Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ.

Του Θαν. Γιαλκετση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού φιλοσόφου Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι «L' ospite inquietante. Il nichilismo e i giovani» (Feltrinelli, 2007).

Οι νέοι, ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν πάντα, βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση. Και αυτό συμβαίνει όχι εξαιτίας των συνηθισμένων υπαρξιακών κρίσεων που σημαδεύουν τη νεότητα, αλλά επειδή ένας ανησυχητικός επισκέπτης, ο μηδενισμός, κινείται ανάμεσά τους, διεισδύει στα συναισθήματά τους, ταράζει τις σκέψεις τους, καταργεί ορίζοντες και προοπτικές, καταβάλλει την ψυχή τους, μαραίνει τα πάθη τους, καθιστώντας τα αναιμικά. Οι οικογένειες ανησυχούν, το σχολείο δεν ξέρει πλέον τι να κάνει, μόνον η αγορά ενδιαφέρεται γι' αυτούς, για να τους οδηγήσει στους δρόμους της διασκέδασης και της κατανάλωσης, όπου αυτό που καταναλώνεται δεν είναι τόσο τα αντικείμενα αλλά η ίδια η ζωή τους, που δεν κατορθώνει πλέον να προβληθεί σε ένα μέλλον ικανό να περιέχει κάποια υπόσχεση. Το παρόν γίνεται ένα απόλυτο που πρέπει να το ζουν με τη μέγιστη ένταση, όχι επειδή αυτή η ένταση τους προσφέρει χαρά, αλλά επειδή υπόσχεται ότι θα τους κάνει να ξεχάσουν το άγχος που εμφανίζεται κάθε φορά που το τοπίο παίρνει τη μορφή της ερήμου του νοήματος. Όταν τους ρωτούν, δεν ξέρουν πώς να περιγράψουν τη δυσθυμία τους, επειδή έχουν ήδη φτάσει σε εκείνο τον συγκινησιακό αναλφαβητισμό, που δεν τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους και κυρίως να τα αποκαλούν με το όνομά τους. Εξάλλου, τι όνομα μπορείς να δώσεις σε αυτό το μηδέν που σε κατακυριεύει και σε πνίγει;
Στην έρημο της επικοινωνίας, όπου η οικογένεια δεν γεννάει πλέον καμία έλξη και το σχολείο δεν προκαλεί κανένα ενδιαφέρον, όλα τα λόγια που προσκαλούν στη στράτευση και στο βλέμμα το στραμμένο προς το μέλλον καταποντίζονται σε εκείνο το άναρθρο, στο ύψος του οποίου βρίσκεται μόνον η κραυγή, που μερικές φορές σπάει το πυκνό και αδιαπέραστο θώρακα της σιωπής, ο οποίος τυλίγει τη μοναξιά της μυστικής τους θλίψης, μιας ψυχικής κατάστασης που καθορίζεται από εκείνον τον ανησυχητικό επισκέπτη που ο Νίτσε τον αποκαλεί «μηδενισμό» και τον ορίζει ως εξής: «Μηδενισμός: λείπει ο σκοπός, λείπει η απάντηση στο "γιατί;". Τι σημαίνει μηδενισμός; Οτι οι υπέρτατες αξίες χάνουν κάθε αξία». (...)
Είναι αυτονόητο ότι, όταν η δυσθυμία δεν είναι δυσθυμία του μεμονωμένου ατόμου, αλλά το άτομο είναι μόνο το θύμα μιας διάχυτης έλλειψης προοπτικών και σχεδίων, οι φαρμακευτικές θεραπείες, στις οποίες σήμερα προσφεύγουν από την παιδική ηλικία, ή οι ψυχοθεραπείες, που θεραπεύουν τις δυστυχίες που γεννιούνται στο μεμονωμένο άτομο, είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές. Και αυτό γιατί, αν ο άνθρωπος, όπως λέει ο Γκέτε, είναι μια ύπαρξη που είναι στραμμένη προς την παραγωγή νοήματος, στην έρημο του παραλόγου, που η μηδενιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας διαδίδει, η δυσθυμία δεν είναι πλέον «ψυχολογική», αλλά είναι «πολιτισμική». Χρειάζεται επομένως να δράσουμε πάνω στη συλλογική κουλτούρα και όχι πάνω στην ατομική δυστυχία, επειδή αυτή η δυστυχία δεν είναι η αιτία αλλά είναι η συνέπεια μιας πολιτισμικής έκρηξης, της οποίας οι νέοι είναι τα πρώτα θύματα.
Αν η νεανική δυσθυμία δεν έχει ψυχολογική αλλά πολιτισμική προέλευση, αναποτελεσματικές εμφανίζονται και οι θεραπείες που επεξεργάζεται η κουλτούρα μας τόσο στη θρησκευτική εκδοχή της, επειδή ο Θεός είναι αληθινά νεκρός, όσο και στην εκδοχή του Διαφωτισμού, επειδή δεν φαίνεται να είναι ο λόγος αυτός που ρυθμίζει σήμερα τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, παρά μόνο με εκείνη την περιορισμένη μορφή του «εργαλειακού λόγου», που εγγυάται την τεχνική πρόοδο αλλά όχι μια διεύρυνση του ορίζοντα του νοήματος, εξαιτίας της φυγοδικίας της σκέψης και της ξηρασίας του συναισθήματος.
Και αν η θεραπεία είναι αλλού; Όχι στην απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος,  όπως θέλει η ιουδαϊκο-χριστιανική παράδοση, αλλά στην αναγνώριση αυτού που καθένας από μας είναι πραγματικά, επομένως στην αναγνώριση της δικής μας αρετής, της δικής μας ικανότητας ή, για να το πούμε όπως το έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, του δικού μας «δαιμονίου», που όταν βρίσκει την αυτοπραγμάτωσή του οδηγεί στην ευτυχία ή στην «ευδαιμονία»; Σε αυτή την περίπτωση ο μηδενισμός, με την ερημοποίηση του νοήματος που πραγματοποιεί, μπορεί να σημαίνει ότι αυτό που δικαιολογεί την ύπαρξη δεν είναι τόσο η ανεύρεση ενός νοήματος, που το ονειρεύεται περισσότερο η (μερικές φορές απεριόριστη) επιθυμία μας παρά οι πραγματικές μας ικανότητες, όσο η τέχνη του βίου, όπως έλεγαν οι Έλληνες, η οποία έγκειται στο να αναγνωρίζουμε τις ικανότητές μας (γνώθι σαυτόν) και να τις εκδηλώνουμε και να τις βλέπουμε να ανθίζουν «κατά μέτρον».
Αυτή η μετατόπιση από τη χριστιανική κουλτούρα στην ελληνική θα μπορούσε να υποκινήσει στους νέους εκείνη τη χαρούμενη περιέργεια να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους και να βρουν νόημα σε αυτή την ανακάλυψη, η οποία, αν υποστηριχτεί και καλλιεργηθεί κατάλληλα, μπορεί να οδηγήσει σε εκείνη την επέκταση της ζωής, στην οποία από τη φύση τους τείνουν η νεότητα και η δημιουργική της δύναμη.

Πηγή




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου