Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

ΟΙ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Του Ευγένιου Αρανίτση
 
Ο περιορισμός των συζητήσεων στην αυστηρά οικονομική όψη αυτού του ακήρυχτου πολέμου, του οποίου έχουμε την οδυνηρή εμπειρία, εμποδίζει τους περισσότερους από μας να διακρίνουμε την αληθινή φυσιογνωμία της λεγόμενης κρίσης - στην πραγματικότητα, πρόκειται για τρεις διαφορετικές μορφές κατάστασης συναγερμού, η μία μέσα στην άλλη τρόπον τινά, σαν ρώσικες κούκλες.
Ασφαλώς, στο επίπεδο του άμεσα αισθητού κυριαρχεί η εξαθλίωση και η ραγδαία συρρίκνωση των εισοδημάτων· κυριαρχούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, οι απολύσεις και οι εικόνες των αστέγων κι εκείνων που ψάχνουν για τρόφιμα στα σκουπίδια - όμως αυτό δεν σημαίνει ότι, στο βάθος, δεν εκδηλώνεται, πολλαπλώς, μια κρίση απείρως πιο ουσιαστική, που σχετίζεται με την κατάρρευση του σεβασμού και των ιδανικών, των προτύπων και των αξιών, της λογικής και των δυνατοτήτων να είναι κανείς κύριος της μοίρας του. Αυτή η δεύτερη κρίση είναι ηθική και πνευματική, η δε αντιμετώπισή της μοιάζει ακόμη πιο δύσκολη απ' ό,τι ο χειρισμός του οικονομικού ναυαγίου, εφ' όσον, απλούστατα, δεν έχει γίνει καν η διάγνωσή της.
Αναπόφευκτα, η ηθική κρίση εξερράγη σε όλο της το μεγαλείο μετά τη διάλυση των ψευδαισθήσεων που είχαν καλλιεργηθεί την εποχή της φούσκας, όταν οι αρπαχτές και το λαϊφστάιλ έσπαγαν τα ταμεία: η οικονομική κρίση προκάλεσε την όντως εντυπωσιακή αποκάλυψη της κενότητας του μοντέλου που είχε υιοθετηθεί, όχι τόσο του οικονομικού μοντέλου όσο του ψυχολογικού, εκείνου που απαιτούσε να παραιτηθεί κανείς το ταχύτερο από κάθε ενδοιασμό και απ' οτιδήποτε ιερό ή όσιο, ώστε να επιπλεύσει σε μια επιφάνεια που τη σάρωναν οι προβολείς της ευημερίας και της Γιουροβίζιον, του ενισχυμένου μικροαστικού κιτς και της τηλεακροαματικότητας, του ψευτοχολιγουντιανού σκηνικού και του βλαχομπαρόκ των αμέτρητων events, τέλος όλου εκείνου του πολιτικού τριτοκοσμικού σουρεαλισμού των σκανδάλων και της διαφθοράς.
Και υπάρχει μια τρίτη κρίση, εκείνη της ταυτότητας, για την οποία επίσης δεν γίνεται λόγος ποτέ. Υπό το λάβαρο της θεραπείας του οικονομικού προβλήματος, η ταυτότητα ξεπουλιέται κι αυτή όσο όσο. Με την εκτάκτως και διά της βίας επιβεβλημένη υπακοή σε συμπεριφορές ολότελα αταίριαστες σ' έναν μεσογειακό λαό κατά το ήμισυ «δυτικό», κατά το ήμισυ «ανατολίτη» -και άρα, δήθεν, καθυστερημένο-, η σύγχυση ως προς το ποιοι είμαστε, προς τα πού πηγαίνουμε και γιατί, έχει προσλάβει διαστάσεις κυριολεκτικά κωμικοτραγικές, αρχής γενομένης από τα ρίγη συγκίνησης για τα 17.000.000 τουριστών που η ελληνική ύπαιθρος, έχοντας ανοίξει και πάλι τα πόδια της, περιμένει ν' αφήσουν την ελεημοσύνη και τα σκουπίδια τους
 

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΜΒΛΥΜΕΝΑ ΜΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Του Σπύρου Ραυτόπουλου
 
Πώς μπορείς να λέγεσαι παιδαγωγός όταν καταδέχεσαι να επιστρέφεις στο σχολείο σου με ένα τέτοιο φύλλο πορείας παραμάσχαλα, με ένα τέτοιο ντροπιαστικό τεκμήριο υποτέλειας; Πώς μπορείς να εμφανίζεσαι με την ουρά στα σκέλια στους μαθητές σου, ηττημένος από ένα χουντικής έμπνευσης κουρελόχαρτο, για να τους διδάξεις μετά από αυτά ήθος, τόλμη, δημοκρατία, ελευθερία σκέψης, πολιτική ελευθερία, ελευθερία εν γένει; [...]
Για να το πούμε όσο πιο εμφατικά γίνεται: το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι όχι μόνο αντισυνταγματικό, αλλά και από κάθε άλλη σκοπιά απαράδεκτο, ακόμα κι αν οι διεκδικήσεις των απεργών ήταν εντελώς εξωφρενικές και αντικοινωνικές. [...]
Αν η ομοσπονδία σου ή οποιοσδήποτε συνδικαλιστικός φορέας σου αποφασίζει κόντρα στα συμφέροντά σου και στη βούλησή σου, τότε ως συνδικαλιστική βάση αγνοείς την απόφαση και εγείρεις ταυτόχρονα ζήτημα εκπροσώπησης, πιθανότατα δε και καταστατικών αλλαγών· δεν πειθαρχείς!  

Το σύνθημα «είμαστε όλοι καθηγητές» ακούστηκε όμορφα, όπως έχουν ακουστεί πολλά ανάλογα συνθήματα συμπαράστασης σε απεργούς και διαμαρτυρόμενους πολίτες, ιδίως όταν αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την επικίνδυνη αλαζονεία της εξουσίας. Κάθε φορά που ένα κράτος κάνει επίδειξη αυταρχισμού καταφεύγοντας σε μέτρα καταναγκασμού και αναστολής ελευθεριών όπως η πολιτική επιστράτευση οφείλουμε να αισθανόμαστε όλοι το ίδιο θιγόμενοι και επιπλέον άκρως ανήσυχοι. Δυστυχώς δεν αισθανόμαστε όλοι έτσι και εν προκειμένω δεν φαίνεται να «είμαστε όλοι καθηγητές». Ακόμα χειρότερα, δεν είναι αληθινοί καθηγητές ούτε καν όλοι όσοι φέρουν τυπικά την ιδιότητα!
Είναι να απορεί κανείς με όσους δικαιολογούν το μέτρο της επιστράτευσης αποδεχόμενοι τις γελοίες δικαιολογίες που εκστομίζονται από την κουστωδία της συγκυβέρνησης και μηρυκάζονται από τμήμα της ενδημικής κομματικής και συνδικαλιστικής πανίδας· ιδίως με όσους από δαύτους διαθέτουν και την ιδιότητα του παιδαγωγού! Διότι πώς μπορείς να λέγεσαι παιδαγωγός όταν καταδέχεσαι να επιστρέφεις στο σχολείο σου με ένα τέτοιο φύλλο πορείας παραμάσχαλα, με ένα τέτοιο ντροπιαστικό τεκμήριο υποτέλειας; Πώς μπορείς να εμφανίζεσαι με την ουρά στα σκέλια στους μαθητές σου, ηττημένος από ένα χουντικής έμπνευσης κουρελόχαρτο, για να τους διδάξεις μετά από αυτά ήθος, τόλμη, δημοκρατία, ελευθερία σκέψης, πολιτική ελευθερία, ελευθερία εν γένει;
Είναι θλιβερή κάθε απόπειρα υπεράσπισης του προκλητικού αυτού μέτρου και απολύτως αφελής, αν όχι σκόπιμα αποπροσανατολιστική, κάθε συζήτηση -την ώρα αυτή- για τον χρόνο που επέλεξαν δήθεν οι καθηγητές να κάνουν την κινητοποίησή τους ή για το δίκαιο ή άδικο των διεκδικήσεών τους. Για να το πούμε όσο πιο εμφατικά γίνεται: το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι όχι μόνο αντισυνταγματικό, αλλά και από κάθε άλλη σκοπιά απαράδεκτο, ακόμα κι αν οι διεκδικήσεις των απεργών ήταν εντελώς εξωφρενικές και αντικοινωνικές. Ο εργοδότης (κράτος, ή ιδιώτης) μπορεί να συνομιλεί, να διαπραγματεύεται και να αποδέχεται ή να απορρίπτει αιτήματα και διεκδικήσεις, δεν έχει όμως δικαίωμα να επιβάλει αναγκαστική εργασία σε κανέναν, κατά την προσωπική μάλιστα άποψη του γράφοντα ούτε καν κάτω από ειδικές συνθήκες όπως αυτές που αναφέρονται στο ελληνικό σύνταγμα· αλλιώς οδηγούμαστε –έστω υπό όρους- σε καθεστώς δουλείας. Με άλλα λόγια το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης που ούτως ή άλλως βάσει του ισχύοντος συντάγματος σήμερα εφαρμόζεται εντελώς καταχρηστικά, θα έπρεπε να καταργηθεί εντελώς.
Το γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμα εξεγερθεί κατά του αυταρχικού πολιτικού μας καθεστώτος είναι ούτως ή άλλως θλιβερό αν και ως έναν βαθμό ερμηνεύσιμο. Όμως η άμεση ή έμμεση αποδοχή μέτρων που παραβιάζουν όχι απλώς το σύνταγμα, τη λογική, και τα συνήθη όρια της πολιτικής δικαιοδοσίας των κυβερνώντων (η δημοκρατία ούτως ή άλλως έχει πάει περίπατο προ πολλού) αλλά πλέον στρέφονται και κατά βασικών ελευθεριών, θα έπρεπε να έχει κινητοποιήσει όχι μόνο το σύνολο των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων (κυρίως αυτούς) και των δημοσίων λειτουργών γενικώς, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Από σήμερα δεν έπρεπε να υπάρχει εκπαιδευτικός ή εκπαιδευόμενος ούτε καν στα νηπιαγωγεία, μέχρι τη στιγμή της απόσυρσης του μέτρου. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να κινείται τίποτα. Κι όμως, όχι μόνο ανακοινώνεται ότι οι εξετάσεις θα γίνουν κανονικά, υπό την απειλή μιας επιστράτευσης που είχε μάλιστα προληπτικό χαρακτήρα(!), αλλά η συζήτηση περιστρέφεται ακόμα γύρω από τα αιτήματα των εκπαιδευτικών και για το πώς «ευτυχώς» αποφύγαμε τη διατάραξη της κοινωνικής μας γαλήνης εν καιρώ εξετάσεων.
Το ότι η κυβερνητική αδιαλλαξία και προκλητικότητα ενθαρρύνθηκε από πραξικοπηματικές αποφάσεις συνδικαλιστικών ηγεσιών και παρατάξεων, οι οποίες ενεργούν ως φερέφωνα των απολύτως αφοσιωμένων στο σύστημα κομμάτων της βουλής και οι οποίες αποφασίζουν κατά περίπτωση και κατά το δοκούν να γράψουν… δημοκρατικότατα στα παλιά τους παπούτσια τη βούληση της βάσης, αποτελεί μεν γεγονός, αλλά όχι και επαρκή δικαιολογία για το σημερινό πολιτικό κατάντημα. Δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες. Διότι σήμερα η βάση, εμφανίζεται και πάλι έτοιμη να πειθαρχήσει -πιθανότατα μάλιστα ανακουφισμένη λόγω αναστολής της απεργίας- σε μια απόφαση της ΟΛΜΕ που επιδεικτικά αγνόησε την υποτιθέμενη αντίθετη δική της βούληση! Αν η ομοσπονδία σου ή οποιοσδήποτε συνδικαλιστικός φορέας σου αποφασίζει κόντρα στα συμφέροντά σου και στη βούλησή σου, τότε ως συνδικαλιστική βάση αγνοείς την απόφαση και εγείρεις ταυτόχρονα ζήτημα εκπροσώπησης, πιθανότατα δε και καταστατικών αλλαγών· δεν πειθαρχείς!
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Η πικρή αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια ακόμα βαρύτατη ήττα. Αυτή δεν αφορά μόνο τους καθηγητές που ασφαλώς έχουν εν προκειμένω και την κύρια ευθύνη για την διόλου τιμητική αυτή υποχώρηση. Ηττημένοι είμαστε όλοι ως μέλη μιας προ πολλού ηττημένης κοινωνίας. Κι ας σταματήσουν επιτέλους όσοι θεωρούν εαυτούς προοδευτικά μέλη αυτού που αορίστως αναφέρεται ως «το κίνημα» (πάντα… προοδευτικό κι αυτό) τις ξεδιάντροπες κολακείες και τις πατερναλιστικές θωπείες στις συνδικαλιστικές βάσεις και στα εκλογικά σώματα! Σε όποια προοδευτική ομάδα και υποκατηγορία κι αν ανήκει κανείς, το να παριστάνει τον αισιόδοξο μια μέρα ντροπής σαν τη χθεσινή και τη σημερινή, μόνο και μόνο για να μην απογοητεύσει ή δυσαρεστήσει τους συναδέλφους του, τους συναγωνιστές του και… προπαντός τους υποψήφιους ψηφοφόρους του, δεν είναι μόνο ανειλικρινές και ανέντιμο· είναι και πολιτικά αναποτελεσματικό. Διότι το πιο απογοητευτικό δεν είναι η αρνητική έκβαση μιας μάχης που δόθηκε. Είναι το να μη δίνεται αυτή η μάχη. Είναι επίσης ότι δεν φαίνεται να συνειδητοποιούμε ποιο ακριβώς υπήρξε το χαμένο της διακύβευμα. Η αισιοδοξία για το ξεπέρασμα ενός προβλήματος δικαιολογείται μόνο από τη στιγμή που τουλάχιστον το πρώτο βήμα, εκείνο της διάγνωσης και ανάλυσης του προβλήματος σε όλες του τις διαστάσεις έχει γίνει επιτυχώς. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι βρισκόμαστε στο σημείο αυτό, όταν ένα τόσο καίριο χτύπημα στα απομεινάρια της πολιτικής νομιμότητας όπως το μέτρο της επιστράτευσης, αντί να προκαλεί ήδη κατακλυσμιαίες αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις, εκτοπίζεται από τη πολιτική συζήτηση χάριν του «φλέγοντος» ζητήματος των πανελληνίων εξετάσεων και του δίκαιου ή μη των αιτημάτων των καθηγητών; Σήμερα δεν έπρεπε να συζητείται τίποτα άλλο εκτός από την αισχρή αυτή επίδειξη ολοκληρωτισμού, τίποτε άλλο εκτός από το νέο και ιδιαιτέρως προκλητικό αυτό πλήγμα κατά της ελευθερίας. Κάθε άλλη σχετική με το εκπαιδευτικό ζήτημα συζήτηση, όφειλε να ξαναανοιχτεί μετά την οριστική και αμετάκλητη απόσυρση του μέτρου.
Έχοντας συνηθίσει να βιώνουμε σαν αποχαυνωμένοι τους αλλεπάλληλους αντιδημοκρατικούς εκτροχιασμούς των τελευταίων κυβερνήσεων της μπανανίας μας, και τις θλιβερές παραστάσεις των κοινοβουλευτικών μας θιάσων, τα αμβλυμμένα πλέον δημοκρατικά μας αισθητήρια και αντανακλαστικά μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε και να αντιδράσουμε ακόμα και στα πιο επικίνδυνα πολιτικά ερεθίσματα, εκείνα που προοιωνίζονται τις πιο εφιαλτικές πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις.
Ελπίδα μπορεί να υπάρξει. Αλλά η γέννησή της θα συμπέσει με τη γέννηση του πολίτη, αυτής της θεμελιώδους πολιτικής οντότητας που θα οφείλαμε να είμαστε και δεν είμαστε ακόμα. Η ελπίδα βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, στη διάθεση και την ικανότητά μας για πολιτική σκέψη και δράση. Δεν βρίσκεται έξω από μας τους ίδιους, δεν μπορούμε να την εναποθέτουμε σε τρίτους.
 
 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΜΟΙΡΑΖΕΣΑΙ...

Του Γιάννη Λιβιάκη
 
«Να είσαι πληθυντικός όπως το σύμπαν»
Φερνάντο Πεσόα
 
Αν παρακολουθήσει κανείς τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων στα κανάλια εθνικής εμβέλειας, θα νομίζει ότι ζούμε σε μια χώρα βίας. Πολλά από τα θέματα που μεταδίδονται επικεντρώνονται στο αστυνομικό δελτίο, το οποίο εκ των πραγμάτων περιλαμβάνει δυσάρεστα γεγονότα: από κλοπές και ληστείες μέχρι δολοφονίες. Οχι ότι πρέπει τα ΜΜΕ και οι πολίτες να κλείνουν τα μάτια στην οδυνηρή αυτή πραγματικότητα. Οχι ότι πρέπει να την αγνοούμε. Αλλά δεν είναι μόνον έτσι ο κόσμος. Η κοινωνία δεν έχει μόνο αυτή την όψη. Η Ελλάδα της κρίσης δεν περιέχει μόνον «κανιβαλισμό» και βία. Δεν είναι μια χώρα φόβου, όπως θέλουν, ίσως, κάποιοι να την παρουσιάζουν. Αυτά συνέβαιναν και παλαιότερα και, δυστυχώς, συμβαίνουν και σήμερα. Αλλωστε, επακόλουθα της κρίσης είναι η ανεργία και η φτώχεια, που αποτελούν παράγοντες αύξησης της εγκληματικότητας. Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας. Απλώς, στην... κοινωνία του θεάματος, έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τα τηλεοπτικά δελτία, τα θέματα αυτά έχουν κυρίαρχη θέση.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη Ελλάδα, πιο δυνατή, που ίσως να μην τη γνωρίζουν όσοι έχουν σαν μοναδικό παράθυρο στον... κόσμο την τηλεοπτική οθόνη.
Είναι η Ελλάδα της αλληλεγγύης που εξαπλώνεται με γρήγορους ρυθμούς απ' άκρη σ' άκρη της χώρας μας και αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, απάντηση στα αδιέξοδα της σημερινής εποχής.
Είναι τα συσσίτια, τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία, τα ανταλλακτικά παζάρια που συγκροτούν μιαν άλλη κοινωνία, η οποία μυείται στο «εμείς» και όχι στο «εγώ». Οι συνελεύσεις γειτονιών, που προτάσσουν την αυτοδιαχείριση και αλληλεγγύη. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν τον κόσμο πιο όμορφο με τις παρεμβάσεις και τις δράσεις τους. Είναι μια Ελλάδα, την οποία πολλοί βιώνουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είτε ως πάροχοι είτε ως δέκτες βοήθειας.
Είναι όμως και κάτι ακόμη, που διατηρείται δεκαετίες τώρα. Η συνοχή των ανθρώπων σε μικρές κοινωνίες. Οταν, για παράδειγμα, σε χωριά της Ελλάδας οι άνθρωποι, που ασχολούνται με τη γεωργία και κατοικούν στην ίδια γειτονιά, δίνουν ο ένας στον άλλον προϊόντα που παράγουν στο πλαίσιο μιας κοινοτικής αντίληψης που υπήρχε και σε πολύ πιο δύσκολες εποχές.
Τώρα, το ζητούμενο μπορεί να είναι η επιστροφή της ευημερίας, χωρίς, ωστόσο, τα λάθη του παρελθόντος και τις ψεύτικες υποσχέσεις. Χωρίς πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις που δεν αρμόζουν σε ελεύθερους ανθρώπους. Χωρίς αδικίες αλλά και λαϊκισμό, από τον οποίο «χορταίνουμε» και σήμερα.
Το δρόμο δείχνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που προσφέρουν στους άλλους, ανιδιοτελώς αλλά και με αγάπη. Γιατί, όπως έλεγε και ο αείμνηστος γιατρός Κωστής Νικηφοράκης, ο κόσμος υπάρχει μόνον όταν μοιράζεσαι.
 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Η ΝΗΠΕΝΘΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ.

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου
 
«Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα θα είναι θρησκευόμενος ή δεν θα υπάρξει». Η προφητεία του Μαλρό δεν ήταν λανθασμένη. Η κακοδαιμονία του σύγχρονου, μη θρησκευόμενου και όλο και πιο βαθιά δυστυχισμένου και ανήμπορου ανθρώπου είναι εμφανής.
Ο Ιγνάσιο Ραμονέ αναφέρει την ιστορία ενός χρεοκοπημένου μικροεπενδυτή που κρεμάστηκε σε ένα δημόσιο πάρκο στη Μαδρίτη, καταγγέλλοντας τον κανιβαλισμό του συστήματος. Στο γράμμα που άφησε έλεγε πως έδωσε μια ύστατη ελπίδα στον Θεό: «Είχα κάτι σαν όραμα, ότι ο Θεός υπάρχει και ότι ίσως η μοίρα μου δεν ήταν η αυτοκτονία». Αγόρασε λοιπόν με όσα χρήματα του είχαν απομείνει λαχεία και Λόττο. «Για να δω αν ο Θεός θα παρενέβαινε και θα με βοηθούσε να ζήσω». Αλλά ο ουρανός παρέμεινε απελπιστικά σιωπηλός, η τύχη δεν του χαμογέλασε και ο άνθρωπος στο τέλος κρεμάστηκε.
Να πεθαίνεις για τους λάθος λόγους είναι και σαν να ζεις για τους λάθος λόγους. Λάθος ζωές γεμίσαμε. Και να που τώρα βρισκόμαστε μια ανάσα κοντά στη συντριβή. 
Η βουλιμία της ευμάρειας έγινε ένα τρύπιο σωσίβιο και γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός, ο θάνατος. Γυμνό σπασμένο παιχνιδάκι στα χέρια μιας δυσοίωνης μοίρας, ο άνθρωπος σήμερα πασχίζει να υπάρξει. Ανεπιτυχώς, όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού.
Από την άλλη μεριά, ο περί ελπίδας λόγος έχει τα όριά του. Aξίζει να αναφέρουμε ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν πέθαιναν μόνο όσοι έχαναν την ελπίδα αλλά και όσοι κατακλύστηκαν από αυτήν. Ετσι, ο μέσος όρος θανάτων την εβδομάδα ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 1944 και στην Πρωτοχρονιά του 1945 αυξήθηκε υπερβολικά. Η εξήγηση δεν βρισκόταν στις σκληρότερες συνθήκες ζωής ή σε κάποιες νέες επιδημίες αλλά στο ότι οι κρατούμενοι είχαν ζήσει με την αφελή ελπίδα ότι θα βρίσκονταν στα σπίτια τους για τις γιορτές. Οσο πλησίαζε η ώρα της διάψευσης έχαναν το κουράγιο τους και ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς πέθανε.

Η χαμένη ελπίδα σκοτώνει αλλά το ίδιο και ο πλεονασμός, η αφελής υπεραφθονία της ελπίδας.
Η εμπειρία του Αουσβιτς μας διδάσκει ακόμη ότι οι θρησκευόμενοι εβραίοι και οι κομμουνιστές ήσαν ψυχικά προνομιούχοι. Η πίστη ήταν θεραπευτική. Ενα ένδυμα που προστάτευε από την παγωνιά. Αλίμονο στους σκεπτικιστές διανοουμένους που αρκετοί, ακόμη και χρόνια μετά την απελευθέρωση, αυτοκτόνησαν.
Και σήμερα; Αν δεν έχεις την ευλογία του πιστού; Πόσο μπορείς να ελπίζεις δίχως να αυταπατάσαι; «Αν δεν πιστέψεις στο ανέφικτο, πώς θα το πετύχεις;». Ηταν το αγαπημένο μου σύνθημα στα χρόνια των σπουδών μου. Μιλάμε όμως για εποχές που η ελπίδα δεν ήταν μια απαγορευμένη, σχεδόν γραφική, αν όχι αφελής έννοια. Τότε που η πίστη πήγαζε από την ελπίδα ότι ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός.
Τα χρόνια κύλησαν κι εμείς πληρώσαμε ένα μεγάλο αντίτιμο. Γίναμε μια κοινωνία αναλφάβητων στον ψυχικό πόνο. Στον βωμό της όποιας ελπίδας θυσιάσαμε την επεξεργασία του πόνου. Οπως ο διάβολος το λιβάνι αποφύγαμε το πένθος. Κι όμως ο πόνος είναι μια δύναμη, μια γέφυρα που μας ενώνει με κοιτάσματα αλήθειας μέσα μας. Γι' αυτό και ο Ντοστογέφσκι παρακαλούσε «μονάχα ένα φοβάμαι, να είμαι ανάξιος της οδύνης μου, των μαρτυρίων μου».
Η κοινωνία μας είναι μια νηπενθής κοινωνία. Αρνείται, συγκαλύπτει, ιατρικοποιεί τον πόνο. Ο ψυχικός πόνος γίνεται αντιληπτός διαρκώς σαν ένα έλλειμμα, ένα ελάττωμα, ενάντια στη σκοτεινή επιταγή αισιοδοξίας που μέχρι πρότινoς μας κατέκλυζε. Ο αποτελεσματικός, λειτουργικός, εκσυγχρονισμένος άνθρωπος της εποχής μας αρνήθηκε πεισματικά το πένθος. Η κυρίαρχη επιταγή μιας απροϋπόθετης «προς τα εμπρός κίνησης» - «Πρέπει να προχωράμε μπροστά και να μην κοιτάμε πίσω» - έκανε τον στοχασμό πάνω στο τραύμα μια ενοχλητική παραφωνία. Παράδοξα όμως έτσι και η ελπίδα μεταμορφώθηκε σε ένα άδειο ρητορικό σχήμα. 
Η απειλή σε αυτή την κρίση είναι το πάγωμα της σκέψης, η άμβλυνση του συναισθήματος, η αδυναμία στοχασμού και επαναστοχασμού πάνω στην απώλεια. Η νέκρωση αλλιώς.
Σε ακραίες συνθήκες βλέπουμε τον άνθρωπο να υπερβαίνει τη μοίρα του. Δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα σήμερα, όμως το να κρατηθούμε στη ζωή είναι και σήμερα το ίδιο επιτακτικό. Η κρίση μάς παροτρύνει να επαναπροσδιορίσουμε μέσα από τα συντρίμμια τη σχέση μας με την απώλεια και τον θάνατο. Τη σχέση μας δηλαδή με τα δεδομένα της ύπαρξής μας.
Αν δεν καταθέσουμε τα όπλα, αν δεν φυσικοποιήσουμε το αφύσικο που μας κυκλώνει τότε όλα μπορεί να είναι ανοιχτά. Το μέλλον, όπως μας διδάσκει η Ιστορία, ανήκει στην έκπληξη. Το ίδιο μάς διδάσκουν και όλοι όσοι πέρασαν από την κόλαση κι επέστρεψαν πίσω αλλιώς, ζωντανοί και δυνατοί. Ανώνυμοι ήρωες της καθημερινότητας που παλεύουν σήμερα να μην αδειάσουν από το ανθρώπινο στοιχείο τους, να μην ενδώσουν στη βαρβαρότητα.
Από μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη στη διάρκεια της Κατοχής, «Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους», συνάγεται ένα σημαντικό συμπέρασμα: Οσοι λειτούργησαν συλλογικά γλίτωσαν από τον ψυχικό εκμηδενισμό. Οσοι μετείχαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην αντίσταση, όσοι δηλαδή δεν υπέστησαν παθητικά τις κακουχίες του πολέμου, γλίτωσαν τον αφανισμό.
Αντιγράφω ένα σύνθημα από έναν τοίχο του Παντείου: «Σε έναν κόσμο για λίγους δεν έχει θέση κανείς» μια συλλογικότητα, ένα «μαζί» διαγράφεται στον ορίζοντα. Ενα «μαζί» που δεν μπορούμε, δεν γίνεται πια να αγνοούμε γιατί η ζωή μας, η ύπαρξή μας θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με την απώλεια, ο έρωτας με τον θάνατο, η ελευθερία με τον φόβο και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό. Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό.
 

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΩΣ ΦΙΛΟΥΣΕ...

Της Ζέζας Ζήκου
 
Tα κρυφά και τα φανερά Eυαγγέλια δεν με συγκινούσαν, όπως οι παπικές συνωμοσίες. Αντίθετα, το φιλί των Iούδων με εξιτάρει. Ποιος θα λυτρώσει τη στήλη από το μέγιστο ερώτημα όλων των εποχών, το ποιος άνοιξε την κερκόπορτα; Οπως και η Pώμη έφερε μέσα της τις αιτίες που θα την οδηγούσαν στην παρακμή, το σύστημα έχει ήδη πικρά αντιληφθεί ότι η «βρώμικη» ομηρία της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τους ξένους πιστωτές οδηγεί στην κόλαση και όχι στην Ανάσταση, όπως εξυμνούσαν οι υμνητές των Μνημονίων. Ο ιστορικός του Χάρβαρντ Νάιαλ Φέργκιουσον μονότονα προέβλεπε πως η κρίση του ευρωπαϊκού χρέους θα εξαπλωθεί. Και δεν σταμάτησε να προειδοποιεί: «Η κρίση είναι τόσο μεγάλη, που θα οξύνει τις πολιτικές και οικονομικές συγκρούσεις και θα αποσταθεροποιήσει αρκετές χώρες». Πλέον είναι αφελές το ερώτημα ποια χώρα θα αποφύγει τη μόλυνση του χρέους. Καθώς όλες οι χώρες κολυμπάνε στα χρέη. Κυρίως, όμως, οι πολίτες των μικρών και αδύναμων ευρωπαϊκών χωρών πνίγονται από τα δικά τους χρέη. Με κορυφαίο «θύμα» τον ελληνικό λαό.
Η βίαιη κατάληξη αυτής της κρίσης είναι αναπόφευκτη. Θα περίμενε κανείς από τις κυβερνήσεις τουλάχιστον να μη ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Ομως, ταγμένες στο πλευρό συγκεκριμένων συμφερόντων, ακόμη και κυβερνήσεις που κάποτε παρουσιάζονταν ως «φίλοι του λαού», μοιάζουν σήμερα ανήμπορες να υπερβούν τον προορισμό τους: εφαρμόζουν εκείνα ακριβώς τα μέτρα που προκαλούν περισσότερο το λαϊκό αίσθημα, ενώ, παράλληλα, προετοιμάζονται μοιρολατρικά για το χειρότερο ενδεχόμενο.
Για να αντιμετωπισθεί η κρίση, προϋπέθετε ισχυρή πολιτική βούληση και επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο δράσης. Και επειδή δεν υπήρχε, μας παρέδωσαν στο Μνημόνιο και αυτοί βολεύτηκαν στα προνόμιά τους.
Οταν όμως μια χώρα οδηγείται σε κρίση χρέους και μπαίνει σε καθεστώς αναγκαστικής οικονομικής διαχείρισης, είναι προφανές ότι αυτό δεν προκύπτει απλώς από τους ατυχείς χειρισμούς κάποιων ανίκανων ανθρώπων, ούτε επειδή αποδείχθηκε η κυβέρνηση των Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου δόλια λέγοντας ότι θα το αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις. Και ενώ γνωρίζουμε το τεράστιο κοινωνικό κόστος του Μνημονίου, τώρα διαπιστώνουμε το χειρότερο: πως οι θυσίες δεν θα αποδώσουν για τους πολλούς...
Οι επιχειρήσεις «αλληλεγγύης», στις οποίες σκόπιμα επιδίδονται οι «ισχυροί» για μας, αποκαλύπτουν πολλά πράγματα που πάντοτε υποψιαζόμασταν: πως το τιμόνι αυτής της χώρας έχει περιέλθει στην υποτέλεια των αγορών και των spreads. Μας το λένε ξεκάθαρα και εμείς το επαναλαμβάνουμε: πρέπει να στείλουμε ένα «ισχυρό μήνυμα» στις αγορές – αρκετά ισχυρό για να τις καθησυχάσουμε. Είναι η επιβολή νέων σκληρών προγραμμάτων λιτότητας που θα εφαρμοστούν με ψυχρή ωμότητα. Ετσι εξαπολύεται νέα επίθεση στους πολίτες σαν να ήταν αυτοί οι φταίχτες της κρίσης. Αυτοί θα πληρώσουν τον λογαριασμό. Ολους τους λογαριασμούς... Το παράδοξο είναι ότι τα θύματα -όπως οι Ελληνες- δεν το αντιλαμβάνονται πλήρως. Μολονότι κανένας ηγέτης (πρόεδρος ή πρωθυπουργός) δεν θα βύθιζε εκούσια τον κόσμο στην οικονομική καταστροφή, οι κυβερνήσεις δεν λειτουργούν έτσι.
Kαι η ελπίδα, πού είναι η ελπίδα; Πώς μπορεί ένας λαός να ζήσει, έστω την παρακμή του, χωρίς ελπίδα; Oμως, η ελπίδα, φίλε αναγνώστη, δεν σερβίρεται με επιφυλλιδογραφία «αισιόδοξων» προοπτικών, δεν μεταγγίζεται με την εμπορευματοποιημένη «αισιοδοξία» της επαγγελματικής πολιτικής. H ελπίδα είναι κάτι εξαιρετικά πολύτιμο και γι’ αυτό δυσεύρετο, που κερδίζεται ή χάνεται στην πολύ προσωπική αναμέτρηση του ηγέτη στην υπεράσπιση των προβλημάτων του λαού του. Tο ρεαλιστικό προαπαιτούμενο για να τολμήσει ένας πρωθυπουργός τομές και ζωογόνες μεταρρυθμίσεις, και όχι ραγιάδικες συμπεριφορές των δανειστών, συμπαρασύρεται στον εγωκεντρικό φόβο του για την προσωπική επιβίωσή του...
Δυστυχώς, οι επιπτώσεις από τη βαθιά ύφεση και τη θηριώδη ανεργία θα γραφτούν στο πετσί πολλών Ελλήνων – όπως γράφεται η τιμωρία στην «Αποικία των τιμωρημένων» του Κάφκα...
Οι πληθυσμοί των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα πιέζονται σήμερα να ζήσουν σαν κατακτημένοι λαοί και να υποστούν τις συνέπειες πολιτικών οι οποίες υπαγορεύονται από ξένους αξιωματούχους που δεν είναι αιρετοί, δεν υπόκεινται σε κανέναν δημοκρατικό έλεγχο και δεν φοβούνται την αποδοκιμασία από κανέναν λαό, αφού δεν αντλούν την εξουσία τους από τον λαό αλλά από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οι λαοί του Νότου μπορεί ακόμη να βγουν στους δρόμους. Και να απαιτήσουν να γίνουν πράξη όλα όσα τους είχαν υποσχεθεί οι ηγέτες τους, τα οποία είναι εντελώς αντίθετα με όσα υποδεικνύει η Γερμανία. «Το ερώτημα είναι από ποιους θα το απαιτήσουν», έγραφε τις προάλλες ο «Γκάρντιαν».
 

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν
 
Βρισκόμαστε στον αστερισμό του φόβου. Με την αποσάθρωση των εμπεδωμένων συνηθειών, των αυτοματισμών, των αξιακών αγκυλώσεων, των κατεστημένων υλικών απολαύσεων και των αυτοαναπαραγόμενων προνομίων, που οριοθετούσαν την πορεία μας μέσα στον χρόνο, όλοι νιώθουμε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας.
Οταν το «υπάρχον» τίθεται υπό συνεχή αμφισβήτηση, όταν το παρελθόν και το παρόν δεν φαίνεται να μπορούν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον, όλα τα καταφύγια ενάντια στην αγωνία της αβεβαιότητας δείχνουν να καταρρέουν.
Εφεξής, το φάντασμα της συνεχούς και ανεξέλεγκτης «απώλειας» ελλοχεύει παντού. Οι βεβαιότητες και οι εκλογικεύσεις ανατρέπονται, οι ελπίδες και οι φαντασιώσεις αλλοιώνονται και λογοκρίνονται. Οι συνήθεις ύποπτοι είναι άλλωστε ομόφωνοι: χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν. Παραιτούμενοι από τους μηχανισμούς που μας θωράκιζαν ενάντια στην αγωνία και την κατάθλιψη, καλούμαστε να ξαναπιάσουμε το νόημα των πραγμάτων από την αρχή. Εχοντας πάρει, όπως μας λένε, τη ζωή μας λάθος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή. Δεν ξέρουμε όμως ούτε τι πρέπει να κάνουμε ούτε ποια είναι η ζωή που μας περιμένει. Είτε ως άτυχα θύματα αντίξοων περιστάσεων είτε εξοφλώντας εντόκως παρελθούσες αμαρτίες, οφείλουμε να υποκύψουμε στην αμείλικτη λογική μιας αδέκαστης ιστορίας που εκτυλίσσεται ερήμην μας και μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας.
Και δεν είναι μόνον αυτό. Πέρα από τον φόβο της υποβάθμισης, η προοπτική για μια δίχως όρους και όρια κατολίσθηση των συνθηκών υλικής επιβίωσης συνεπιφέρει τη διάχυση ενός άλλου, βαθύτερου, πιο ύπουλου και «αμετάβατου» τρόμου μπροστά στο ανονόμαστο και άγνωστο κενό. Κανείς δεν είναι πια σε θέση να σκέφτεται τη ζωή του στο πλαίσιο ενός κόσμου όπου οι όροι πρόσβασης στην απόλαυση των αγαθών δεν υπακούουν σε κανένα ορατό και οικείο σύστημα κανονισμών. Απροειδοποίητα, το νοηματισμένο σύστημα της μαζικής και ανταγωνιστικής κατανάλωσης έχει μετατραπεί σε ένα απονοηματισμένο σύστημα μαζικής στέρησης. Σε αντιδιαστολή με την εποχή όπου η διαφορική πρόσβαση στα υλικά αγαθά ενεργοποιούσε απτές και συνειδητές ατομικές στρατηγικές, σήμερα όλο και περισσότεροι δεν μπορούν πια να ζουν επιλέγοντας τους τρόπους με τους οποίους διαφοροποιούνται από τους άλλους. Ο αλήστου πλέον μνήμης καταναλωτής-θεός απογυμνώνεται ξαφνικά από τις φαντασιώσεις της ελεύθερης επιλογής του τρόπου της ζωής του.
Στο εξής, κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ανάμεσα στο αναγκαίο και το περιττό, στο απαραίτητο και στο πολυτελές. Η διάκριση ανάμεσα στους όρους απλής επιβίωσης και στον ατομικό σχεδιασμό της ιδιωτικής ζωής παύει να είναι προφανής. Ως αθύρματα μιας απροσδιόριστης συλλογικής μοίρας, πληθαίνουν αυτοί που δεν ξέρουν «πώς» και «γιατί» δρουν, άρα και «ποιοι» είναι. Τα οικεία είδωλα που αντανακλώνται στον νοερό τους καθρέφτη δεν έχουν πια ούτε μορφή ούτε περίγραμμα. Και έτσι, η οικεία εικόνα του εαυτού εμφανίζεται όλο και πιο απροσδιόριστη, ανονόμαστη και τρομακτική. Σε κοινωνίες που έχουν ήδη απολακτίσει τις αυτονόητες παραδοσιακές συλλογικότητες και αμοιβαιότητες, οι παρενέργειες είναι απροσμέτρητες. Οταν τα άτομα έχουν συνηθίσει να οργανώνουν τους όρους της αυτογνωσίας τους σε συνεχή διαπραγμάτευση με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες τους, ο θρυμματισμός των ειδώλων απειλεί να συνεπιφέρει ένα απόλυτο σημασιολογικό και αξιακό κενό.
Η προσαρμογή στη νέα αυτή τάξη πραγμάτων και νοημάτων είναι ταχύτατη. Πολλοί τέως νοικοκύρηδες άστεγοι δεν μπορούν να επιμελούνται πια του «οίκου» τους, τέως οικογενειάρχες βλέπουν την οικογένειά τους να διαλύεται, τέως αξιοπρεπείς επώνυμοι πολίτες προστρέχουν, συχνά κρύβοντας τα πρόσωπά τους, στην ανώνυμη επαιτεία και τέως επιλεκτικοί καταναλωτές ψάχνουν στους κάδους των απορριμμάτων. Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι άρρωστοι που δεν τολμούν καν να πληροφορηθούν αν χρειάζονται θεραπεία, οι ψυχικά ασταθείς που αυτο-εγκαταλείπονται στην κατατονία και στην αδιαφορία, οι απόμαχοι της ζωής που δεν περιμένουν παρά τον θάνατο μέσα σε μια απόλυτη και δύσοσμη ανέχεια και οι απεγνωσμένοι που διαπραγματεύονται ακόμα και με την ιδέα της αυτοχειρίας.
Και παρ’ όλα αυτά, οι κατεστημένες εξουσίες απέχουν, σιωπούν, κρύβονται ή ίσως, καμιά φορά, και επιχαίρουν. Ακόμα και αν τα συμπτώματα είναι τραγικά -μας λένε-, είναι ιστορικά αναπόφευκτα. Οποιοι έχουν συνηθίσει να καταναλίσκουν περισσότερα από όσα παρήγαν, πρέπει τώρα να πληρώσουν τον λογαριασμό. Οσοι είχαν παρασυρθεί από τις σειρήνες της παγκόσμιας μαζικής καταναλωτικής ευωχίας, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως βουλώσει όχι μόνο το στόμα τους αλλά και τα αυτιά τους. Οσοι είχαν πιστέψει ότι ξοδεύοντας αλόγιστα και δανειζόμενοι αφειδώς από τις πρόθυμες τράπεζες δεν ικανοποιούσαν απλώς τις ατομικές τους επιθυμίες αλλά συνέβαλαν στην υλοποίηση του γενικού αναπτυξιακού συμφέροντος, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως καταλάβει ότι οι παραινέσεις των απανταχού ιθυνόντων δεν ήταν τίποτε άλλο από κενά ρητορικά σχήματα που δεν αντιστοιχούσαν παρά στα δικά τους συμφέροντα.
Οσοι είχαν πεισθεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αναπαράγεται εις το διηνεκές προσφέροντας σε όλους τους πολίτες την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων φαντασιώσεων, όφειλαν να έχουν προκρίνει να αντισταθούν στα υποβολιμαία κελεύσματα της κυρίαρχης γνώμης. Οσοι είχαν ταυτίσει την ιδιωτική τους ισορροπία με την ανταγωνιστική σώρευση σημάτων κοινωνικής διάκρισης, όφειλαν να έχουν καταλάβει -πριν να είναι πολύ αργά- πως η ατομική ηθική και κοινωνική τους ολοκλήρωση δεν «έπρεπε» να μπορεί να εμφανίζεται ως συνάρτηση της καταναλωτικής τους «επιτυχίας». Και όσοι αποδεικνύεται σήμερα πως δεν φρόντισαν εγκαίρως να επιλέξουν να επιζούν ως αποστασιοποιημένοι και λιτοί σοφοί, οφείλουν να αποδεχθούν την τιμωρία.
Το ηθικό δίδαγμα δεν αφήνει λοιπόν περιθώρια αμφιβολίας. Η αγωνία για το αύριο είναι «ευκαιρία» ώστε να ξανασκεφτούμε γύρω από το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να ελπίσουμε. Πρέπει, λοιπόν, να μετανοήσουμε ατομικά και να αδρανήσουμε συλλογικά. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε προσηλωμένοι στην αναγκαιότητα ενός φιλελεύθερου καπιταλισμού, που οφείλει εντούτοις να τιμωρεί εκείνους που απέτυχαν να προβλέψουν σωστά τις ενδεχόμενες παρενέργειες των τυποποιημένων εντολών του.
Πρέπει να δεχθούμε πως η λογική της ιστορίας επιτάσσει να υποκλινόμαστε αδιαμαρτύρητα σε όλες τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου ορθολογισμού, ακόμα και όταν οι απώλειες αυτές επεκτείνονται στις ανακουφιστικές «εικόνες εαυτού» που είχαν συγκροτηθεί μέσα στον χρόνο.
Πρέπει να συνυπογράψουμε το αξίωμα ότι όλοι οφείλουμε να υπέχουμε την ακέραια και αδιαίρετη ευθύνη για ένα ατομικό μέλλον που δεν μπορούμε εντούτοις να το προσδιορίσουμε οι ίδιοι. Πρέπει να παραιτηθούμε από οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια να μετατοπίσουμε από κοινού τους όρους της ορθολογικής αγοραίας τιμωρίας μας για τις παρελθούσες αμαρτίες μας. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε μεμονωμένα άτομα, δίχως να μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε ιστορικά υποκείμενα. Αλλάζοντας τη λάθος ζωή μας, πρέπει να πάψουμε να ελπίζουμε πως θα έχουμε δική μας ζωή.
Πρέπει να ξεχάσουμε και να ξεπεράσουμε τους ιδιοτελείς «εαυτούς» μας, δίχως να καταφύγουμε στην επικίνδυνη και ανορθολογική χίμαιρα της συλλογικότητας. Πρέπει να αποδεχθούμε πως μπορούμε να οφείλουμε να δρούμε μέσα σε ένα ανοίκειο, ακατανόητο και αποκρουστικό σημασιολογικό, συμβολικό και ηθικό κενό. Και πρέπει να αντικαταστήσουμε τα συντρίμμια του ειδώλου μας από ένα θολό ομοίωμα μέσα στο οποίο δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τίποτε εκτός από το τίποτε.
Η σωτηρία μας επιτάσσει να κοιτάζουμε δίχως να βλέπουμε σε έναν θρυμματισμένο, βουβό και κενό καθρέφτη.
 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΤΑΜΠΟΥ: ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Του Χρήστου Γιανναρά
 
Τρία χρόνια τώρα ονομάζουμε «άσκηση πολιτικής» το να τρέχει πανικόβλητη η κυβέρνηση πίσω από μια «δόση» δανείου. Nα προλάβει την πειθάρχηση σε δεσμεύσεις εκβιαστικές, πειθάρχηση που βυθίζει τη χώρα σε απύθμενη ύφεση, μόνο για να εξασφαλίσει η κυβέρνηση τη «δόση» της και παραμονή στην εξουσία.
Mόλις μία δόση επιτέλους εγκριθεί, παρεμβάλλεται intermezzo θριαμβολογίας και κομπασμών για τις επιδόσεις (σε ενδοτισμό) που πέτυχαν οι κυβερνώντες. Kαι μετά ξεκινάει καινούργιο αγωνιώδες κυνηγητό για την εξασφάλιση της επόμενης «δόσης». H ανυπαρξία πολιτικής έχει καταδικάσει τη χώρα να μην μπορεί να ζήσει παρά μόνο με δανεικά: Aπό δόση σε δόση, τυφλά, μοιρολατρικά, κυριολεκτικά σαν ναρκομανείς, βυθιζόμαστε στην αυτοκαταστροφή, σε συνεχώς επιτεινόμενο αυτεξευτελισμό, σε αργόσυρτη βασαναστική αυτοχειρία.
Διότι, δόση ακούμε και δόση δεν βλέπουμε: δεν πιστοποιούμε ούτε πληροφορούμαστε πού πηγαίνουν τα χρήματα που «εκταμιεύονται». Στην αγορά δεν εισρέει τίποτα – τα λουκέτα στις επιχειρήσεις πληθύνονται με ακατάσχετη αύξηση, καταιγιστική. Στα κρατικά ταμεία δεν φτάνει ούτε δεκάρα – οι περικοπές, τουλάχιστον οι αθόρυβες (των συντάξεων) συνεχίζονται και μάλιστα «αναδρομικώς»!! Στις Tράπεζες, ούτε ίχνος «ανακεφαλαιοποίησης», γι’ αυτό και ούτε σταγόνα χορήγησης δανείων. Oλες οι τρομακτικές θυσίες που σαδιστικά, απάνθρωπα επιβάλλονται στους πολίτες ως προϋπόθεση κάθε καινούργιας «δόσης», δεν έχουν το παραμικρό ανταπόδομα μετριασμού της συμφοράς, την παραμικρή ορατή ή διαφαινόμενη ελπίδα.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Oποιος το ρωτάει αυτό μας λογαριάζει όλους τους πολίτες τυφλούς και ανεγκέφαλους. Δεν βλέπουμε, δεν καταλαβαίνουμε ότι το κομματικό κράτος (τρικομματικό σήμερα) είναι άθικτο, ότι οι αυτουργοί των εγκλημάτων που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στην ειλωτεία των «δόσεων» είναι αυτοί που διαχειρίζονται και τη «σωτηρία» μας;
Πόσοι υπουργεύουν στην κυβέρνηση του κ. Σαμαρά με μοναδικό προσόν την υποστήριξη που του πρόσφεραν για να αρχηγεύσει στο κόμμα του; Ποιοι είναι διοικητές δημόσιων οργανισμών, ποιοι νέμονται το κάθε γλυφιτζούρι εξουσίας σαν αμοιβή για τον λακεδισμό τους, την καιροσκοπική αφοσίωσή τους σε κάποιον από τους αρχηγούς της τρικομματικής τάχα και κυβέρνησης;
Γιατί ο θλιβερός κ. Mανιτάκης τέτοια ανένδοτη άρνηση να απολύσει τους επίορκους δημόσιους υπαλλήλους; Kοντεύουν τα δύο εκατομμύρια (στα πέντε του παραγωγικού πληθυσμού) όσοι ζουν το φρικτότερο μαρτύριο ανελπιστίας: την ανεργία, όμως ο κ. Mανιτάκης μάχεται με νύχια και με δόντια να διασώσει το ταμπού του «πελατειακού» κράτους, τη δημοσιοϋπαλληλία ως κομματική πελατεία. Για την τρικομματική κυβέρνηση οι απολύσεις είναι η «κόκκινη γραμμή»: Aν θιγεί ο πελατειακός χαρακτήρας του δημόσιου τομέα, καταρρέει το «σύστημα», τα σημερινά κόμματα δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν, δεν ξέρουν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Nαι, θα μπορούσαν, είναι ολοφάνερο. Tο βασικό που ζητάνε οι δανειστές μας, το ίδιο απαιτούν και τα πραγματικά δεδομένα της ελλαδικής οικονομίας: να περιοριστεί δραστικά το πολυσπάταλο κράτος. Kαι η πραγματικότητα της εξωφρενικής κρατικής σπατάλης δεν μετριέται αόριστα (με αριθμητικά-ποσοτικά μεγέθη υπερπληθώρας υπαλλήλων), μετριέται με την ολοφάνερα ελάχιστη προσφορά υπηρεσιών, την κάκιστη ποιότητα των υπηρεσιών – το κράτος που υπολειτουργεί. Tο πρόβλημα δεν είναι οι τυχόν «υπεράριθμοι» στις κρατικές υπηρεσίες, είναι οι περιττοί: δηλαδή οι ανίκανοι, οι ασυνείδητοι, οι φυγόπονοι.
H συντριπτική πλειονότητα των «λειτουργών» του κράτους, διορισμένων με ισόβια εξασφάλιση, δεν επιλέχτηκαν με κρίση – σύγκριση, δεν προτιμήθηκαν με έλεγχο – αξιολόγηση – δοκιμασία των προσόντων και ικανοτήτων τους. Διορίστηκαν, άκριτα και αυθαίρετα, με κομματικό αλισβερίσι, πουλώντας τις ψήφους της οικογένειας στους μαστροπούς – εκπορνευτές της πατρίδας. Παράσιτα, τα τρέφει ισόβια ο μόχθος του φορολογούμενου πολίτη σαν ανταμοιβή για την αντικοινωνική τους δολιότητα, τον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειάς τους.
Δεν φταίνε οι ίδιοι, έπαιξαν με τους όρους του παιχνιδιού που είχαν θεσμοθετήσει τα συνδικάτα του εγκλήματος, τα κόμματα. Ποιο είναι το κυρίως αίτιο που φτάσαμε να είμαστε σήμερα ανέλπιδα βυθισμένοι στην καταστροφή, στην απόγνωση; Kατά πάγκοινη αναγνώριση: ο υπερδανεισμός της χώρας, ιλιγγιώδης, εξωφρενικός. Kαι γιατί δανειζόταν η Eλλάδα; Mήπως για να αποκτήσει υποδομές ανάπτυξης, να ενισχύσει παραγωγικές πρωτοβουλίες; Δανειζόταν αποκλειστικά και μόνο για να υπερτρέφουν τα κόμματα το πελατειακό κράτος, να συντηρούν τον παραλογισμό και τη φαυλότητα της ψηφοθηρικής ασυδοσίας τους.
Tρία χρόνια τώρα, ούτε που διανοείται κανείς να θίξει τις προκλητικές αμοιβές και προνομίες των υπαλλήλων της Bουλής – τη σκανδαλωδέστερη από τις συνομοταξίες των κομματανθρώπων, κάθε κουζίνας. Aδύνατο να διαλυθούν, παρά τις εξαγγελίες, οι χίλιες πεντακόσιες (και πάνω) εταιρείες του Δημοσίου με τους χρυσαμειβόμενους προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους. Aδύνατο να ελεγχθούν οι υπέρογκες υπερβάσεις κοστολόγησης των δημόσιων έργων και των κρατικών προμηθειών, τα σκάνδαλα στον επαγγελματικό αθλητισμό, οι οφειλές καναλιών και εφημερίδων – όλα τα πλοκάμια διαπλοκής των κομμάτων με την οικονομική αυθαιρεσία και ανομία προστατεύονται, τρία χρόνια τώρα, επομένως γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση οι ατομικές περιπτώσεις της επίορκης δημοσιοϋπαλληλίας;
Eχει επανειλημμένα και τεκμηριωμένα καταδειχθεί ότι τα «Mνημόνια» θα είχαν αποφευχθεί, αν υπήρχε τίμια και συνεπής πολιτική βούληση για την κατάλυση του πελατειακού κράτους, την αποκατάσταση αξιοκρατίας, ελέγχου της ποιότητας σε κάθε πτυχή του κρατικού μηχανισμού. Aλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε να δεχθούν τα κόμματα την αυτοκατάργησή τους, την άρνηση του μοναδικού τρόπου με τον οποίο ξέρουν να λειτουργούν. Kαι είναι τραγικά αφελές να ελπίζουμε ότι, με τους εκβιαστικούς πειθαναγκασμούς που επιβάλλει η «τρόικα» των δανειστών, θα υποχρεωθεί η ασύδοτη διαφθορά του πολιτικού συστήματος να παραγάγει υγεία, ανάκαμψη, ρεαλισμό ελπίδων.
Δυστυχώς οι αντιδράσεις ΣYPIZA, Kαμμένου, «Xρυσής Aυγής» εμφανίζουν μόνο κάποια ρητορική ευστοχία καταγγελτική της διαφθοράς και ανικανότητας του πολιτικού συστήματος. Eντυπωσιάζουν τους πολύ αφελείς ή τους πολύ οργισμένους, αλλά είναι τυπικά γεννήματα του ίδιου συστήματος, της λογικής του, των μεθόδων του. Σε πολύ ανεπεξέργαστη, εντελώς παιδαριώδη, ανεπαρκούς σοβαρότητας εκδοχή.
Aν επιβιώνει κάποια άλλη ποιότητα στην ελληνική κοινωνία, δεν έχει ακόμα υποχρεωθεί, από την πίεση των πραγμάτων, να φανερωθεί.
 

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ΑΦΟΠΛΙΣΤΕ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
 
Ζούμε μια εθνική σχιζοφρένεια. Ζούμε σε μια Ελλάδα που βυθίζεται όλο και περισσότερο στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στην απελπισία, στην ταπείνωση. Και σε μια Ελλάδα τηλεοπτικού σουρεαλισμού, όπου τίποτε από αυτά δεν υπάρχει. Όπου η εικονική πραγματικότητα κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, από τους οίκους της πολιτικής έως τις οικίες των πολιτών, παραμορφώνοντας την «πραγματική πραγματικότητα».
Η τηλεόραση έπαψε να είναι μέσο, εικόνα, απέκτησε αυθυπαρξία, είναι Η πραγματικότητα, Η εξουσία, Η πολιτική. Το μέσο είναι το μήνυμα, όπως έλεγε ο Μακ Λούαν.
Δεν είναι μόνο τα δελτία ειδήσεων που κατευθύνουν συνειδήσεις και ψήφους, αλλά η παρουσίαση της ζωής, η οποία σε όλες τις «πλευρές» της -από τις εκπομπές μαγειρικής ώς τα τοκ σόου, από τις ενημερωτικές εκπομπές ώς τα σίριαλ και τις τηλεπαρουσιάστριες του καναπέ και του κουτσομπολιού- μεταδίδεται στον τηλεθεατή επεξεργασμένη και μεταποιημένη.
Είναι ο κυρίαρχος τόπος διαμόρφωσης της ιδεολογικής, κοινωνικής και πολίτικης συναίνεσης.
Η πλατεία που παράγει ιδεολογία, πολιτική και άρα εξουσία.
Στοχεύει στο να εγκλωβίσει τα μυαλά των πολιτών στη μοναδική πολιτική, τη μοναδική οικονομία, στην κυρίαρχη ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.
Να περάσουν στη συνείδηση των ανθρώπων ότι η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη αγορά αποτελούν μονόδρομο. Αποστολή τους είναι να καταστέλλουν τις κοινωνικές συγκρούσεις, να υπονομεύουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, να διαμορφώνουν κλίμα ιδεολογικής και πολιτικής συναίνεσης στην κοινωνία.
Η τηλεόραση έχει γίνει ο παραμορφωτικός καθρέφτης στον οποίο η Ελλάδα οφείλει να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Μια ύπουλη πολεμική μηχανή στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.
Όσο η κρίση διογκώνεται, όσο τα κινήματα αμφισβήτησης πολλαπλασιάζονται, όσο η ταξική πάλη οξύνεται, τόσο αυτή η πολεμική μηχανή θα γίνεται πιο ωμή και πιο επιθετική.
Θα συκοφαντεί, θα διαστρεβλώνει, θα υποκρύπτει, θα αλλοιώνει.
Θα ξεπλένει συνειδήσεις και θα κάνει πλύση εγκέφαλου στους ανθρώπους.
Θα εκφοβίζει, θα διαβάλλει και θα απειλεί.
Με λίγα λόγια θα είναι ταυτόχρονα ο κατ' εξοχήν μηχανισμός χειραγώγησης και καταστολής.
Θα υποστηρίξουν πολλοί ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παρακολουθούμε τα πολιτικά σίριαλ. Σύμφωνοι, αλλά υπάρχει ακόμη ένα είδος εθισμού, ένα είδος voyeurisme στους τηλεθεατές.
Μήπως όμως είναι η ώρα το τέλος του σίριαλ να το δώσουν οι πολίτες της τηλεδημοκρατίας; Αν πατούσαμε το κουμπί που σβήνει την τηλεόραση σε κάθε επανάληψη του χιλιοπαιγμένου και χιλιοστημένου πολιτικού σόου;
Αυτή και αν ήταν μια λαϊκή εξέγερση, μια μαζική διαμαρτυρία, μια class action, όπως θα έλεγαν οι ενώσεις των πολιτών, απέναντι στα τοξικά προϊόντα της τηλεπαραμόρφωσης: μείωση τηλεθέασης, μείωση των δεικτών αποδοχής, μείωση των εσόδων - οικονομικών και πολιτικών.
 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΗ ΖΩΗ, ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ!

Της Ιωάννας Χαρμπέα
 
Χανόμαστε καθημερινά σε ένα κυνήγι των υποχρεώσεων, των πρέπει, των φιλοδοξιών μας και ξεχνάμε ότι είμαστε άνθρωποι! Δεν εργαζόμαστε πλέον για να ζούμε, αλλά ζούμε για να εργαζόμαστε και κυνηγάμε ένα άπιαστο όνειρο, πουλιά ταξιδιάρικα που όσο τα κυνηγάμε τόσο εκείνα πετάνε μακριά μας… τα χρόνια φεύγουν και περνάμε από μπροστά μας σαν κινηματογραφική ταινία οι μέρες , οι ώρες , οι στιγμές, άλλοτε μας χαμογελάνε και άλλοτε μουντές ίσως και θλιβερές μας κοιτάνε, μα εμείς αναμένουμε τη στιγμή που θα ζήσουμε… δε ζούμε παρά υπάρχουμε αναμένοντας να ζήσουμε.
Σκέψεις τριγυρνάνε το νου μας ποιοι είμαστε, γιατί υπάρχουμε, πού πάμε; Τι είναι η ζωή; Ζωή είναι το καινούριο, το ωραίο, το όμορφο. Ένα λουλούδι ανθίζει, ένα πουλί πετάει, ένα παιδί κλαίει ή γελάει. Ζωή είναι η κίνηση, η χαρά αλλά και ο πόνος, τα εναλλασσόμενα συναισθήματα. Ζωή είναι ένας κύκλος με αρχή και τέλος. Μετά τη ζωή ο θάνατος. Η ζωή είναι τα πάντα ο θάνατος τίποτα. Η ζωή είναι φωνές. Ο θάνατος σιωπή. Η ζωή είναι χρώματα, φώς, αέρας, αρώματα. Ο θάνατος σκοτάδι, άπνοια. Είμαστε τυχεροί που ζούμε, αναπνέουμε, αισθανόμαστε τώρα μπορούμε. Όλοι έχουν την ευκαιρία να ζουν την κοινωνική πραγματικότητα. Η κοινωνική πραγματικότητα είναι μια και μοναδική , η ερμηνεία της είναι διαφορετική. Βλέπουμε τα πράγματα όπως θέλουμε να τα δούμε και όχι όπως πραγματικά είναι. Να αγαπάς τη ζωή σου! Αυτούς που στη χάρισαν. Και εκείνους που την κάνουν καλύτερη.
Να αδιαφορείς για τους κακούς. Η τιμωρία τους είναι η αδιαφορία σου. Μακριά από την κακία. Οι κακοί δε γίνονται ποτέ καλοί. Όταν στέκεσαι δίπλα τους, σου κλέβουν την ηρεμία και την καλοσύνη. Απομάκρυνέ τους από τη ζωή σου και άφησε τους να βράσουν στο καζάνι της κακίας τους. Η ευτυχία μας είναι η πληρότητα της ψυχής μας , μη σε αγχώνουν πράγματα που δεν αλλάζουν.
Ζήσε τις μικρές στιγμές, τα απλά πράγματα, το τώρα, το χτες έφυγε πια, ενώ το αύριο μπορεί να μην έρθει. Ζήσε τη ζωή σου χωρίς να την εξευτελίζεις με μικροπρέπειες ούτε να αναλώνεσαι σε πράγματα ανούσια. Ζήσε τη ζωή σου όπως εσύ θες και κρίνεις, γιατί η ζωή είναι δώρο! Και αν κάποτε τη χάσεις, θα ξέρεις ότι την έζησες όπως ήθελες εσύ, και όχι όπως ήθελαν οι άλλοι! Η ζωή είναι δική σου και είναι πολύ μικρή για ένα θλιβερή! Μπες μέσα στο αυτοκίνητο σου, κάνε μια βόλτα χωρίς προορισμό, ακούγοντας την αγαπημένη σου μουσική στη διαπασών.
Ζήσε τις στιγμές, εξάλλου ζωή είναι το άθροισμα τους. Ο προορισμός άγνωστος, το ταξίδι της ζωής επικίνδυνο και αβέβαιο. Το αν η ζωή θα κυλήσει ομαλά και χωρίς αντιξοότητες εξαρτάται από το πόσο καλός οδηγός είναι άνθρωπος, γιατί η ίδια η ζωή είναι ένα αυτοκίνητο με οδηγό τον άνθρωπο, εξαρτάται από το πόσο καλά ξέρει να πατάει φρένο ή γκάζι τη στιγμή που χρειάζεται. Γίνε μέλισσα και πάρε γύρη μόνο από τα καλά λουλούδια για να φτιάξεις μέλι. Ρούφηξε το μεδούλι της ζωής.
Τελικά τι είναι η ζωή; Η ζωή είναι μια λέξη με τρία γράμματα, που ο καθένας τη γράφει όπως θέλει και με το δικό του γραφικό χαρακτήρα. Άλλος της δίνει αξία, τη γράφει με κεφαλαία, άλλος με μικρά, άλλος σταθερά και ευανάγνωστα, άλλος τρεμάμενα, φοβισμένα. Εσύ αποφασίζεις πώς θα γράψεις τη ζωή σου και αν δε μπορείς να τη γράψεις ζωγράφισε την, δώσε της χρώμα και βάλε την ξεχωριστή πινελιά στον πίνακα της κοινωνίας.
Ζωή είναι το τώρα, το σήμερα, οι στιγμές… μην αναζητάμε λοιπόν τι είναι ζωή, γιατί έτσι χάνουμε την ουσία της. Στις αναζητήσεις μας για μια καλύτερη ζωή, πολλές φορές ξεχνάμε να ζούμε! Ο Νίκος Καζαντζάκης είχε πει: δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος, υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα και τη χαίρομαι όλη.
Ζωή είναι ο ήλιος που ανατέλλει το πρωί… ο γλάρος που πετάει αμέριμνος… το αθώο χαμόγελο ενός μικρού παιδιού. Είναι όλα εκείνα που δίνουν αξία στις στιγμές και χαρά στις αισθήσεις σου. Γι αυτό ζήσε, βρες λόγους για να ζεις και ζήσε όσο πιο απλά μπορείς, γιατί η ευτυχία της ζωής βρίσκεται στα απλά , στα μικρά, στα ασήμαντα, βρίσκεται στις λεπτομέρειες… Γέλα, αγάπα και τραγούδα. Αυτό είναι ζωή!
 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΦΑΤΣΑ ΣΤΟ ΦΟΒΟ

Του Οδυσσέα Ιωάννου
 
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ «ανακαλύψεις» που έχω κάνει με κόστος και τις φυλάω ως κόρην οφθαλμού, είναι πως ο φόβος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα συναίσθημα ευθέως ανάλογο με την απόσταση που σε χωρίζει από αυτό που φοβάσαι. Τρέμεις όχι το γεγονός, αλλά την απόσταση που μικραίνει, το χρόνο που «μαζεύεται» σαν δρόμος και πλησιάζεις στο σημείο συνάντησης. Τις περισσότερες φορές τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά από όσο φανταζόσουν. Σχεδόν πάντα, είναι λίγο καλύτερα.
Οταν λέω καλύτερα, εννοώ πως διαπιστώνεις ότι δεν είναι και τόσο ανίκητο εκείνο που φοβόσουν ή τέλος πάντων δεν είσαι εσύ τόσο αδύναμος μπροστά του. Επιπλέεις, ενίοτε κολυμπάς και κάποιες φορές νικάς κιόλας. Γιατί όταν φτάνεις εκεί, είσαι κι εσύ ένας άλλος πια, από φοβισμένος προβιβάζεσαι σε μαχητή.
Μικρός, φοβόμουν τους αγορίστικους καβγάδες. Εκείνους τους τσαμπουκάδες που πάντα κατέληγαν σε αίματα, μύτες, στόματα, γόνατα. Στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα, δύσκολα τους απέφευγες. Μετά την πρώτη μπουνιά τα πράγματα έπαιρναν το δρόμο τους... Δεν εξοικειώθηκα ποτέ αλλά τους απομυθοποίησα και λίγο.
Μετά ήρθαν τα νοσοκομεία. Φίλοι, συγγενείς, προσωπικά, γιατροί, επεμβάσεις, χαμοί. Ελεγα πως δεν θα αντέξω να τρέχω για τέτοια. Ετρεξα μια χαρά! Πέθανε άνθρωπος στα χέρια μου, βρήκα καθαρό μυαλό να κάνω μια ύστατη προσπάθεια. Οσο μεγαλώνεις πλησιάζεις στα τυφλά σημεία. Δεν φαίνονται στις νεότερες ηλικίες. Το κέλυφος ραγίζει, το προστατευόμενο περιβάλλον γίνεται πιο «ευάερο» και, λίγο πριν αρχίσει να μπάζει από παντού, έχεις μεταμορφωθεί εσύ σε αγκαλιά-φύλακας για κάποιους άλλους. Και βλέπεις ότι μπορείς. Ή τουλάχιστον, βλέπεις ότι θέλεις.
Πριν από τρία χρόνια, αν μου ζητούσες να τσεκάρω σε κουτάκια ποια από όσα ζούμε σήμερα δεν θα είχα το κουράγιο να αντιμετωπίσω, θα τα μάρκαρα σχεδόν όλα. Ακριβώς γιατί δεν θα είχα υπολογίσει την απόσταση. Οτι δεν θα γίνονταν σε μία νύχτα, αλλά θα έρχονταν σταδιακά και κάθε μέτρο που θα με πλησίαζαν, θα γινόμουν κι εγώ σταδιακά ένας άλλος, πιο ανθεκτικός, λιγότερο αιφνιδιασμένος, πιο έτοιμος να τα κοιτάξω στα μάτια. Είπαμε, μετά την πρώτη μπουνιά, τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους...
Ο καθένας βέβαια αποφασίζει για το πού και πώς θα διοχετεύσει τη μαχητικότητά του. Υπάρχουν πολλοί γοητευτικοί ήρωες και μύθοι από όπου μπορούμε να ψωνίσουμε χαρακτήρα. Και η παλέτα είναι ανοιχτή τόσο προς μία συλλογική συνείδηση όσο και προς τη θεωρία της μονοθέσιας βάρκας που χωράει μόνο τον εαυτό μας. Μαχητές και οι δύο. Με διαθλάσεις αυταπάτης και οι δύο. Ο πρώτος ότι θα σώσει τον κόσμο και ο δεύτερος ότι μπορεί να σωθεί μόνο αυτός σε έναν κατεστραμμένο κόσμο. Ούτε παρέα για τάβλι δεν θα έχει. Το παράδοξο βέβαια είναι πως, συνήθως, οι πρώτοι είναι εκείνοι που κάποια στιγμή στα στερνά αποτιμούν πως η ζωή τους πήγε χαμένη. Κακοφόρμισε η προσφορά και έγινε σπατάλη. Οι δεύτεροι θεωρούν εαυτούς μάγκες μέχρι τέλους. Λογικό, οι ονειροπόλοι είναι οι καλύτεροι πελάτες της απογοήτευσης. Αλλά τα περάσματά τους ακόμη τα θυμούνται. Δεν ήταν πιο «ήρωες». Απλά, πιο έξυπνοι. Γιατί είχαν την «ιδιοτέλεια» να προσπαθήσουν να σώσουν έναν κόσμο που περιελάμβανε και αυτούς, και γιατί μοιράστηκαν. Στην ενεργητική και στην παθητική. Μοιράστηκαν.