή τους. Ποιος ξέρει τι θα τους είχε συμβεί αν είχαν επιχειρήσει να αποδράσουν. «Ομως υπάρχουν ένα σωρό λόγοι που μπορούν να εξηγήσουν γιατί άνθρωποι που οι δουλέμποροι μάζευαν από τα συσσίτια και από τα άσυλα αστέγων για να τους κάνουν δούλους, ίσως να βρίσκουν προτιμότερη την κατάσταση του δούλου από εκείνη στην οποία ζούσαν πρωτύτερα» λέει η δημοσιογράφος Τζέιμι Κένι. «Είχαν μια στέγη, όσο και αν ήταν άθλια. Είχαν ένα πιάτο φαΐ. Υπήρχαν κάποιοι που τους χρειάζονταν, έστω και μόνο για καταναγκαστικά έργα. Και κυρίως, υπάρχουν πάντα άνθρωποι που μπορεί να τους μεταχειρίζεται κανείς πολύ χειρότερα από όσο μεταχειρίζονταν αυτούς τους δούλους και ωστόσο να εξακολουθούν να φέρονται σαν υπάκουα και υποτακτικά σκυλιά».
Να εξεγείρεσαι...
... για τις άθλιες συνθήκες της ζωής σου, όπως έκαναν κάποιοι από αυτούς τους σύγχρονους δούλους που ειδοποίησαν κρυφά τους αστυνομικούς, είναι απόλυτα φυσικό. Ομως, είναι το ίδιο φυσικό και να τις αποδέχεσαι. Τόσοι και τόσοι, άλλωστε, αποδέχονται σήμερα την άθλια ύπαρξή τους στις άγριες συνθήκες της ανεργίας και της λιτότητας, ίσως με την κρυφή ελπίδα πως κάποιος άλλος θα βρεθεί για να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Θα είναι όμως τότε ακόμη ζωντανοί;

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

"ΒΛΕΠΩ, ΑΡΑ ΕΓΚΡΙΝΩ".Η ΗΘΙΚΗ ΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΜΕ. Β΄ ΜΕΡΟΣ

Του Παναγιώτη Πέρρου (ΜΔΕ Ηθικής Φιλοσοφίας, Υπ. δρ. Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών)


Των παθημάτων κάθαρση

Η αττική τραγωδία έχει διαδραματίσει κατά τους αιώνες μετά την ανακάλυψή της καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης του κοινού και των παραγόντων κάποιου θεάματος. Ο αρχαιοελληνικός πεσσιμισμός αρκετές φορές υψώνεται στο επίπεδο του τρόπου ζωής και έκφρασης χωρίς προκατάληψη (Dienstag, 2004). Ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, όταν κάποιο γεγονός υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της καθημερινής συνηθισμένης δυστυχίας, παραλληλίζεται με «ελληνική τραγωδία» (Crooks, 2003). Ο όρος της τραγωδίας έχει την θέση του στην ορολογία της καθημερινότητας όταν η ελπίδα και οι επιθυμίες του μέσου ανθρώπου συναντούν αξεπέραστα εμπόδια (Williams, 2006). Η επιτυχία και η «θεαματικότητα» της τραγωδίας πάντοτε, από την χρυσή εποχή του Περικλή, βασιζόταν κυρίως στο «δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», δηλαδή προκαλούσε τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή λυτρώνοντάς τον από ανάλογα ψυχικά συναισθήματα (Αριστοτέλους, Ποιητική). Ο θεατής της τραγωδίας ταυτιζόταν με τον προβαλλόμενο ήρωα του θεατρικού δράματος συμμετέχοντας έτσι και ο ίδιος ψυχικώς ενεργά στο δρώμενο που του παρουσιαζόταν. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ουσιαστικά ο θεατής ζει μια δεύτερη ζωή, βγαίνει από τη δική του υπόσταση, έρχεται να υποστεί την «έκσταση» η οποία φυσικά αποτελούσε και το ζητούμενο ενός καλώς διεξαγωμένου δράματος. Μα γιατί αυτή η έκσταση να είναι εκείνο που ο θεατής αρέσκεται να βιώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο; Μα επειδή αυτή η ελάχιστη ώρα που παρακολουθεί το δρώμενο είναι ίσως μία από τις μοναδικές στιγμές της ζωής του που μπορεί να αποποιηθεί τον εαυτό του, να βγει από το είναι του, χωρίς συνέπειες, χωρίς προϋποθέσεις, δοκιμάζοντας κάτι διαφορετικό. Αυτό το διαφορετικό είναι που τον συναρπάζει, αυτή η ανυπόθετη βίωση έντονων συναισθημάτων χωρίς να εκκρεμούν οποιεσδήποτε συνέπειες για τον ίδιο και την πραγματική του ζωή: Όλα τα παθαίνει ο ήρωας του δρωμένου (DuBois, 2002). Ο θεατής απλά παραλληλίζει τον ψυχικό του κόσμο με εκείνον του ήρωα, χωρίς να εμπλέκεται η φυσική του παρουσία. Αποκομίζει δηλαδή όλα τα συναισθήματα του ήρωα χωρίς επιπτώσεις, χωρίς κόπο, απλά παρακολουθώντας τον. Όταν επέρχεται και η κάθαρση βέβαια, αποτελεί τον ιδανικότερο τρόπο επισφράγισης της επιτυχίας του δρωμένου. Η ψυχή μετά την έκσταση θα εξαγνιστεί (Golden, 1960), έτοιμη να παραδοθεί πλέον γαλήνια και ευτυχισμένη στον πραγματικό κόσμο που ανέκαθεν περιέβαλλε και θα συνεχίσει να περιβάλλει τον θεατή.
Η τραγωδία όμως στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν αφορά μονάχα τον κόσμο του θεάτρου ή, εν προκειμένω, τις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές ή τις μεγάλες παραγωγές μιας καθημερινής σαπουνόπερας. Η τραγωδία μεταφέρει τους καρπούς της πλέον σε πολλές εκπομπές που ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας υποκρύπτοντας και καλύπτοντας ωστόσο τον θεατρικό τους σκελετό με έναν «μανδύα καθημερινότητας». Ακόμα και τα δελτία ειδήσεων έχουν εισέλθει δυναμικά σε αυτή τη θεατρική νοοτροπία: Σχεδόν κάθε ρεπορτάζ, κάθε οπτικοποίηση της επικαιρότητας συνοδεύεται κατά κανόνα από μουσική υπόκρουση, από ποιητικές απόπειρες έκφρασης, από πομπώδεις και συγκινησιακούς λόγους. Έτσι αντλούνται μικρά κομμάτια της καθημερινότητας τα οποία, μετά από την κατάλληλη διεργασία αλέσματος, παραδίδονται στον μέσο δέκτη ως κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι. Η πραγματικότητα έχει πάψει πλέον να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ενημέρωσης δίνοντας τη θέση αυτή στην τέχνη και τα θεατρικά εργαλεία της. Οι διαστάσεις των θεμάτων αλλάζουν, η ουσία έρχεται σε δευτερεύοντα ρόλο και ο σκοπός πλέον δεν είναι η ενημέρωση ή η έκθεση της πραγματικότητας, αλλά η «έκσταση» του θεατή, η ταύτισή του με τους «καθημερινούς ήρωες» και τις δυσμένειες της θεάς τύχης εναντίον τους (Nussbaum, 2001). Όλα αυτά συμβάλλουν αναπόφευκτα στην ανάπτυξη ενός νέου, καλά καλυμμένου θεατρικού δρωμένου. Βέβαια εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημαντικό πρόβλημα που δημιουργείται από το ίδιο το γεγονός της μετάλλαξης της πραγματικότητας σε καλυμμένο θέατρο. Το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, για να δικαιολογήσει τον τίτλο του (και ιδιαίτερα τη λέξη «ενημέρωση»), οφείλει πάση θυσία να διατηρήσει τον μανδύα της ενημέρωσης πάνω από το σκελετό του θεάτρου. Διαφορετικά θα μετονομαζόταν από μέσο ενημέρωσης σε μέσο ψυχαγωγίας ή διασκέδασης. Γι αυτό το λόγο ένας βασικός ηθικός ενδοιασμός μοιάζει να υπερσκελίζεται. Ο ενδοιασμός αυτός είναι η παραπλάνηση, η υποκρισία από μη θεσμοθετημένους υποκριτές, από πρόσωπα που τυπικώς δεν υποδύονται κάποιο ρόλο ηθοποιού. Η παραπλάνηση αυτή έχει ως θύμα τον τελικό θεατή, τον δέκτη των «ενημερωτικών» αυτών προϊόντων.
Η ουσία της παραπλάνησης αυτής βρίσκεται στο γεγονός ότι κάτι που δεν αποτελεί πραγματικότητα, προσπαθεί να περάσει ως τέτοια. Κάτι που αν δεν είχε μέσα του τα δραματικά στοιχεία, κάτι που αν δεν άλλαζε διαστάσεις, θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται από τον μέσο δέκτη ως κάτι τετριμμένο, ως κάτι συνηθισμένο, ως κάτι που δεν αξίζει εντέλει της προσοχής του. Όταν όμως αυτό το ασήμαντο πραγματικό γεγονός αλλάζει διαστάσεις, όταν εμπλουτίζεται και υποστηρίζεται από τα θεατρικά εργαλεία ενός σκηνοθέτη (τα οποία στη σύγχρονη εποχή είναι πολλά και ποικίλα διεγείροντας ολοένα και περισσότερες αισθήσεις του ανθρώπου ταυτόχρονα) παρουσιάζεται ως ελκυστικό. Μέσα από αυτό τελικά ο θεατής μπορεί να νοιώσει ότι εμπλέκεται ψυχικά, μπορεί να πάρει τη θέση του «ήρωα» ενός δελτίου ειδήσεων, μπορεί να βγει από τον εαυτό του και να ζήσει για λίγο ως ένας άλλος. Αυτό όπως είδαμε, είναι το βασικό στοιχείο «υψηλής τηλεθέασης» ενός δρωμένου και μας είναι γνωστό από την εποχή του Περικλή όπου άνθισε η αττική τραγωδία. Ακόμα και σήμερα όπως φαίνεται, μετά από χιλιάδες χρόνια, εξακολουθεί και είναι το κύριο μέσο συντήρησης ενός σύγχρονου ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης.
Ποια είναι η θέση όμως του μέσου δέκτη τέτοιων ενημερωτικών προϊόντων; Ο δέκτης προφανώς όπως ήδη έχουμε εξετάσει βρίσκεται μπροστά δε μια δύσκολη θέση. Το βλέμμα του προκαλείται και η περιέργειά του ζητάει απεγνωσμένα την ικανοποίησή της. Θέλει να μάθει, θέλει να γνωρίσει ποιος είναι αυτός ο «ήρωας» που προβάλλεται τόσο έντονα, τι έχει κάνει και γιατί το έχει κάνει, ποιες θα είναι οι συνέπειες που θα αντιμετωπίσει. Αυτό όπως ήδη αναφέραμε είναι από παλιά γνωστό ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Από αυτό το απλό περιγραφικό γεγονός ωστόσο δεν μπορούμε και πάλι να οδηγηθούμε αυτόματα στο συμπέρασμα ότι ο θεατής εγκρίνει το θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά του. Σίγουρα θα έχει την επιθυμία να δει πώς έγινε κάποιος φόνος, πώς εξελίσσεται μια πυρκαγιά, ποιοι ήταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο τη στιγμή ενός (τραγικού) δυστυχήματος. Αυτή του η επιθυμία ικανοποιεί την περιέργειά του πρόσκαιρα και επιφανειακά, δίνοντας έτσι στο μέσο ενημέρωσης με τη σειρά του εκείνο που το μέσο διακαώς προσπαθεί να αποσπάσει: το υψηλό επίπεδο τηλεθέασης. Όπως είδαμε όμως, τα περισσότερα μέσα στέκονται εκεί. Αυτό είναι το ζητούμενό τους, αυτό είναι η αριστοτελική τους εντελέχεια και ευδαιμονία. Δεν αρκεί όμως, ιδιαιτέρως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πολυσυλλεκτική κοινωνία με εντελώς διαφορετικές εμπειρίες και βιώματα, προερχόμενη από το διεθνές περιβάλλον (Kasper-Fuehrera, 2001). Η πολυσυλλεκτική αυτή κοινωνία έχει μάθει να εκτιμά περισσότερο εκείνον που εμπιστεύεται και όχι εκείνον που της δίνει μια πρόσκαιρη επιφανειακή ικανοποίηση. Πολλές φορές άλλωστε παρατηρούμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού έχει εντελώς αρνητική γνώμη για εκπομπές που αποσπούν την μεγαλύτερη μερίδα της τηλεθέασης. Όπως ήδη εξηγήσαμε, αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε παράλογο. Εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους για μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και παγίωση της θέσης τους στον ανταγωνισμό είναι η οικοδόμηση ενός σταθερού εταιρικού προφίλ εμπιστοσύνης με τον μέσο θεατή και ακροατή. Δεν αρκεί να βλέπει κάποιος, πρέπει να επαινεί, πρέπει και να εγκρίνει και να γνωρίζει συνειδητά ότι αυτό που βλέπει, πρέπει και να το βλέπει.

Η αλλαγή της οπτικής: «Παθαίνω, άρα υπάρχω»

Μπορεί πολλά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης να κινούνται στο πλαίσιο της ηθικής παράβλεψης και της εννοιολογικής σύγχυσης. Παρά το γεγονός της τεράστιας απήχησής τους ο άνθρωπος αντιστέκεται εύκολα εφόσον κατανοήσει και διερευνήσει ενδελεχέστερα ότι η ζωή που βλέπει γύρω του, η ζωή που ο ίδιος θα ήθελε να οικοδομήσει για τον εαυτό του, δεν μπορεί να βρεθεί μέσα σε κανένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης. Η αριστοτελική «έκσταση» και η «κάθαρση» που μπορεί να απολαύσει παρακολουθώντας για παράδειγμα ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει τον κυρίαρχο τρόπο ζωής του. Όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει μέσα από άλλους, όταν μαθαίνει καθημερινά ψυχικώς να υποδύεται ρόλους, στην ουσία βρίσκεται συνεχώς δεν ένα στάδιο ύπνωσης της προσωπικότητάς του. Η δική του ζωή εισέρχεται διαρκώς σε κατάσταση αναμονής αναμένοντας το πότε η προσοχή του ανθρώπου θα αποσπαστεί από το τηλεοπτικό δρώμενο. Στην αρχαία ελληνική εποχή, το θέατρο ήταν περιορισμένης χρονικής έκτασης. Όσο και αν ο θεατής εξίσταται, όσο και αν ο θεατής αρέσκεται στο να το απολαμβάνει, μετά από κάποιες ώρες θα «αναγκαστεί» εκ των πραγμάτων να ζήσει και να εξελίξει την δική του προσωπική ζωή. Στη σύγχρονη εποχή όμως τα θεατρικά αυτά δρώμενα είναι πολλά και ποικίλα και αδιάκοπα. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας είναι αμέτρητα και εύκολα προσβάσιμα από τον οποιονδήποτε, ακόμα και αν ανήκει σχηματικά στις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις. Όποιος το επιθυμεί, όποιος εθίζεται στην «έκσταση» και την «κάθαρση» (μην ξεχνούμε άλλωστε ότι το κίνητρο της «έκστασης» ενυπάρχει και στις παραισθησιογόνες και ναρκωτικές ουσίες) μπορεί όσες ώρες της ημέρας το θέλει να εισέρχεται σε αυτή τη διαδικασία.
Το γεγονός από μόνο του όμως ότι πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να θέτουν διαρκώς την δική τους ζωή σε μια «κατάσταση αναμονής» είναι ένα σήμα κινδύνου, όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Όταν οι θεαματικότητες, οι ακροαματικότητες και οι ανάλογες στατιστικές μετρήσεις δείχνουν σε καθημερινή βάση υψηλότατα ποσοστά για το σύνολο των ηλεκτρονικών μέσων, αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της κοινωνίας μαθαίνει να ζει μια άλλη πραγματικότητα από εκείνη που μας περιβάλλει. Ενδέχεται να ζει το ανύπαρκτο, να συζητά για ζητήματα ήσσονος σημασίας και προτεραιότητας με τόση ένταση και ενέργεια ωσάν να επρόκειτο για τη δική του, ξεχωριστή πραγματικότητα. Όταν λοιπόν η ζωή μιας κοινωνίας «τίθεται σε αναμονή», όλα τα αξιόλογα πράγματα συνεπώς τίθενται και αυτά στην ίδια μοίρα. Τέτοια μπορεί να είναι η εκπαίδευση, η παιδεία, η προσωπική ψυχαγωγία, η αλληλεπίδραση με πρόσωπα, η φυσική δραστηριότητα, η αυτόνομη σκέψη, ο κριτικός στοχασμός, ο πραγματικός ενθουσιασμός για τον έρωτα (Borossa et al, 2003), η πραγματική οδύνη για έναν αληθινό θάνατο. Όλα αυτά μας κάνουν να υψώνουμε την ανθρώπινη ύπαρξη στο σημείο που της αρμόζει, στο σημείο μιας αδιάκοπης προσωπικής περιπέτειας. Σημασία δεν έχει να ζούμε πολλαπλές «καθάρσεις» μέσω «εκστατικών» μορφών πρόσκαιρης και πλασματικής ζωής, αλλά το πραγματικό πάθος της καθημερινότητάς μας, την αναζήτηση της εντελέχειας όχι στο τέλος του δράματος, αλλά στην διαρκή και αέναη εγκόσμια διαδικασία (Λιαντίνης, 1979). Η ηδονή της ζωής δεν κρύβεται σε κάποιο αόρατο ορόσημο ούτε σε πρόσκαιρες «καθάρσεις» ούτε σε οποιοδήποτε είδος ευκαιριακής «έκστασης». Βρίσκεται στην επίπονη μα όμορφη διαδικασία της προσωπικής ζωής, της ύπαρξης μέσα στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Δεν υπάρχει άλλη μορφή αυθεντικής ύπαρξης πέρα από το πάθος, μέσα από τον μοναδικό δηλαδή τρόπο που κάποιος μπορεί να γίνει αυτό που του επιτάσσει η ανθρώπινη φύση και δυναμική (Nietzsche, 1888-1908). Οι έντονες προσωπικές στιγμές που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος στη λιγόχρονη πορεία του στον κόσμο της εμπειρίας νοηματοδοτούν αξιολογικά τη ζωή του, την υπαρξιακή του ελευθερία (Borody, 2003). Κατά τη διάρκεια της πλοήγησης στον εμπειρικό κόσμο, σαφώς και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν απαγορεύονται. Ωστόσο, από την πολύ μικρή ηλικία, ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιεί ότι αυτά δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα που ό ίδιος οφείλει να ζήσει. Οφείλει να εκπαιδευτεί πάνω στο σκεπτικό ότι η πραγματικότητα διαμορφώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο και δεν του δίνεται έτοιμη από κάποια εμπορική επιχείρηση αδιαφανών συμφερόντων.
Από τότε που ο Καρτέσιος διατύπωσε κατά την έναρξη της εποχής της νεωτερικότητας ότι ο μόνος επιβεβαιωτικός παράγων της ύπαρξης είναι η σκέψη, δεν φανταζόταν ότι ακόμα και η σκέψη από μόνη της, από τη στιγμή που θα αφορούσε έναν εικονικό κόσμο, δεν θα ήταν ικανή να αποδείξει την ύπαρξή μας. Γι αυτό και θα πρέπει όλοι να στραφούν προς τη συμπλήρωση του Καρτεσιανού ρητού: Δεν αρκεί να σκέφτομαι για να υπάρχω, αλλά και να παθαίνω, να ρίχνομαι στην περιπέτεια της δικής μου ζωής και όχι σε οποιαδήποτε άλλη που μου δίνεται ως προκατασκευασμένη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Αριστοτέλης, Μεταφυσικά - Aristotle's Metaphysics, (1.980a) ed. W.D. Ross. Oxford: Clarendon Press. 1924
Αριστοτέλους, Ποιητική (1449b24-28) Aristotle. ed. R. Kassel, Aristotle's Ars Poetica. Oxford, Clarendon Press. 1966.
Δημέλλης, Δ. (2004) "Ψυχιατρική και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Εξοικείωση με την ψυχική αρρώστια ή Διαστρέβλωση-Εκμετάλλευση της πραγματικότητας;" - Εγκέφαλος, Τόμος 41, Τεύχος 3, Εκδ. Σύλλογος Εγκέφαλος (ISSN 0376-878), Αθήνα.
Λιαντίνης, Δ. (1979) «Ίδε ο Άνθρωπος» εκδ. Βιβλιογονία
Ariss, S. & Nykodym, N. & Cole-Laramore, A.A. (2002) "Trust and Technology in the Virtual Organization"SAM Advanced Management Journal, Vol. 67, 2002, Questia Media USA
Biressi, A. & Nunn, H. (2005) "Realism and Revelation" London: Wallflower Press, 2005, 183 pp.
Borody, W. (2003) "Nietzsche on the Cross: The Defence of Personal Freedom in the Birth of Tragedy"
Journal Humanitas, Vol. 16, 2003, Questia Media USA
Borossa, J. & RooneySuffering, K. (2003) Transience and Immortal Longings Salome between Nietzsche and Freud, Journal of European Studies, Vol. 33, 2003, Questia Media USA
Bourdieu, P. (2001) "Television" European Review, Vol. 9, Issue: 3 - 245-256 Cambridge University Press, UK
Brown, W.S. (2002) "Ethics and the Business of Children's Public Television Programming" in Teaching Business Ethics, Volume 6, Number 1 / February, 2002, Springerlink, Springer
Caldwell, C. & Karri, R. (2005) "Organizational Governance and Ethical Systems: A Covenantal Approach to Building Trust" Journal of Business Ethics Volume 58, Numbers 1-3 / May, 2005, Springer Netherlands
Crooks, J. (2003) "Getting Over Nihilism: Nietzsche, Heidegger and the Appropriation of Tragedy" International Journal of the Classical Tradition Volume 9, Number 1 / January 2003
Dienstag, J. F. (2004) "Tragedy, Pessimism, Nietzsche"New Literary History - Volume 35, Number 1, Winter 2004, pp. 83-101, Project Muse, USA
DuBois, P. (2002) "Ancient Tragedy and the Metaphor of Katharsis" Theatre Journal - Volume 54, Number 1, pp. 19-24, The Johns Hopkins University Press
Golden, L. (1962) "Catharsis" Transactions and Proceedings of the American Philological Association, Vol. 93, 1962 (1962), pp. 51-60
Hill, A. (2005) "Reality TV - Audiences and Popular Factual Television" Abingdon/New York: Routledge, 2005, 231 pp.
Jermyn H, & Jermyn D, (2004), "Understanding Reality Television". Abingdon/New York: Routledge, 2004, 302 pp.
Kasper-Fuehrera, E.C. (2001) "Communicating trustworthiness and building trust in interorganizational virtual organizations" Journal of Management, Vol. 27, No. 3, 235-254 Southern Management Association, SAGE Journals
Kubey, C. (1990) "Television and the Quality of Life: How Viewing Shapes Everyday Experience" Lawrence Erlbaum; 1 edition
Malamuth, Neil M.; Check, James V. P. (1981) "The Effects of Mass Media Exposure on Acceptance of Violence against Women: A Field Experiment." Journal of Research in Personality, v15 n4 p436-46 Dec 1981
Moore, G.E. (1903) “Principia Ethica” αναδημοσίευση: "Principia Ethica (Principles of Ethics)" (2004) Dover Publications, ΝΥ, USA
Nietzsche, Fr. (writ: 1888, publ: 1908) "Ecce Homo: Wie Man wird Was Man Ist" αναδημοσίευση σε: "Ecce Homo" (2006) Echo Library (September 19, 2006), Germany
Nussbaum, M.C. (2001) "The Fragility of Goodness: Luck and Ethics in Greek Tragedy and Philosophy" Cambridge University Press; 2 edition, UK
Hawkins, G. (2001) "The ethics of television" International Journal of Cultural Studies, Vol. 4, No. 4, 412-426 (2001) Sage Publications
Hume, D. (1739-1740): "A Treatise of Human Nature" αναδημοσίευση σε "David Hume: A Treatise of Human Nature: Two-volume set (The Clarendon Edition of the Works of David Hume)" (2007) Oxford University Press, USA; Critical edition
Rhee, J.W. & Kim, Eun-mee & Shim, Mi-Seon. (2007) "Does Quality Matter in Television? - Program Quality and Rating as Determinants of Television Channel Brand Equity" Paper presented at the annual meeting of the International Communication Association, Sheraton New York, New York City, NY Online
Russell, B. (1967-1969) "a Liberal Decalogue" in "The Autobiography of Bertrand Russell" Routledge; 1 edition (May 2000)
Williams, R. (2003) "Television: Technology and Cultural Form" Routledge; 3 edition, Taylor & Francis Group, Oxford, UK
Williams, R. (2006) “Modern Tragedy” ed. McCallum, P. Broadview Press; 2 edition (February 6, 2006)

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

"ΒΛΕΠΩ, ΑΡΑ ΕΓΚΡΙΝΩ". Η ΗΘΙΚΗ ΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΜΜΕ. Α΄ ΜΕΡΟΣ

Του Παναγιώτη Πέρρου (ΜΔΕ Ηθικής Φιλοσοφίας, Υπ. δρ. Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών)
 Η οικοδόμηση μιας νέας πραγματικότητας


Οι τελευταίες δεκαετίες και η έξαρση της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης φέρνει διαυγέστερα στην επιφάνεια γνωσιολογικά και ηθικά προβλήματα, τα οποία μέχρι πρότινος, μολονότι υπήρχαν, δεν γίνονταν αμέσως καταληπτά από την απλή παρατήρηση ενός σκεπτόμενου ανθρώπου. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δρουν ως παράγοντες εμφατικοί κάποιων εγγενών προβλημάτων της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και της ατομικής ιδιαιτερότητας του κάθε πολίτη. Αυτή η θεώρηση από μόνη της ως ένα σημείο μπορεί να εκληφθεί από ορισμένους ως «απενοχοποιητική» για τα σύγχρονα ΜΜΕ, καθώς αυτά από μόνα τους δεν αποτελούν τη ρίζα των σημαντικότερων προβλημάτων μας. Ωστόσο, επειδή ακριβώς δρουν ως παράγοντες που δίνουν έμφαση στο κακό, κάνοντάς το χειρότερο, αλλά και στο καλό, κάνοντάς το καλύτερο, μας φέρνουν ξεκάθαρα ενώπιον των ευθυνών μας. Τώρα πλέον δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοήσουμε προβλήματα που μέχρι σήμερα δεν θα μπορούσαν να μας αγγίξουν. Τώρα πλέον ο ηλεκτρονικός τρόπος επικοινωνίας απλώνεται σε πολλαπλούς τομείς της ζωής, σε ψυχαγωγία, καθημερινή πρακτική και εργασία, οδηγώντας μας σε προβληματισμό πάνω σε ζητήματα που μέχρι σήμερα δεν μας απασχολούσαν (Ariss et al, 2002). Πέρα από αυτό όμως, μήπως και η αλλαγή των διαστάσεων της αξιολογικής και περιγραφικής πραγματικότητας, αποτελεί στη βάση της ένα σημαντικό πρόβλημα;
Η τόσο κραυγαλέα διάδοση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ λειτουργεί ως καταλύτης που μπορεί εύκολα να άρει την απροθυμία συλλογισμού πάνω σε ένα ευρέως προβαλλόμενο πρόβλημα ή φαινόμενο. Το γεγονός αυτό πολλές φορές τυγχάνει εκμετάλλευσης από το ίδιο το μέσο με ιδιοτελείς σκοπούς, πράγμα σύνηθες στις ανταγωνιστικές εμπορικές επιχειρήσεις μιας δυτικής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Έτσι για παράδειγμα, η υπερβολική έμφαση σε ένα πρόβλημα ή φαινόμενο, το οποίο, απόντων των μέσων ενημέρωσης, θα ήταν ήσσονος σημασίας, δημιουργεί μία νέας μορφής πραγματικότητα, όπου και το πιο ασήμαντο πράγμα, μπορεί να πάρει τερατώδεις διαστάσεις. Επομένως ο εμφατικός ρόλος των ΜΜΕ, μολονότι τις περισσότερες φορές δεν αλλοιώνει την αξιολογική ουσία ενός προβλήματος ή φαινομένου (κάτι που θεωρείται κοινώς κακό, τις περισσότερες φορές εξακολουθεί και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο), αλλοιώνοντας της διαστάσεις του, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, ένα νέο στερέωμα ιδεών, αντιλήψεων, προτύπων και τρόπων ζωής (Kubey, 1990). Ενώ δηλαδή η λέξη «ενημέρωση» εξορισμού πηγάζει από την εμπειρική πραγματικότητα και την περιγραφική της ανάλυση, τώρα μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, ξένο από την ουσία της: την καλλιέργεια νέων τάσεων και συνηθειών, την αλλαγή του τρόπου αντίληψης για τα πράγματα, την ολοκληρωτική οικοδόμηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότητας (Bourdieu, 2001). Επειδή μάλιστα η εμπορική φύση των μεγαλύτερων ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης είναι δεδομένη, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε μια στενή παρακολούθηση του ενός ηλεκτρονικού μέσου στο άλλο, πράγμα που οδηγεί στην υιοθέτηση μιας γραπτής ή άγραφης νόρμας που καθορίζει κοινές στρατηγικές και ομογενοποιήσεις που αφορούν τη λειτουργία και τη δράση τους, παγιώνοντας νοοτροπίες: Αν κάποια μικρά αγόρια αφεθούν να παρακολουθήσουν συστηματικά τηλεοπτικές παραγωγές οι οποίες προβάλλουν έντονα το στοιχείο της βίας εναντίον των γυναικών σε καθημερινή πρακτική, έχει αποδειχθεί πειραματικά εδώ και κάποιες δεκαετίες (Malamuth, et al, 1981) ότι θα αλλάξουν στάση συμπεριφοράς και θα κατευθυνθούν προς την αποδοχή των προτύπων αυτών βίας. Αν το πείραμα αυτό ήταν ικανό να δώσει τέτοιο αποτέλεσμα πριν μερικές δεκαετίες, οπότε και τα τεχνολογικά μέσα της εποχής δεν ήταν ιδιαιτέρως εξελιγμένα, εικάζουμε ότι σήμερα, με την συμβολή της τεχνολογικής εξέλιξης στη δημιουργία μεγάλων και εντυπωσιακών τηλεοπτικών παραγωγών, θα είχαμε αποκομίσει σαφώς μεγαλύτερα και φανατικότερα ποσοστά έγκρισης της βίας κατά των γυναικών από τα νεαρά αγόρια. Κάτι που προβάλλεται έντονα και εμφατικά από ένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, δεν θα αργήσει να αποκτήσει και το ανάλογο κοινό που θα αποδεχτεί και θα εναρμονιστεί με τη νέα αυτή συνήθεια της υπερβολής και των ακροτήτων.
Το νέο στερέωμα που εγκαθιδρύεται μέσα από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έρχεται να νοηματοδοτήσει εκ νέου θεματικές περιοχές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στο επίπεδο των επιστημών. Πολλές φορές παρατηρείται η προσπάθεια «εκλαΐκευσης» ενός επιστημονικού αντικειμένου, το οποίο, υπό τη νέα, απλουστευμένη του μορφή, φιλοδοξεί να καταστεί εύληπτο στον μέσο τηλεθεατή, στον μέσο ακροατή μιας εκπομπής. Η εκλαΐκευση αυτή φυσικά είναι δυνατόν να προσδώσει στο θεματικό αντικείμενο μιας επιστήμης μια γενικότερη δημοφιλία στην κοινωνία. Σύμφωνα με μια λογική, κάτι που ήταν κλεισμένο σε βιβλία και πανεπιστημιακές αίθουσες, κάτι που ήταν περιορισμένο σε λίγους και «εκλεκτούς», τώρα πλέον γίνεται υπόθεση οποιουδήποτε ενδιαφέρεται γι αυτό. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει μόνο κατά τα φαινόμενα. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο της εκλαΐκευσης αυτής και στο τελικό αποτέλεσμα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας αφορά εν προκειμένω είναι εκείνο της επιστήμης της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Ολοένα και περισσότερο, σε θέματα εκπομπών που αφορούν προβλήματα προσωπικού χαρακτήρα, κάνουν την εμφάνισή τους (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ειδικοί της ψυχικής υγείας που επιδιώκουν να τεκμηριώσουν την επιστημονική τους άποψη επιδιώκοντας τη λύση σε ένα πρόβλημα που τους παραδίδεται δημόσια. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι φυσικό και επόμενο, οι επιστήμες της ψυχικής υγείας να αποκτήσουν δημοφιλία σε ένα ευρύτερο κοινό. Ενδέχεται επίσης, ο μέσος τηλεθεατής, θεωρώντας ότι κάποιο πιθανό δικό του πρόβλημα ομοιάζει προς την κατάσταση που παρακολουθεί στην τηλεόραση, να αποφανθεί ότι η λύση που προβάλλεται μέσω του ηλεκτρονικού μέσου είναι και η ενδεδειγμένη για τη δική του περίπτωση. Ωστόσο, όπως ομολογείται στην ιατρική κοινότητα, η ρίζα των ηθικών και επιστημονικών προβλημάτων που ανακύπτουν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Η παροχή διαγνωστικών και θεραπευτικών συμβουλών που βασίζονται σε ένα (φυσιολογικά) ελλιπές-ανακριβές ιστορικό και δημιουργούν στον τηλεθεατή-"ασθενή" μια "ψευδαίσθηση" αντιμετώπισης του προβλήματος του, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια στρεβλή εντύπωση αναφορικά με την ψυχοπαθολογία, την αιτιολογία της και την αντιμετώπιση της και β) η διατήρηση ή και αύξηση του φόβου που ήδη υπάρχει στο πλατύ κοινό απέναντι στον ψυχιατρικό άρρωστο και η συνέχιση της απομόνωσης του μέσα από μια διαδικασία στιγματισμού.» (Δημέλλης, 2004). Όπως γίνεται κατανοητό, η δημοφιλία και η «εκλαΐκευση» από μόνη της δεν είναι παράγοντες που είναι σε θέση να προωθήσουν την επιστημονική διαδικασία. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης φαίνεται ότι χρειάζονται να περάσουν αρκετές παραδεδομένες κλασικές έννοιες μέσα από ένα εννοιολογικό «άλεσμα», προκειμένου να δημιουργήσουν με το υλικό που θα εξαχθεί τη νέα τους πραγματικότητα.

Η ηθική της πρόκλησης και οι εννοιολογικές παρεξηγήσεις

H ενίσχυση της νέας αυτής πραγματικότητας αποκτά μια ικανή συσπείρωση, έτοιμη να κυβερνήσει πληθυσμούς και να εμφυτεύσει νέες ηθικές (Hawkins, 2001), έτοιμη να ισοπεδώσει οποιαδήποτε απόκλιση, οποιαδήποτε εναλλακτική αντιμετώπιση των πραγμάτων σε ατομικό ή μικρότερο συλλογικό επίπεδο: Αν η δημόσια έκθεση ενός σοβαρού προσωπικού προβλήματος οδηγεί σε εμπορική επιτυχία, γιατί να χρησιμοποιείται ως προϊόν μόνο από το άλφα ανταγωνιστικό κανάλι και όχι και από το βήτα; Και αν αυτό εξελίσσεται προσοδοφόρο για όλους, γιατί να μην καθοριστεί άτυπα μια τηλεοπτική ζώνη κατά τη διάρκεια της ημέρας όπου όλα τα κανάλια θα επιδίδονται στην μετάδοση τέτοιων προϊόντων; Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να τα εμποδίσει από έναν πλουτισμό βασισμένο σε μια εύκολη και έτοιμη προϊοντική φόρμουλα; Ακόμα και τα πιο απλά σκεπτικά της συνεχούς παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής κάποιων ανθρώπων σε καθημερινή βάση -reality tv- (Biressi et al, 2006) (Hill, 2005) (Jermyn et al, 2004) έχουν εξελιχθεί πλέον σε πατέντες και ακριβοπληρωμένες «ιδέες» που αναπαράγονται στο ακέραιο από πολλά ανταγωνιστικά τηλεοπτικά κανάλια. Αφού ο σκοπός του ευκαιριακού πλουτισμού των μέσων ενημέρωσης είναι δυνατόν να οδηγήσει ακόμα και στη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας (έστω και μέσα από το άλεσμα όπως είδαμε δεδομένων της ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας), πόσο εύκολα μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους που συμμετέχουν ενεργά σε αυτή τη διαδικασία σε αλλαγή της ηθικής τους στάσης και στην υιοθέτηση ηθικών θεωριών που μέχρι πρότινος τους ήταν παντελώς άγνωστες;
Όταν παρουσιάζεται έλλειψη προθυμίας άμεσης χρηματοδότησης ακόμα και επιμορφωτικών εκπομπών για παιδιά (Brown, 2002) με κύρια επιχειρηματολογία την αδυναμία αποκομιδής άμεσου κέρδους και την προσωρινή έλλειψη πόρων, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμα μια ανάγλυφο. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει μια καλή αρχή προς την κατεύθυνση μιας πειστικής απάντησης των παραπάνω ερωτημάτων υποστηρίζοντας ότι η βάση της ουσιαστικής επιτυχίας ενός μέσου ενημέρωσης δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά ευκαιριακά. Στο ανταγωνιστικό εμπορικό πλαίσιο όπου δύσκολα επιβιώνει κάποιο μέσο, η άντληση ευκαιριακών ωφελημάτων δεν είναι το ζητούμενο. Ο καιροσκοπισμός δεν οδηγεί σε παγίωση μιας κατάστασης ευημερίας. Μετά από πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στο τηλεοπτικό κοινό της Κορέας (Rhee et al. 2007) δηλώνεται ξεκάθαρα ότι εκείνο που χρειάζεται ένα μέσο ενημέρωσης για να έχει υγιή διάρκεια στο χρόνο είναι να αξιολογείται συνειδητά θετικά από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού. H ικανοποίηση που βασίζεται στην αποκομιδή θετικής αξιολόγησης από τον μέσο θεατή και ακροατή είναι εκείνη κυρίως που θα προσδώσει σε ένα μέσο ενημέρωσης σωστές κατευθυντήριες γραμμές προς την παγίωση και την επιτυχία. Αν ο μέσος θεατής εκτιμήσει θετικά την ποιότητα για παράδειγμα των τηλεοπτικών προϊόντων συγκεκριμένου τηλεοπτικού καναλιού, δεν θα αργήσει να θεωρήσει το κανάλι αυτό ακόμα και ως φορέα πολιτισμού. Το γεγονός αυτό μπορεί βραχυπρόθεσμα να μην επιφέρει τα οικονομικά οφέλη που ένας καναλάρχης θα ονειρευόταν, αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σίγουρα δεν θα βγει χαμένο. Ωστόσο, η υπομονή και η επίμονη, επίπονη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της ποιοτικής βελτίωσης και της αποκομιδής θετικής αποτίμησης από την πλευρά του κοινού, παρουσιάζεται ως ελάχιστος και ανίσχυρος δελεαστικός παράγοντας που θα ωθήσει έναν –προς το παρόν- καιροσκόπο προς τη δέουσα κατεύθυνση. Η αποκομιδή της εμπιστοσύνης του κοινού οδηγεί στην αύξηση του κύρους της κοινωνικής υπευθυνότητας ενός επιχειρησιακού οργανισμού (Caldwell et al, 2005) οδηγώντας τον συνεπώς σε μία οικονομικώς ωφέλιμη αναπτυξιακή πορεία.
Ένας καιροσκόπος καναλάρχης, προκειμένου να εκτιμήσει ότι η πορεία ενός καναλιού είναι ικανοποιητική, θα αρκεστεί απλά σε κάποια υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, χωρίς να λαμβάνει διόλου υπόψη του το γεγονός ότι είναι πολύ πιθανό η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεθεατών του να θεωρούν το προϊόν υψηλής τηλεθέασης ως κοινό σκουπίδι. Μα αν κάποιος βγει γυμνός στην Πλατεία Συντάγματος χορεύοντας σε κάποιο διονυσιακό ρυθμό κρατώντας δεκάδες τσαμπιά σταφύλια, θα προκαλέσει στον περίγυρό του τα βλέμματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων. Ακόμα και πυροβολισμοί αν ακουστούν, ακόμα και δολοφονίες αν διαπραχθούν δημόσια, όλα αυτά θα τραβήξουν τα βλέμματα των παρευρισκομένων ανθρώπων. Όλες αυτές οι προκλήσεις αποσπούν το ανθρώπινο βλέμμα, δημιουργούν «υψηλές τηλεθεάσεις» γιατί αποτελούν πρόκληση. Στην πρόκληση το ανθρώπινο βλέμμα, η ανθρώπινη περιέργεια δύσκολα αντιστέκεται. Και αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου, γνωστό και από τη ρήση του Αριστοτέλους: «Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» (Αριστοτέλης, Μεταφυσικά). Το ότι οι άνθρωποι όμως έχουν μια φυσική τάση προς ικανοποίηση της περιέργειάς τους, δεν σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνουν και το αντικείμενο της περιέργειάς τους. Αν παρακολουθήσουν έναν δολοφόνο, ή έναν δημόσιο γυμνιστή (χωρίς φυσικά να θέλουμε να εξισώσουμε αξιολογικά τις δύο αναφερόμενες ιδιότητες), θα είναι επειδή οι δύο αυτές ιδιότητες προσωπικότητας ανταποκρίνονται στην πρόκληση της περιέργειάς τους να καλύψουν κάποιο γνωστικό τους κενό («ποιος σκοτώνει, γιατί σκοτώνει, τι συμβαίνει; Ποιος και με ποια κίνητρα γυμνώνεται και εξευτελίζεται δημοσίως;») και όχι επειδή οι ίδιοι οι θεατές εγκρίνουν την δολοφονία αφενός και την προσβολή της δημοσίας αιδούς αφετέρου. Αυτό το θέαμα όμως αποτελεί αναλώσιμο προϊόν που γρήγορα φθίνει στο πέρασμα του χρόνου. Κάποτε όλα τα «γνωστικά αυτά κενά» καλύπτονται και η περιέργεια ικανοποιείται. Φαινόμενο που αποδεικνύει την τάση του τηλεοπτικού ιδιαιτέρως κοινού να νιώθει εύκολα ανία μπροστά στην τηλεόραση είναι η γρήγορη εναλλαγή καναλιών («zapping»), δηλ. η ουσιαστική αποκομιδή ενός μεγάλου τίποτα, μιας πρόσκαιρης επιφανειακής δραστηριότητας μηδαμινής γνωστικής και ηθικής αξίας (Williams, 2003). Κάποτε, αυτά τα ακραία θεάματα δεν έχουν να αποφέρουν κέρδη σε εκείνους που τα εκμεταλλεύονται. Τότε είναι η εποχή που είτε το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης θα επιδιώξει στροφή προς την δημιουργία ενός θετικού προφίλ υψηλής ηθικής υπόστασης, είτε θα αναζητήσει νέα αναλώσιμα προϊόντα στο βωμό του καιροσκοπικού πλουτισμού.

«Αυτό θέλουν; Αυτό θα έχουν»

Το κέρδος των εμπορικών ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, καθώς αντλείται κατά κύριο λόγο από διαφημιστικές δραστηριότητες, οδηγεί στην εξιδανίκευση της έννοιας της θέασης ή ακρόασης μιας συγκεκριμένης εκπομπής ή θεάματος. Η απλή θέαση και ακρόαση για παράδειγμα ενός τηλεοπτικού δρωμένου γίνεται αυτοσκοπός και αποτελεί στην αντίληψη των περισσοτέρων τον μοναδικό παράγοντα αξιολόγησης, το μοναδικό μέσο μέτρησης της αξίας του. Μέσω αυτής της νοοτροπίας αρκετές φορές το ποιόν ενός τηλεοπτικού δρωμένου παραμερίζεται εντελώς ή (πράγμα που μας ενδιαφέρει περισσότερο εν προκειμένω) ταυτίζεται με την απλή θέασή του από το μεγαλύτερο δυνατό μέρος μιας κοινωνίας. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες του σκεπτικού: «Αφού αυτό θέλουν, αυτό θα έχουν. Αφού το βλέπουν, άρα το εγκρίνουν. Αφού δεν αλλάζουν κανάλι, τότε το υιοθετούν.». Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή πρόκειται περί ενός φαύλου κύκλου ποιοτικής υποβάθμισης που οφείλεται είτε στην θεωρία του εύκολου κέρδους είτε στη σύγχυση των εννοιών και την ταυτόχρονη έλλειψη ουσιαστικής παιδείας; Εδώ πλέον παρατηρούμε μία ταύτιση της περιγραφής ενός φαινομένου με την αξιολόγησή του. Εδώ γίνεται μια σύγχυση μεταξύ περιγραφικών και αξιολογικών προτάσεων. Οπισθοχωρούμε εκ νέου στο μέγιστο πρόβλημα της «φυσιοκρατικής πλάνης» τον κίνδυνο της οποίας ανάγλυφα μας είχε εξηγήσει ο G.E. Moore από τις αρχές κιόλας του εικοστού αιώνα (Moore, 1903). Υποπίπτουμε στο θεμελιώδες σφάλμα της «φυσιοκρατικής πλάνης» όταν κάποιος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας ηθικής στάσης ή αξίας συγχέοντας την έννοια του καλού με άλλες έννοιες, όπως εκείνη του ευχάριστου, του αποδεκτού, του δημοφιλούς και ούτω καθεξής. Το «καλό» όμως είναι το ζητούμενο στο πλαίσιο μιας ηθικής αποτίμησης ενός φαινομένου και εκείνο που ύψιστα οφείλει κάθε αξιολογική προσέγγιση να λάβει υπόψη. Εδώ όμως (στο «βλέπω άρα εγκρίνω») παρατηρούμε το πρόβλημα της άκριτης αυτόματης ταύτισης της έννοιας του καλού με την έννοια της αυξημένης τηλεθέασης ή ακρόασης ενός προϊόντος των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.
Το ότι ο μέσος τηλεθεατής απλά βλέπει ένα τηλεοπτικό προϊόν, σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνει κιόλας το τηλεοπτικό αυτό προϊόν. Πέρα από τη φυσιοκρατική πλάνη του G.E. Moore, το φαινόμενο αυτό στο ευρύτερό του πλαίσιο έχει καταδειχθεί πολύ νωρίτερα από τον Σκώτο φιλόσοφο και ιστορικό David Hume στο πλαίσιο της μεταηθικής του θεώρησης: Πολλές φορές οι άνθρωποι πλανώνται και οδηγούνται σε ολισθηρές ατραπούς συγχέοντας περιγραφικές με αξιολογικές προτάσεις (Hume, 1739). Όταν περιγράφουμε για παράδειγμα την εμπειρική μας πραγματικότητα λέγοντας ότι οι καπνιστές δύσκολα κόβουν το κάπνισμα, δεν συνεπάγεται αυτόματα την αξιολογική πρόταση ότι οι καπνιστές δεν πρέπει να προσπαθήσουν να κόψουν το κάπνισμα εξαιτίας αυτής της δυσκολίας. Όταν κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν στην πρόταση «Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος», δεν συνεπάγεται αυτόματα το συμπέρασμα ότι και οι ίδιοι πρέπει να είναι φιλεύσπλαχνοι. Μια πρόταση του «είναι» δεν ταυτίζεται, ούτε συνεπάγεται αυτομάτως με μια πρόταση του «πρέπει». Και όμως, η σύγχυση αυτή, όσο και αν φαίνεται σε πολλούς αυστηρά επιστημολογική, αποτελεί τη βάση του προβλήματος και την αρχή των παρεξηγήσεων που οδηγούν στην ποιοτική υποβάθμιση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και των προϊόντων τους. Η πραγματικότητα ή ορισμένα επί μέρους δεδομένα της δεν μπορούν να αποτελούν έναν εκ των πραγμάτων οδηγό για τις ανθρώπινες πράξεις. Επειδή τυγχάνει για παράδειγμα να διανύουμε μια εποχή κατά την οποία η πληθώρα των τηλεοπτικών προγραμμάτων ασχολείται με την ξεδίπλωση οδυνηρών προσωπικών εμπειριών ορισμένων ατόμων, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει και οδηγό, προϋπόθεση ή κανόνα βάσει του οποίου θα οριοθετήσουμε τις μελλοντικές μας ενέργειες σχετικά με την εξελικτική πορεία της τηλεόρασης.
Η ανάλυση των δεδομένων της εμπειρικής πραγματικότητας φυσικά και μας προσδίδει χρήσιμη και αξιοποιήσιμη γνώση. Ωστόσο η ηθική είναι κάτι που ξεφεύγει από τα δεσμά της εμπειρίας, γι αυτό και συντάσσεται με το ευρύτερο φιλοσοφικό σκεπτικό της ανατροπής των καταστάσεων και της δημιουργίας νέων εμπειριών προς αποκομιδή. Άλλωστε ο ορισμός του φιλοσοφούντος ανθρώπου περικλείει όχι την ανάλυση της εμπειρίας, αλλά την διατύπωση προτάσεων σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα. Πόσες ιδέες και θεωρήσεις άραγε που σήμερα είναι αποδεκτές, κάποτε ήταν εκκεντρικές; (Russell, 1967-1969). H ανάλυση της εμπειρίας έχει παραδοθεί προ πολλού στις εξειδικευμένες επιστήμες και ο ρόλος της ηθικής σίγουρα δεν είναι να εγκλωβίζεται ή να κατευθύνεται από αυτές. Η στατιστική των τηλεοπτικών και ακροαματικών μετρήσεων αποτελεί απλά μια δήλωση περιγραφικής σημασίας, έναν εμπλουτισμό του εμπειρικού μας κόσμου. Σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την υιοθέτηση κάποιας συγκεκριμένης ηθικής στάσης. Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα μας διαψεύδει: τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι στενά εξαρτημένα από τις μετρήσεις αυτές. Ως εκ τούτου τα προϊόντα τους έχουν αφετηρία και προορισμό τους συγκεκριμένους αριθμούς των στατιστικών στοιχείων. Κάθε ηθικός προβληματισμός απλά απουσιάζει, δεν έχει χώρο στις εμπορικές δοσοληψίες αυτού του είδους.