Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ, ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΘΕΙΣ.

Του Βαγγέλη Γεωργίου

Στη γενέτειρά μου τη Λαμία, τη δεκαετία του 1990, όταν τον έστησαν στην πλατεία Λαού ξεσηκώθηκε πολύς κόσμος. Δεν θέλανε ο «εγκληματίας» να περάσει μέσα στο χρόνο και μάλιστα πάνω στο άλογο έτσι ακριβώς όπως έκανε στα βουνά της Ρούμελης το ‘43. Ακόμα και ομάδα στο Facebook υπάρχει για την απομάκρυνση του αγάλματος του Βελουχιώτη.
Και καλά, ας υποθέσουμε ότι οι συντηρητικοί βασανίζονται από ένα σύμπλεγμα για το εν λόγω πρόσωπο αφού τους ταγματοτσολιάδες και τους τυχοδιώκτες τύπου Ζέρβα τους «τακτοποίησε» καλά. Αυτοί που φαίνεται ότι επίσης δεν έχουν αλλάξει καθόλου είναι οι κύριοι και οι κυρίες του Κομμουνιστικού Κόμματος: ανέβηκαν τη Κυριακή 9 Οκτώβρη για να αποκαταστήσουν τον Άρη Βελουχιώτη στην Ιστορία.
Μα έχουν περάσει 93 χρόνια από την ίδρυση του ΚΚΕ και ακόμα οι ηγέτες του είναι όπως ήταν. Ασυγχρόνιστοι και άτεγκτοι. Αποκατέστησαν τον Άρη Βελουχιώτη ως προς την ορθότητα της κρίσης του για τη Βάρκιζα αλλά χωρίς να ισχύει το ίδιο(αποκατάσταση) και για την κομματική του ιδιότητα εξαιτίας της απειθαρχίας του. Ουφ! Ρε «Θωμάδες Τζέφερσον» του Περισσού ο Βελουχιώτης σας είχε ανέκαθεν γραμμένους. Ακριβώς αυτή του η ανυπακοή ήταν ο λόγος που το ελληνικό αντάρτικο καθήλωσε 14 μεραρχίες του εχθρού. Όταν εσείς του στέλνατε κομισάριους και εν μέσω Κατοχής «τραγουδούσατε» για εργατικό κίνημα και ένα σωρό τέτοια άκυρα ο Καπετάν «Μιζέριας» σας έγραφε στα παλιά του άρβυλα και άνοιγε τις πόρτες του ΕΛΑΣ σε ένα σωρό πατριώτες ήταν δεν ήταν κομμουνιστές.
Πρόσφατα μίλησα με τον Μανόλη Γλέζο και μου είπε αυτό: «Το ΚΚΕ δεν αποκατέστησε τον Άρη Βελουχιώτη αλλά αυτό το ίδιο θέλησε να αποκαταστήσει τον εαυτό του απέναντι σε κείνον. Η Ιστορία αποκαθιστά τους ανθρώπους όχι τα κόμματα…»

Άρη Βελουχιώτη, έπειτα από 66 χρόνια, τώρα μπορείς να αναπαυτείς στα γουναράδικα, έχεις την άδεια του κόμματος.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΠΕΡΙΤΤΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΞΙΟΙ,

Του Νικόλα Σεβαστάκη *

 Τζιάκομο Πέρι
Αν ζούσε σήμερα ο Τουργκένιεφ, αυτός ο «δυτικός» Ρώσος και φίλος του Φλωμπέρ, δεν θα χρειαζόταν να γράψει το περίφημο Ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου. Πώς να γράψεις για τον περιττό άνθρωπο σε μια στιγμή όπου όλο και περισσότερο άνθρωποι φαίνεται να περισσεύουν; Πώς να μιλήσεις για τους περιττούς όταν αυτοί, ως λογιών ανεπιθύμητοι πλεονάζοντες, τείνουν να θεωρηθούν νεκροθάφτες της σωτηρίας των εθνικών οικονομιών και αποδιοπομπαίοι τράγοι στην πορεία «εξυγίανσης» των λιπόθυμων συστημάτων;
Η ελλειμματική ζωή οφείλεται, λοιπόν, στους πλεονάζοντες. Όπως η καταβύθιση του κόσμου της εργασίας χρεώνεται στους απαράσκευους και στους ανεπρόκοπους. Κοντολογίς, ο μηδενισμός οφείλεται στα μηδενικά και η ακρίβεια στους «τσαμπατζήδες»: αυτή η βαθιά πρωτόγονη «σκέψη» επιστρέφει από τους καιρούς του Χέρμπερτ Σπένσερ και τα εγχειρίδια των βικτωριανών αστών για τις επικίνδυνες τάξεις, αυτή η σκέψη-κάτεργο φαίνεται να εμπνέει για τα καλά τους συστημικούς λόγους του έτους 2011.
Πέρα όμως από τη γλαφυρή φιλολογία για τις θετικές πλευρές της κρίσης, αυτό που διαφαίνεται είναι πλέον μια ακραία πολιτισμική οπισθοχώρηση. Τα υποκείμενα πολίτες μετατρέπονται σε μονάδες μετακινούμενων φόβων και πληθυσμούς εφέδρων. Οι πραγματικά πλούσιοι έχουν κάνει απόσχιση από κάθε συμβόλαιο και η μεσαία τάξη, αυτό το αρχαίο φιλελεύθερο όνειρο, δεν μπορεί πια να στηρίξει τους μύθους που έπλασαν για αυτήν οι μεταπολεμικές κοινωνιολογίες της αφθονίας.
Η ωμότητα επιστρέφει. Χωρίς φυσικά να έχει φύγει πραγματικά ποτέ. Επιστρέφει ως κυνικός ωφελιμισμός και κοινωνικός δαρβινισμός. Το σέρβις των κουρασμένων μηχανών προϋποθέτει τη βίαιη ή κλιμακωτή έξωση όλων όσων δεν ανταποκρίνονται στις πολλαπλές δοκιμασίες αντοχής και στα αλλεπάλληλα τεστ αξιοπιστίας.
Τι μπορεί να αντιτάξει κανείς σε αυτή την κουλτούρα της κοινωνίας-επιχείρησης που δεν διαφέρει από την ηθική των μπράβων; Η ηθική αντίρρηση με σημείο αναφοράς την αξία της αλληλεγγύης μοιάζει με ιδεαλιστικό ευχολόγιο, με ανεδαφικό ανθρωπισμό που στρέφεται εναντίον των «νόμων της πραγματικότητας», των νόμων οι οποίοι διαχωρίζουν αυτούς που θα σωθούν από όσους θα μείνουν πίσω ή απλά θα σβήσουν από την κίνηση της Ιστορίας.
Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτού του τύπου τα προβλήματα είναι ψιλά γράμματα σε σχέση με την ανάγκη του πολιτικού σχεδίου. Δεν συμφωνώ καθόλου. Γιατί δίχως έναν διαφορετικό ορίζοντα πολιτισμού και το πιο ευφυές και ανατρεπτικό πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να κάμψει τα τρομοκρατικά αυτονόητα του σύγχρονου κοινωνικού δαρβινισμού. Αλλά αυτό ακριβώς νομίζω ότι είναι το ζητούμενο: να ομολογήσουμε ανοιχτά ότι μια πολιτική του πολιτισμού –για να δανειστώ την παλαιότερη έκφραση του Εντγκάρ Mορέν– δεν μπορεί παρά να είναι η άρνηση όλων των κοινωνικών και πολιτισμικών ρατσισμών. Και για να είμαστε σαφείς: η διαπόμπευση των μη παραγωγικών και η εν γένει «οικονομική αξιολόγηση» των ατομικών συμπεριφορών και των ανθρώπινων ποιοτήτων είναι το απεχθές πρόσωπο του σύγχρονου αντιανθρωπισμού, το νέο πρόσωπο του ρατσισμού.
Βρισκόμαστε ωστόσο πολύ μακριά από αυτή την τολμηρή παραδοχή και τις πολιτικές της συνεπαγωγές. Για αυτό το λόγο και η κριτική στα οικονομικά της νεοφιλελεύθερης λιτότητας φαντάζει λειψή και συχνά εύκολη στις αποφάνσεις της αφού μπορεί να την ασκεί και ένας Γιώργος Αυτιάς ή οι επιτελείς του Σαμαρά. Είναι ο μισός δρόμος αν δεν συνοδεύεται από ορισμένες, πολύ πιο ενοχλητικές για το κοινό αίσθημα και για μας τους ίδιους, αλήθειες. Αν, για παράδειγμα, δεν θέτει στο στόχαστρο τον ίδιον τον «ορθολογικό» μύθο της αξιοκρατίας και το τοτέμ του ανταγωνισμού, αν δεν αμφισβητεί τη ρητορική των ικανών και των αρίστων.
Ο αντιδημοκράτης Νίτσε στον καιρό του το είχε καταλάβει: ο σοσιαλισμός, έλεγε, είναι μια «αντι-φύση», συνιστά, με έναν τρόπο, τη συνηγορία των «αποτυχημένων». Το έλεγε για να κατακεραυνώσει τον αντίπαλο σήμερα όμως μπορούμε να δώσουμε ένα άλλο νόημα σε αυτή τη σκανδαλώδη συκοφαντία. Να πάρουμε πάνω μας τη ρετσινιά εξηγώντας σε όλους τους τόνους ότι η ισότητα και η ελευθερία προέχουν έναντι όλων των «ικανοτήτων» και των «προσόντων». Η αξιοπρέπεια των ανθρώπινων προσώπων είναι το ηθικοπολιτικό θεμέλιο μιας διαφορετικής ορθολογικότητας, ενός εγκάρδιου κοινωνικού Λόγου που καμιά σχέση δεν έχει φυσικά με την περιβόητη κοινή λογική των επιφυλλιδογράφων μας…

* Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

ΧΩΡΟΧΡΟΝΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ.

Tης Mαριαννας Tζιαντζη

«Δεν ξέρω τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, ξέρω όμως τι δεν θέλω να γίνω». Κάποιοι ανήσυχοι έφηβοι έκαναν κάποτε αυτήν τη σκέψη, σαν να διαβεβαίωναν τον εαυτό τους ότι δεν θα γίνονταν σαν τους γονείς τους, δεν θα συμβιβάζονταν όπως αυτοί, δεν θα τους ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά και η ρηχή κοινωνική επιτυχία. Σήμερα οι περισσότεροι νέοι ξέρουν ότι, και να ήθελαν, δεν θα μπορούσαν να ζήσουν σαν τους γονείς τους και σβήνουν τη λέξη «αποκατάσταση» από το λεξιλόγιό τους. Tο θέμα δεν είναι να συμβιβαστούν με τη ρουτίνα, να πιστέψουν ότι «μπορούν να αγγίξουν τα άστρα σκαρφαλωμένοι σε ένα ηλεκτρικό ψυγείο», αλλά να αποδεχτούν ότι σε όλη τους τη ζωή ή, τουλάχιστον, μέχρι να φτάσουν στο κατώφλι των γερατειών θα παραδέρνουν σε έναν ωκεανό αβεβαιότητας και ανασφάλειας.
Δεν ξέρουμε τι μας περιμένει αν χρεοκοπήσουμε στην αγκαλιά της Ευρωζώνης, όμως πολλές είναι οι σκοτεινές προβλέψεις για τη δίχως ευρώ επόμενη μέρα. Δεν ξέρουμε με ποια χώρα θα μοιάζει η Ελλάδα, όμως πολλοί ξέρουν με ποια «δεν» θέλουμε να μοιάζει. Επίσης, δεν ξέρουμε αν θα ξυπνήσουμε ένα πρωί εξακολουθώντας να ζούμε στον 21ο αιώνα ή θα έχουμε επιστρέψει βίαια σε μια ζόρικη δεκαετία του 20ού. Κάποτε ο κ. πρωθυπουργός οραματιζόταν ότι η Ελλάδα θα γίνει «Δανία του Νότου», όμως τώρα μας διαβεβαιώνει ότι δεν θα γίνουμε Ινδία της Μεσογείου, τουλάχιστον ως προς την ύπαρξη κανόνων εργασίας. Αλλοι ξορκίζουν το φάντασμα της Αργεντινής του 2000, ενώ μερικοί υποστηρίζουν ότι κινδυνεύουμε να γίνουμε μια Αλβανία της εποχής του Εμβέρ Χότζα χωρίς τον Χότζα. Kάποιοι μιλούν για μισθούς Βουλγαρίας, άλλοι για «κινεζοποίηση» ή «πακιστανοποίηση» των εργαζομένων. Τουλάχιστον να μην αλλάξουμε ήπειρο, να μη γίνουμε σχιστομάτηδες.
Ως προς τη φτώχεια, θα επιστρέψουμε στο ’50, προβλέπουν αρκετοί, η πληθυσμιακή μετακίνηση θα αλλάξει κατεύθυνση, καθώς θα γίνουμε χώρα εξαγωγής και όχι υποδοχής μεταναστών, ενώ έχει υποστηριχθεί ότι θα εκσφενδονιστούμε στη δεκαετία του ’30, αλλά σε μεταμοντέρνα έκδοση.
Από το «σε ποιο κόσμο, μπαμπά, μ’ έχεις φέρει να ζήσω», φτάνουμε στο «σε ποια χώρα, σε ποιον αιώνα, σε ποια δεκαετία, μπαμπά, θα με στείλεις να ζήσω;». Παράξενα και διόλου γλυκά διαστέλλονται, μπερδεύονται ο χώρος και ο χρόνος στις μέρες μας, ενώ η συνήθης επωδός είναι «και πού είσαι ακόμα» ή «τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμα».
Αραγε, θα τραγουδήσουμε ξανά «το ψωμί της ξενιτειάς είναι πικρό» και της πατρίδας πικρότερο; Θα γνωρίσουμε ξανά το μουρουνόλαδο και τη θρεψίνη; Θα στερηθούμε τα κινητά μας τηλέφωνα και θα θυμηθούμε το «ένα λεπτό, περιπτερά»; Το κακό δεν είναι ότι απλώς θα επιστρέψουμε στο παρελθόν, αλλά ότι θα επιστρέψουμε κουβαλώντας τα βάρη, τα τραύματα και τους φόβους του παρόντος. Δεν θα είναι μια νέα αρχή, μια βουτιά στην καθαρή θάλασσα, μια ανάσα στον καθαρό αέρα, μια γεύση από κρασί και φρούτα χωρίς χημικά, αλλά ένα παρατεταμένο τέλος. Και πώς θα ζήσουμε όταν μας τελειώσουν οι εσωτερικοί εχθροί, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι φαρμακοποιοί, οι ταξιτζήδες; Ποιους θα έχουμε να σιχτιρίζουμε για το χάλι μας;
Κάποτε ονειρευόμαστε καλύτερες μέρες, έναν καλύτερο κόσμο – και όχι μόνο για τον εαυτό μας. Τώρα δεν μπορούμε καν να διαλέξουμε ανάμεσα στις διάφορες παραλλαγές του χειρότερου, ενώ δεν έχουμε καμία εμπιστοσύνη στους πολιτικούς ποιμένες μας, που δεν μπορούν να μας προσφέρουν ελπίδα και προοπτική. Ερχονται χωροχρονικές αναταράξεις, μας προειδοποιούν, όμως και μες στον ίλιγγο των αλλαγών έχουμε ανάγκη τη δημοκρατία, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, που δεν μας τις χαρίζει καμία τρόικα και καμία κυβέρνηση.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

ΛΑΟΣ ΣΕ ΕΦΕΔΡΕΙΑ.

Του Ευστράτιου Παπάνη *

Είναι πια βέβαιο ότι η χώρα μας τελεί σε κατάσταση υποδούλωσης και κατοχής. Μια συμμορία αργυραμοιβών της τιμής και της ιστορίας, δοσίλογοι των καιρών και φερέφωνα του δυνάμεων, που αντιστρατεύονται την Πατρίδα, έχουν στήσει αγχόνες σε πλατείες και δρόμους, για να εξοντώσουν τις απαντοχές του Λαού, να εξαντλήσουν την καρτερία του και να εξυφάνουν την υποταγή του.
Ο τρόπος με τον οποίο, χωρίς αιδώ, επέλεξαν να καταρρακώσουν την αξιοπρέπεια των Ελλήνων, καταδεικνύει ότι οι προθέσεις τους ξεπερνούν την οικονομική κρίση και βάλλουν συντονισμένα και ανελέητα εναντίον του Έθνους.
Ανέντιμοι πολιτικοί, όλων των αποχρώσεων, συνεπικουρούμενοι από μπουλούκια ευκαιριακών παραγοντίσκων και τεχνοκρατών καταλήστευσαν τεχνηέντως την ικμάδα του πιο περήφανου λαού, αφού πρώτα νάρκωσαν την πνευματική του ενάργεια και κρίση. Εξαπάτησαν και καπηλεύτηκαν το μόχθο, εκπόρνευσαν την προσδοκία και συναίνεσαν στην απαλλοτρίωση των ιδανικών της φυλής.
Υπό το προσωπείο μιας φαύλης δημοκρατίας καταπόντισαν αξίες, ποδηγέτησαν αφελείς ψηφοφόρους, υπουργοποίησαν ημιμαθείς, συνεργάστηκαν με αργυρώνητους προαγωγούς, αδρανοποίησαν τους μηχανισμούς αντίδρασης, εξαγόρασαν συνδικαλιστές, έθρεψαν εργατοπατέρες, λεηλάτησαν την αισθητική, παραχάραξαν ιστορικά ντοκουμέντα, ανέδειξαν ως ήρωες ανδρείκελα των περιστάσεων και στράφηκαν εναντίον κάθε προμαχώνα του Ελληνισμού: Η Θρησκεία, η Γλώσσα, η Ιστορία, ο Πολιτισμός υπομένουν τον ορυμαγδό των ύβρεων και των ταπεινώσεων και έχουν ξεκληριστεί από τη δημόσια εκπαίδευση. Η χώρα παραδόθηκε αναίμακτα και αμαχητί στις ακόρεστες βουλήσεις των προστάτιδων ξένων δυνάμεων και το ΟΧΙ, που τόλμησε να εκστομίσει κάποτε ο δικτάτορας, δεν ειπώθηκε από τα χείλη των εκλεγμένων εκπροσώπων μας.
Όλους, όμως, αυτούς τους μισθοφόρους της ανομίας οι επόμενες γενιές θα οδηγήσουν στα κρεματόρια της ηθικής τάξεως και η Νέμεσις θα τους εξοβελίσει στα στυγνά τάρταρα της απαξίωσης και του κολασμού.
Η μυρσίνη η δοξαστική και η δικαιοσύνη δε λησμόνησαν τη χώρα μας. Ο δεσμώτης Λαός, όσο κι αν οι μαυραγορίτες των ιδανικών επιδιώκουν να μπει σε εφεδρεία, σύντομα θα αναστηθεί, θα ανανήψει και θα απαλλαγεί από το μίασμα.
Στα όστρακα έχουν χαραχτεί τα ονόματά τους και η μυστική Εκκλησία του Δήμου ήδη ψάλλει τους εξορκισμούς της αποφοράς τους.
Και όλοι οι κατάπτυστοι συνένοχοι, τα κοινωνικά παράσιτα και τα μολυσματικά εξαμβλώματα, που διανοήθηκαν να αψηφήσουν τους Έλληνες, που πλειοδότησαν στις ανίερες δημοπρασίες του Κράτους Πρόνοιας, που ευτέλισαν την Παιδεία, που ασέλγησαν στην Υγεία και παζάρεψαν την Ασφάλιση, θα λογοδοτήσουν στο εδώλιο, που προπαρασκευάζει το απόσπασμα της κάθαρσης.
Όποιος διακωμωδεί τη φτώχεια, επιχαίρει με την ανεργία και μετατρέπει σε αθύρματα τα όνειρα των νέων, όποιος καταληστεύει με αγνωμοσύνη τους ηλικιωμένους και χλευάζει τον πόνο του ασθενούς, πολύ γρήγορα θα ακούσει τους βλοσυρούς και αδέκαστους προπομπούς της Δίκης να απαγγέλουν αμείλικτα το βαρύ κατηγορητήριο.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Πηγή

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΠΥΡΕΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.

Tης Τασούλας Καραΐσκάκη


Δύο μεγάλα κύματα πανικού σαρώνουν τη χώρα. Το ένα έχει προκληθεί από τη διογκούμενη ανεργία, την αυξανόμενη ανέχεια, τις περικοπές, τις επερχόμενες απολύσεις, τις φοροεπιδρομές. Το άλλο, από τον συνεχή έξωθεν υποβιβασμό, τα σενάρια τρόμου για το μέλλον της χώρας που συνεχώς πληθαίνουν (ο ξένος Τύπος, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και διεθνείς ειδήμονες μοιάζουν να διαφωνούν μόνο ως προς τη χρονική στιγμή της ελληνικής χρεοκοπίας), τη βεβαιότητα, πλέον, ότι είναι χαμένη υπόθεση η υπεσχημένη διάσωση της Ελλάδας, ότι παρά τις θυσίες και τα δισεκατομμύρια που δαπανώνται στην απεγνωσμένη προσπάθεια εξόδου από την κρίση, μόλις οι εταίροι και δανειστές μας αποφασίσουν ότι τα χρηματοοικονομικά μας είναι σε τέτοια κατάσταση που δεν δικαιολογούν την καταβολή περαιτέρω δόσεων, η χώρα θα βουλιάξει στο χάος...
Μήπως η χώρα δεν βρίσκεται στον προθάμαλο του χάους; Καθώς η θηλιά της κρίσης ολοένα σφίγγει, προκαλώντας σπασμωδικές κινήσεις, διχογνωμίες, πατήματα πίσω και μπρος, το κράτος λειτουργεί μόνο από μικρή επιτάχυνση, με παρατεταμένες διακοπές και ορατή την καθολική συμφόρηση. Προδιαγεγραμμένες οι εντεινόμενες κινητοποιήσεις - οι στάσεις εργασίας, οι απεργίες, οι λευκές απεργίες, οι καταλήψεις υπηρεσιών από τους υπαλλήλους τους. Ο διαβρωμένος από την κακοδιοίκηση και τη γραφειοκρατία δεκαετιών παχυδερμικός μηχανισμός τρίζει, εδώ και μήνες, από τα αλλεπάλληλα ξεσπάσματα δυσαρέσκειας κατά των ληφθέντων ή επαπειλούμενων μέτρων. Και η αναβλητικότητα και δυσκινησία εξελίσσεται σε εκτεταμένη παραλυσία. Αλλού οι υπάλληλοι νιώθουν με «δεμένα χέρια» και δεν προχωρούν κανένα ανειλημμένο έργο, αλλού είναι λίγοι και δεν καταφέρνουν να βγάλουν τη δουλειά και έτσι «σηκώνουν τα χέρια ψηλά», ενώ όλο και πιο συχνά τα γραφεία μοιάζουν με καζάνι που βράζει, λόγω των άτυπων συνελεύσεων με εκρήξεις οργής και διαφορές επί της στρατηγικής.
Οι υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών κατέλαβαν το τμήμα Μισθοδοσίας του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι εργαζόμενοι στις εφορίες είναι από χθες σε 48ωρη απεργία, οι εργαζόμενοι στους δήμους συνεχίζουν τις καταλήψεις των αμαξοστασίων και των ΧΥΤΑ -μόνο στη Θεσσαλονίκη και κατά τόπους άρχισε η αποκομιδή-, ενώ δηλώνουν έτοιμοι να καταλάβουν τα γραφεία προσωπικού των δήμων ώστε να μην αποσταλεί στο υπουργείο Εσωτερικών κανένας κατάλογος με πλεονάζοντες, οι φορτηγατζήδες και οι ταξιτζήδες είναι με το όπλο παρά πόδα, το ίδιο και οι εργαζόμενοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Και όλα αυτά εν μέσω υψηλότονων εκκλήσεων για αυτοσυγκράτηση, λογική, θυσίες...
Μια αφθονία αντίθετων λογικών, στάσεων και μηνυμάτων που ενώνονται σε έναν κοινό πυρετό. Καθένας υφίσταται προσωπικά αυτήν την εκρηκτική ενότητα, νιώθει να σηκώνει ένα βάρος που είναι δικό του και μαζί όλων -ποιος μπορεί να απαλλαγεί από τις οδύνες χωρίς να αναιρέσει τον εαυτό του; Ολοι, οι οπαδοί των διαχωρισμών και οι υποστηρικτές της σύγκλισης, ελίσσονται, αλληλένδετοι, πάνω στη γραμμή μιας κοινής σπείρας που είναι ακόμη άγνωστο αν οδηγεί, εν τέλει, σε ύψος ή σε βάθος.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΠΤΩΣΕΩΝ.

Του Γιώργου Γραμματικάκη

Ένας-ένας πέφτει. Πέφτουν: Ο ένας μετά τον άλλο. Οι άλλοι, εμείς οι υπόλοιποι, παρακολουθούμε εκείνον που πέφτει, κι ευχόμαστε να μην φτάσει η πτώση σε μας.
Στην αρχή, τα περιστατικά ήταν μεμονωμένα. Όταν έπεφτε κάποιος, το γεγονός έμοιαζε να συμβαίνει αλλού, κάπου μακριά. Δεν μας αφορούσε. Με τον καιρό ωστόσο τα περιστατικά πλήθαιναν και επίσης πλησίαζαν. Η ανησυχία μεγάλωνε. Στην αρχή, προσπαθήσαμε να καταλάβομε τις αιτίες των πτώσεων, να κατατάξομε όσους πέφτουν σε κατηγορίες. Μια κατηγορία ονομάσθηκαν συμβασιούχοι, μια άλλη ιδιωτικοί υπάλληλοι, μια τρίτη απόμαχοι της ζωής. Ενώ όμως οι κατηγορίες διαρκώς πλήθαιναν, είχαμε ακόμα την ελπίδα ότι η επιδημία ήταν προσωρινή.
Δεν άργησε βέβαια, η πρωτόγνωρη αυτή επιδημία, να αποκτήσει ένα όνομα: Κρίση. Σύντομα μάλιστα την απλή αυτή λέξη συνόδευαν άλλες, όλο και πιό ακατανόητες. Μνημόνιο και ελλείμματα, μεσοπρόθεσμο και ύφεση, επιλεκτική χρεοκοπία. Όσοι ωστόσο ονομάτιζαν την επιδημία ή επέμεναν να την ονοματίζουν, δεν καταλάβαιναν ότι δεν είχε πια καμιά σημασία. Το κακό υπερέβαινε τις περιγραφές του. Δεν αφορούσε αριθμούς, αλλά κάτι βαθύτερο και άγνωστο, όπως η σκοτεινή ύλη, που λένε ότι κυριαρχεί στο Σύμπαν. Οι συγκεντρώσεις και οι καταγγελίες, οι διαδηλώσεις και τα συνθήματα, φαινόταν ανίσχυρες. Συχνά μάλιστα επιτάχυναν τις πτώσεις. Μπορεί βέβαια οι πτώσεις να ήταν πιά ομαδικές, η κάθε μιά όμως έκρυβε την δική της απόγνωση, το δικό της ξεχωριστό δράμα. Ο καθένας έπεφτε μόνος του.
Έτσι ζούσαμε: Με την ελπίδα διαρκώς να λιγοστεύει, με τις πτώσεις να πολλαπλασιάζονται. Καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες και νέοι, πολλοί νέοι άνθρωποι –έπεφταν. Επεφταν ακόμη θεσμοί και αξιοπρέπεια, η ισχύς των νόμων και το αίσθημα της αλληλεγγύης. Μόνον κάποιοι άνθρωποι μιας παράλληλης Ελλάδας, ξεχώριζαν στα εφιαλτικά αυτά χρόνια των πτώσεων, και εξακολουθούσαν να διδάσκουν με τις πράξεις και την έγνοιά τους για το καλό.
Εμείς, οι άλλοι, ατενίζαμε πια παθητικά τον ορίζοντα. Οι σχοινοτενείς αναλύσεις μας προκαλούσαν αποστροφή, τα επαναστατικά λόγια απώθηση, τις συνεχείς εξαγγελίες, ότι η επιδημία θα ανασχεθεί, δεν τις πιστεύαμε. Αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι οι κύριοι με τις γραβάτες και τα μανικετόκουμπα, ενώ μας βεβαίωναν για τις καλές τους προθέσεις, απαιτούσαν με εκδικητικότητα ολοένα και περισσότερες πτώσεις. Μας έμενε λοιπόν μόνον ο φόβος, που έφτανε συχνά στα όρια του πανικού: Οτι και εμείς, που είμαστε ήδη ασταθείς, θα πέσομε κάποια στιγμή, δεν θα υπάρχομε για πολύ όρθιοι. Τον πανικό αυτό μεγάλωναν οι τηλεοπτικές οθόνες, που υπήρχαν στα σπίτια, τα καταστήματα και τα σαλόνια των πλοίων. Εκεί, διάφοροι προφήτευαν στα μικρόφωνα με αυταρέσκεια και κραυγές, ενώ είχες την αίσθηση ότι χαίρονταν για το πλήθος η το αναπότρεπτο των πτώσεων.
Παρέμενε ωστόσο ένα φαινόμενο παράδοξο και ανεξήγητο. Μέσα σε αυτό το τοπίο το ζοφερό, των διαρκών πτώσεων, ένας αλλόκοττος θίασος κυκλοφορούσε αμέριμνος. Στο έργο που έπαιζε –κανείς δεν ήξερε αν ήταν κωμωδία η τραγωδία- αναγνωρίζαμε αποσπάσματα από άλλα έργα, του παρελθόντος. Τότε όμως οι ηθοποιοί τύχαιναν κάποιας υπολήψεως. Δεν ήταν μάλιστα σπάνιες οι φορές που οι θεατές –εμείς όλοι, δηλαδή– χειροκροτούσαμε αυτήν η την άλλη τους επιτυχία. Τώρα όμως πια, οι παραστάσεις ήταν κακές, τα σκηνικά φθαρμένα από τον χρόνο, το έργο παρωχημένο. Οι αποδοκιμασίες πλήθαιναν, μέχρι που έγιναν μια βουή οργισμένη. Ο κόσμος –εμείς όλοι- ζητούσε να φύγει αυτός ο θίασος από την σκηνή, η τουλάχιστον να συννενοηθούν μεταξύ τους. Εκείνοι ωστόσο –ο θίασος- δεν έμοιαζε να νοιάζεται. Ο κάθε ηθοποιός συνέχιζε την απαγγελία του, σαν ένα κασετόφωνο που είχε ξεχαστεί σε λειτουργία. Ο ηθοποιός μάλιστα που ατενίζοντας το κενό έπαιζε τον δεύτερο ρόλο, εποφθαλμιούσε εκείνον του πρωταγωνιστή, και διαρκώς κολάκευε το κοινό. Ωσπου οι ψίθυροι επιβεβαιώθηκαν: ότι τον θίασο αποτελούσε ο πολιτικός κόσμος, και ότι ενδιαφερόταν μόνον για τα εισιτήρια που έκοβε το έργο. Στο βάθος ωστόσο αυτού του θεάτρου σκιών, εμείς ζούσαμε πάντοτε με τον φόβο των πτώσεων, τον διαρκή και ανελέητο.
Ετσι ζούσαμε τότε: Με τον φόβο των πτώσεων. Όταν όλα αυτά πέρασαν, είμαστε βέβαιοι ότι είχαμε ζήσει μια παράκρουση, μια ομαδική παραφροσύνη. Το πως βέβαια πέρασαν όλα, είναι μια άλλη και απίστευτη ιστορία. Όπως από την ρωγμή ενός έρημου τόπου, ξεπηδούν φυτά και τα πρώτα λουλούδια. Έπρεπε πάντως να φύγει εκείνος ο θίασος, που μόνον την οργή προκαλούσε, και να σχηματισθεί ένας άλλος, από τις καλύτερες δυνάμεις που διέθετε η Τέχνη του θεάτρου και της ζωής. Έπρεπε επίσης να αγαπήσομε λίγο περισσότερο τον τόπο μας, που είχαμε μάθει να τον πληγώνομε ασυλλόγιστα• και να αισθανθούμε ευγνωμοσύνη για τον ήλιο και την ομορφιά που μας πρόσφερε. Το πιό δύσκολο όμως ήταν να ακούσομε κάποιους σοφούς, που χρόνια τώρα επέμεναν να λένε αλήθειες• ότι η πραγματική παιδεία είναι ένα ύψιστο και δύσκολο αγαθό, και δεν έχει να κάνει με «καταλήψεις»• ότι σε μια δημοκρατική πολιτεία, οι νόμοι, ακόμα και όταν είναι άδικοι, πρέπει να γίνονται σεβαστοί, αλλιώς ανοίγονται δρόμοι αυτοκαταστροφής• ότι όσα εκείνοι –οι σοφοί- ονόμαζαν αξίες, είναι απαραίτητες στην πορεία μιας χώρας, και έπρεπε να ανακαλυφθούν από την αρχή. Ευτυχώς, όλο αυτόν τον καιρό των διαρκών πτώσεων, δεν είχαμε παύσει -ούτε άλλωστε μπορούσε να μας εμποδίσει κανείς- να ονειρευόμαστε. Τα όνειρα όμως, λένε πάλι οι σοφοί, κρύβουν συχνά και τις προσδοκίες μας.



Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΜΕΛΛΟΝ» ΤΟΥ... 1914

Του Δημήτρη Τζιόβα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.


Τον τελευταίο καιρό κάποιοι ανατρέχουν στις προηγούμενες ελληνικές χρεοκοπίες ή εθνικές κρίσεις για να δουν διαφορές και αντιστοιχίες με την τωρινή κατάσταση της χώρας. Ανακαλείται, για παράδειγμα, η διπλωματική δεξιοτεχνία του Ιωάννη Γενναδίου (1844-1932), που διαπραγματεύτηκε αποτελεσματικά το 1878 τα συσσωρευμένα ελληνικά χρέη και αποκατέστησε την ελληνική πιστοληπτική ικανότητα. Αλλοι στρέφονται ιδιαίτερα στα χρόνια 1897-1914, περίοδο εθνικών ταπεινώσεων, πολέμων και αναδιπλώσεων, με την ελπίδα ότι η Ιστορία μπορεί να φωτίσει το παρόν καθώς τότε ζητήθηκε κάμποσες φορές η γνώμη πνευματικών ανθρώπων για τα εθνικά ιδεώδη και το μέλλον της φυλής. Το 1901, σε μια έρευνα του Περιοδικού μας του Γ. Βώκου για τα «ελληνικά ιδεώδη και για τη Μεγάλη Ιδέα», ο Παλαμάς απαντά ρητορικά ότι των εθνών τα ιδανικά «τα γεννάν και ταναθρέφουν και τα μεστώνουν και τα γιγαντεύουν οι εθνικοί ήρωες, του χεριού οι πολεμιστάδες και του νου».
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1914, το περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας, με αφορμή τους Βαλκανικούς πολέμους, ξεκινά μια «έρευνα για τις μελλοντικές κατευθύνσεις της φυλής». Σε αυτή την έρευνα, που κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό βιβλίο το 1919, απάντησαν 20 Ελληνες και ξένοι. Θα ήθελα να σταθώ εδώ στις εκ διαμέτρου αντίθετες απαντήσεις που έδωσαν ο Πέτρος Βλαστός και ο παππούς του σημερινού έλληνα πρωθυπουργού, η απάντηση του οποίου κυκλοφόρησε το 1914 αυτοτελώς και σε φυλλάδιο με τίτλο «Ελληνικόν Μέλλον».
Ο Βλαστός, ήταν οπαδός των φυλετικών θεωριών του Houston Stewart Chamberlain και αυτές εκφράζει στις ακόλουθες απόψεις του για το μέλλον της φυλής: «Ενα πράμα πρέπει να καταλάβουμε καθαρά. Ο σημερινός πολιτισμός της Εβρώπης είναι σκεδόν ολάκερος τεφτονικός. Βασίζεται στην Αγγλία, στην Ολλάντα, στη Γερμανία και στη Γαλλία - όχι την τωρινή Γαλλία μα κείνη που ξεψύχησε στα 1789. Τον πολιτισμό αφτό είμαστε αναγκασμένοι να τον έχουμε γύρω μας γιατί είναι κυρίαρχος. (...) Η δική μας ελπίδα σωτηρίας είναι πως έχουμε ακόμα αρκετές φυλές μέσα μας που δεν τις πείραξε βαθιά το λατινικό (ή ουροσημιτικό) φαρμάκι καθώς τους Ρουμελιώτες, τους Αρβανίτες, τους κάπως γνήσιους Ελληνες, Σλάβους ή άλλους Αριους. (...) Οι φυλές αφτές πολεμήσανε στο 21 - και όχι οι λογής λογής Γραικύλοι. Κι αν οι φυλές αφτές γίνουν η αποκλειστική βάση του ελληνισμού τότε θα φτιάσουμε δικό μας πολιτισμό που θα συγγενέβει όχι μόνο με τον τεφτονικό μα και με τον αρχαίο ελληνικό». Ο Βλαστός αναζητεί το ελληνικό μέλλον στον ρατσισμό και στο τευτονικό ιδεώδες.

Αντίθετα στη δική του απάντηση ο Γεώργιος Παπανδρέου κρατάει αποστάσεις και από τον ηρωολατρικό ιδεαλισμό του Παλαμά αλλά και τον φανατικό ρατσισμό του Βλαστού. Αξίζει, νομίζω, να παραθέσω επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα από το πώς βλέπει ο Γ. Παπανδρέου έναν σχεδόν αιώνα πριν το «ελληνικόν μέλλον»:
«Νομίζω λοιπόν ότι το Μέλλον δεν είναι αυθαίρετος δημιουργία των "Ηρώων" αλλά ιστορική αναγκαιότης αναπόφευκτος, η οποία κατά πολύ εγκυμονείται εις το Παρόν. (...) Η διάγνωσις όμως του Ελληνικού Μέλλοντος είναι ευχερεστέρα. Διά τα προηγμένα Ευρωπαϊκά Κράτη το Μέλλον είναι πράγματι Novum, ανάλογος κατάστασις δεν υπήρξεν έως τώρα ποτέ, θα είναι η άγνωστος σύνθεσις προς την οποίαν οδηγεί η αρνητική εποχή μας. Ημείς όμως έχομεν καθυστερήσει. Εχομεν εμπρός μας Κράτη περισσότερον εξειλιγμένα· ο δρόμος των θα είναι δρόμος μας. (...) Με το μειονέκτημα να είμεθα καθυστερήσαν Κράτος δευτέρας τάξεως, έχομεν κερδίσει τουλάχιστον το προνόμιον, να μη σκοτιζώμεθα - ως Κράτος - δια την λύσιν προβλημάτων, την οποίαν θα έχη ετοιμάσει η εξέλιξις των μεγάλων πολιτισμένων Κρατών. Επί του παρόντος μας ενδιαφέρει μόνον η γνώσις του δρόμου, τον οποίον ηκολούθησαν έως σήμερον τα Ευρωπαϊκά Κράτη, επειδή τον ίδιον δρόμον - με μερικάς παραλλαγάς - θα βαδίσωμεν και ημείς. Δια να μαντεύσωμεν όμως το τέμπο της ιδικής μας εξελίξεως, πρέπει να εξετάσωμεν τας ειδικάς Ελληνικάς συνθήκας. (...) Αφού λοιπόν έλειπον κοινωνικαί τάξεις με αντίθετα οικονομικά συμφέροντα, δεν ήτο δυνατόν να υπάρξουν και κόμματα διαφόρων «αρχών»· η οικονομική «ομοιομορφία» - εν συνδυασμώ και προς την έλλειψιν πολιτικής αγωγής και το αίσθημα της «προσωρινότητας» του Κράτους - ωδήγησεν αναγκαίως εις τα προσωπικά κόμματα, τα οποία επηγγέλλοντο τας ιδίας πολιτικάς αρχάς. Και τα προσωπικά αυτά κόμματα, επειδή έλειπε πολιτική πείρα και πολιτική αρετή - δια τους γνωστούς ιστορικούς λόγους - ενέδωσαν εις την Συναλλαγήν, διέφθειραν τας πολιτειακάς εξουσίας και τον Λαόν, εδημιούργησαν τον φαύλον κύκλον - ο οποίος χαρακτηρίζει τον περίφημον αιώνα των «Θεσμών» - της εξαρτήσεως της διοικήσεως και δικαιοσύνης από την Κυβέρνησιν, της Κυβερνήσεως από τους Βουλευτάς, των Βουλευτών από τον λαόν, και του λαού από τας ανηθίκους συνηθείας του».

Δεν ξέρω αν ο Πρωθυπουργός έχει διαβάσει τις απόψεις του παππού του για το πώς έβλεπε έναν αιώνα πριν το «ελληνικόν μέλλον», θα άξιζε όμως να τις δει καθώς σχεδιάζει να αλλάξει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα το μέλλον της χώρας, ενώ η κρίση καλλιεργεί την αίσθηση ότι η ελληνική μελλοντολογία και παρελθοντολογία συναιρούνται σε ένα εξακολουθητικά αδιόρθωτο παρόν.
 

ΠΕΡΙ ΙΝΔΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ.


Ως οι Ινδοί εις φυλάς, ούτω και οι Έλληνες διαιρούνται εις τρεις τοιαύτας:

Α. Εις συμπολιτευόμενους, ήτοι έχοντες κοχλιάριον βυθίζωσιν τούτο εις την χύτραν του προϋπολογισμού.

Β. Εις αντιπολιτευόμενους, ήτοι μη έχοντες κοχλιάριον ζητούν επί παντί τρόπω να λάβωσιν τοιούτον.

Γ. Εις εργαζομένους, ήτοι ούτε έχουν κοχλιάριον, ούτε ζητούν τοιούτον, αλλά είναι επιφορτισμένοι να γεμίζωσι την χύτραν δια του ιδρώτος των.

Εμμανουήλ Ροϊδης (1836- 1904)

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑΛΑΝΤΖΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΤΖΑΜΠΑ ΜΑΓΚΕΣ.

Του Αργύρη Κωστάκη

Ο σπουδαίος Ούγγρος κοινωνιολόγος Μαξ Νορντάου από τον 18ο αιώνα έλεγε ότι όποιος κερδίζει έναν τίτλο, χάνει μια αρετή. Αν είχαν ποτέ στη ζωή τους κάποια αρετή -όποια κι αν ήταν αυτή- οι υπουργοί της κυβέρνησης, αλλά και οι 154 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, σίγουρα την έχουν χάσει. Ισοπεδώθηκε η ψυχή τους και χάθηκε η ανθρωπιά τους με αυτά τα μέτρα που εμπνέονται και ψηφίζουν. Καταδικάζοντας ανθρώπους στη φτώχεια και το μαρτύριο της αγωνίας για το αύριο.
Προσπαθούν με αταβιστικό τρόπο να εισπράξουν φόρους από τους μισθωτούς -κυρίως του ιδιωτικού τομέα – και συνταξιούχους (ακόμη και αυτούς που παίρνουν 400 ευρώ). Φόρους που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να εισπράξουν από αυτούς που κλέβουν. Από τους πλούσιους. Από τους βολεμένους του συστήματος. Και έχουν το θράσος οι ίδιοι οι βουλευτές να βγαίνουν στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και με φαρισαϊσμό να λένε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι σχεδόν πεινάνε…
Σε αυτό τον μυκηθμό ψεμάτων, τερατογενών αποφάσεων, επικίνδυνων ερασιτεχνισμών, ανακριβειών και προχειρότητας δεν υπάρχει μία εναργής, μία κρυστάλλινη άποψη. Και κυριαρχούν τα γκρουπούσκουλα, οι γιαλατζί αντάρτες, οι επίδοξοι διάδοχοι του Γιώργου Παπανδρέου, οι τζάμπα μάγκες, που το πρωί «καταψηφίζουν» με δηλώσεις και το βράδυ υπερψηφίζουν τα νομοσχέδια – «τσεκούρι» για τις ελληνικές οικογένειες και όλοι όσοι γίνονται ένα σύμφυρμα με τη διαπλοκή για να διατηρήσουν τα προνομιά τους. Χωρίς τύψεις. Απορώ πώς μπορούν και κοιμούνται το βράδυ.
Ταυτοχρόνως, οι απλοί άνθρωποι συνθλίβονται στην καθημερινότητα και κόβουν συνεχώς για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Να μπορούν να πληρώσουν τους ληστρικούς φόρους.
Στην κατοχή -θυμάμαι μου έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου – λειτουργούσαν τα αισχροδικεία για τους μαυραγορίτες, τους οποίους κρεμούσαν στο Σύνταγμα. Γιατί αγόραζαν σπίτι δίνοντας για αντάλλαγμα έναν τενεκέ λάδι. Την ώρα που οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα και τους μάζευε η ειδική υπηρεσία με τα κάρα του δήμου.
Σήμερα οι Έλληνες κάνουν ουρές στα συσσίτια του δήμου και της εκκλησίας ή μαζεύουν από τις λαϊκές τα υπολείμματα.
Σήμερα γενικές συνελεύσεις πολυκατοικιών παίρνουν αποφάσεις να βάλουν λουκέτο στον καυστήρα θέρμανσης.
Σήμερα αυτοκτονούν από απόγνωση κάθε μέρα άνθρωποι και η είδηση περνά «στα ψιλά» των εφημερίδων.
Σήμερα πραγματικά ευχαριστώ κάθε βράδυ στην προσευχή μου τον Θεό που έχω δουλειά και παίρνω αυτά τα λίγα χρήματα για να ζω την οικογενειά μου.
Και, τελικά, δικαιώνεται η κοινωνιολογική παράμετρος ότι αν υπάρχει διέξοδος προς το καλύτερο, αυτό απαιτεί πρώτα μια πλήρη θέα του χειρότερου. Και αυτή βλέπουμε σήμερα.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ.

Του Θανάση Γιαλκέτση

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ το 1930, ο γάλλος φιλόσοφος και επιστημολόγος Μισέλ Σερ είναι από το 1990 μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.
Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα εισήγησης που έκανε ο Σερ την 1η Μαρτίου 2011 στο Ινστιτούτο της Γαλλίας, με θέμα τις νέες προκλήσεις της εκπαίδευσης.

Ποιος παρουσιάζεται σήμερα στο σχολείο, στο γυμνάσιο, στο λύκειο, στο πανεπιστήμιο; Αυτός ο νέος μαθητής, αυτός ο νέος φοιτητής δεν έχει ποτέ του δει μοσχάρι, αγελάδα, γουρούνι ούτε κλωσόπουλο. Το 1900, η πλειονότητα των ανθρώπων εργάζονταν στο όργωμα και στη βοσκή. Το 2011, η Γαλλία δεν έχει περισσότερους από 1% αγρότες. Ο μαθητής και ο φοιτητής που σας παρουσιάζω δεν ζουν πλέον συντροφιά με τα ζώα, δεν κατοικούν πλέον την ίδια Γη, δεν έχουν πλέον την ίδια σχέση με τον κόσμο. Χωρίς εμείς να το αντιληφθούμε και σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα (εκείνο που χωρίζει τις μέρες μας από τη δεκαετία του 1970), γεννήθηκε ένας νέος τύπος ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό το αγόρι ή αυτό το κορίτσι δεν έχει το ίδιο σώμα ούτε την ίδια προσδοκία ζωής με τους προγενέστερους, δεν επικοινωνεί με τους ίδιους τρόπους, δεν ζει στην ίδια φύση, ούτε κατοικεί στον ίδιο χώρο. Και, επειδή το μυαλό του είναι διαφορετικό από εκείνο των γονέων του, γνωρίζει διαφορετικά.
Αυτά τα παιδιά γράφουν με τρόπο διαφορετικό. Τα παρακολουθώ εντυπωσιασμένος καθώς στέλνουν sms με μια ταχύτητα που τα δικά μου γερασμένα δάχτυλα δεν θα μου επέτρεπαν ποτέ να φτάσω. Δεν μιλούν πλέον την ίδια γλώσσα. Η γλώσσα έχει αλλάξει, η εργασία έχει μετασχηματιστεί. Και να που αυτά τα παιδιά έγιναν άτομα. Στο παρελθόν και μέχρι πρόσφατα, ζούσαμε ανήκοντας κάπου: ήμασταν Γάλλοι, καθολικοί, εβραίοι, προτεστάντες, άθεοι, φτωχοί ή πλούσιοι, ανήκαμε σε μια περιοχή, σε μια θρησκεία, σε μια κουλτούρα, σε μιαν ομάδα, μια κοινότητα, μια διάλεκτο, μια πατρίδα. Οντότητες που μέσα από τα ταξίδια, τις εικόνες και το Διαδίκτυο έχουν σχεδόν όλες τους γίνει συντρίμμια. Εκείνες που ακόμα επιβιώνουν κατακερματίζονται.
Το άτομο δεν είναι πλέον ικανό να συμβιώνει σε ζευγάρι και χωρίζει. Μέσα στη σχολική τάξη δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, κινείται ή μιλάει. Οι μετασχηματισμοί που έχουν συντελεστεί και που συμβαίνουν πολύ σπάνια στην ιστορία δημιουργούν στην εποχή μας ένα μεγάλο ρήγμα, ένα ρήγμα που μπορεί να συγκριθεί με εκείνα που δημιουργήθηκαν στη νεολιθική εποχή, στις απαρχές της ελληνικής επιστήμης, στην έναρξη της χριστιανικής εποχής, στα τέλη του Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Στην κατώτερη άκρη αυτής της ρωγμής βρίσκονται οι νέοι, τους οποίους θέλουμε να εκπαιδεύσουμε με βάση σχήματα που ανάγονται σε μιαν εποχή στην οποία αυτοί δεν αναγνωρίζουν πλέον τους εαυτούς τους: κτίρια, αυλές, αίθουσες, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, εργαστήρια και οι ίδιες οι γνώσεις υποδηλώνουν ότι ανάγονται σε μιαν εποχή (και στη συνέχεια προσαρμόστηκαν σε μιαν άλλη), στην οποία οι άνθρωποι και ο κόσμος ήσαν αυτό που δεν είναι πλέον. Τι να μεταδώσουμε; Τη γνώση.
Στο παρελθόν και μέχρι πρόσφατα, η γνώση είχε εναποτεθεί στους σοφούς. Το σώμα του παιδαγωγού έμοιαζε να είναι μια ζωντανή βιβλιοθήκη. Επειτα σιγά σιγά η γνώση άρχισε να αντικειμενοποιείται, αρχικά με τους κυλίνδρους περγαμηνής ή χαρτιού, κατόπιν με τα βιβλία και τέλος σήμερα με το Διαδίκτυο. Η ιστορική εξέλιξη του ζεύγους μέσο-μήνυμα αντιπροσωπεύει μια καλή μεταβλητή της λειτουργίας της διδασκαλίας. Επαναλαμβάνω: τι να μεταδώσουμε; τη γνώση; Να την παντού στο διαδίκτυο, διαθέσιμη, αντικειμενοποιημένη. Να τη μεταδώσουμε σε όλους; Σήμερα κάθε γνώση είναι ήδη προσιτή στον καθένα. Πώς να τη μεταδώσουμε; Αμ' έπος, άμ' έργον. Μέσω της πρόσβασης στα πρόσωπα και της δυνατότητας πρόσβασης σε κάθε τόπο, η γνώση είναι ήδη διαθέσιμη σε όλους. Από ορισμένες απόψεις έχει ήδη μεταδοθεί παντού και πάντοτε. Αντικειμενοποιημένη αλλά κυρίως διαδεδομένη και όχι συγκεντροποιημένη.
Αισθανόμαστε την επείγουσα ανάγκη αυτού του ριζικού μετασχηματισμού της διδασκαλίας, παρ' όλο που απέχουμε ακόμα πολύ από αυτόν. Εδώ και μερικές δεκαετίες ζούμε μιαν εποχή που θα μπορούσαμε να τη συγκρίνουμε με εκείνη των απαρχών της ελληνικής παιδείας, τότε που οι Ελληνες έμαθαν να γράφουν. Μιαν εποχή παρόμοια με την Αναγέννηση, κατά την οποία γεννήθηκε η τυπογραφία και διαδόθηκαν τα βιβλία. Μιαν εποχή επομένως που δεν έχει προηγούμενο, επειδή, ενώ οι τεχνικές μετασχηματίζονται, ακόμα και το σώμα μεταμορφώνεται και η γέννηση και ο θάνατος, η αρρώστια και η θεραπεία, τα επαγγέλματα, ο χώρος, το περιβάλλον και το «είναι στον κόσμο» αλλάζουν. Μπροστά σε παρόμοιους μετασχηματισμούς, θα χρειαζόταν αναμφίβολα να επινοήσουμε εξαιρετικές καινοτομίες, πέρα από τα απαρχαιωμένα σχήματα που ακόμα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά μας, πέρα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και από τα σχέδιά μας, που εμπνέονται από την κοινωνία του θεάματος.
Βλέπω τους θεσμούς μας να εκπέμπουν ένα φως που μπορεί να συγκριθεί με εκείνο των αστερισμών, που οι αστρονόμοι μας λένε ότι έχουν σβήσει εδώ και πολύν καιρό. Γιατί αυτές οι καινοτομίες δεν έχουν ακόμα γίνει πράξη; Φοβάμαι ότι η ευθύνη βαραίνει τους φιλοσόφους, στους οποίους ανήκω και των οποίων το καθήκον έπρεπε να είναι το να προβλέπουν τις μεταβολές της γνώσης και της πρακτικής και που μου φαίνεται ότι έχουν αποτύχει (...).