Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.

Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ

Θα γίνουμε πιο συντηρητικοί ή ριζοσπάστες; Θα καταστρέψουμε ή μήπως θα δημιουργήσουμε; Πανεπιστημιακοί και συγγραφείς εξηγούν με ιστορικά παραδείγματα πώς επηρεάζουν τους λαούς οι ακραίες συνθήκες σαν αυτές που ζούμε κι εμείς σήμερα.

Νομίζουμε ότι ονειρευόμαστε και όταν ξυπνήσουμε ο εφιάλτης θα έχει φύγει. Ομως, η μείωση των μισθών, η εξαθλίωση των κατώτερων στρωμάτων, οι απολύσεις, η ανεργία, οι βίαιες συμπεριφορές δεν είναι όνειρο, αλλά η σκληρή πραγματικότητα. Απογοήτευση, ανασφάλεια, οργή ή όπως καυστικά το θέτει ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Είναι σα να σου λένε στα γεράματά σου ότι είσαι υιοθετημένος. Είναι αυτό που λέει ο Καραγκιόζης, θα φάμε θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε...»
Πώς όμως η παρατεταμένη οικονομική και πολιτική κρίση επιδρά στην ψυχολογία του καθενός και όλων μας διαμορφώνοντας νέες στάσεις και συμπεριφορές; Πώς μια κοινωνία αλλάζει όταν αισθάνεται πως δεν υπάρχει διέξοδος στο μέλλον, ούτε δικαίωση από το παρελθόν; Παρότι σήμερα βιώνουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, οι συνομιλητές μας επιχειρούν να περιγράψουν πώς διαμορφώνεται το πρόσωπο της κοινωνίας σε κρίσιμες περιόδους συνεκτιμώντας και τα ιστορικά παραδείγματα.
«Τα τελευταία 36 χρόνια και οι δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις πρότειναν ένα αναπτυξιακό μοντέλο που βασιζόταν στην κατανάλωση και στον δανεισμό. Δανειζόμασταν για να περάσουμε καλά και το λογαριασμό θα τον πλήρωναν τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Τελικά, όμως, τον πληρώσαμε εμείς», λέει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος. «Την ώρα που βρεθήκαμε στο στόχαστρο της αγοράς ήμασταν τελείως απροετοίμαστοι ψυχολογικά. Δεν είχαμε την ψυχολογία που είχε ο Ελληνας μέχρι τη Δικτατορία, ότι δηλαδή είμαστε φτωχοί, "αυτά έχουμε, με αυτά θα ζήσουμε". Είχαμε περάσει σε ένα καταναλωτικό πρότυπο. Τώρα υπάρχει μεγάλη απογοήτευση και όσο περισσότερο πιεζόμαστε τόσο περισσότερο εξοργιζόμαστε».

Παρανοϊκή βία

Ενας άλλος πόλος που αναπτύχθηκε ανεξάρτητα είναι, κατά την απόψή του, «η κουλτούρα της βίας». Οπως τονίζει: «Θεωρούνταν δεδομένο ότι και στην πιο ειρηνική διαδήλωση μπορούσαμε να πετάξουμε και μια μολότοφ. Ομως όταν πετάς μια μολότοφ, οι πιθανότητες να κάψεις κάποιον είναι τεράστιες. Αν την πετάξεις σε έναν κλειστό χώρο και μετά ρίξεις και βενζίνη, όπως έγινε στη Marfin, τότε μιλάμε για έγκλημα. Είχε γίνει ένα είδος νοσηρής λοταρίας, εάν θα προλάβουν οι άνθρωποι να βγουν ζωντανοί. Και το άλλο αποκρουστικό ήταν ο χλευασμός προς την αγωνία των θυμάτων. Αυτό δεν λέγεται απλώς ασύμμετρη βία, αλλά παρανοϊκή και ηλίθια βία».
Οταν ένα κράτος ενδιαφέρεται να σώσει μόνο την οικονομία, όχι την κοινωνία, τότε το κόστος είναι μεγάλο. Οι άνθρωποι θα πληρώνουν μόνο φόρους, χωρίς να έχουν το «δικαίωμα» να ονειρεύονται, να ελπίζουν για το μέλλον. Θα ακυρώνεται το ίδιο το νόημα της ύπαρξής τους, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Νίκος Παναγιωτόπουλος.
«Πράγματι, γνωρίζουμε πως η "τρέχουσα τιμή" της ανεργίας, του αποκλεισμού, προσμετράται, όπως έδειξε ο Μπουρντιέ, ακόμη σε πόνο, οδύνη, με βία που μπορεί να κατευθυνθεί τόσο ενάντια στους άλλους, παίρνοντας διάφορες μορφές κακοποίησης και βιαιοπραγίας, όσο και εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, με τη μορφή του αλκοολισμού, των ναρκωτικών, της κατάθλιψης κ.λπ. Το τίμημα της τεράστιας ανεργίας, της αθλιότητας, της χωρίς όρια εκμετάλλευσης, του αποκλεισμού, της απανθρωπιάς, το τίμημα της επιλογής να δένουμε, όπως έλεγε ο Λάιμπνιτζ, περισσότερα σκυλιά με λιγότερα λουκάνικα, είναι η εγκατάσταση μιας υπόγειας μορφής εμφυλίου πολέμου. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν η σημερινή κρίση και η οικονομιστική λογική της διαχείρισής της επιχειρεί να καταστήσει πιθανή και ανεχτή την εμπειρία της έλλειψης μέλλοντος σε ευρύτατα στρώματα. Οι πολιτικές ισοπέδωσης των εργασιακών σχέσεων που έως τώρα γνωρίζαμε δεν ακυρώνουν μόνο τη δυνατότητα ύπαρξης πολλών ανθρώπων (και βέβαια την αξιοπρεπή ύπαρξη πολύ περισσότερων), ακυρώνουν, επίσης, και το λόγο ύπαρξής τους, τους αποστερούν, με άλλα λόγια, τη ζωτικής σημασίας ψευδαίσθηση της λειτουργίας τους, της αποστολής που οι ίδιοι οφείλουν να έχουν».

Μεταναστευτικά ρεύματα

Στο «δράμα των ανθρώπων» εστιάζει και ο συνεργάτης της «Ε», καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, Κώστας Βεργόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι στο παρελθόν, σε κρίσιμες καταστάσεις δημιουργήθηκαν μεταναστευτικά ρεύματα: προς στην Αμερική μετά τη χρεοκοπία, επί Τρικούπη και προς την Αυστραλία μετά τον Εμφύλιο.
«Η λαϊκή αγανάκτηση μπορεί να πάρει άγριες μορφές, ακόμα και καταστροφικές, ανεξάρτητα από πολιτικές προοπτικές. Ο λαός θέλει να τιμωρήσει ή να εκδικηθεί πολιτικούς και ολόκληρο το σύστημα που τον έχει φέρει σε κρίσιμη κατάσταση. Αυτό όμως δεν προσδιορίζει πού θα στραφεί στην επόμενη φάση», εκτιμά ο ίδιος ενώ φέρνει ιστορικά παραδείγματα: «Η χρεοκοπία επί βασιλείας Λουδοβίκου και τα μέτρα λιτότητας οδήγησαν στη Γαλλική Επανάσταση. Δεν ήταν όμως σαφές εξαρχής πού θα οδηγούσε η Επανάσταση, καθώς ένα χρόνο μετά το ξέσπασμά της, το 1790, οι επαναστάτες έδωσαν τα χέρια με το βασιλιά και συμφιλιώθηκαν, προσωρινά όπως αποδείχτηκε. Επομένως το αποτέλεσμα κάθε φορά εξαρτάται από τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων. Στην Ιταλία το 1920, πάλι, την πολύ μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια κατόρθωσε να καρπωθεί ένα άτομο που προερχόταν από την αριστερά, ο Μουσολίνι, ο οποίος έκανε δικτατορία που κράτησε 20 χρόνια. Το ίδιο συνέβη με τον Χίτλερ, ο οποίος, ως εθνικός σοσιαλιστής, ανταποκρίθηκε στο αίτημα του λαού που ζητούσε προστασία μπροστά στην οικονομική κρίση και ακολούθησε κι αυτός τη μέθοδο του συντεχνιακού κράτους».
Τι συνέβη στην Ελλάδα σε πολύ κρίσιμες περιόδους; «Στη διάρκεια της Κατοχής ο κόσμος πέρασε στην άλλη πλευρά, στο ΕΑΜ, και αυτό οδήγησε στα γεγονότα που όλοι ξέρουμε. Η αριστερά τότε έχασε το τρένο της Ιστορίας, όχι γιατί συνετρίβη στρατιωτικά, αλλά γιατί ήταν σε πλήρη σύγχυση στο πολιτικό πεδίο», συνεχίζει ο Κ. Βεργόπουλος, ο οποίος επιθυμεί να διαλύσει, όπως λέει, ένα μύθο: ότι σε περιόδους κρίσης η κοινωνία στρέφεται προς τον συντηρητισμό.
«Ο κόσμος στρέφεται προς ριζοσπαστικές λύσεις» τονίζει. «Είναι έτοιμος να δεχτεί όχι μόνο αριστερές, αλλά και δεξιές ριζοσπαστικές λύσεις. Εγκειται στην ικανότητα των πολιτικών δυνάμεων να μπορέσουν να εκφράσουν αυτή την επιθυμία του κόσμου. Στην Ελλάδα οι αριστερές λύσεις έχουν μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση, αλλά είναι αδιαμόρφωτες κι αυτό μπορεί να αποβεί μοιραίο. Καθώς βρισκόμαστε σε μια ιστορική στιγμή, οι ευθύνες της αριστεράς είναι πολύ μεγάλες, αλλά δεν έχουμε και καμία εγγύηση ότι θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Προς το παρόν παραμένει αδρανής και εσωστρεφής».
 
Υγιής και νοσηρός εαυτός

Ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας Βασίλης Καραποστόλης εκτιμά πως σε περιόδους κρίσης αποκαλύπτονται τα βαθύτερα στοιχεία της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, καθώς και οι διαφορές του με άλλους. Μάλιστα, συγκρίνει τους Γερμανούς με τους Ελληνες. Ενώ αυτοί μετακυλίουν προς τα έξω τον υποβιβασμό τους, εμείς στρεφόμαστε εναντίον το εαυτού μας. Και εξηγεί:
«Πώς αντέδρασαν οι Γερμανοί στην ταπείνωση που γνώρισαν μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο; Αρχισαν αμέσως την προσπάθεια να ανασυντάξουν εκείνο ακριβώς που είχε διαλυθεί: το στάτευμά τους. Στον οικονομικό τομέα, έχοντας χάσει το χρήμα που διέθεταν (εξαιτίας του πολέμου όσο και του κραχ του '29), επέλεξαν να καταδιώξουν εκείνους ακριβώς που έμοιαζαν ταυτισμένοι με το χρήμα, τους Εβραίους. Ταπεινωμένη και χωρίς πόρους, η Γερμανία πίστεψε ότι έπρεπε να εκμηδενιστούν άλλα κράτη και φυλές ώστε να αποκατασταθεί η τάξη στον πλανήτη, θεμέλιο της οποίας θεωρούσε τη δική της υπεροχή.
Αντιθέτως, είναι χαρακτηριστικό ότι η μεγαλύτερη ταπείνωση την οποία υπέστη η Ελλάδα, το 1922, δεν μετατράπηκε σε δράση εναντίον κάποιων εξωτερικών υπαιτίων. Το αγκάθι βυθίστηκε στη σάρκα του έθνους. Οι τυφεκισμοί των ενόχων στο Γουδί ήταν η πράξη με την οποία οι Ελληνες έδειξαν ότι στο διχασμό δίνουν μια "καθαρκτική" αποστολή. Θέλουν πάση θυσία να χωριστεί ο εαυτός τους σε δύο μέρη, το υγιές και το νοσηρό και με την αποβολή του νοσηρού μέρους να μείνει καθαρό εσαεί το άλλο. Πρόκειται βέβαια για αυταπάτη. Μετά την Καταστροφή του '22 αποκαλύφθηκε ένα είδος ντροπής, φάνηκε ότι ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού ένιωσε πως ήταν κατώτερου ποιού (ηθικού και ψυχικού) απ' αυτό που ήθελε να είναι. Επρεπε λοιπόν να διορθωθεί η εικόνα του στα ίδια του τα μάτια και διάλεγε τις δίκες και τις εκτελέσεις για να το πετύχει», λέει ο Β. Καραποστόλης. Και καταλήγει:

Ξεπεσμός και εξύψωση

«Μας καταδιώκουν πιο πολύ οι ενοχές απ' ό,τι τους Γερμανούς. Γι' αυτό, άλλωστε, στην Ελλάδα εκδηλώνεται κατά καιρούς μια ισχυρή ανάγκη για εξιλέωση. Το 1940 ήταν η κορυφαία απόδειξη αυτής της ανάγκης. Ενας ολόκληρος λαός, αποκρούοντας ενωμένος την ιταλική εισβολή, θέλησε να εξιλεωθεί για τους διχασμούς στους οποίους είχε παραδοθεί στο παρελθόν».
Υπάρχουν όμως αισιόδοξες προβλέψεις για να υπερβεί η κοινωνία το αδιέξοδο όπου οδηγείται; «Κάθε κρίση την ακολουθεί ένα αίσθημα ξεπεσμού και κάθε ξεπεσμό μια ανάγκη για επανεξύψωση», λέει ο Β. Καραποστόλης. «Το ζήτημα σήμερα είναι αν θα μπούμε και πάλι στον κύκλο της αυτοκαταδίκης και αλληλοεξόντωσης ή θα βρούμε τα απαραίτητα σημεία ενότητας έξω από τον κύκλο. Τα ψυχικά γνωρίσματα ενός λαού δεν αλλάζουν εύκολα, αυτό δείχνει η ιστορία του πολιτισμού, και οι Ελληνες δεν έχουν ισχυρή τάση (ή και την ικανότητα) να επιτίθενται εναντίον κάποιων "κατώτερων". Τουλάχιστον όμως ας μην επιτίθενται οι μισοί εναντίον των άλλων μισών με αφορμή ή και με το πρόσχημα ότι πρέπει επιτέλους να γίνει αυτοκριτική. Αλλο αυτοκριτική και άλλο η αυταρέσκεια της μεμψιμοιρίας. Αλλο να ζητάμε την τιμωρία κάποιων διεφθαρμένων και άλλο να γίνεται πεποίθηση ότι η διαφθορά είναι "μέσα στο αίμα μας". Το χειρότερο είναι αυτό: να μας αρέσει να διαμαρτυρόμαστε γι' αυτό που ποτέ δεν αλλάζει».
Οταν ένα κράτος δεν μπορεί να προσφέρει συλλογικό όραμα, όταν έχει χάσει το ηθικό και την ηθική του, αναπόφευκτο είναι να εντείνεται η κρίση της πολιτικής και ο αντικοινοβουλευτισμός, εκτιμά ο Ν. Παναγιωτόπουλος. Πιστεύει επίσης ότι δεν αποκλείεται «να υπάρξει έξαρση του "εθνικού" και του "πατριωτικού" σε αντίθεση με το "ξένο", όπου θα εκφράζεται η θέληση να επιβεβαιωθεί ο έλεγχος του επιμερισμού κρατικών πηγών κοινωνικής και οικονομικής ενέργειας, καθώς και η αξίωση να δοθεί προτεραιότητα στους "καθαρούς Ελληνες". Και βέβαια, αυτή η πολύ βαθιά δυσαρέσκεια είναι εξαιρετικά πιθανό να ενισχύσει τις δημαγωγικές πολιτικές, οι οποίες θα επιδιώξουν να αυξήσουν τις δυνάμεις τους».
Αντιθέτως, μετά την οργή και την απογοήτευση κι αφού περάσουμε μια περίοδο «πένθους», ο Γ. Σκαμπαρδώνης βλέπει να αναδύεται «ένα λυτρωτικό αίσθημα αυτοσυνείδησης, που ελπίζω θα οδηγήσει σε μια νέα πίστη. Η πίστη για επιβίωση και το κίνητρο να νικήσεις αυτή την κατάσταση δίνει μια στόχευση, μια κοινή γραμμή, έναν προσανατολισμό, που οδηγεί τον ελληνισμό σε ψυχική σύγκλιση».

enet

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ!

Του Οδυσσέα Ιωάννου

Σκαλώσαμε. Δεν ρολάρει τίποτα. Ούτε το καλό –βέβαια- αλλά ούτε και το κακό. Κούραση, παραίτηση και ευχές για το χειρότερο αρκεί να γίνει γρήγορα. Εκεί είμαστε. Πληθαίνουν τα κατάγματα σε ζωές, τα οποία οδηγούν τους τραυματίες να εύχονται το τέλος, αρκεί να γίνει γρήγορα. “Να τελειώνουμε. Να πτωχεύσουμε να δούμε τι θα κάνουμε”. Δεν είναι πολιτική θέση αυτό, είναι το τραύμα που θέλεις πια να κλείσει. Να φύγει το σκοτωμένο αίμα, να συνεχίσεις να ζεις, έστω όχι αρτιμελής, αλλά να θρηνήσεις, να πενθήσεις, να το πάρεις απόφαση. Δεν ζούμε. Όλα σε αναστολή. Η καθημερινότητά μας, μία εκκρεμότητα, μία παγωμένη εικόνα, μία φωτογραφία καταρράκτη με ακίνητο νερό. Με έχει απογοητεύσει ο νεοφιλελευθερισμός. Τον είχα για πιο αποφασιστικό. Αν κάτι γούσταρα σε αυτόν ήταν η αποτελεσματικότητά του στα ακαριαία χτυπήματα. Τώρα το μαχαίρι έχει στομώσει και δεν κόβει. Είναι βάσανο. Μου θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο. “Χύσε παιδί μου…χύσε παιδί μου…” για να πάρει την απάντηση “το έχουμε υπόψιν μας μαντάμ!”. Ναι, το έχεις υπόψιν σου αλλά δεν σε βλέπω πολύ ζωηρό…
Κάποιοι βέβαια δουλεύουν σκληρά. Σκέφτονται, ενεργούν. Η ευκαιρία της φτώχειας δεν πρέπει να πάει χαμένη. Η θηριώδης ανεργία, η απόγνωση, ο στεγνός φόβος για το αύριο προσφέρουν το καλύτερο timing για να καταργήσουμε το πανεπιστημιακό άσυλο! Τώρα έπρεπε να γίνει γιατί τώρα αλλάζει η Ελλάδα… Δεν ανοίγω κουβέντα για το σωστό ή το λάθος –κάποιο έργο πρέπει να επιδείξει και η Υπουργός Παιδείας, και δεν μπορούν όλα να σταματήσουν με το πρόσχημα της κρίσης- αλλά όταν γκρεμίζεται το σπίτι σου κι εσύ διαλλέγεις πατάκια για το μπάνιο, σημαίνει πως πολύ στο λαιμό σού κάθονταν τόσα χρόνια τα παλιά σου πατάκια… Και η χαρά σου δεν κρύβεται…
Να τελειώνουμε λοιπόν! Όχι, δεν είναι η πολιτική θέση μου αυτή, στο είπα, δεν προτείνω λευκή πετσέτα. Αλλά είναι τόσος κόσμος πια που παρακαλάει για ένα κάποιο τέλος. Τι να τους πω; Ότι στην γραμμική απεικόνιση της εξίσωσης του χρόνου αλλά και στην ακανόνιστη της Ιστορίας, δεν υπάρχει τέλος και αρχή παρά μόνο συνέχεια; Να βάλω την μάνα μου στα εβδομήντα της να διαβάσει τους μεγάλους κλασικούς; Δεν την πλακώνω στους μπάφους καλύτερα;
Ούτε στην Κατοχή ο κόσμος δεν παρακαλούσε για ένα τέλος στο μαρτύριο. Αν διαβάσεις αφηγήσεις θα δεις πως όσοι δεν πέθαιναν στους δρόμους και στα υπόγεια της Γκεστάπο, και πολύ όμορφα τραγούδια έγραφαν, και σε σπίτια μαζεύονταν και γελούσαν, και τρελό sex έπαιζε. Είμαστε όλοι εκτεθειμένοι απέναντι στους ιστορικούς τους μέλλοντος

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ: ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Του Στάμου Κυρζόπουλου

Στο παρόν σημείωμα θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο κατά τη γνώμη μου διαχρονικές πληγές του δημοσίου λόγου στην χώρα μας (και ίσως όχι μόνον), που το τελευταίο ειδικά διάστημα επεκτείνονται σε μια συνειδητή προσπάθεια απομόνωσης κάθε νηφάλιας προσπάθειας προσέγγισης των αιτίων της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης αλλά και αναζήτησης πιθανών διεξόδων. Αναφέρομαι στην ηθικολογία- ηθικισμό και στον «τεχνοκρατικής-επιστημονικής» αυθεντίας λόγο.

Ηθικολογία

Αμφότερες οι αντιμαχόμενες τάσεις στο δημόσιο λόγο και την πολιτική δράση στην χώρα μας, σχηματικά μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί, στην κλιμάκωση της ρητορείας τους, τους τελευταίους μήνες επιστρατεύουν όλο και περισσότερο ηθικά προτάγματα..
Οι απολογητές του λεγομένου κόμματος του μνημονίου θέτουν μετ’ επιτάσεως τα ζητήματα συλλογικής ευθύνης-ενοχής («μαζί τα φάγαμε»), ατομικής ευθύνης των πολιτών για τις πολιτικές επιλογές («εσείς τους ψηφίζατε») αλλά και μία προτεσταντικής υφής προσέγγιση του ελληνικού προβλήματος σύμφωνα με την οποία η ελληνική κοινωνία υπήρξε αμαρτωλή και έφθασε η ώρα του κολασμού της: φταίξαμε και πρέπει να πληρώσουμε, χρωστάμε και οφείλουμε να επιστρέψουμε τα οφειλόμενα, υπήρξαμε άσωτοι και πρέπει να μεταμεληθούμε. Είναι ένας λόγος γεμάτος πρέπει και ηθικά αξιώματα, ένας λόγος που επιδιώκει τον συνετισμό της κοινωνίας. Είναι η κουλτούρα της αιδούς και της ενοχής: οι ανεπρόκοποι αισχύνονται επειδή είναι ένοχοι και λειτουργούν ως ένοχοι μέσα στην καταισχύνη τους. Σύμφωνα με την λογική αυτή (λογική του κλασσικού φιλελευθερισμού, είναι η αλήθεια) θεωρείται πλέον όχι μόνο φυσικό και αναπότρεπτο αλλά και αξιακά και ηθικά επιβεβλημένο, ότι όποιος δεν φροντίσει να ζει ως επιτυχής μέρμηγκας, οφείλει να υποστεί την μοίρα του άφρονος τζίτζικα. Δεν είναι πια ο άνεργος αθώο θύμα της αγοράς, που θα μπορούσε να προσβλέπει σε κοινωνική αρωγή και προστασία, είναι ο «μη απασχολήσιμος» που στιγματίζεται ως άχρηστος και ανάξιος. Εφόσον όλα λοιπόν είναι αποτελέσματα λανθασμένων επιλογών, ουδείς δικαιούται να διαμαρτύρεται και η κοινωνική μέριμνα για τους ασθενέστερους από ευθύνη της κοινωνίας και του κράτους μετατίθεται στον ατομικό εθελοντισμό και τις χορηγικές πρακτικές της ατομικής ελεημοσύνης.
Αλλά και η άλλη πλευρά, η πλευρά των σκληρών αντιμνημονιακών, δεν υστερεί σε ηθικολογία. Εδώ έχουμε το στερεότυπο του Λαού (ως ενιαίας πάντα οντότητας) που είναι a priori αθώος και άμεμπτος και διαρκώς εξαπατάται, παρασύρεται και εν τέλει προδίδεται από υστερόβουλες, προδοτικές και δοσιλογικές πολιτικές ηγεσίες. Οι πολιτικοί είναι συλλήβδην αργυρώνητοι, διεφθαρμένοι και διαπλεκόμενοι, και ως εκ τούτου οι πρακτικές διαπόμπευσης τους ηθικά δικαιολογημένες, ενώ από την άλλη, οτιδήποτε λαϊκό καθαγιάζεται ως τέτοιο. Η πάλαι ποτέ ανδρεοπαπανδρεϊκή ρήση «δεν υπάρχουν θεσμοί παρά μόνον ο Λαός» πασπαλίζεται με την (αγνή, νομίζω) ουτοπία της άμεσης δημοκρατίας για να προκύψει ένα επικίνδυνο μείγμα ισοπεδωτικού και αδιέξοδου αντικοινοβουλευτισμού που σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης είναι πιθανότερο να καταλήξει σε κάποιας μορφής ηθικολογούντα ολοκληρωτισμό παρά σε μια γνήσια και αδιαμεσολάβητη αμεσοδημοκρατική πολιτειακή θεσμική συγκρότηση.

Η Tεχνοκρατική –Επιστημονική Αυθεντία- Oι Illuminati

Πέραν της ακατάσχετης ηθικολογίας, μνημονιακοί (κυρίως αυτοί) αλλά και σκληροί αντιμνημονιακοί επιστρατεύουν καθημερινά και την υποτιθέμενη αυθεντία τεχνοκρατών και επιστημόνων για να ισοπεδώσουν την αντίθετη άποψη. Στρατιές οικονομολόγων, τέως και νυν καθηγητών πανεπιστημίου της ημεδαπής και του εξωτερικού, νομικών, think-tanks και άλλων «ειδικών» αρθρογραφούν καθημερινά στον τύπο και το διαδίκτυο, προσκαλούνται σε ραδιοφωνικές εκπομπές και τηλεοπτικές συζητήσεις και με το αλαζονικό ύφος της αυθεντίας και του απολύτου επαΐοντος δεν αρκούνται μόνο στο να εκφράσουν τις συνήθως απόλυτες απόψεις τους, αλλά κατακεραυνώνουν και οιονδήποτε «αδαή» τολμήσει να διαφωνήσει μαζί τους. Αν τύχει δε και αντιπαρατίθενται στην ίδια εκπομπή δύο αντιθέτων απόψεων «ειδικοί», η σφοδρότητα της σύγκρουσης τους και του, θα μου επιτρέψετε, «ξεκατινιάσματος» τους, ξεπερνά και αυτό, των όχι και τόσο φημισμένων για το υψηλό τους επίπεδο, πολιτικών.
Για τους μεν μνημονιακούς τεχνοκράτες η συμπεριφορά αυτή είναι πιο ευεξήγητη.
Θα δανειστώ λίγα λόγια του Νίκου Ξυδάκη: Έχουν μια «απροκάλυπτη αποστροφή προς τον λαό και τη λαϊκή κυριαρχία, ενώ ο εκσυγχρονισμός νοείται ως λατρεία μιας δημοκρατίας των διευθυντών, εξ ου και οι πυκνές αναφορές σε κυβερνήσεις τεχνοκρατών, σοφών κ.λπ. Πίσω από τη ρητορική των εκσυγχρονιστών περί αριστείας, συναίνεσης, σωφροσύνης κ.ο.κ. λανθάνει η εδραία πεποίθησή τους ότι ο λαός μπορεί να κυβερνηθεί μόνο από Illuminati, προερχόμενους από συγκεκριμένα σχολεία, κομματικά θερμοκήπια ή συγκεκριμένες οικογένειες και παρέες. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ισχύει ούτε αυτή η ιδιοτέλεια• επικρατεί η καθαρή ιδεολογία, καθαρή μεν, αλλά τόσο ξεροκέφαλη, που αρνείται να δει την πραγματικότητα, και καταντάει εμμονική ηθικολογία».
Οι δε, σκληροί αντιμνημονιακοί τεχνοκράτες και καθηγητές, πολλοί εκ των οποίων έχουν γίνει πρόσφατα και τηλεοπτικοί αστέρες, φαίνεται πως είτε εκκινούν από όψιμες ναρκισσιστικές φαντασιώσεις ότι ηγούνται του λαϊκού επαναστατικού κινήματος, είτε απλά βλέπουν ότι το κρατικοδίαιτο μοντέλο των επιχορηγήσεων τους νομοτελειακά θα καταρρεύσει και αντιδρούν λυσσαλέα.
Δεν θα πρέπει, επίσης, να διαφεύγει της προσοχής μας, ότι υπάρχουν ισχυρότατα οικονομικά συμφέροντα που, είτε επιθυμούν τη συνέχιση του δρόμου του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου, προσδοκώντας μερίδια της υπό εκποίηση περιουσίας του ελληνικού δημοσίου, είτε έχουν ποντάρει στην χρεοκοπία της χώρας μέσω των ασφαλίστρων κινδύνου και επιθυμούν την στάση πληρωμών για να εξαργυρώσουν τα στοιχήματα τους. Και οι μεν και οι δε έχουν τα χρήματα και τα μέσα να στρατολογήσουν «ειδικούς» και τεχνοκράτες για να αρθρογραφούν και να κινδυνολογούν υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης προσπαθώντας να μονοπωλήσουν εκατέρωθεν τον δικής τους αντίληψης πατριωτισμό, και μονοδρομώντας τις επιλογές προς τη δική τους κατεύθυνση. Είναι το (Θατσερικού coryright, αλλά χρησιμοποιούμενο και από την άλλη όχθη πια) σύνδρομο ΤΙΝΑ: There Is No Alternative.
Νομίζω ότι οι αγωνιούντες και πιεζόμενοι έλληνες πολίτες προσπαθούν με δυσκολία να επιβιώσουν της κρίσης, να την ερμηνεύσουν και να διακρίνουν τις φωνές που με νηφαλιότητα επιδιώκουν να ψηλαφήσουν τις όποιες λύσεις. Είδωμεν....
 

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Του Θεόδωρου Παντούλα *

Ο άνθρωπος του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας λησμόνησε ότι είναι «παρεπίδημος»· υπερτίμησε τον εαυτό του και τις δυνατότητές του τόσο, που στο όνομα μια γραμμικής «προόδου» είδε στο περιβάλλον μια ακόμη πηγή εκμετάλλευσης, δηλαδή μια ακόμη πηγή πλουτισμού. Την ύβρη του μάλιστα την ονόμασε «ανάπτυξη» και στο όνομά της διέπραξε μια υπέρβαση όχι απλώς των αντοχών, αλλά των ίδιων των περιβαλλοντικών ορίων του κόσμου μας, που εν τω μεταξύ έπαψε να είναι κόσμος κι έγινε αγορά. Όχι αγορά των πολιτών, αλλά αγορά των πολυεθνικών.
Σε αυτή την αγορά το περιβάλλον είναι ο πλέον σπαταλημένος πόρος της ανθρωπότητας. Δίπλα στην κλιματική αλλαγή, με την οποία δεν γνωρίζουμε τι μας ξημερώνει, έχουμε τους πολέμους, που όσα «ανθρωπιστικά» προσχήματα κι αν επικαλεστούμε, μισογνωρίζουμε όλοι μας ότι γίνονται για το πετρέλαιο: για την ενέργεια δηλαδή· για να συνεχίζουμε να παράγουμε και να καταναλώνουμε. Θα ακολουθήσουν -προβλέπουν οι ειδικοί- πόλεμοι για το νερό -κι έχει ο Θεός. Εμείς δεν θα έχουμε όμως συνεχίζοντας έτσι. Οι προβλέψεις για πανδημίες κι άλλα δεινά είναι πολύ συγκεκριμένες. Τόσο συγκεκριμένες όσο και οι επιδόσεις μας.
Θέλω να πω πως όσο η δύση αναπτύσσεται -κι αυτό που ονομάζουμε «ανάπτυξη» γίνεται πάντοτε σε βάρος του περιβάλλοντος– τόσο αυξάνονται οι πεινῶντες καὶ διψῶντες της ανθρωπότητας. Τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα δεν μας χορταίνουν· μας μεταλλάσσουν. Και μας μεταλλάσσουν σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε να κάνουμε πλέον στοιχειώδεις διακρίσεις. Δείτε τα καθ' ημάς: έχουμε πεντακάθαρα σπίτια αλλά χιλιοβρόμικους δημόσιους χώρους. Δεν έχουμε την παραμικρή αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος και του δημοσίου χώρου. Ό,τι είναι εκτός της οικίας μας, στάχτη και μπούλμπερη!
Η κρίση που βιώνει σήμερα ο κόσμος -και η πατρίδα μας πολύ περισσότερο- για λόγους που δεν είναι του παρόντος, δεν είναι απλώς μια κρίση οικονομική. Είναι μια κρίση ανθρωπολογική, κρίση του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης που υιοθετήθηκε, μεταπολεμικά κυρίως. Αυτό το μοντέλο, αφού μας καταχρέωσε, μας χρεοκόπησε οικονομικά, πολιτικά και ηθικά κι όμως εμείς, παραδόξως, επιμένουμε σε αυτό, μιλώντας και προσδοκώντας περισσότερη «ανάπτυξη» -δηλαδή περισσότερη κατανάλωση. Θεραπεύεται όμως η παχυσαρκία με περισσότερες θερμίδες;
Υπάρχει μια ηθική υποχρέωση έναντι των παιδιών μας, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θέλουμε να την αναλάβουμε. Φυσικά και μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μιας χρήσεως προϊόντα, αλλά δεν ξέρω εάν το θέλουμε.
Ξέρω όμως ότι ο προνεωτερικός παππούς μου, ο Περεκλάκης, ήταν ένας άνθρωπος φτωχός αλλά ευτυχής, διότι μοιραζόταν την φτώχεια του. Ήταν ένας άνθρωπος ολιγογράμματος αλλά σοφός. Τόσο σοφός που ποτέ του δεν βιαζόταν. Τα παιδιά του που σπούδασαν βιάζονται πολύ, δουλεύουν περισσότερο κι έχουν πολλές σκοτούρες. Περιέργως, όποτε το κατορθώνουν, επιστρέφουν στο σπίτι και στην ζωή του παππού... για να ξεκουραστούν! Αντιλαμβάνεστε το παράδοξο: έφυγαν για μια καλύτερη ζωή αλλά αναπαύονται επιστρέφοντας σε αυτή που εγκατέλειψαν. Το πρόβλημα είναι πολύ πιο οξύ για όσους δεν έχουν αφετηρία...
Οι επιλογές μας βεβαίως έχουν πάντοτε ένα κόστος: αυτό που μας ξεκουράζει σήμερα το λέμε διακοπές κι αυτό που μας καταπονεί το λέμε καθημερινότητα.
Μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι με την επίγνωση ότι είναι λίγα τα ψωμιά μας -και τα δικά μας και του κόσμου μας- αλλά μπορούμε και να συνεχίσουμε εξορίζοντας τους οικονομολόγους από την ζωή μας. Ξέρετε, η ανθρωπότητα τα κατάφερε και χωρίς αυτούς.
Δεν λέω ακριβώς να γυρίσουμε πίσω, αλλά να μην περιφρονήσουμε την ιστορική εμπειρία. Λιγότερη έπαρση για τα κατορθώματά μας δεν θα μας βλάψει.
Υπάρχει ένα όψιμο ενδιαφέρον για το περιβάλλον, ένας πολύμορφος οικολογισμός θα έλεγα, που κατά την γνώμη μου είναι άλλη μια μεταμοντέρνα υποκρισία. Εάν ο πρώιμος καπιταλισμός λεηλάτησε το περιβάλλον στο όνομα της «ανάπτυξης», ο ύστερος καπιταλισμός το λεηλατεί κάνοντας πράσινες μπίζνες. Και στις δυο περιπτώσεις -σας θυμίζω- μένουν ευχαριστημένοι οι κερδοσκόποι, που μετακινούν εμπορεύματα κι ανθρώπους αλλά όχι το περιβάλλον.
Σε κάθε περίπτωση οι περιβαλλοντικές μπίζνες δεν θα σώσουν το περιβάλλον. Θα το κάνουν απλώς ένα ακόμα εμπόρευμα.
Αν κάτι μπορεί να σώσει το περιβάλλον, αυτό νομίζω ότι είναι η επίγνωση ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αλλά για να γίνει αυτό δεν χρειάζονται ευχές, αλλά η ταπεινότητα εκείνη που αναγνώριζε ότι η ζωή ανθεί και λουλουδίζει μόνο στην ιερότητα του κόσμου.
Κι ότι έξω απ' αυτή μαραίνεται -μ' όση ανάπτυξη κι αν την ποτίσουμε.

 
* Εκδότης και διευθυντής του περιοδικού '' MANIFESTO''

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

ΠΥΡΗΝΕΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ.

Tου Χρήστου Γιανναρά

Δεν είναι μόνο τετράγωνης λογικής συμπέρασμα, είναι και «αίσθηση»: βεβαιότητα που συνάγεται από χίλιες δυο εμπειρικές αφορμές. Oτι κάτι τελειώνει. Kάτι πολύ γενικό – το διεθνές «σύστημα» ίσως, το πολιτισμικό «παράδειγμα», ο «τρόπος» της συλλογικότητας.
Eνας ιδιωτικός οίκος αξιολόγησης κρατικών οικονομιών υποβαθμίζει στις εκτιμήσεις του την οικονομία των HΠA, της υπερδύναμης. Kαι πανικοβάλλεται ο ολόκληρος ο πλανήτης, με τον πανικό να μετριέται στους δείχτες των χρηματιστηρίων, στην κατακόρυφη πτώση τους. O οίκος είναι ιδιωτικός, δηλαδή κοινωνικά ανεξέλεγκτος: Iσως να υπηρετεί συμφέροντα μαφίας, ίσως να εκφράζει την αμερόληπτη κρίση επιστημονικής και επαγγελματικής εντιμότητας, κρίση ανυπότακτη στη μεθοδική ψευδολογία των κυβερνητικών σκοπιμοτήτων. Oι κυβερνήσεις είναι κοινωνικά ανεξέλεγκτες τόσο όσο και ο οίκος Standard and Poor’ s. Aυτό που έχει από καιρό τελειώσει είναι ο κοινωνικός έλεγχος και της οικονομίας και της πολιτικής – έχει τελειώσει η κοινωνία ως κάτι περισσότερο (σημαντικότερο ή και «ιερότερο») από το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν. H πολιτική και η οικονομία έχουν αυτονομηθεί από τις σχέσεις κοινωνίας αναγκών και στόχων, λειτουργούν με τους όρους του ιδιωτικού συμφέροντος. Για την ικανοποίηση ακόρεστων ατομοκεντρικών ορέξεων. Mε υποχείριο το άλλοτε κράτος!
Kαι η ρηχόμυαλη μάζα, αποχαυνωμένη μεθοδικά, δεκαετίες τώρα, με τον κομματισμό (τάχα πολιτικοποίηση), τον κρετινισμό του ποδοσφαίρου, τον αφιονισμό του κρατικού τζόγου, τη «διασκέδαση» της επιθεωρησιακής σαχλαμάρας, εκτονώνει τον δικό της πανικό με τη γλώσσα της αλογίας: την τυφλή βία. Kαταλαβαίνει ενστικτωδώς η μάζα ότι οι θεσμοί έκφρασης της λαϊκής ανάγκης και απαίτησης (καθολική ψήφος, κομματικό σύστημα, εκλογικές διαδικασίες) είναι πια μόνο απάτη, προσχηματικά τεχνάσματα, ψευτιά. Kαι εκτονώνει τον φιμωμένο πανικό της στην κτηνώδη βία. Kάποτε η φημισμένη βρετανική αστυνομία καυχόταν ότι είχε εξαλείψει ακόμα και τη δημόσια απρέπεια, επειδή τιμωρούσε με πρόστιμο πέντε (5) λιρών το φτύσιμο στον δρόμο! Aλλά σήμερα αποδείχνεται ανίκανη να ελέγξει τον εφιάλτη του μίσους και της καταστροφής που εξαπολύουν οι εξεγερμένοι του περιθωρίου.
Kάτι τελειώνει, είναι φανερό. Kαι στο αβέβαιο μεσοδιάστημα ως τη γένεση καινούργιου «παραδείγματος» (με τις ωδίνες τοκετού ίσως φριχτές, απροσδιόριστης διάρκειας), είναι παράλογο να επιδιώκουμε νεκρανάσταση ή «βελτίωση» θεσμών και λειτουργιών οριστικά εξαχρειωμένων. Δεν τιθασεύεται η αλογία των αφηνιασμένων συμφερόντων ή της βίας ούτε με καινούργια κόμματα και «αγανακτισμένα» κινήματα ούτε με ευφυέστερους αρχηγούς. Aν κάτι μπορεί να εξασφαλίσει ετοιμότητα κοινωνικής ανασύνταξης είναι να διασωθούν οι προϋποθέσεις κοινωνικής συνοχής: Nα σώσουμε τη γλώσσα, την ιστορική συνείδηση, την πολιτισμική ιδιοπροσωπία, την ανάγκη και τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας. Mιλώ για όσους απομείναμε ελληνόφωνοι.
Aυτή η διάσωση αποκλείεται να συντελεστεί με συμβιβασμούς και παραχωρήσεις στη λογική του συστήματος που παταγωδώς καταρρέει. Σε τι θα στραφούμε, επομένως, τι μας απομένει σαν θεσμικό όχημα συλλογικής δράσης; Eσκεμμένα ή όχι, τη χαριστική βολή στη θεσμική συνοχή και στον δυναμισμό της ελληνικής κοινωνίας την έδωσαν δυο πολιτικές μεθοδεύσεις, για προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα, βεβηλώνοντας ονόματα ιερά – «Kαποδίστριας» η πρώτη, «Kαλλικράτης» η δεύτερη εγκληματική μεθόδευση: Διέλυσαν το κύτταρο της ιστορικής επιβίωσης (τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων) του Eλληνισμού, τη μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα. Για να πετύχουν καλύτερη αξιοποίηση των κονδυλίων της EE!! Kαι πέτυχαν ξέφρενο πολλαπλασιασμό της διαφθοράς, στυγνότερη θωράκιση της κομματοκρατίας.
Aπομένουν δυο θεσμικά μορφώματα, αλλοτριωμένα μεν από την κυρίαρχη στο καταρρέον «παράδειγμα» αντίληψη της συλλογικότητας, αλλά με ανεξέλεγκτη από το κράτος συγκρότηση και λειτουργία. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν πυρήνες «λαϊκής βάσης» – να αυτενεργήσουν έξω από τη λογική των θεσμών της αποτυχίας. Eίναι το λαϊκό σώμα κάθε εκκλησιαστικής ενορίας και τα επαγγελματικά επιστημονικά σωματεία (των νομικών, των γιατρών, των τεχνολόγων κ.τ.ό.). Iσως μαζί τους και το κορυφαίο επιστημονικό ίδρυμα, η Aκαδημία Aθηνών.
Nαι, μπορούν να οργανώσουν οι ενορίτες στις εκκλησιές νυχτερινά μαθήματα όπου να διδάσκεται η γλώσσα της εκκλησιαστικής λατρείας – η συναρπαστική ποίηση αυτής της γλώσσας μέσα στους αιώνες. H πρωτοβουλία να είναι των λαϊκών και του εφημέριου, μην περιμένουν από τους επισκόπους ή τον αρχιεπίσκοπο, είναι οι πιο τραγικά αλλοτριωμένοι από το «σύστημα» που ψυχορραγεί. Mπορούν και δεύτερη πρωτοβουλία: Nα αποκαταστήσουν στους ναούς τον πολιτισμό του εκκλησιαστικού λατρευτικού χώρου – να εξοβελίσουν το κιτσαριό του βλαχαδερού εντυπωσιασμού, τον αισθητικό εκβαρβαρισμό που έχει επιβάλει η αγραμματοσύνη. Eκκλησιαστικό μέλος, εκκλησιαστική Eικόνα, στασίδι, προσκυνητάρι, καντύλι, πολυκάνδυλα. Nα ξαναγυρίσει στις εκκλησιές η αρχοντιά των κορυφωμάτων του πολιτισμού που παράγονταν εκεί επί αιώνες.
Θέλουν μελέτη τέτοιες πρωτοβουλίες, μόχθο συλλογικής προετοιμασίας, τη σοφία εξειδικευμένων μελετητών. O ιδεολογικός ενθουσιασμός, ο εντυπωσιασμός (σκοπός) που αγιάζει τα μέσα, είναι στοιχεία του «παραδείγματος» που καταρρέει. Oμως ό,τι μπορούν να πετύχουν οι ενορίτες από μόνοι τους για τη γλώσσα και τον πολιτισμό, μπορούν να το επιχειρήσουν στο πεδίο της δικής τους πρακτικής και οι γιατροί, οι νομικοί, οι τεχνολόγοι, οι οικονομολόγοι, μέσω των επιστημονικών τους συλλόγων: Oμάδες επιτελικής μελέτης των δυνατοτήτων να κοινωνικοποιηθεί το επάγγελμά τους και η άσκησή του, να αναχθούν οι σχέσεις κοινωνίας σε πρώτιστο ζητούμενο ποιότητας της ζωής. Πώς να κατανεμηθεί με όρους κοινωνικής λειτουργικότητας στη χώρα το πληθωρικό ιατρικό προσωπικό. Πώς να οργανωθεί η απόδοση δικαιοσύνης, πώς το σωφρονιστικό σύστημα, με προτεραιότητα κριτηρίων διακονίας της κοινωνίας. Ποια οργάνωση του τραπεζικού συστήματος θα ανταποκρινόταν πληρέστερα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής νοο-τροπίας. Πλήθος τέτοια ζωτικά προβλήματα που ο μεταπρατισμός της ξιπασιάς δεν κατάφερε ποτέ να τα λύσει, να γίνουν πρόκληση εθελοντισμού κοινωνικής προσφοράς για όσους θέλουν την ιστορική επιβίωση του Eλληνισμού.
Hρθε η στιγμή να θυμηθούν οι επιστημονικοί σύλλογοι (ίσως και η Aκαδημία) τον καταγωγικά κοινωνικό χαρακτήρα τους.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΩΝΕΙ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ;

Του Τάσου Παππά

«Ο πληθωρισμός είναι ο κίνδυνος», είπε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, Τρισέ, ακολουθώντας κατά πόδας τη Μέρκελ και τα άλλα μέλη της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ελίτ που κυβερνούν τις περισσότερες χώρες της Ευρωπαικής Ενωσης. Όλοι αυτοί πάσχουν από το «σύνδρομο της Βαϊμάρης» και οι προσπάθειες τους κατατείνουν στην αποτροπή της εμφάνισης πληθωριστικών φαινομένων. Πρόκειται για μια προσέγγιση που βολεύει τους οικονομικά ισχυρούς και τις υποταγμένες κυβερνήσεις και παρουσιάζεται ως η κατάλληλη προληπτική θεραπεία για να μη βρεθεί ξανά η Ευρώπη απέναντι σε καταστάσεις, ανάλογες μ’ αυτές της δεκαετίας του 1920-1930.
Η προειδοποίηση είναι λάθος, αν βεβαίως η ανησυχία όσων την εκτοξεύουν είναι ειλικρινής, και δεν υποκρύπτει σκοπιμότητες, που είναι και το πιθανότερο. Πουθενά στην Ευρώπη ο πληθωρισμός δεν είναι εκτός ελέγχου. Σχεδόν παντού όμως στην Ευρώπη, αλλά και στις Η.Π.Α, εκτός ελέγχου είναι η ανεργία και η ύφεση. Συνεπώς η σωστή φράση, και αυτή θα έπρεπε να εκστομίσουν ο κ.Τρισέ και οι όμοιοί του, είναι ότι «η ανεργία είναι ο κίνδυνος». Δεν τους ενδιαφέρει, όμως, γιατί δεν τους αφορά. Δεν ανησυχούν μήπως μείνουν άνεργοι, αλλά και αυτό να συμβεί έχουν φροντίσει να λύσουν το βιοτικό πρόβλημα, το δικό τους και των απογόνων τους.
Κινούνται όλοι οι υπερασπιστές του καπιταλισμού μ’ αυτή τη μυωπική θεωρία; Όχι. Ο καθηγητής του Χάρβαρντ Κ. Ρογκόφ και ο νομπελίστας Π. Κρούγκμαν, οπαδοί της αντίληψης που υποστηρίζει ότι πρέπει να μπουν όρια στις αγορές για να αντιστραφούν οι τάσεις που ενθαρρύνουν την αποθηρίωση του συστήματος, εγκαλούν τις κυβερνήσεις της Ευρώπης και των Η.Π.Α για την εμμονή τους στις λογικές της λιτότητας και προτείνουν πληθωρισμό της τάξεως του 4% έως 6% επί πολλά χρόνια, προκειμένου να επιστρέψουν οι οικονομίες σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.
Οι υπεράνω υποψίας για μόλυνση από το μικρόβιο του μπολσεβικισμού «Νew York Times» στο κύριο άρθρο τους [αναδημοσιευμένο από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» 28-8-2011] επισημαίνουν πως «οι ηγέτες και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού φαίνονται αποφασισμένοι να περάσουν χειροπέδες στις δημοσιονομικές πολιτικές -τα βασικά εργαλεία που μπορούν να αυξήσουν τις θέσεις εργασίας, τη ζήτηση και την οικονομική ανάπτυξη- με τυφλή αφοσίωση στην άκαμπτη λιτότητα».
Από κοντά η νέα διοικήτρια του Δ.Ν.Τ Κριστίν Λαγκάρντ και ο πολύς Τζωρτζ Σόρος, οι οποίοι κάνουν έκκληση «για εξισορροπημένη μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους με βραχυπρόθεσμη στήριξη για ανάπτυξη και απασχόληση».
Δεν έγιναν όλοι αυτοί ξαφνικά επικίνδυνα αριστεροί. Απλώς διαθέτουν τον κοινό νου και είναι προνοητικοί. Για να μετατραπούν οι άνεργοι και όσοι κινούνται στα όρια της φτώχειας [μιλάμε για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων] σε καταναλωτές, πρέπει να έχουν εισοδήματα. Για να έχουν εισοδήματα, πρέπει να δουλεύουν με αξιοπρεπείς μισθούς. Από τη στιγμή που το πάνω χέρι στις σύγχρονες οικονομίες έχουν πάρει οι μερίδες του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, οι οποίες τζογάρουν τα χρήματα τους σε άυλα τοξικά «προϊόντα» για να αποκομίσουν γρήγορα τεράστια κέρδη, απαιτείται το κενό που αφήνουν στην παραγωγική διαδικασία να το καλύψουν τα κράτη με αύξηση των δημοσίων δαπανών, με επενδύσεις στις υποδομές, στην ενέργεια και στην πράσινη οικονομία, που θα φέρουν ανάπτυξη, αύξηση της απασχόλησης και της ζήτησης και, κατά συνέπεια, περισσότερα έσοδα σε βάθος χρόνου στα κρατικά ταμεία και θα συμβάλουν στη μερική αποκατάσταση των ζημιών που έχει υποστεί ο ιστός των δυτικών κοινωνιών.
Η διατήρηση της σημερινής κατάστασης, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η «συγκατοίκηση» στο πλαίσιο της ίδιας κοινωνίας του μειοψηφικού προκλητικού πλούτου από τη μία πλευρά και της πλειοψηφικής μαζικής ανέχειας από την άλλη, θα προκαλέσει κάποια μέρα [δεν είναι πολύ μακριά] πόλωση, τυφλές εκρήξεις και μετωπικές συγκρούσεις. Η βία που θα υποχρεωθούν τα κράτη να χρησιμοποιήσουν για να κάμψουν την επιθετικότητα των ανέργων, των φτωχών, των μη εντάξιμων και των πληβειακών στρωμάτων, θα δημιουργήσει εμφυλιοπολεμικές συνθήκες.
Αναρωτιέται κανείς: δε βλέπουν την απειλή για τα συμφέροντα τους όλοι αυτοί οι σπουδαιοφανείς διαχειριστές της οικονομίας και της πολιτικής; Τους έχει τυφλώσει τόσο πολύ η απληστία τους; Είναι τα ανακλαστικά τους ναρκωμένα λόγω της απουσίας αντίπαλου δέους; Δεν έχουν διδαχθεί τίποτα από την τύχη που είχαν στο παρελθόν οι ομογάλακτοί τους [γαλλική αριστοκρατία το 1789, τσαρισμός το 1917]; Ή μήπως είναι σίγουροι ότι δεν πρόκειται να ξεπηδήσουν από κάπου οι σύγχρονοι Ροβεσπιέροι, Λένιν και Τρότσκι; Μία φράση μπορεί να περιγράψει την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει : «άγνοια κινδύνου».

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΑΣ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ.

Του Τζούλιου Συνοδινού

Πριν από μισό αιώνα κάποιοι έπαιζαν ποδόσφαιρο απλά για την ευχαρίστησή τους. Αργότερα έπαιζαν για την τιμή της φανέλας και τη δόξα. Πριν από είκοσι χρόνια τα έδιναν όλα στο γήπεδο για τα οικονομικά ωφελήματα που ακολουθούσαν τη νίκη. Την τελευταία δεκαετία αγωνίζονται για τα χρήματα σε κάθε περίπτωση, ακόμα και στην ήττα. Απλά ο αγώνας είναι στημένος.
Παλαιότερα πετυχημένος πρόεδρος ομάδας ήταν αυτός που έκανε καλές μετεγγραφές. Αργότερα ήταν αυτός που μπορούσε να «επηρεάσει» ένα διαιτητή και να «προστατέψει» την ομάδα. Τα χρόνια του μεταμοντέρνου ποδοσφαίρου πετυχημένος πρόεδρος είναι αυτός που μπορεί να συμμετάσχει σε μια συμμορία και να στήσει αγώνες των αντιπάλων του, ακόμα κι εάν δεν αγωνίζεται η δική του ομάδα.
Την ίδια μετάλλαξη λίγο - πολύ έχουν υποστεί και οι φίλαθλοι. Στην αρχή ευχαριστιόντουσαν όλοι μαζί το θέαμα. Μετά είπαν να βγάλουν κανένα φραγκάκι καταθέτοντας ένα δελτίο ΠΡΟΠΟ. Μέχρι που έφτασαν στο σημείο να διαβάζουν μετά μανίας οπαδικές εφημερίδες και ειδικά στοιχηματικά ένθετα, ώστε να μαντέψουν ποιος θα είναι ο στημένος αγώνας που θα τους φέρει τα μεγάλα κέρδη.....
Δεν είναι υπερβολή, εάν υποστηρίξει κανείς ότι στο σημερινό ποδόσφαιρο αντικατοπτρίζονται όλες, μα κυριολεκτικά όλες, οι παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, η σαπίλα του πολιτικού και οικονομικού συστήματος, οι κυρίαρχες αντιλήψεις.
Έχουμε ένα ποδόσφαιρο ακραία εμπορευματοποιημένο, στο οποίο αναπτύσσονται σκληροί οικονομικοί ανταγωνισμοί. Είναι ελεγχόμενο από συμφέροντα που έχουν επίγνωση του ειδικού τους βάρους στην κοινωνικοπολιτική ζωή και το χρησιμοποιούν κατά κόρον, όχι μόνο ως οικονομικό εργαλείο, αλλά και σαν μοχλό...πολιτικής παρέμβασης και εδραίωσης της κυριαρχίας τους.
Αυτή η λειτουργία δεν είναι σημερινή, δεν έχει εδραιωθεί μέσα σε μια μέρα. Η παράδοση του ποδοσφαίρου σε εγκληματικά κυκλώματα, η ασυδοσία των ΠΑΕ απέναντι στον νόμο, η διαφθορά και η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος και ο παράνομος τζόγος, η επιλεκτική εφαρμογή κανονισμών, η συγκάλυψη παρανομιών, η ατιμωρησία είναι αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών δεκαετιών στον αθλητισμό. Είναι αποτέλεσμα των ιδιότυπων σχέσεων του δικομματισμού με τους παράγοντες των ισχυρότερων ΠΑΕ.
Χρειάστηκε η συνδρομή του πολιτικού συστήματος, χρειάστηκε να βάλλουν πολλές φορές το χεράκι τους οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Πριν φτάσουμε εδώ είδαμε να χαρίζεται το στάδιο Καραϊσκάκη στον Κόκκαλη. Είδαμε τις συνιδιοκτησίες των Βαρδινογιάννηδων με τον ΟΦΗ. Να κάνουν τα στραβά μάτια στον Μπατατούδη του ΠΑΟΚ. Να ανέχονται τις αλχημείες στον Νέο Πανιώνιο του «φίλαθλου» Μπέου. Να χάνει το δρόμο του ο δικηγόρος του Δημοσίου στην υπόθεση του άρθρου 44 της ΑΕΚ. Να παγώνουν χρέη του ΠΑΟΚ. Είδαμε απίθανες συγχωνεύσεις: Βόλος με Κασσάνδρα, Εθνικός με Μάνη, Αιγάλεω με Ηλυσιακό. Είδαμε τον Ψωμιάδη να κατακλέβει την ΑΕΚ και να έχει ασυλία. Βλέπουμε ακόμα τις κατ’ ανάθεση συμβάσεις στην Intralot του Κόκκαλη.
Όλα αυτά τα περιστατικά φέρουν στην ούγια τα ονοματεπώνυμα όλων των υπουργών. Γιατί να τα κρύψουμε; Βενιζέλος, Λιάνης, Φούρας, Ορφανός, Ιωαννίδης, κάποτε ο ίδιος ο Καραμανλής και άλλοι.
Η πολιτεία είχε όλα τα μέσα να ελέγξει, να επιβάλει κανόνες με όργανα και νομικό οπλοστάσιο. Δεν το έκανε ποτέ, αναμασώντας την καραμέλα του περιβόητου «αυτοδιοίκητου» του ποδοσφαίρου, μια ανακάλυψη που λειτούργησε ως μηχανισμός συγκάλυψης παρανομιών και ευρύχωρης ανάπτυξης τζογαδόρικων κυκλωμάτων.
Τι άλλαξε φέτος; Αίφνης έχουμε παρθενογένεση; Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου, ηγήτωρ της κάθαρσης, μετά τη Siemens, το Βατοπέδι, τα υποβρύχια, βάζει χέρι και στο ποδόσφαιρο;
Αυτό που εξελίσσεται ως επιχείρηση κάθαρσης στο ποδόσφαιρο δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μάχη για τη διαχείριση των τεράστιων εσόδων από την απελευθέρωση του στοιχήματος. Ξεκίνησε σαν επικοινωνιακό τρυκ κατευνασμού της κοινωνίας λίγο πριν και μετά την ψήφιση των Μνημονίων και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος.
Εν συνεχεία και μόνο μετά την παρέμβαση της UEFA, που θέλησε να διασφαλίσει το δικό της προϊόν, υποχρεώθηκε να πάρει τη μορφή συγκεκριμένων ποινών με τον υποβιβασμό του Βόλου και της Καβάλας στη Β' Εθνική και τον εξοστρακισμό των Μπέου-Ψωμιάδη. Συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση του ποδοσφαιρικού κυκλώματος που ανέτρεψε τις ποινές στα δικά του θεσμικά όργανα. Εξελίχθηκε σε μια μάχη ισχύος, που κατέληξε στην άρνηση της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού να αδειοδοτήσει τις δυο ομάδες και τους ιδιοκτήτες τους, ενώ την περσινή χρονιά δεν είχε κανένα πρόβλημα να το πράξει. Η ΕΕΑ, είπε ο υφυπουργός Πολιτισμού Νικητιάδης, «τώρα λειτούργησε με ανεξαρτησία»…
Και συνεχίζεται με στόχο η «φασαρία» να αρχίσει και να τελειώσει στους αναιδείς Μπέο και Ψωμιάδη, στον Βόλο και την Καβάλα, χωρίς να φτάσει στον Μαρινάκη, τον Πατέρα και όλους τους μεγαλοσχήμονες ιδιοκτήτες των κυρίαρχων ΠΑΕ ή όποιους άλλους τσίμπησε ο περιβόητος κοριός της ΕΥΠ. Λέει με σαφήνεια ο Γερουλάνος: «Δεν έχει σημασία για μας εάν πρόκειται για μικρή ή μεγάλη ομάδα. Όμως και από την UEFA προκύπτει πως συνήθως αυτά γίνονται από τις μικρές ομάδες. Εκεί ανάβουν τα “κόκκινα λαμπάκια”».
Εξ ου και η πρεμούρα τους να αρχίσει το πρωτάθλημα χωρίς να έχουν λυθεί οι δικαστικές εκκρεμότητες, χωρίς καν να γνωρίζουν ποιες ομάδες θα συμπληρώσουν τη λίστα. Δυο είναι οι επιλογές: ή ξεκινάς τους αγώνες αποκλείοντας την πιθανότητα, με απειλή ποινικών και οικονομικών ρητρών κ.λπ., να τιμωρήσεις άλλες ομάδες, επομένως κάθαρση τέλος, ή προχωράς την έρευνα στα μεγάλα ψάρια κι αφού καθαρίσεις το τοπίο αρχίζεις τα πρωταθλήματα. Και πάλι ο υπουργός έδωσε το μήνυμα: Η αναβολή του πρωταθλήματος «θα δημιουργούσε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες για το ποδόσφαιρο για πολλά χρόνια ακόμα...»
Για να είμαστε σαφείς. Το στήσιμο αγώνων είναι ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα του αθλητικού δικαίου. Σύμφωνα με τους νόμους η τιμωρία είναι αναπόφευκτη για τις ομάδες: υποβιβασμός. Δεν προβλέπεται τίποτε άλλο. Και οι φίλαθλοι καλό είναι να μην αντιδρούν εκ των υστέρων, αλλά από πριν, όταν οι ομάδες τους γίνονται έρμαιο των κερδοσκόπων.
Η κατάσταση όμως στο ελληνικό ποδόσφαιρο δεν θα αλλάξει χωρίς να θιγεί ούτε μια σπιθαμή από το σαθρό σύστημα του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και την οικονομική του βάση. Να επεκταθεί η έρευνα για τα στημένα στα πιο ηχηρά ονόματα της ποδοσφαιρικής πολιτικο-οικονομικής πιάτσας, χωρίς εκπτώσεις, στις σχέσεις των ιδιοκτητών των μεγάλων ΠΑΕ με τις εταιρείες στοιχηματισμού και τους μάνατζερ.
Εάν η διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης προς τις ΠΑΕ δεν είναι μόνιμη και όχι υπό αίρεση. Εάν δεν αφαιρεθούν όλοι οι αγώνες, όλων των ελληνικών αθλημάτων από το στοίχημα. Εάν δεν ξεκαθαρίσει το τοπίο με το ΟΠΑΠ και δεν επανέλθει ο οργανισμός σε πλήρη δημόσιο - κοινωνικό έλεγχο.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι αναγκαίος ο πλήρης οικονομικός και οργανωτικός διαχωρισμός του ερασιτεχνικού από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Η ουσιαστική ενίσχυση του πρώτου παράλληλα με μέτρα εκδημοκρατισμού. Η δημιουργία Ανεξάρτητης Αρχής Διαιτησίας. Μέτρα για να σταματήσει η ασυδοσία των μάνατζερ. Η δημιουργία μιας μόνιμης Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου για τη διαφάνεια, την εξυγίανση του ποδοσφαίρου και την τήρηση της νομοθεσίας.
Χρειάζεται μια ριζικά διαφορετική πολιτική για τον αθλητισμό. Χρειάζονται και κοινωνικές αντιστάσεις, ένα κίνημα αγανακτισμένων φιλάθλων, όσο παράξενο κι αν ακούγεται αυτό, που να αποτελέσει τον καθοριστικό παράγοντα της κάθαρσης και όχι θεατή των εξελίξεων.
Και στον αθλητισμό, ίσως πρώτα απ’ όλα στον αθλητισμό, για να λειτουργεί χρειάζεται η ύπαρξη κανόνων και η εφαρμογή του αθλητικού δικαίου και επιβολή κατασταλτικών ποινών. Αρκεί να γίνεται προς κάθε κατεύθυνση, χωρίς εκπτώσεις στους μεγάλους και να μην αρχίζει και τελειώνει στους πιο αδύναμους

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

ΑΕΙ ΣΙΧΤΙΡ ΠΙΑ ΜΕ ΤΑ ΛΕΦΤΑ...

Του  Άρη Δαβαράκη

Μα πού θα πάει πια αυτό το πρόβλημα με τα λεφτά παγκοσμίως; Έτσι θα ζήσουμε από δω και μπρός, με τις Standard & Poor΄s και τις Moody’s, τα triple A’s και όλους αυτούς τους οικονομικούς όρους που παπαγαλίζουμε όλοι οι άσχετοι, σχεδόν δυο χρόνια τώρα; Ζαλίστηκα, κουράστηκα, βαρέθηκα. Όλα για τα λεφτά τα κάνουμε και όλο για λεφτά μιλάμε. Γι’ αυτό ήρθαμε σ’ αυτόν πλανήτη, επιβάτες του τόσο τρυφερού αλλά και αρτιότατα εξοπλισμένου αυτού διαστημοπλοίου (για την μήτρα της μάνας μας λέω βεβαίως) που με τόσους κόπους μας ανάστησε και μας έκανε ανθρώπους; Για να μαζεύουμε μπικικίνια και να γινόμαστε δυστυχισμένοι χωρίς αυτά, δυστυχισμένοι γι’ αυτά, δυστυχισμένοι γιατί δεν έχουμε όσα ο γείτονάς μας –ή αυτός ο διάσημος στο περιοδικό lifestyle (ή το αντίστοιχο blog στο διαδίκτυο); Τόσο μεγάλη υπόθεση είναι τελοσπάντων αυτά τα «λεφτά»;
Δεν ζω σε άλλον πλανήτη, μην μπερδευτείτε. Εδώ ζω και εγώ και τραβάω το κουπί που τραβάμε όλοι μας για να επιζήσουμε. ΟΚ. Δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτό. Μ’ αρέσουνε και μένα πράγματα που έχουν ένα κόστος, δεν είμαι του αντίσκηνου στην πλατεία Συντάγματος ούτε στον Λευκό Πύργο. Ένα ωραίο δωματιάκι, όσο πιο ωραίο γίνεται, με θέα στον Βόσπορο, τον Σηκουάνα ή και το πάρκο (ας είναι και από το «Plaza» ή από το «Pierre» δεν θα στεναχωρηθώ επ’ αυτού!) πολύ μου αρέσει –και ξέρω ότι κοστίζει ακριβά και για να το έχω χρειάζονται χρήματα που δεν τα έχω. Αν μπορώ όμως, αν με «παίρνει» και ζοριστώ όσο πρέπει, αν παράγω το αντίτιμο αυτής της μικρής απόλαυσης, πολύ θα το χαρώ ένα ωραίο ταξίδι. Δεν θα μου βγει όμως η ψυχή κατεστραμμένη σαν πατσαβούρα για να απολαύσω αυτές τις «φυτεμένες» στον εγκέφαλό μου πολυτέλειες. Ούτε γι’ αστείο. Ένα μακροβούτι στον Σαρωνικό, εγώ προσωπικά, δεν το κοστολογώ «φθηνότερα» -μου είναι ασύγκριτα πιο πολύτιμο. Αλλά ναι, να δουλέψουμε λοιπόν, ναι, να καλλιεργήσουμε όσο μπορούμε τις ιδιαίτερες ικανότητες μας και την δημιουργικότητα με την οποία η φύση μας προίκισε, να εκμεταλλευτούμε «δια πάν έργον αγαθόν» τις ευκαιρίες που μας δίνονται, βεβαίως ναι, ναι, και πάλι ναι. Να κάνουμε ο καθένας τη δουλειά του (ή τις δουλειές του, αν είμαστε πολυτεχνίτες) για να μπορούμε να ζούμε «καλά» και όπως θέλουμε –βεβαίως! Αλλά τι θα πει στην ουσία «ζω όπως θέλω»; Θα πει ζω με τον τρόπο που με κάνει πιο ευτυχισμένο, πιο πλήρη, τον τρόπο που με βοηθάει να εμπλουτίσω την προσωπικότητά μου με περισσότερες γνώσεις, περισσότερη κατανόηση για τον διπλανό μου και τον βαθύτερο εαυτό μου, περισσότερες δυνατότητες να παράγω έργο χρήσιμο για εμένα τον ίδιον, αλλά και για τους άλλους. Και να σας διευκρινίσω ότι δεν είμαι αρχαίος Σπαρτιάτης, σύγχρονος «χαλασμένος» αστός από την Αλεξάνδρεια (της Αιγύπτου) είμαι. Μεγάλωσα με τις αρχές της καταναλωτικής δυτικής κοινωνίας και αυτό το savoir-faire διδάχτηκα: Να ζω καλά, να αγαπώ το αισθητικό και το (αντικειμενικά) πολύτιμο, απ’ το διαμάντι μέχρι την λογοτεχνία και από της γιαγιάς το παραμύθι μέχρι τα κακομαθημένα κορίτσια κι αγόρια με τα ωραία pull-over. Μ ’αρέσει αυτό που λέει ο Ανδρέας Εμπειρίκος στο «Η σήμερον ως αύριον και ως χθές» που εκδόθηκε από την «Άγρα» στην Αθήνα, το 1984: Aκου τον ήχο σπάζει πέτρες/Και πέφτουνε πεφτάστερα στους στίβους/Στα γήπεδα πηδούν οι μπάλες/Σαν μπάλες ρούγκμπι σαν πεπόνια/Κομψές κυρίες στις κερκίδες/Και κορασίδες με pull-over/Χειροκροτούν κι όλο φωνάζουνε/«Goal! Goal! στα δίχτυα των εχθρών/Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου». «Ηχώ» το τιτλοφορεί το ποίημα αυτό που τόσο με έχει επηρεάσει.
Και, βέβαια για να διαβάζεις Εμπειρίκο και να φοράς pull-over, να γράφεις αγγλικά τη λέξη γκολ (Goal!Goal!) χωρίς να φοβάσαι μη σε ματιάξουν τα επαναλαμβανόμενα θαυμαστικά, για να πηγαίνεις παρέα με κομψές κυρίες σε αγώνες «ρούγκμπι» και γενικά για να ξέρεις να απολαύσεις ένα ηλιοβασίλεμα ή μιαν αυγή, σίγουρα δεν διψάς, δεν πεινάς, δεν είσαι άστεγος, ούτε ρακένδυτος μετανάστης που δεν έχει πού την κεφαλήν κλίναι. Είσαι χορτασμένος, αστός ή της αγροτικής υπαίθρου γέννημα-θρέμμα, ή και της αριστοκρατίας ή της εργατικής τάξης που μετεξελίχτηκε και έγινε δύναμη και καθεστώς. Και ακόμα και με άδεια τσέπη την γεύση της πολυτέλειας την ξέρεις γιατί έχεις μάθει ότι μεγαλύτερη πολυτέλεια από μια ανοιχτή αγκαλιά, ένα φιλί, ένα χαμόγελο φαρδύ-πλατύ δεν μπορεί, δεν γίνεται να σου χαριστεί –όσο και να προσπαθήσεις. Έχεις παιδεία ανθρωπιστική και νοιάζεσαι για τα κοινά. Παρακολουθείς τις εξελίξεις. Τοποθετείσαι, εκφράζεσαι, ενίοτε ξιφουλκείς και κραυγάζεις για κάποια «δίκια» που τα θεωρείς αυτονόητα και κεκτημένα από τον Ζαν-Ζάκ Ρουσώ και το Κοινωνικό του Συμβόλαιο ήδη. Δεν κυκλοφορείς βρώμικος ή ξυπόλητος –άρα έχεις λεφτά για σαπούνι και παπούτσια, ωραίες πετσέτες και καθαρά σεντόνια.
Μέχρι εκεί όμως –μην παρανοήσουμε κιόλας. Να το παλέψουμε, να ισορροπήσει η ζυγαριά, να εξαπλωθεί η παιδεία, τα γράμματα, η πρόσβαση στην ηλεκτρονική ζωή και εργασία, οι κοινωνικές παροχές στους αδύναμους, να αγωνιστούμε, να δημιουργήσουμε, να βελτιώσουμε την απόδοσή μας –για να γίνουμε πιο ευτυχισμένοι όμως, όχι απλώς πιο πλούσιοι. Αν μπορούμε να βγάζουμε λεφτά να τα χρησιμοποιούμε, να τα χαιρόμαστε, να τα επενδύουμε στην έρευνα, την κάθε είδους έρευνα, εκείνη των πανεπιστημιακών εργαστηρίων που σώζει ζωές και προχωράει την ανθρωπότητα και την άλλη έρευνα, την εντός έρευνα, της ψυχής μας την μυστηριώδη έρευνα. Αν περισέψουνε και για καλά ξενοδοχεία, ταξίδια, ωραία αυτοκίνητα και, γενικά, για Gucci, Pucci, Fiorucci, ακόμα καλύτερα.
Αλλά δεν εξαρτάται απ’ αυτά η ευτυχία μας: Και σκοπός της ζωής (σας το θυμίζω γιατί το ξεχνάμε συνεχώς και δεν κάνει) είναι η ευτυχία. Μια συναισθηματική και νοητική πληρότητα δηλαδή που δεν είναι ίδια για όλους μας –και δεν μπορεί να εξαρτάται από κανέναν «Οίκο», όπως και αν τον λενε - Standard& Poor’s ή Moody’s. «Χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας», λέει ο Ελύτης –που τον συναντάμε πια καθημερινά μέσα στο μετρό της Αθήνας και όλο και πιο ευανάγνωστα γίνονται τα σωθικά του.
Πού θέλω να καταλήξω λοιπόν με όλο αυτό το σουρεαλιστικό παραλήρημα; Θέλω να δηλώσω ότι τους βαρέθηκα όλους αυτούς με τις αξιολογήσεις και τις υποβαθμίσεις και τα χοντρά μαφιόζικα παιχνίδια τους. Υπάρχει ζωή και αλλού ξέρετε κύριοι, δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα στα λογιστικά κέρδη και τις απώλειες.
Αυτό.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

ΠΕΡΙ ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑΣ.

Της Άννας Φραγκουδάκη

Με την οικονομική κρίση ξαναζωντάνεψε ισχυρός ο μύθος της μικρής και φτωχής Eλλάδας, της παραδοσιακής Ψωροκώσταινας. Βασική πηγή του συντηρητικού μύθου είναι ο παραδοσιακός άνθρωπος που φοβάται τις αλλαγές, αντιστέκεται στους νεωτερισμούς και χρησιμοποιεί την παράδοση σαν τροχοπέδη στην πρόοδο. Σε αυτόν προστέθηκαν με την οικονομική κρίση τα επιμέρους στενά συμφέροντα διάφορων κοινωνικών ομάδων που αρνούνται την όποια ευθύνη για την κατάστασή τους, αποδίδουν όλα τα λάθη στους άλλους και αδιαφορούν για το σύνολο.
Από τη δεκαετία του 1990 η χώρα βάδιζε προς την ευρωπαϊκή Eλλάδα των πολιτών, ισχυροποιήθηκε η οικονομία με το ευρώ, βελτιώθηκε η ποιότητα της ζωής με τη διάδοση των μορφωτικών αγαθών αλλά δεν εξασφαλίστηκε η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος, ούτε έγινε η κοινωνική πάλη για την ηθική ηγεσία σε όλα τα θεσμικά επίπεδα. Αυτό πληρώνουμε σήμερα με γιγάντιο πολιτικό κίνδυνο. Η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε αναπόφευκτες επιπτώσεις σε όλη την Ευρώπη και στην Ελλάδα κυριάρχησε σε ακραίο βαθμό η απουσία εμπιστοσύνης στο κράτος.
Παράλληλα η οικονομική κρίση ξαναζωντάνεψε την ξεπερασμένη και βαθιά αντιδραστική κεντροευρωπαϊκή ιδεολογία τής δήθεν ανωτερότητας της βόρειας βιομηχανικής ζώνης και των λαών της. Το στερεότυπο υποτιμάει ό,τι ανήκει στον Νότο και την Ανατολή. Αναβιώνει ξάφνου και συνδέεται με λελογισμένο δήθεν αλτρουισμό, έτσι τίθεται στην EE το ερώτημα αν αξίζει η Ελλάδα τη βοήθεια για να σωθεί, ενώ όλοι ξέρουν ότι το διακύβευμα είναι οι «νότιες» και «ανατολικές» χώρες, και τελικά η ίδια η Ενωση.
Δεν θα μας σώσει καμιά βοήθεια, αν δεν δείξουμε όλοι έγνοια για τα γενόμενα. H αδιαφορία για τη μοίρα της χώρας, συστατική του μύθου της Ψωροκώσταινας έχει στην ελληνική Ιστορία πολύ ισχυρό αντίλογο. Εχει βαθιές ρίζες στην ελληνική αντίσταση κατά του Nαζισμού, τους πολλούς αγώνες κατά των αυταρχικών καθεστώτων και δικτατοριών, όπου με μεγάλες θυσίες καλλιεργήθηκαν οι αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης, η προτεραιότητα του συλλογικού συμφέροντος, η ανάληψη ευθύνης για το παρόν και το μέλλον. Αξίες που δεν χάνονται. Τι έγιναν σήμερα;

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ.

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Η λέξη διάλογος κατέχει περίοπτη θέση στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Ολοι τον επιδιώκουν, όλοι τον επιθυμούν διακαώς, κανείς δεν τολμάει να γυρίσει την πλάτη στον διάλογο. Οπως και κανείς δεν τολμάει να πει πως είναι υπέρ της ρύπανσης του περιβάλλοντος, της αειφόρου ανάπτυξης ή της σκέτης ανάπτυξης. Η λέξη διάλογος είναι ένα από τα συλλογικά μας ταμπού. Και ως ταμπού κανείς δεν τολμάει να την αγγίξει.
Ο διάλογος είναι μια λέξη πλούσια με μακρά ιστορία και ως εκ τούτου έχει πολλές εκδοχές. Μία απ' αυτές είναι ο διάλογος με προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι τα δύο μέρη που προσέρχονται στον διάλογο έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσουν. Τον χειμώνα παρακολουθήσαμε τον πλούσιο διάλογο με τους φαρμακοποιούς και τους κατοίκους της Κερατέας. Τώρα παρακολουθούμε τον διάλογο με τους ιδιοκτήτες ταξί, στο ενδιάμεσο είχαμε ένα μονόπρακτο με τη ΓΕΝΟΠ. Περιμένουμε με ενδιαφέρον τον διάλογο με τους πανεπιστημιακούς.
Ο διάλογος με προϋποθέσεις είναι συνήθως πλούσιος σε θεατρικά επεισόδια. Πέφτουν σφαλιάρες, εκσφενδονίζονται καδρόνια, δακρυγόνα, χειροβομβίδες κρότου - λάμψης και λοιπά χημικά, κατεβαίνουν διακόπτες, αποκλείονται δρόμοι και πλατείες, σταθμοί διοδίων και αεροδρόμια. Πέφτουν και πέτρες γιατί, μιας και οι λέξεις είναι πέτρες, συνάγεται πως και οι πέτρες μπορούν να γίνουν λέξεις. Ενας διάλογος με πέτρες είναι διάλογος, αρκεί να υπάρχουν οι προϋποθέσεις.
Υπάρχουν και διάλογοι που χωρίς να πάψουν να είναι διάλογοι είναι παράλληλοι μονόλογοι. Τέτοιους μπορείς να παρακολουθήσεις στον καθεδρικό ναό της θρησκείας του διαλόγου που είναι το Κοινοβούλιο. Μπροστά σε μια έρημο από άδεια έδρανα, όπου εδώ και κει μπορείς να διακρίνεις κάποιον βαριεστημένο βουλευτή, αυτός που είναι στο βήμα μονολογεί διαβάζοντας τον ρόλο που του έχει ανατεθεί για τη διεξαγωγή του διαλόγου. Γι' αυτό και η κα Καϊλή δήλωσε τις προάλλες στα «ΝΕΑ» πως ονειρεύεται ένα Κοινοβούλιο που δεν έχει ανάγκη από ανθρώπους σαν κι αυτήν - δεν ξέρω αν αναφερόταν στον μονόλογο του βήματος ή στα άδεια έδρανα. Θα φανεί.
Υπάρχουν και διάλογοι μακρόσυρτοι που για να τους απολαύσεις πρέπει να έχεις γερά νεύρα, υπομονή και αειφόρο εγρήγορση. Αυτοί εντάσσονται σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση, που την υπηρετεί η σημερινή πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μερικές φορές κρατάνε περισσότερο από όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να ξεχνάς για ποιον λόγο κάνεις διάλογο ή ο λόγος να έχει εκλείψει οπότε αναγκάζεσαι να ξεκινήσεις από την αρχή. Κοστίζουν και κάτι παραπάνω σε αεροπορικά εισιτήρια, ξενοδοχεία, λογαριασμούς τηλεφώνου και διερμηνείς, αλλά παράγουν πολιτισμική υπεραξία. Οι αγορές που δεν κάνουν διάλογο μπορεί να μας τσακίζουν στα επιτόκια δανεισμού, όμως η Ευρώπη αποδεικνύει κάθε μέρα πως κρατάει ψηλά την αξία του διαλόγου.
Πόθεν το παράπονο της λέξης, λοιπόν; Να, μερικές φορές ξεχνάμε πως για να υπάρξει διάλογος, πρέπει να υπάρξει λόγος, πως ο λόγος, ει δυνατόν έναρθρος, είναι από αρχαιοτάτων χρόνων ένα από τα δύο συνθετικά της λέξης διά-λογος.