Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ Ή ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
Βαδίζουμε πάντα σε διαρκές μεταίχμιο. Ελπίζοντας ότι η πτώση θα ανακοπεί επιτέλους, ότι ο τζίρος του τουρισμού θα είναι ανεβασμένος και θα βελτιώσει το κλίμα και τη ρευστότητα, ότι οι ξένοι επενδυτές θα πεισθούν για το καλό σενάριο της Ελλάδας και θα το αγοράσουν. Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις του ΔΝΤ για τις εσκεμμένα μοιραίες αποφάσεις κατά τη συγκρότηση του προγράμματος διάσωσης κλονίζουν την, έστω βεβιασμένη, αισιοδοξία· ξαναβάζουν στη συζήτηση την υποτιμημένη παράμετρο της πολιτικής βούλησης και του συσχετισμού δυνάμεων. Και επιπλέον σύννεφα: νέοι φόροι ακινήτων, χρηματοδοτικό κενό το 2015-16, ενδεχόμενο νέο δάνειο και νέες περικοπές, συνέχιση του φαύλου κύκλου δανεισμού και ύφεσης. Και εν τω μεταξύ: Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από την αυξανόμενη αστάθεια της μεγάλης γείτονος Τουρκίας, σε μια Μεσόγειο ήδη φλεγόμενη;
Μπορούμε να βρούμε πολλές πηγές ανησυχίας. Η ουσία, όμως, είναι πώς αντιδρούμε· μάλλον, πώς δρούμε, πώς απαγκιστρωνόμαστε από την αδράνεια και το παραλυτικό σοκ και πώς προχωρούμε επιτέλους μπροστά, με λάθη και πειράματα, με αποτυχίες, αλλά μπροστά, διαμορφώνοντας τους όρους επιβίωσης κατά το δυνατόν, και όχι υποτασσόμενοι σε εξωγενή συμβάντα. Αυτό σημαίνει πράξη, πράξεις, από μια κοινωνία που σκέφτεται, που στοχάζεται τον εαυτό της και το περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει πολιτική. Πολιτική πέραν του άγονου ή και καταστροφικού διπόλου «εναντίωση - υποταγή». Διότι έως τώρα, και όλη την παρελθούσα τριετία, ευεξήγητα, πολωθήκαμε ανάμεσα στον λόγο της πλήρους εναντίωσης και τον λόγο της πλήρους υποταγής· είτε καταγγελία πάντων και πασών είτε αποδοχή τους. Και οι δύο στάσεις με τον τρόπο τους δεν παράγουν τίποτε· μόνο υλικά ερείπια και αυτοτροφοδοτούμενο μίσος, ψυχοπνευματική διαίρεση. Ωστε, τώρα, περισσότερο παρά ποτέ τα τελευταία εξήντα χρόνια, χρειαζόμαστε λόγο συναίρεσης και σύνθεσης, πράξεις υπέρβασης και δημιουργίας. Η αλληλοκαταγγελία μάς βουλιάζει βαθύτερα στην ετερονομία και τον φαταλισμό.
 

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν
 
Βρισκόμαστε στον αστερισμό του φόβου. Με την αποσάθρωση των εμπεδωμένων συνηθειών, των αυτοματισμών, των αξιακών αγκυλώσεων, των κατεστημένων υλικών απολαύσεων και των αυτοαναπαραγόμενων προνομίων, που οριοθετούσαν την πορεία μας μέσα στον χρόνο, όλοι νιώθουμε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας.
Οταν το «υπάρχον» τίθεται υπό συνεχή αμφισβήτηση, όταν το παρελθόν και το παρόν δεν φαίνεται να μπορούν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον, όλα τα καταφύγια ενάντια στην αγωνία της αβεβαιότητας δείχνουν να καταρρέουν.
Εφεξής, το φάντασμα της συνεχούς και ανεξέλεγκτης «απώλειας» ελλοχεύει παντού. Οι βεβαιότητες και οι εκλογικεύσεις ανατρέπονται, οι ελπίδες και οι φαντασιώσεις αλλοιώνονται και λογοκρίνονται. Οι συνήθεις ύποπτοι είναι άλλωστε ομόφωνοι: χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν. Παραιτούμενοι από τους μηχανισμούς που μας θωράκιζαν ενάντια στην αγωνία και την κατάθλιψη, καλούμαστε να ξαναπιάσουμε το νόημα των πραγμάτων από την αρχή. Εχοντας πάρει, όπως μας λένε, τη ζωή μας λάθος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή. Δεν ξέρουμε όμως ούτε τι πρέπει να κάνουμε ούτε ποια είναι η ζωή που μας περιμένει. Είτε ως άτυχα θύματα αντίξοων περιστάσεων είτε εξοφλώντας εντόκως παρελθούσες αμαρτίες, οφείλουμε να υποκύψουμε στην αμείλικτη λογική μιας αδέκαστης ιστορίας που εκτυλίσσεται ερήμην μας και μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας.
Και δεν είναι μόνον αυτό. Πέρα από τον φόβο της υποβάθμισης, η προοπτική για μια δίχως όρους και όρια κατολίσθηση των συνθηκών υλικής επιβίωσης συνεπιφέρει τη διάχυση ενός άλλου, βαθύτερου, πιο ύπουλου και «αμετάβατου» τρόμου μπροστά στο ανονόμαστο και άγνωστο κενό. Κανείς δεν είναι πια σε θέση να σκέφτεται τη ζωή του στο πλαίσιο ενός κόσμου όπου οι όροι πρόσβασης στην απόλαυση των αγαθών δεν υπακούουν σε κανένα ορατό και οικείο σύστημα κανονισμών. Απροειδοποίητα, το νοηματισμένο σύστημα της μαζικής και ανταγωνιστικής κατανάλωσης έχει μετατραπεί σε ένα απονοηματισμένο σύστημα μαζικής στέρησης. Σε αντιδιαστολή με την εποχή όπου η διαφορική πρόσβαση στα υλικά αγαθά ενεργοποιούσε απτές και συνειδητές ατομικές στρατηγικές, σήμερα όλο και περισσότεροι δεν μπορούν πια να ζουν επιλέγοντας τους τρόπους με τους οποίους διαφοροποιούνται από τους άλλους. Ο αλήστου πλέον μνήμης καταναλωτής-θεός απογυμνώνεται ξαφνικά από τις φαντασιώσεις της ελεύθερης επιλογής του τρόπου της ζωής του.
Στο εξής, κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ανάμεσα στο αναγκαίο και το περιττό, στο απαραίτητο και στο πολυτελές. Η διάκριση ανάμεσα στους όρους απλής επιβίωσης και στον ατομικό σχεδιασμό της ιδιωτικής ζωής παύει να είναι προφανής. Ως αθύρματα μιας απροσδιόριστης συλλογικής μοίρας, πληθαίνουν αυτοί που δεν ξέρουν «πώς» και «γιατί» δρουν, άρα και «ποιοι» είναι. Τα οικεία είδωλα που αντανακλώνται στον νοερό τους καθρέφτη δεν έχουν πια ούτε μορφή ούτε περίγραμμα. Και έτσι, η οικεία εικόνα του εαυτού εμφανίζεται όλο και πιο απροσδιόριστη, ανονόμαστη και τρομακτική. Σε κοινωνίες που έχουν ήδη απολακτίσει τις αυτονόητες παραδοσιακές συλλογικότητες και αμοιβαιότητες, οι παρενέργειες είναι απροσμέτρητες. Οταν τα άτομα έχουν συνηθίσει να οργανώνουν τους όρους της αυτογνωσίας τους σε συνεχή διαπραγμάτευση με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες τους, ο θρυμματισμός των ειδώλων απειλεί να συνεπιφέρει ένα απόλυτο σημασιολογικό και αξιακό κενό.
Η προσαρμογή στη νέα αυτή τάξη πραγμάτων και νοημάτων είναι ταχύτατη. Πολλοί τέως νοικοκύρηδες άστεγοι δεν μπορούν να επιμελούνται πια του «οίκου» τους, τέως οικογενειάρχες βλέπουν την οικογένειά τους να διαλύεται, τέως αξιοπρεπείς επώνυμοι πολίτες προστρέχουν, συχνά κρύβοντας τα πρόσωπά τους, στην ανώνυμη επαιτεία και τέως επιλεκτικοί καταναλωτές ψάχνουν στους κάδους των απορριμμάτων. Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι άρρωστοι που δεν τολμούν καν να πληροφορηθούν αν χρειάζονται θεραπεία, οι ψυχικά ασταθείς που αυτο-εγκαταλείπονται στην κατατονία και στην αδιαφορία, οι απόμαχοι της ζωής που δεν περιμένουν παρά τον θάνατο μέσα σε μια απόλυτη και δύσοσμη ανέχεια και οι απεγνωσμένοι που διαπραγματεύονται ακόμα και με την ιδέα της αυτοχειρίας.
Και παρ’ όλα αυτά, οι κατεστημένες εξουσίες απέχουν, σιωπούν, κρύβονται ή ίσως, καμιά φορά, και επιχαίρουν. Ακόμα και αν τα συμπτώματα είναι τραγικά -μας λένε-, είναι ιστορικά αναπόφευκτα. Οποιοι έχουν συνηθίσει να καταναλίσκουν περισσότερα από όσα παρήγαν, πρέπει τώρα να πληρώσουν τον λογαριασμό. Οσοι είχαν παρασυρθεί από τις σειρήνες της παγκόσμιας μαζικής καταναλωτικής ευωχίας, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως βουλώσει όχι μόνο το στόμα τους αλλά και τα αυτιά τους. Οσοι είχαν πιστέψει ότι ξοδεύοντας αλόγιστα και δανειζόμενοι αφειδώς από τις πρόθυμες τράπεζες δεν ικανοποιούσαν απλώς τις ατομικές τους επιθυμίες αλλά συνέβαλαν στην υλοποίηση του γενικού αναπτυξιακού συμφέροντος, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως καταλάβει ότι οι παραινέσεις των απανταχού ιθυνόντων δεν ήταν τίποτε άλλο από κενά ρητορικά σχήματα που δεν αντιστοιχούσαν παρά στα δικά τους συμφέροντα.
Οσοι είχαν πεισθεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αναπαράγεται εις το διηνεκές προσφέροντας σε όλους τους πολίτες την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων φαντασιώσεων, όφειλαν να έχουν προκρίνει να αντισταθούν στα υποβολιμαία κελεύσματα της κυρίαρχης γνώμης. Οσοι είχαν ταυτίσει την ιδιωτική τους ισορροπία με την ανταγωνιστική σώρευση σημάτων κοινωνικής διάκρισης, όφειλαν να έχουν καταλάβει -πριν να είναι πολύ αργά- πως η ατομική ηθική και κοινωνική τους ολοκλήρωση δεν «έπρεπε» να μπορεί να εμφανίζεται ως συνάρτηση της καταναλωτικής τους «επιτυχίας». Και όσοι αποδεικνύεται σήμερα πως δεν φρόντισαν εγκαίρως να επιλέξουν να επιζούν ως αποστασιοποιημένοι και λιτοί σοφοί, οφείλουν να αποδεχθούν την τιμωρία.
Το ηθικό δίδαγμα δεν αφήνει λοιπόν περιθώρια αμφιβολίας. Η αγωνία για το αύριο είναι «ευκαιρία» ώστε να ξανασκεφτούμε γύρω από το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να ελπίσουμε. Πρέπει, λοιπόν, να μετανοήσουμε ατομικά και να αδρανήσουμε συλλογικά. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε προσηλωμένοι στην αναγκαιότητα ενός φιλελεύθερου καπιταλισμού, που οφείλει εντούτοις να τιμωρεί εκείνους που απέτυχαν να προβλέψουν σωστά τις ενδεχόμενες παρενέργειες των τυποποιημένων εντολών του.
Πρέπει να δεχθούμε πως η λογική της ιστορίας επιτάσσει να υποκλινόμαστε αδιαμαρτύρητα σε όλες τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου ορθολογισμού, ακόμα και όταν οι απώλειες αυτές επεκτείνονται στις ανακουφιστικές «εικόνες εαυτού» που είχαν συγκροτηθεί μέσα στον χρόνο.
Πρέπει να συνυπογράψουμε το αξίωμα ότι όλοι οφείλουμε να υπέχουμε την ακέραια και αδιαίρετη ευθύνη για ένα ατομικό μέλλον που δεν μπορούμε εντούτοις να το προσδιορίσουμε οι ίδιοι. Πρέπει να παραιτηθούμε από οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια να μετατοπίσουμε από κοινού τους όρους της ορθολογικής αγοραίας τιμωρίας μας για τις παρελθούσες αμαρτίες μας. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε μεμονωμένα άτομα, δίχως να μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε ιστορικά υποκείμενα. Αλλάζοντας τη λάθος ζωή μας, πρέπει να πάψουμε να ελπίζουμε πως θα έχουμε δική μας ζωή.
Πρέπει να ξεχάσουμε και να ξεπεράσουμε τους ιδιοτελείς «εαυτούς» μας, δίχως να καταφύγουμε στην επικίνδυνη και ανορθολογική χίμαιρα της συλλογικότητας. Πρέπει να αποδεχθούμε πως μπορούμε να οφείλουμε να δρούμε μέσα σε ένα ανοίκειο, ακατανόητο και αποκρουστικό σημασιολογικό, συμβολικό και ηθικό κενό. Και πρέπει να αντικαταστήσουμε τα συντρίμμια του ειδώλου μας από ένα θολό ομοίωμα μέσα στο οποίο δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τίποτε εκτός από το τίποτε.
Η σωτηρία μας επιτάσσει να κοιτάζουμε δίχως να βλέπουμε σε έναν θρυμματισμένο, βουβό και κενό καθρέφτη.
 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
 
Από το «μολών λαβέ» του αείμνηστου Λεωνίδα της Σπάρτης ώς το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά, η άρνηση έχει κατοχυρωθεί στη συλλογική μας συνείδηση ως η ύστατη πράξη του ηρωισμού. Ασχέτως αποτελεσμάτων εννοείται. Πάντα αναρωτιόμουν ποιοι ψυχολογικοί μηχανισμοί παραμερίζουν τους πραγματικούς νικητές του αγώνα των Ελλήνων κατά των Περσών, όπως ήταν ο Θεμιστοκλής της Σαλαμίνας ή ο Μιλτιάδης του Μαραθώνα. Και καλά αυτοί οι δύο, οι οποίοι στη συνέχεια αποδείχθηκαν φιλοχρήματοι και έπεσαν θύματα της ανεξέλεγκτης φιλοδοξίας τους. Ποιος θυμάται όμως τον Αριστείδη, που ήταν στρατηγός των Αθηναίων στις Πλαταιές και πέθανε άπορος, και ποιος τον Κίμωνα, που έδιωξε οριστικά τον περσικό στόλο από το Αιγαίο; Ακόμη και ο τρόπος που η εθνική μας ιδεολογία ιεραρχεί τις αξίες στη σχεδόν μυθική για εμάς αρχαιότητα αποδεικνύει ότι οι νικητές έρχονται πάντα δεύτεροι και καταϊδρωμένοι στον αγώνα του ηρωισμού.
Ισως αυτή η ψυχολογική παράμετρος να εξηγεί το γεγονός ότι είμαστε η μοναδική χώρα, εξ όσων γνωρίζω, που γιορτάζουμε κάθε χρόνο την αρχή και όχι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μας φτάνει το «Οχι» που είπε ο Μεταξάς για να κοιμόμαστε με τη συνείδησή μας ήσυχη. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια από τότε που πρωτοκάθισα στα θρανία του δημοτικού για να συνειδητοποιήσω ότι, μετά τον ηρωικό αγώνα στην Αλβανία, ακολούθησαν μια συντριπτική ήττα, η Κατοχή, η απελευθέρωση από τους Βρετανούς και ο αιματηρός Εμφύλιος. Ως τότε μου μάθαιναν πως το «Οχι», από μόνο του, ήταν ένα είδος νίκης που δεν συγκρίνεται με καμία πραγματική νίκη στα πεδία των μαχών. Οσο για τον Εμφύλιο που ακολούθησε, αυτός ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Κάποιοι ήθελαν την Ελλάδα ηττημένη, κι ας είχε συμμετάσχει στο στρατόπεδο των νικητών του Μεγάλου Πολέμου. Μόνον έτσι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις ψυχολογικές παραμέτρους του ηρωισμού της ήττας, ο οποίος αδιαφορεί για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Για εμάς οι ήρωες είναι πάντα νεκροί και ηττημένοι. Οι ζωντανοί και οι νικητές αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Σε κάποιους πούλησαν τη συνείδησή τους για να μείνουν ζωντανοί, κάτι έχουν στο μυαλό τους και δεν μας το λένε. «Σου είπαν ψέματα πολλά», που λέει και ο σύντροφος Μίκης.
Αυτό το ψυχολογικό σύνδρομο εξηγεί και την παράδοξη εικόνα που μου περιέγραψε κάποτε μια συγγενής μου. Πριν από δύο δεκαετίες περίπου, στην εποχή της ευμάρειας, η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου είχε οργανώσει μια συνεστίαση για να συγκεντρώσει χρήματα για κάποιον φιλανθρωπικό σκοπό. Πλην όμως, είχαν την ατυχή έμπνευση να καλέσουν τον Στράτο Διονυσίου, ο οποίος μόλις εμφανίστηκε επί σκηνής προκάλεσε τα γνωστά εξαρτημένα αντανακλαστικά, με αποτέλεσμα να σπάσουν στην πίστα όλα τα πιάτα του σερβίτσιου. Επειδή δε τα πιάτα ήταν από πορσελάνη, όσα χρήματα συγκεντρώθηκαν για τον φιλανθρωπικό σκοπό κατέληξαν στην αποζημίωση του ξενοδοχείου. Το σπάσιμο των πιάτων είναι και αυτό ένα μικρό, πλην όμως βροντερό, «όχι» απέναντι στη ζωή που έχεις φτιάξει. Τίποτε δεν μετράει περισσότερο και καμία λογική δεν μπορεί να σε συγκρατήσει να δακρύζεις με την «Απονη ζωή» και να τα σπας ακόμη κι αν έχεις κάτι εκατομμύρια στην Ελβετία.
Το σύνδρομο αυτό μπορεί να εξηγήσει και την απόλυτη κυριαρχία του αριστερόφρονος λυρισμού στη μακρόσυρτη μεταπολίτευση. Ηταν μια σταθερή αξία που γέμιζε στάδια, κινηματογραφικές και θεατρικές αίθουσες και σάρωνε στις πωλήσεις των βιβλιοπωλείων. Μόνον ως δυστυχής μπορούσες να σταδιοδρομήσεις στον καλλιτεχνικό χώρο και να εισπράξεις τις απαραίτητες επιδοτήσεις. Οσο οι νικητές του Εμφυλίου τρώγονταν με τις ενοχές της νίκης τους, οι ηττημένοι υμνούσαν τον ηρωισμό της δικής τους ήττας.
Θα μου πείτε κανένας σοβαρός λογαριασμός δεν μπορεί να γίνει παρ’ ημίν αν δεν συνυπολογισθεί και η παράμετρος της τραγικής παράδοσης. Οι Ελληνες ανακάλυψαν την τραγική συνθήκη της ύπαρξης, και ως εκ τούτου ως Ελληνες την κουβαλάμε στα κύτταρα της γλώσσας μας. Μας φτάνει που ο τραγικός ήρωας είναι πάντα ηττημένος. Και ξεχνάμε ότι δεν φτάνει να ηττηθείς για να γίνεις τραγικός ήρωας. Ο οικογενειάρχης που φορτώνει γυναίκα και παιδιά στο αυτοκίνητο και τρέχει με διακόσια για να συγκρουσθεί μετωπικά με τον απέναντι είναι απλώς ηττημένος από τη νοημοσύνη του. Δεν έχει τίποτε το ηρωικό και τίποτε το τραγικό, και ας μιλάμε μετά για «τραγικό δυστύχημα».
Η αξία τού «όχι» είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αδιαφορούμε για τα συμφραζόμενα. Δεν έχει σημασία αν το λες, όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, για να αντισταθείς στην πρόκληση κάποιου κατακτητή, ή αν το λες για να αντιμετωπίσεις τα χρέη σου, και να προστατεύσεις τους μεγαλοκαταθέτες των τραπεζών σου. Παρατηρώντας την ηρωική διάθεση που μας έχει καταλάβει, ψάχνω μέρες τώρα να βρω κάποιον χαρακτήρα στην ιστορία της λογοτεχνίας ο οποίος έγινε τραγικός εξαιτίας των χρεών του. Δεν βρήκα κανέναν. Αντιθέτως, η κωμωδία από τον Αριστοφάνη ώς τον Μολιέρο μάς προσφέρει πολλούς.
 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Ο ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ ΣΑΝ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Του Παντελή Μπουκάλα
 
Μεροληπτική είναι η μνήμη μας, μεροληπτική και η ακοή μας, με το αυτί στον ρόλο ενός παράδοξου εργαλείου γραφής που γράφει σβήνοντας. Αποδεικνύεται έτσι ότι ακόμα και η σιωπή έχει ηχώ. Διότι σε κάθε πρόταση που ακούμε, τείνουμε -σαν καθοδηγημένοι από κάποιο ισχυρότατο ένστικτο αυτοδικαίωσης- να εντοπίζουμε και να αναδεικνύουμε ό,τι μοιάζει με ηχώ των σιωπηρών μας σκέψεων, των άρρητων προτιμήσεών μας. Κατά κάποιον τρόπο, η ακοή μας, σαν αόρατος επιμελητής κειμένων, βάζει σε όσα θηρεύει εκείνα τα σημεία στίξεως που θα δώσουν το επιθυμητό νόημα, με το οποίο θα επικυρωθούν όσα ήδη πιστεύουμε. Η ιστορία με τους χρησμούς της Πυθίας, και το κρίσιμο κόμμα πριν ή μετά, επαναλαμβάνεται καθημερινά σε σμικρογραφία άπειρες φορές. Το νόημα δεν το δίνει η μάντισσα αλλά οι ερμηνείς.
Ενα παράδειγμα. Σε μια από τις λίγες φορές που ο λόγος του έγειρε προς τη γενναιοδωρία, ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επαίνεσε την Ελλάδα σε συνέντευξή στην αυστριακή εφημερίδα «Ντερ Στάνταρντ», το Σάββατο 9 Μαρτίου. Τα περισσότερα θερμά λόγια του τα ξόδεψε βέβαια για να συντάξει τον αυτοέπαινό του, δηλαδή το εγκώμιο ενός προγράμματος ασφυκτικής, τιμωρητικής λιτότητας που έχει ήδη γονατίσει τον ευρωπαϊκό Νότο. Περίσσεψαν ωστόσο και λίγες λέξεις αβρότητας για τη «σαφή βελτίωση των βασικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας», ανάμεσα στα οποία «η μείωση του ελλείμματος, το πλεόνασμα στις εξαγωγές και η πρώτη μείωση της ανεργίας. Ομως - » Εδώ ακριβώς όμως, στο «όμως», επεμβαίνουν αστραπιαία οι κυβερνητικοί μας, τρισευτυχισμένοι από τον γερμανικό έπαινο, και με κάποια αγένεια βάζουν αυθαιρέτως τελεία στα λεγόμενα του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, παρότι αυτός συνεχίζει να μιλάει. Ή μάλλον όχι. Δεν βάζουν μία τελεία αλλά τρεις. Αποσιωπητικά δηλαδή. Και ενώ κάνουν σημαία τους τα εξυμνητικά λόγια («είδατε πόσο καλά τα πάμε; Ακόμα και ο βαρύς Σόιμπλε το παραδέχεται...»), ενώ αρπάζονται από ένα ασήμαντο -0,2% στον απελπιστικό δείκτη της ανεργίας, αποσιωπούν, παραβλέπουν, σβήνουν τις ενοχλητικές επικρίσεις με τις οποίες συνόδεψε το εύγε του ο Γερμανός πολιτικός. Διότι δεν ακούμε ό,τι έχει όντως ενδιαφέρον. Ακούμε και προσέχουμε ό,τι είναι συμφέρον. Η εθελοτυφλία έχει και το ακουστικό ταίρι της.
Τι άλλο είπε λοιπόν ο κ. Σόιμπλε, ο ισχυρός της Ευρώπης, που θα έπρεπε να ενοχλήσει την ελληνική πολιτική τάξη και να την ωθήσει να το συζητήσει, να το αποδομήσει, ει δυνατόν και να το καταρρίψει; Πάνω-κάτω είπε όσα λένε χρόνια τώρα οι ημεδαποί «λαϊκιστές», οι «μίζεροι», οι «μονιμάδες της γκρίνιας» κ.λπ. Οτι δηλαδή «οι ανεύθυνες πολιτικές ελίτ της Ελλάδας θυσίασαν την οικονομία της χώρας τους για τα δικά τους βραχυπρόθεσμα συμφέροντα και για τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων». Βαρύτατη η κατηγορία, θα έπρεπε να προκαλέσει θυμό, αγανάκτηση, σάλο. Κι όμως. Σιωπή. Δηλαδή αποδοχή. Βεβαίως, ο καλός μας φίλος παρέλειψε να πει αυτό που δεν θα ήθελε να ακούσει από τρίτους, ότι δηλαδή εξυπηρετώντας τα δικά της συμφέροντα (και τα συμφέροντα ανωνύμων πλην «συγκεκριμένων ομάδων») η καταγγελλόμενη ανεύθυνη ελληνική πολιτική ελίτ υπηρέτησε και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της γερμανικής ελίτ, λ.χ. με αγορές επικλινών υποβρυχίων ή με τον σφοδρό της έρωτα για τη σκανδαλοποιό Ζίμενς. Κι αν η ελίτ αυτή (δηλαδή; οι δέκα - δεκαπέντε οικογένειες που νέμονται παραδοσιακά την εξουσία; αυτοί ενοχοποιούνται δίχως να κατονομάζονται;), αν λοιπόν η ελίτ αυτή «θυσίασε την ελληνική οικονομία», από ανευθυνότητα όπως διατείνεται ο κ. Σόιμπλε, που μάλλον ξέρει περισσότερα απ’ όσα ο «μέσος Ελλην» και ο «μέσος Γερμανός», η γερμανική ελίτ συγκαταλέγεται οπωσδήποτε στους περισσότερο ωφελημένους. Αλλά είπαμε. Αυτά τα παρέλειψε ο κ. Σόιμπλε. Δεν πειράζει όμως. Αρκούν όσα είπε· κι ας θυμίζουν το παροιμιωδώς γνωστό «έλα, παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου».
Μυστηριωδώς, τίποτα το αντιρρητικό δεν ακούστηκε από τη δεινώς στηλιτευθείσα ελληνική πολιτική ελίτ και κανένας από τους επιτιμητικά δακτυλοδειχθέντες δεν ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας – πιθανόν, μια και βρισκόμαστε στον χώρο των παροιμιών, για να μην ακούσει από τους υπόλοιπους το χαιρέκακο «όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται». Κανένα στέλεχος της «ελίτας» λοιπόν, όπως την ακούγαμε κάποτε στην παπανδρεϊκή, κανείς απ’ όσους κυβέρνησαν και κυβερνούν, από όσους άσκησαν πολιτική από υπουργεία, γραμματείες και προεδρεία οργανισμών, δεν θίχτηκε, δεν διανοήθηκε ότι οφείλει να υπερασπίσει αμέσως και δίχως περιστροφές τη συνομοταξία του, τη συντεχνία, το σόι του. Να πει δηλαδή ότι ο κ. Σόιμπλε δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει με τέτοια προπέτεια και με ύφος πατερναλιστικό, σαν αυτοδιόριστος κήνσορας ή μάλλον ηθικός επίτροπος (εκτός από οικονομικοπολιτικός). Να προσθέσει ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να ασχοληθεί με τα του εθνικού οίκου του, όπου δεν είναι δα και λίγα τα σκάνδαλα. Και να απαιτήσει αποδείξεις, ονόματα, πειστήρια. Ωστε να μη χαρακτηριστεί κοινός συκοφάντης ή έστω επιπόλαιος λογάς.
Ετσι δεν θα ’πρεπε; Ετσι δεν θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε «μέσος άνθρωπος» δεχόταν τέτοια προσβολή, αν βέβαια δεν ήταν οπαδός του αυτοπροστατευτικού περαβρεχισμού; Μάλλον. Αλλά τέτοιου είδους αντιδράσεις, άμεσες, «θυμικές», ανθρώπινες εντέλει, δεν αρμόζουν σε όσους δεν είναι «μέσοι». Αυτοί πάσχουν από τη βολική νόσο του μιθριδατισμού, χάρη στην οποία μένουν ατάραχοι όπως κι αν χαρακτηρίζονται, για ό,τι κι αν καταγγέλλονται. Νιώθουν παντοδύναμοι έναντι των «μέσων ανθρώπων» αλλά παντελώς ανήμποροι μπροστά στους όντως ισχυρούς σαν τον κ. Σόιμπλε, γι’ αυτό και πρέπει να μετράνε και να ξαναμετράνε τις λέξεις τους πριν τις πουν. Και μια στο τόσο, πρέπει να κάνουν ότι δεν άκουσαν. Για να μην μπλέξουν. Κάπως έτσι, κανείς δικός μας (ας πούμε κάποιος από τους διακινητές του δόγματος «μαζί τα φάγαμε») δεν ένιωσε προσωπικά προσβεβλημένος. Ουδείς σκέφτηκε να πει ότι οι Ελληνες πολιτικοί έχουν μονάχη έγνοια τους τα συμφέροντα του έθνους και όχι τα δικά τους ή «συγκεκριμένων ομάδων», και ότι αν ξόκειλε το καράβι, δεν φταίνε οι άξιοι κυβερνήτες του, πάντοτε αυτοθυσιαστικοί, αλλά οι κωπηλάτες, κοινώς πολίτες, πάντοτε λουφαδόροι και κοπανατζήδες. Οχι. Οσα επικριτικά είπε ο κ. Σόιμπλε παραδόθηκαν στη σιωπή. Οι εθνικώς υπερήφανες απαντήσεις, άλλως πως λεονταρισμοί, προορίζονται για την εσωτερική σκηνή και κατανάλωση.
 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Η πολιτική διαφθορά δεν αποτελεί πλέον «είδηση». Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλο και περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες σε όλον τον κόσμο φέρονται ως αναμεμειγμένοι σε ιδιοτελείς συναλλαγές. Ετσι, για την ευρεία κοινή γνώμη, το «τεκμήριο εντιμότητας» των πολιτικών δεν ισχύει πια, ούτε καν ως μαχητό. Ακόμα και εάν δεν μπορεί, φυσικά, να «είναι όλοι ίδιοι», όπως το θέλει η λαϊκή μούσα, το βάρος της αποδείξεως φαίνεται να αντιστρέφεται. Ολοι εμφανίζονται ηθικά ύποπτοι μέχρις να πείσουν για το αντίθετο. Τα γεγονότα μιλάν άλλωστε από μόνα τους. Για να περιοριστούμε στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλικός σύζυγος των Κάτω Χωρών, ο Μπους, ο Ράμσφελντ, ο Τσένεϊ, ο Πούτιν, ο Γέλτσιν, ο Κολ, ο Σρέντερ, οι στενοί συνεργάτες της Ανγκελα Μέρκελ, ο Μπλερ, ο Κάμερον, ο Ζισκάρ, ο Σιράκ, ο Μπερεγκοβουά, ο Σαρκοζί, ο Παπανδρέου, ο Ραχόι, ο Μπερλουσκόνι, ο Κράξι, η βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, ακόμη και το περιβάλλον της Αυτού Αγιότητος του Πάπα της Ρώμης κατηγορήθηκαν για αντιδεοντολογική και ιδιοτελή κατάχρηση ή «αξιοποίηση» της εξουσίας τους. Ευλόγως λοιπόν, η εμπιστοσύνη των λαών στους αιρετούς, κληρονομικούς ή πνευματικούς «εκπροσώπους» τους κλονίζεται. Ομως, ακόμα και αν εξοργίζει, η συρροή των σκανδάλων δεν εκπλήσσει. Ως ενδημική πλέον, η πολιτική διαφθορά εμφανίζεται κοινότοπη.
Ομως, οι «ηθικές κρίσεις» δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αν μέχρι τώρα μπορούσαμε να πιστεύουμε πως μόνον η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα, καλούμαστε σήμερα να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ακόμη και η «σχετική» δημοκρατική εξουσία δεν μπορεί παρά να διαφθείρει, έστω σχετικά. Η διάχυση του «ιού» στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας είναι λοιπόν βαθύτατα ανησυχητική, όχι μόνο στο επίπεδο των αξιών αλλά και στο επίπεδο της λειτουργίας της δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα τα διεθνή fora, συμπεριλαμβανομένου και του ΟΗΕ, το πρόβλημα αυτό βρίσκεται πια στο επίκεντρο της προσοχής. Η πολιτική διαφθορά δεν συνιστά πλέον μόνον ευκαιριακή έκφραση ατομικής παραβατικότητας, αλλά οικουμενικής εμβέλειας φαινόμενο που αντανακλά στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Ανεξάρτητα από το εάν η αποσύνθεση αρχίζει από το κεφάλι ή απλώς καταλήγει σε αυτό, η ιδιοτελής αξιοποίηση δημόσιων εξουσιών συνιστά πλέον καθημερινή πρακτική.
Το ζήτημα είναι προφανώς εξαιρετικά σύνθετο. Από τη μια μεριά, θα πρέπει να αναφερθεί κανείς στις μεταλλαγές της καθημερινής λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Ετσι, είναι γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια το επάγγελμα του πολιτικού δεν μονοπωλείται πια από «προεστούς» της άρχουσας τάξης που διέθεταν ίδιους πόρους με στόχο είτε να «προσφέρουν υπηρεσίες» είτε να ικανοποιήσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες τους. Και ταυτόχρονα, το αντικειμενικό οικονομικό κόστος του πολιτικού ανταγωνισμού αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ετσι, η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρωτόγνωρο «δομικό» οικονομικό έλλειμμα. Ο «υγιής» πολιτικός ανταγωνισμός προϋποθέτει μια συνεχή εισροή δημόσιων ή ιδιωτικών «πόρων». Η καθημερινή επιβίωση όλων των πολιτικών φορέων (ατόμων και κομμάτων) εξαρτάται από αόρατες συνήθως ενέσεις «πολιτικού χρήματος».
Από την άλλη μεριά, θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, σε όλες τις χώρες, οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσωπεύουν κάτι ανάμεσα στο 25% και το 60% του ΑΕΠ. Το κράτος δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εργοδότης. Είναι επίσης και ο μαζικότερος καταναλωτής αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στον ιδιωτικό τομέα, ο σημαντικότερος επενδυτής και ο μεγαλύτερος πελάτης. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η δημόσια συμμετοχή στο αγοραίο παίγνιο δεν παύει σε καμία στιγμή να παραμένει συνεχής και ενεργή. Και έτσι, η διαπραγμάτευση και η «διαπλοκή» ανάμεσα στα ιδιωτικά και στα δημόσια συμφέροντα είναι αναπόφευκτες. Βέβαια, οι σχέσεις ανάμεσα στο Κράτος και στους «πελάτες» του οφείλουν να υπακούουν σε αυστηρά κριτήρια. Αλλά οι δυνατότητες αυθαίρετων και μεροληπτικών αποφάσεων παραμένουν άπειρες. Στο μέτρο που η πολιτική εξουσία διατηρεί «διακριτικές ευχέρειες», η «διαφάνεια» δεν μπορεί να είναι παρά σχετική. Την ίδια στιγμή που η κίνηση του χρήματος είναι υπέρποτε ανεξέλεγκτη, τα μύχια κίνητρα των αποφασιζόντων παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Με αυτήν την έννοια, το φάντασμα της διαφθοράς είναι πανταχού παρόν. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, η άσκηση της εξουσίας είναι συνυφασμένη με τη δυνατότητα κατάχρησής της. Ομως, η τρέχουσα και θεαματική έκρηξη της ιδιοτέλειας, η ξαφνική κατάρρευση των «ηθικών αντιστάσεων» ενάντια στους πειρασμούς του ιδιωτικού οφέλους και η οικουμενική αποτελμάτωση των «δημόσιων ηθών» δεν μπορεί παρά να συνάπτονται με συγκεκριμένες ιστορικές, ιδεολογικές και πολιτιστικές μεταλλαγές. Η ιδέα της «αρετής» ως αξιακής πεμπτουσίας της δημόσιας συμπεριφοράς είναι άλλωστε ιστορική: γεννήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε στους κόλπους των δυτικών φιλελεύθερων κοινωνιών και της ριζικής θεσμικής, ιδεολογικής και ηθικής διάκρισης ανάμεσα στο γενικό και το ιδιωτικό συμφέρον, στο κράτος και τις αγοραίες συναλλαγές, στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στην πολιτική και την οικονομική εξουσία. Την ίδια στιγμή που ο οικονομικός άνθρωπος δικαιούνταν ως απλός «τίμιος» να προάγει δίχως όρια τα ιδιωτικά του συμφέροντα στην ελεύθερη αγορά, ο «ενάρετος» πολίτης έπρεπε να απέχει εντελώς από την προώθησή τους. Διασχίζοντας το κατώφλι της δημόσιας σφαίρας, το άτομο καλούνταν να αλλάξει προσωπείο. Ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας συνεπέφερε λοιπόν την εκκόλαψη δύο αντικριστών αλλά εκ πρώτης όψεως ασύμβατων κανονιστικών κωδίκων. Ο ιδιοτελής οικονομικός άνθρωπος και ο ενάρετος δημόσιος λειτουργός είναι οι δύο συμπληρωματικές όψεις του νεωτερικού Ιανού.
Τέτοιες «σχιζοειδείς» νοηματικές κατασκευές εμφανίζονται βέβαια ανέκαθεν. Ολες οι κοινωνίες διακρίνουν ανάμεσα σε όσα επιτρέπεται να είναι αντικείμενα συναλλαγών και στα «ιερά» εκείνα ζητήματα που καλύπτονται από απαραβίαστα ταμπού. Αλλά η φετιχοποίηση του «ουδέτερου» και προνομιακού δημόσιου χώρου είναι καθαρό προϊόν της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Πάνω στη βάση του πλάσματος του «κοινωνικού συμβολαίου» και της ιδέας του γενικού συμφέροντος στοιχειοθετήθηκε το γενικό «ηθικό καθήκον» συμμόρφωσης στους δημόσιους αξιακούς κώδικες. Στο εξής, οι τυποποιημένες σχέσεις του ατόμου με το Ολο δεν επιτρέπεται πλέον να νοθεύονται από ιδιωτικά συμφέροντα και ιδιοτελείς βλέψεις.
Ακόμη μια φορά όμως, η ιστορία (και μαζί με αυτήν η «διεφθαρμένη περιφέρεια») φαίνεται να εκδικείται τους ηθικολόγους εκλογικευτές της. Πράγματι, η εσωτερίκευση του κανονιστικού ταμπού τελούσε πάντα υπό την ιστορική προϋπόθεση ότι θα παρέμενε αλώβητη η συμβολική προωτοκαθεδρία μιας «ιερής» εθνικοκρατικής κοινότητας που αντιδιαστέλλεται προς τα ελεύθερα άτομα που την απαρτίζουν. Ο νοηματικός χωρισμός του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο δεν είναι το αποτέλεσμα των νεωτερικών ρυθμίσεων, αλλά ο ιστορικός και ιδεολογικός του όρος. Από τη στιγμή λοιπόν που υπό το κράτος των νέων παγκοσμιοποιημένων συνθηκών το κύρος του κράτους καταρρέει, η δομική και λειτουργική αυτονομία του πολιτικού από το οικονομικό απισχναίνεται και η λαϊκή κυριαρχία αφυδατώνεται, η ίδια η ιδέα της κοινότητας αποδυναμώνεται. Με φυσικό αποτέλεσμα να απομειώνονται και οι ηθικές αντιστάσεις στην άνευ όρων και ορίων ατομική ιδιοτέλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως μόνο «φυσικό», διιστορικό και πρωτογενώς αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο δικαίωμα αναγνωρίζεται το «δικαίωμα στο συμφέρον». Είναι λοιπόν εύλογο το γεγονός ότι ο μέχρι πρόσφατα αυτονόητος, αναγκαίος και «λειτουργικός» αξιακός «συμβιβασμός» ανάμεσα στα δικαιώματα του ατόμου και στα καθήκοντα του πολίτη φαίνεται να ατονεί. Μαζί με τον δημόσιο χώρο, καταβαραθρώνεται και η δημόσια ηθική. Οπως οι πολίτες έτσι και οι πολιτικοί τείνουν να μεταμορφώνονται σε ακόρεστους λύκους.

Πηγή

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ΣΥΓΧΥΣΕΙΣ (ΙΔΕΩΝ ΚΑΙ ΣΦΑΙΡΩΝ)

Του Γιάννη Πανούση
 
 
Ποια είναι η σωστή οδός
της υποχώρησης;
Αντ. Μακρυδημήτρης, Υποχώρηση



Το να θεωρούμε «φυσιολογικό» να σκοτώνει ο διαφωνών, να καταστρέφει ο χούλιγκαν και να τρομοκρατεί ο περιθωριακός, επειδή με τον τρόπο αυτό αντιστέκονται κατά του σάπιου συστήματος, συνιστά υποκρισία (αν δεν υποκρύπτει άλλους στόχους).
Ποτέ κανένα σύστημα δεν άλλαξε, σε δημοκρατικές κοινωνίες, με την παραβίαση των νόμων και των αξιών (από μεμονωμένα, συχνά «αδιαφανή» άτομα) αλλά με κοινούς κοινωνικούς αγώνες (από το σύνολο των καταπιεζόμενων πολιτών).
Και ποτέ μέσα στο «χάος» και στην «ανομία» δεν άνθισαν λουλούδια ελπίδας (αφού στις συνθήκες αυτές κινούνται πιο άνετα οι σκοτεινές δυνάμεις). Όσο επικίνδυνο είναι το κράτος να στιγματίζει, τόσο επικίνδυνο είναι οι «θεωρητικοί» να ηρωοποιούν.
Η κάθε αντικοινωνική ή εγκληματική συμπεριφορά δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως επαναστατική δράση και, βέβαια, η κοινωνική απάντηση στην κρατική βία και στο μοντέλο του «βολεμένου αστού» δεν μπορεί να είναι η αυτοδικία (ή το ξεκαθάρισμα λογαριασμών) διάφορων υποομάδων και το πρότυπο του «επικίνδυνου εκτός νόμου» τύπου.
Στόχος μας πρέπει να είναι η αλλαγή των όρων της ζωής μας και όχι η αντικατάσταση των τυράννων, όπου τη θέση του αυταρχικού κράτος θα πάρει ο ανεξέλεγκτος (κι ατιμώρητος) οπλοφόρος της πλαϊνής πόρτας ή της συνοικιακής συμμορίας.
Η Δημοκρατία ανέχεται και η κοινωνία συγχωρεί. Κανείς, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να αφήνει ελεύθερο χώρο στην κατάλυση και στη διάσπαση, ιδίως όταν οι «επισπεύδοντες» δε διαθέτουν οράματα αλλά μόνο άρματα.
 
*Ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης είναι βουλευτής της ΔΗΜΑΡ
 

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Η ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΣΕ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ

Του Παντελή Μπουκάλα
 
Κάποτε θα πρέπει να είχαν νόημα οι στερεότυπες φράσεις που σφηνώνονται στον λόγο μας, γραπτό και προφορικό, δημόσιο ή ιδιωτικό· το έχασαν όμως στη διαδρομή. Την αξία τους τη μηδένισε η κατά κόρον χρήση, οφειλόμενη σε δύο επιθυμίες φαινομενικά αντιφατικές, αλλά στην πραγματικότητα αλληλοσυμπληρούμενες: από τη μια η επιθυμία να πούμε πολλά (ή να φανεί ότι λέμε πολλά), ενώ δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να πούμε τίποτα το καίριο. Και από την άλλη, η επιθυμία να παρακάμψουμε το πρόβλημα για το οποίο οφείλουμε να μιλήσουμε (δηλαδή να σκεφτούμε), να αποφύγουμε δηλαδή την ευθύνη της κυριολεξίας.
Το προσφιλές στερεότυπο «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» (και καθαρευουσιανιστί «οποθενδήποτε προερχομένη») λέει σχεδόν τα πάντα για να μην πει τίποτα. Ή μάλλον για να μην πει την αλήθεια, την ιδιαίτερη αλήθεια που κάθε κόμμα ή πρόσωπο ασπάζεται. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο αναποτελεσματικό όσο κι αν λέγαμε όλοι μαζί ότι «καταδικάζουμε τους ανέμους απ’ όπου κι αν προέρχονται», από Βορρά ή Νότο, Δύση ή Ανατολή. Οι άνεμοι συνεχίζουν να πνέουν, αδιάφοροι για την καταδίκη μας. Και το ίδιο συμβαίνει με τη βία, της τρομοκρατικής και της ρατσιστικής συμπεριλαμβανομένης.
Εδώ αρκεί να φανταστούμε τι λένε μεταξύ τους οι εκάστοτε βιαιολάγνοι όποτε ακούν τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος να επαναλαμβάνουν από αμηχανία, συνήθεια ή οπισθοβουλία το τροπάριο της καταδίκης. Αν είναι λύκοι που χαίρονται στην αναμπουμπούλα (λ.χ. ακροδεξιοί που αντιγράφουν το λεξιλόγιο και τις πρακτικές των ακροαριστερών) θα χαχανίζουν. Κι αν είναι αυτόκλητοι Ρομπέν των δασών όταν κανένα κοινωνικό δάσος δεν τους έχει ανάγκη, ίσα ίσα, θα καγχάζουν διαπιστώνοντας ότι για μια φορά ακόμα επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε τις πράξεις τους με βάση τους κοινούς κώδικες νόησης και ηθικής. Ενώ αυτοί, ναρκισσιστικά εγκάθειρκτοι του αυτάρκους μικρόκοσμού τους και σίγουροι πως η Μεγάλη Ιστορία κρέμεται από τα «πρωτοπόρα» χέρια τους, σκέφτονται, αισθάνονται και δρουν με τους δικούς τους, αυτοδικαιωτικούς όρους, η δε «ηθική» τους δεν έχει τίποτα κοινό με τη «μικροαστική» δική μας· για παράδειγμα, δεν συμμερίζεται την αντίληψη πως η ζωή (όλων) έχει απόλυτη αξία και δεν είναι νοητό και ηθικό να τη σχετικοποιεί ο Στόχος ή ο Σκοπός, τάχα επαναστατικός.
Ωστόσο, ιδιοτελείς «σχετικοποιητές» της αξίας της ζωής και μεροληπτικοί χρήστες βίας είναι και αρκετοί απ’ όσους επιμένουν να διατείνονται ότι «καταδικάζουν τη βία οποθενδήποτε προερχομένη». Οπως καμία θρησκεία δεν απεμπολεί το «ιερό δικαίωμά» της στην άσκηση μεταφυσικής βίας, έτσι και ουδείς κρατικός βραχίονας αρνήθηκε ποτέ το μονοπώλιό του στην άσκηση «νόμιμης βίας», την οποία μάλιστα θεωρεί όχι απλώς εύλογη ή δίκαιη αλλά φυσική, ακόμα κι όταν απιστεί στους κείμενους νόμους. Το «οποθενδήποτε», λοιπόν, έχει περίπου την ίδια αξία με το «για πάντα» που γενναιόδωρα ανταλλάσσουν οι έφηβοι στα πρώτα τους σκιρτήματα.
 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΣΑΡΙΔΑΣ

Του Άγη Βερούτη
 
Φέτος η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, που φαινομενικά δεν θα αλλάξει σε σύντομο αρκετά χρόνο για να σταματήσει την καταβαράθρωση των πολιτών και την περαιτέρω αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού.
Ο περσινός χρόνος, το 2012, ήταν όπως είχα πει στην αρχή του χρόνου, η “
Χρονιά του Πιγκουίνου”: όπως τίποτε σαν αυτά που είχαμε δει ως τώρα, ή που μπορούσαμε να κάνουμε προβλέψεις.
Πράγματι, σε μια απόπειρα να προβλέψω ότι ανανεωτικές και μεταρρυθμιστικές κινήσεις πολιτών θα επηρρέαζαν τις εξελίξεις του ‘12 έπεσα έξω. Εμφάνισαν από το πουθενά φαινόμενα ακριβώς όπως εκείνα που στηλίτευαν.
Από την άλλη έπεσα μέσα ότι θα συνεχιζόταν επιταχυνόμενη η “αιμορραγία μυαλών” (brain drain) σε ένα περιβάλλον που συνεχίζει να επιβραβεύει τη λαμογία, και που τιμωρεί τη δημιουργικότητα και την εργατικότητα με απίστευτα αποθέματα γραφειοκρατίας και διαφθοράς στις συναλλαγές με το κράτος.
Όπως φεύγανε οι επιστήμονες από το πρώην ανατολικό μπλοκ με την κατάρρευσή του υπαρκτού σοσιαλισμού, έτσι ήδη φεύγουν και θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν από την Ελλάδα προς πιο φιλόξενα κράτη οι επιστήμονες, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι δημιουργικοί άνθρωποι που έχουν απομείνει εδώ. Μιλώντας πριν λίγες μέρες με παλιό φίλο κοσμήτορα μεγάλου αμερικανικού ινστιτούτου τεχνολογίας, έμαθα ότι κατακλύζονται από αιτήσεις από την Ελλάδα. Το 2013 θα δούμε πολλούς από τους αξιότερους, και άρα και πιο επιθυμητούς συμπολίτες μας, να μεταναστεύουν προς ευνομούμενες πολιτείες.
Οι σημαντικές αλλαγές που επέτυχε η σημερινή κυβέρνηση, μάς αγόρασαν χρόνο για κάνουμε εκείνα που έπρεπε να είχαμε κάνει εδώ και δεκαετίες. Δεν τα κάνουμε όμως. Συνεχίζουν τα γαϊτανάκια της διαπλοκής και των ανευθυνοϋπεύθυνων διορισμών κομματικών κομπάρσων σε κομβικές θέσεις που θα έπρεπε να βάζουν ικανούς ανθρώπους με όραμα και γνώση.
Τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται είναι απλά η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, και κάποιοι δίδονται τελετουργικά για εικονικό λιθοβολισμό από τις εξαθλιωμένες μάζες. Ο μέσος πολίτης πλέον είναι τόσο θυμωμένος για την εξαθλίωσή του που ζητάει να δει αίμα να κυλάει. Δεν τον νοιάζει αν το αίμα που θα του προσφερθεί για να του καταπραΰνει τα εκδικητικά ένστικτα θα είναι δικαίων ή αδίκων. Έχει πλέον σκληρυνθεί τόσο που του είναι αδιάφορο. Αλίμονο σε όποιον βρεθεί μπροστά σε εκείνον που πεινάνε τα παιδιά του. Αλίμονο. Φαινόμενα συσσώρευσης ψηφοφόρων στα άκρα δείχνουν ακριβώς αυτό. Θα επιδεινωθούν.
Από την άλλη, και ενώ με την ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν δρομολογημένη πλέον, η τραπεζική αγορά πιθανόν να αρχίσει να ανακάμπτει στο τέλος του πρώτου εξαμήνου, η άρση της απαγόρευσης των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας θα ξεκινήσει πιθανότατα προς το τέλος της χρονιάς, ενώ τα εξουθενωμένα πλέον φορολογικά υποζύγια θα έχουν φτάσει σε σημείο εξόντωσης, ανάμεσα σε πτώση των εισοδημάτων σχεδόν στο ένα τρίτο στη διάρκεια της εξαετούς πλέον ύφεσης, και ταυτόχρονη τεράστια και αντι-αναπτυξιακή αύξηση του φορολογικού βάρους για τη διατήρηση των κομματικών στρατών στον διαβρωμένο κρατικό μηχανισμό.
Ακόμη και αν έξαφνα φτάσουν σε συμφωνία μείωσης του κράτους Λεβιάθαν τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης, είναι αμφίβολο και μάλλον απίθανο το αν θα συμφωνήσουν στο ποιοί και πόσοι. Πιθανότερα το τέλος του τρέχοντος έτους να μας βρει με εξίσου υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, ενώ οι αυτονόητες απλοποιήσεις του γραφειοκρατικού λαβύρινθου κατά τα πολιτισμένα πρότυπα αναβάλλονται ξανά για τις καλένδες, και τα κλειστά επαγγέλματα παραμένουν εξίσου κλειστά όσο τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ευτυχώς που στην Ελλάδα δεν υπάρχει μαφία.
Μέσα σε αυτό το καθοδικό οικονομικό περιβάλλον είναι βέβαιο ότι ανεργία θα πλησιάσει το 30% ενώ τη χρονιά που πέρασε η παραγωγικότητα της οικονομίας (ΑΕΠ/αριθμού εργαζομένων) έπεσε κατά 4%. Ουσιαστικά την πτώση του ΑΕΠ την απορρόφησαν οι απολύσεις του ιδιωτικού τομέα.
Κατά τα φαινόμενα οι Έλληνες τις κουταμάρες τις κάνουμε σε επταετίες, και ένας ακόμη χρόνος ύφεσης θα μειώσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα εισοδήματα καταβαραθρώνοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων κάτω από αυτό του 2012.
Όσο η υπερφορολόγηση συνεχίζει σουρεαλιστικά να συσσωρεύει χρέη ιδιωτών προς το δημόσιο, όσο εκείνοι καλούνται να εξυπηρετήσουν (χωρίς να δύνανται) δανειακές υποχρεώσεις προς τράπεζες που δημιούργησαν όταν το μέσο εισόδημα ήταν κατά 25% υψηλότερο, τόσο θα αυξάνονται τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών. Πλησιάζει η ώρα για αυτό που λέγαμε από το 2011, δηλαδή να “
Ετοιμαστείτε να σας πάρουνε το σπίτι”. Θα ξεκινήσει φέτος.
Η όποια πιστωτική επέκταση θα γίνει στην πλευρά των καταναλωτικών, και πιθανόν να δούμε τα φοροδάνεια να επεκτείνονται δραματικά, και άλλα τέτοια.
Μετά το μέσον του έτους πιθανόν ο τουρισμός να συγκρατήσει λίγο τους αριθμούς της οικονομίας, και πιθανόν να αναστρέψει την οξεία πτώση που θα δει η κοινωνία ως το μέσον του έτους. Όποιος αντέξει ως το Σεπτέμβριο πιθανόν και να καταφέρει να επιζήσει της εξαετούς πλέον τότε κρίσης, και με μικρές θυσίες να διατηρηθεί τον έβδομο και τελευταίο χρόνο της κρίσης, το 2014. Μέτρα άλλα δεν χρειάζεται να ψηφιστούν από τη βουλή, καθώς υπάρχει μηχανισμός πλέον για την αυτοματοποίησή τους.
Ποιοι όμως θα επιζήσουν τελικά από αυτή την συνέχιση της πτωτικής πορείας μας, και ενώ ήδη το 85% των Ελληνικών επιχειρήσεων είναι ζημιογόνο, και άρα μη χρηματοδοτήσιμο από το τραπεζικό σύστημα; Μα φυσικά τα τρωκτικά και οι κατσαρίδες. Όπως σε όλες τις παρακμάζουσες κοινωνίες, οι φοροφυγάδες, οι λαδιάρηδες και οι επίορκοι θα είναι οι επιζώντες, πλην αν γίνει μια επανάσταση στη Δικαιοσύνη, που όμως δεν προβλέπεται!
Μακάρι να πέφτω έξω, φοβάμαι όμως ότι φέτος θα είναι η Χρονιά της Κατσαρίδας.
 

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ

Του Γιώργου Δελαστίκ
 

Βαθύτατη κρίση εμπιστοσύνης προς το πολίτευμα της χώρας έχει προκαλέσει η μνημονιακή κυβερνητική πολιτική. Μια κρίση η οποία αποτυπώνεται με τρόπο που τρομάζει στις δημοσκοπήσεις τόσο του Ευρωβαρόμετρου της Κομισιόν όσο και της Marc που δημοσιεύθηκε στο «Εθνος της Κυριακής».
Τα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου, δημοσκόπησης που διενεργείται περιοδικά και στις 27 χώρες της ΕΕ κατ' εντολήν της Κομισιόν από ξένη εταιρεία και επομένως είναι άσχετη με εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες και επιρροές, προκαλούν τρόμο σε όποιον τα διαβάσει. Οι Ελληνες δεν εμπιστεύονται κανέναν απολύτως από τους θεμελιώδεις θεσμούς του πολιτεύματος, ενώ δεν θεωρούν ούτε καν δημοκρατική τη λειτουργία του!
Μόλις το 11% των ερωτηθέντων κρίνει ικανοποιητική τη λειτουργία της δημοκρατίας στην Ελλάδα, ενώ το... 89% (!), απίστευτα υψηλό ποσοστό, δεν είναι ικανοποιημένο. Μιλάμε για... 40 (!) εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τον πανευρωπαϊκό μέσο όρο δυσαρέσκειας που ανέρχεται στο 49%, όσο ακριβώς και το ποσοστό εκείνων που στην ΕΕ των 27 είναι ικανοποιημένοι με τη λειτουργία της δημοκρατίας στη χώρα τους (επίσης 49%). Ασύλληπτο το ποσοστό των Ελλήνων που δήλωσαν ότι δεν εμπιστεύονται τη συγκυβέρνηση Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη - 91%!
Μόλις 7% των ερωτηθέντων εξέφρασε την εμπιστοσύνη του προς αυτή, το χαμηλότερο και στις 27 χώρες-μέλη της ΕΕ. Καθόλου μικρότερη δεν είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης των Ελλήνων και προς τη Βουλή. Δεν την εμπιστεύεται το 89%, την εμπιστεύεται το 9%. Πλήρης η καταρράκωση του κύρους της.
Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση με τα πολιτικά κόμματα. Βάσει των ευρημάτων του Ευρωβαρόμετρου, οι Ελληνες απάντησαν ότι δεν τα εμπιστεύονται στο αδιανόητο για δημοκρατία ποσοστό του... 94%!!!
Μόνο το 5% τα εμπιστεύεται! Η εντελώς ανεξάρτητη από το Ευρωβαρόμετρο δημοσκόπηση της Marc ρίχνει πρόσθετο φως σε πολλές πτυχές της κρίσης των κομμάτων -της παντελούς αναξιοπιστίας τους, θα λέγαμε- και της πλήρους απαξίωσής τους στη συνείδηση των πολιτών ως ακρογωνιαίων λίθων ενός δημοκρατικού πολιτεύματος.
Στη δημοσκόπηση της Marc λοιπόν έχουμε μεταξύ άλλων και τα εξής πολύ σημαντικά δημοσκοπικά ευρήματα: Πρώτον, το 91,3% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν είναι ικανοποιημένο από τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα. Δεύτερον, το 54,5% πιστεύει ότι μόνο αν δημιουργηθούν νέα κόμματα, μπορούν να πάνε καλύτερα τα πράγματα στη χώρα.
Τρίτον, το όντως απίστευτα χαμηλό ποσοστό του... 6,4% (!!!) θέλει να συμμετάσχουν τα πρωτοκλασάτα στελέχη της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ στην κυβέρνηση.
Οι Ελληνες δηλαδή έχουν κυριολεκτικά σιχαθεί όλους τους επιφανείς πολιτικούς της χώρας και δεν θέλουν να τους βλέπουν στα μάτια τους! Τέταρτον, το 81,4% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι το 2013 θα είναι χρονιά αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού με δημιουργία νέων κομμάτων, διασπάσεις παλιών, νέες συμμαχίες κ.λπ.
Με άλλα λόγια, οι πολίτες ελπίζουν ότι θα ζήσουν το τέλος του υφιστάμενου πολιτικού σκηνικού, το οποίο απεχθάνονται πλέον, όπως είδαμε.
Δεν προσδοκούν όμως τις αλλαγές σε κλίμα αισιοδοξίας και αυτό καθιστά εκρηκτική από πολιτική σκοπιά την καταρράκωση του πολιτεύματος και των θεσμών του. Οι απαντήσεις των Ελλήνων στο Ευρωβαρόμετρο είναι αποκαλυπτικές του μηδενικού αισθήματος αισιοδοξίας που επικρατεί στον λαό μας, παρά τους θεατρινισμούς της κυβέρνησης.
Το 88% θεωρεί ότι η χώρα βαδίζει λάθος έναντι του... 4% (!) που θεωρεί ότι καλά πάμε. Το 66% περιμένει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης έναντι του 6% που αναμένει βελτίωση μέσα στο 2013. Τη νέα χρονιά περιμένει επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας το 76%, ενώ βελτίωση μόνο το 7%.
Μέσα στο 2013 το 81% εκτιμά ότι θα αυξηθεί η ανεργία έναντι 5% που πιστεύει ότι θα μειωθεί. Ολα μαύρα στη συνείδηση του κόσμου. Κανείς δεν πιστεύει τα παραμύθια περί ανάπτυξης...
 

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΡΙΣΗ...ΔΙΕΨΕΥΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ

Της Ζέζας Ζήκου
 
Κάθε τάξη έχει τους μύθους της. Η αστική τάξη τον μύθο του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, που ωστόσο γρήγορα κατέρρευσε κάτω από το βάρος της κρίσης. Το πέρασμα στα σαλόνια. Η δημοσιότητα. Τα δεκάδες απλήρωτα δάνεια. Οι αμύθητες δήθεν περιουσίες. Χρήματα που τελικά δεν υπήρξαν ποτέ. Ο μέγας χορηγός, ο φιλότεχνος και big κολεξιονέρ businessman με δεκάδες συνεντεύξεις, ο νεαρός, καλός οικογενειάρχης δεν ήταν τίποτε άλλο από μία μεγάλη φούσκα. Αγόραζε τα πάντα. Πίσω από την πλάτη του συνήθιζαν να ψιθυρίζουν. Ποιος είναι αυτός ο οποίος θέλει να αγοράσει τους πάντες και τα πάντα. Εκείνος όμως αγνοούσε τα κακόβουλα σχόλια. Προτιμούσε αρχικώς να μιλάει με… το μπλοκ των τραπεζικών επιταγών του και μετά με την τράπεζα του, την Proton Bank. Και έπειτα χαμογελούσε πλατιά στον φακό των φωτογράφων. Το τέλος της ιστορίας του θλιβερό, όπως του Κοσκωτά.
Το life story του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και των υπολοίπων... είναι γνωστό. Στην πραγματικότητα, πίσω από τις υπερπολυτελείς επαύλεις στην Αθήνα και τη Μύκονο, τα θηριώδη jeep και τις γυαλιστερές Porsche, τα ατέλειωτα parties και τα λίαρ τζετ υπήρχαν μόνο δάνεια. Η πρωτοφανής οικονομική κρίση τους προσγείωσε στη σκληρή πραγματικότητα. Τραγικές καταστάσεις στις πλάτες μιας πτωχευμένης Ελλάδας…
Και η αγροτική τάξη τον μύθο του επιδοτούμενου αγρότη, που ήλπιζε πως καμία χρονιά δεν θα ήταν πια δίσεκτη χάρη στην κοινή αγροτική πολιτική της Ευρώπης.
Η κρίση... διέψευσε πολλούς μύθους. Και αποκάλυψε τη γύμνια της ευρωπαϊκής εμμονής στην απελευθέρωση της αγροτικής οικονομίας, που στέρησε από τις χώρες κάθε εργαλείο με το οποίο θα μπορούσαν να τη ρυθμίζουν. Τι κι αν καταβυθίστηκε ο φιλελεύθερος μύθος και όλες οι κυβερνήσεις παρενέβησαν μαζικά για να σώσουν τις τράπεζές τους. Τι κι αν οι ΗΠΑ υιοθετούν «αντικυκλικές αγροτικές ενισχύσεις» για να στηρίξουν την εγχώρια αγροτική οικονομία. Στην Ευρώπη καταναλώνουμε ολοένα και περισσότερα εισαγόμενα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα, αλλά στις Βρυξέλλες το δόγμα της απελευθέρωσης των αγορών ζει και βασιλεύει. Και η ευρωπαϊκή κοινή αγροτική πολιτική εμμένει στη δική της λογική: περιορισμός των κρατικών παρεμβάσεων, μείωση της αλληλεγγύης προς τους αγρότες. Γνωρίζουν άραγε πως τα τελευταία 60 χρόνια η γεωργία ήταν η πιο παραγωγική από κάθε άλλον τομέα της οικονομίας; Γνωρίζουν ότι σε χώρες υποτίθεται φιλελεύθερες, όπως οι ΗΠΑ, οι αγρότες τους είναι πολύ πιο χρεωμένοι από όσο οι δικοί μας;
Η πολιτική των επιδοτήσεων, που αρχικός στόχος της ήταν να διατηρηθούν τεχνητά χαμηλές οι τιμές των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων χωρίς να υποστεί απώλειες το αγροτικό εισόδημα, έχει καταντήσει μια αμαρτωλή ιστορία. Το μεγαλύτερο μέρος των επιδοτήσεων δεν καταλήγει στα χέρια των μικρομεσαίων αγροτών, αλλά στις τσέπες μεγάλων αγροτοβιομηχανικών επιχειρήσεων. Σε έρευνα των New York Times έχουν ήδη αποκαλυφθεί οι σκοτεινές πλευρές αυτής της πολιτικής.
Περίπου ο μισός προϋπολογισμός της κοινής αγροτικής πολιτικής (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπολογίζεται πως καταλήγει σε μεγαλοκτηματίες που μάλλον δεν τα είχαν ιδιαίτερη ανάγκη, όπως η βασίλισσα Ελισάβετ της Αγγλίας, ο πρίγκιπας Αλβέρτος του Μονακό και η Καθολική Εκκλησία. Και εκατοντάδες εκατομμύρια επιδοτήσεων στα ταμεία επιχειρήσεων που ελάχιστη σχέση έχουν με τη γεωργία. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δίνει τη δυνατότητα χρηματοδότησης όλων των δραστηριοτήτων «που συμβάλλουν στην αγροτική ανάπτυξη», όπως της οδοποιίας ή των εξαγωγικών αγροτικών επιχειρήσεων (στις οποίες καταβάλλεται η διαφορά της ευρωπαϊκής τιμής από τη διεθνή τιμή ενός προϊόντος).
Πάντως, προχθές, με περισσή αισιοδοξία, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς δήλωσε ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να διαπραγματευτεί στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ το πριμ της εγκατάστασης νέων αγροτών να ανέλθει στα 50.000 ευρώ. Αλλωστε, πρόθεση της Ε.Ε. είναι το 2% του συνολικού ποσού της νέας ΚΑΠ να διοχετευθεί σε νέους αγρότες, καθώς μόνο το 6% του αγροτικού δυναμικού στην Ευρώπη είναι κάτω των 35 ετών. Και ανακοίνωσε την πίστωση στους λογαριασμούς γεωργών και κτηνοτρόφων, ποσού ύψους 1,1 δισ. ευρώ. Με το ποσό αυτό, οι συνολικές καταβολές προς τον αγροτικό τομέα ανέρχονται σε 2,5 δισ. ευρώ το τελευταίο εξάμηνο. Και διαβεβαίωσε ότι θα διασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερα αγροτικά κονδύλια για την καινούργια περίοδο. Δηλαδή, μεταξύ του 2014 και του 2020.
Και πολλοί διερωτήθηκαν γιατί ο Σαμαράς μοιράζει λεφτά στους αγρότες; «Μυρίζει» προετοιμασία για εκλογές;

Πηγή

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

ΚΙ Ο ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ...

Του Γιάννη Πανούση
 
Οι πολιτικοί είναι παντού ίδιοι.
Υπόσχονται ότι θα χτίσουν γέφυρα
όταν δεν υπάρχει ούτε καν ποτάμι.
Νικήτα Χρουστσόφ
 

 
Ο Θεός θέλησε να δοκιμάσει τη λογική και το ομόγνωμον των Ελλήνων. Πήρε, λοιπόν, το δίκοπο μαχαίρι του και έκοψε την Αλήθεια σε φέτες.
Ύστερα μεταμφιέστηκε σε πραματευτή και κατέβηκε στην αγορά της Αθήνας, κάτω από την Ακρόπολη. Συνάντησε κάμποσους πολίτες που φιλονικούσαν για την ύπαρξή του και χάρισε στον καθένα μια φέτα Αλήθειας λέγοντάς τους πως, αν βρουν τρόπο να τα συνενώσουν, θα έχουν για πάντοτε Δημοκρατία.
Κι αυτοί, ενώ ήξεραν ότι κρατούσαν μόνο ένα κομμάτι της Αλήθειας βγήκαν στις ρούγες και στις πλατείες διαλαλώντας πως ο καθένας τους κατέχει ολόκληρη την Αλήθεια.
Κανείς δεν σκέφτηκε να καλέσει τον πλαϊνό του για να ενώσουν τις φέτες Αλήθειας κι έτσι να βοηθήσουν τον κόσμο να λύσει τα προβλήματά του.
Προτίμησαν να κάνουν ομάδες, ν’ απολυτοποιήσουν την αξία του κομματιού τους και να κατηγορήσουν τους άλλους κατόχους των άλλων κομματιών ως ψεύτες.
Έτσι δημιουργήθηκαν και λειτουργούν από τότε τα ελληνικά κόμματα…
 

 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Του Περικλή Κοροβέση
 
Από τη στιγμή που η ανθρωπότητα χωρίζεται σε άρχοντες και αρχόμενους και διαμορφώνεται η εξουσία των λίγων έναντι των πολλών, έπρεπε να βρεθεί ένας πειστικός τρόπος που να δικαιολογεί την αποστολή της και τον ρόλο της -πέρα από την αιματηρή καταστολή- που δεν είχε πάντοτε τα ποθούμενα αποτελέσματα.
Για να δικαιωθεί αυτή η εξουσία έπρεπε να είναι ο εντολοδόχος μιας υπέρτερης, απόλυτης και αιώνιας δύναμης που να είναι απρόσιτη στους κοινούς ανθρώπους. Αυτή η δύναμη δεν μπορούσε να κατοικοεδρεύει στη Γη, αλλά στα ουράνια. Και στα ουράνια κανείς δεν μπορεί να φτάσει ζωντανός για να διαμαρτυρηθεί για την άθλια ζωή του. Και κάθε έννοια διαμαρτυρίας, κινητοποίησης ή απεργίας εκεί πάνω είναι αδιανόητη. Εξ ου και στρέφονται στους επί γης αντιπροσώπους.
Αυτή η πατέντα, δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαμορφώσουν τη μοίρα τους, αλλά πρέπει να υπακούν σε μια υπέρτατη αλήθεια που είναι έξω από τους ανθρώπους, πέρασε στο «έθνος» για τους εθνικιστές, στους «νόμους της Ιστορίας» για τους μπολσεβίκους, για να ακολουθήσουν οι «νόμοι της αγοράς». Τελευταία, στα καθ” ημάς, στα χρόνια των μνημονίων, που είναι ένα πολεμικό σχέδιο για την καταστροφή της χώρας και την πλήρη εξαθλίωση αυτού του λαού (σύμφωνα με μια τελευταία δημοσκόπηση, το 70% δεν τα βγάζει πέρα), εμφανίστηκε μια νέα υπέρτατη δύναμη. Η Ευρώπη και το ευρώ.
Οποιος σκέφτεται κριτικά και διαπιστώνει πως η Ευρώπη δεν είναι μια Δημοκρατική Ενωση των λαών της, αλλά μια αυθαίρετη ολιγαρχία των πλουσίων με εκπρόσωπο τη Μέρκελ, και πως το ευρώ είναι συνάλλαγμα και μεταμφίεση του μάρκου, ρίχνεται στο πυρ το εξώτερο και ανήκει στο λόμπι της δραχμής, λες και η δραχμή δεν είναι ελληνικό νόμισμα, αλλά γρόσι. Και καταδικάζεται από την Ιερά Εξέταση των επισκόπων της Τ.V.
Η τριμελής αντιπροσωπεία της Μέρκελ που παίζει την κυβέρνηση, έχει εκλεγεί. Και, σύμφωνα με μια δημοσκόπηση της MRB, μαζεύει ακόμα ένα 30% των ψηφοφόρων. Πώς εξηγείται αυτό; Η εξουσία έχει τεράστια πείρα που από γενιά σε γενιά συσσωρεύεται και συστηματοποιείται μέσω του κράτους, σε αντίθεση με την εμπειρία του λαϊκού κινήματος που εξαλείφεται εύκολα, μη έχοντας αντίστοιχους θεσμούς. Και αυτοί που υπάρχουν είναι διασπασμένοι και οι εμπειρίες που μεταφέρουν δεν δημιουργούν το αντίπαλο δέος σε σύγκριση με την εμπειρία της εξουσίας.
Οι κυβερνώντες γνωρίζουν πολύ καλά πως αυτός ο λαός έχει χαμηλό πολιτικό και πολιτιστικό επίπεδο, αρκείται στην ημιμάθειά του και τη χρησιμοποιεί για να δικαιώσει το εγώ του, πράγμα που τον κάνει ανίκανο να δημιουργήσει συλλογικότητες. Ο καθένας για πάρτη του και για τη βόλεψή του. Υπάρχουν σίγουρα και οι λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά η εμβέλειά τους είναι περιορισμένη. Ενας λαός με μια τέτοια νοοτροπία εύκολα πιάνεται κορόιδο και ψηφίζει τον δυνάστη του, φτάνει να πάρει το πουρμπουάρ του. Και όταν του κόψουν το χαρτζιλίκι του, διαμαρτύρεται και αναζητεί άλλο δυνάστη και περιμένει κάποιον Μεσσία. Ο ίδιος δεν παίρνει ποτέ την ευθύνη του.
Η εξουσία έχει δύο όπλα. Το ψεύδος και την απάτη, που την μετατρέπουν σε γοητευτικό αφήγημα μέσω της κάστας των επαγγελματιών πολιτικών και των χρυσοκάνθαρων της στρατευμένης δημοσιογραφίας. Να δώσουμε μερικά παραδείγματα. Οταν έγινε η απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, είπαν πως ήταν για την εξυγίανση του Δημοσίου. Και ποιος δεν την ήθελε. Και δεδομένης της εχθρότητας που απολαμβάνει αυτή η κατηγορία των εργαζομένων στην κοινωνία, ήταν και μέτρο δημοφιλές.
Λίγοι ήταν αυτοί που είπαν πως δεν πρόκειται για καμιά εξυγίανση, αλλά για καρατόμηση εργαζομένων βάσει του φακέλου που οι ίδιοι συνέταξαν για τον εαυτό τους. Τότε έπρεπε να μπλοκαριστεί αυτό το μέτρο. Αμα σου κόψουν το κεφάλι, είναι αργά για διαμαρτυρίες.
Για τους μικροκαταθέτες τώρα. Τους έπεισαν να κάνουν τις οικονομίες τους μετοχές. Τους φάγαν τα λεφτά. Επειτα ήρθαν τα ομόλογα για την πιο σίγουρη και αποδοτική επένδυση με κρατική εγγύηση. Τα χάσαν όλα. Και τώρα οι δύστυχοι διαμαρτύρονται. Είναι αργά.
Επρεπε από την αρχή να καταλάβουν την κομπίνα. Η φύση της εξουσίας είναι ληστρική. Μας έπεισαν όλους να αγοράσουμε μια ηλεκτρική συσκευή για να αποφύγουμε το μαρτύριο του κρύου. Δεν είπαν «Ασε τους ανθρώπους να ζεστάνουν το κοκαλάκι τους». Σαν μαυραγορίτες, είπαν: «Από την παγωνιά των άλλων θα βγάλουμε ζεστό χρήμα, μέσω ΔΕΗ».
 

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ ΑΛΛΑ ΔΑΝΕΙΑ

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
 
Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι διαβόητοι Ευρωπαίοι και υπερατλαντικοί εταίροι μας δεν είχαν ακόμα αποφασίσει αν θα βάλουν το χέρι τους στα ευρύχωρα θυλάκια των ενδυμάτων τους (θα έλεγα των επενδύσεών τους) για να στηρίξουν μια χώρα η οποία στο κάτω κάτω δεν μπόρεσε ούτε να εξαγοράσει το μαρτυρικό αίμα της νεολαίας της που θυσιάστηκε για τις αξίες που σήμερα μεγαλαυχεί πως τις υπερασπίζεται και τις εξάγει η Ευρώπη. Και δεν έφτασε ο ποταμός των αιμάτων και των δακρύων. Οι βάρβαροι κατακτητές σήκωσαν και τις καταθέσεις του μικρέμπορου, του αγρότη, του υπαλλήλου, τα επιδόματα ανεργίας για να τα μετατρέψουν σε Μάνλιχερ και σφαίρες για να εκτελούν στην Καισαριανή όσες φωνές τολμούσαν να φωνάξουν «Ελευθερία».
Ας μιλήσουμε λοιπόν για ΔΑΝΕΙΑ, για χρησιδάνεια και αντιδάνεια. Και πρώτα πρώτα, υπάρχουν μόνο δάνεια και τοκοχρεολύσια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα; Υπάρχουν καταθέσεις μόνο στις μπάνκες των τοκογλύφων, των αργυραμοιβών, των σαράφηδων και ενεχυροδανειστών; Και τα ΔΑΝΕΙΑ των λέξεων; Τα δάνεια του σημασιολογικού φορτίου των λέξεων; Μήπως κάποτε θα πρέπει να ανοίξουμε και τις ευρωπαϊκές θυρίδες καταθέσεων για να λογαριάσουμε τι δανείστηκαν και σε ποιο κεφάλαιο τόκισαν τον πολιτισμό τους; Γιατί βέβαια και ο πολιτισμός ένα παραγωγικό κεφάλαιο είναι και χρειάζεται μαγιά για να φουσκώσει το καρβέλι.
Οταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατέρρευσε, πλημμύρισε η Ευρώπη από τις βαρβαρικές φυλές που, όπως γνωρίζει η Ιστορία, έρχονται πάντα να πληρώσουν το πολιτιστικό, πολιτικό ή πληθυσμικό κενό. Γότθοι, Βησιγότθοι, Αλαμαννοί, Γαλάτες, Ούννοι, Σλάβοι κ.τ.λ. κατέκτησαν με την πολεμική τους οργή και την ανάγκη να βρουν ζωτικό χώρο τη γηραιά Ευρώπη. Για να λείψει κάθε παρεξήγηση, αναφέρομαι σε βαρβάρους με την πρώτη, κυριολεκτική, σημασία που είχε ο όρος στα αρχαία ελληνικά: οι αλλόγλωσσοι. Νομάδες οι περισσότεροι επήλυδες, χρειάστηκε να δημιουργήσουν οργανωμένες κοινωνίες, να εφεύρουν θεσμούς και να αφηγηθούν με κάθε μέσο την εποποιία τους, την πορεία τους από τις στέπες και τον πλάνητα βίο στη μόνιμη εγκατάσταση και στην αδήριτη ανάγκη για ασφάλεια, νομιμότητα και φυλετικό μύθο. Επρεπε να ξανααφηγηθούν την ιστορία τους επαναλαμβάνοντας το μοντέλο των αρχαίων λαών, των Αιγυπτίων, των Ινδών, των Κινέζων, των Ρωμαίων και των Ελλήνων. Κατά το σχήμα των πρώτων ευρωπαίων φιλοσόφων της ιστορίας έως τον Σπένγκλερ, να διατρέξουν την επική, τη λυρική και την τραγική τους περίοδο. Και επειδή δεν είχαν παρελθόν, δανείστηκαν ακόμη και με τη βία - αναγκαστικό δάνειο λέγεται αυτό - θεσμούς, μορφές, αξίες και ιδέες από τους λαούς με βάθος ιστορίας και εμπειρίας.
Και βέβαια δανείστηκαν λέξεις και σημασίες για να θεραπεύσουν τις άμεσες ανάγκες τους. Και έκτοτε με αυτές τις λέξεις υπάρχουν, αυτές τοκίζουν και αυτές δανείζουν σ' όσους δεν τις έχουν και συχνά τις επαναδανείζουν σε λαούς από τους οποίους τις δανείστηκαν - αντιδάνεια.
Το πολιτιστικό κεφάλαιο της Ευρώπης, από την Ανταρκτική έως τη Μάλτα και από την Ανδαλουσία έως το Βλαδιβοστόκ, είναι ρωμαϊκό και ελληνικό. Ας αφήσω τους Ιταλούς της σημερινής κρίσης να το διαπραγματευτούν για λογαριασμό τους. Εχουμε λοιπόν και λέμε: Η Ευρώπη δανείστηκε από την ελληνική τράπεζα θεσμών, αξιών και ιδεών τα εξής ομόλογα: τις λέξεις Ιστορία, Δημοκρατία, Πολιτική, Οικονομία, Τεχνική, Λόγος, Μουσική, Θέατρο, Ποίηση, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Νόμισμα, Ιδέα, Πρακτική, Θεολογία, Φιλοσοφία, Παιδεία, Ρητορική, Τραγωδία, Κωμωδία, Επος, Λυρισμός και χίλιες άλλες.
Αυτά τόκισαν, αυτά κεφαλαιοποίησαν, αυτά εκμεταλλεύτηκαν, αυτά πούλησαν και συχνά μας τα έστελναν με καινούργιο αμπαλάζ και δική τους φίρμα ως αντιδάνεια.
Αυτά τα χρέη πότε θα μας τα γυρίσουν πίσω; Δεν λέω, μας έστελναν συχνά πανωτόκια, πολλαπλασίασαν, όπως ο δούλος της παραβολής, το δηνάριο που τους εμπιστευθήκαμε. Αλλά ας μη ξεχνούν «τ' ομόλογο» γιατί, όταν ένας δανειστής αδικείται, μπορεί να θυμώσει και να απαιτήσει να ΕΠΙΣΤΡΑΦΟΥΝ στο ακέραιο οι λέξεις του, οι σημασίες, οι αξίες και οι ιδέες που κουβαλάνε. Τι θα γίνει αν η ανοιχτομάτα (= Ευρώπη) επικράτεια πρέπει να βρει αλλού κεφάλαια για να τοκίσει την Ιστορία, τη Δημοκρατία, τη Φιλοσοφία και κυρίως την Οικονομία της (που την καίει); Τίποτε δεν τη γλιτώνει τότε: γιατί ούτε πολιτικός ούτε ιδιώτης θα είναι ο Ευρωπαίος. Γιατί το idiot ελληνική λέξη είναι.
Πόσο επίκαιρος είναι ο στίχος του Εμπειρίκου: «Πάρε τη λέξη μου, δος μου το χέρι σου».
 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ ΕΘΝΙΚΟΙ ΡΟΥΒΙΚΩΝΕΣ

Της Ζέζας Ζήκου
 
Τι κοινό έχουν μεταξύ τους τα προγράμματα που έχει καταστρώσει η ευρωπαϊκή ηγεσία για τη διάσωση των υπερχρεωμένων χωρών της Ευρωζώνης; Οτι όλα τους περιγράφουν καταλεπτώς τη λιτότητα που θα υποστούν αυτές οι χώρες, χωρίς κανένα τους να ανοίγει δρόμο στην ανάπτυξη. Πόσο θα αντέξουν λοιπόν αυτά τα προγράμματα; Τίθεται ένα οικονομικό ερώτημα που όμως επιδέχεται μόνο μια πολιτική απάντηση: όσο θα αντέξουν οι λαοί αυτών των χωρών.
Παράλληλα, η αύξουσα ενσωμάτωση και αλληλεξάρτηση των επί μέρους εθνικών οικονομιών στη νομισματική ένωση, η θεσμοποίηση δεσμευτικών κανόνων και κανονισμών, η συνακόλουθη βαθμιαία αποψίλωση της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και η πλήρης σχεδόν επικράτηση της μονεταριστικής οικονομικής ορθοδοξίας έχουν συρρικνώσει δραματικά την πολιτική ευχέρεια των κρατών να επιλέξουν εθνικές στρατηγικές εξόδου από την κρίση.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πολιτικός λόγος ηχεί κούφιος και ανεπαρκής. Ακόμα κι αν τα επιβαλλόμενα από τα Μνημόνια μέτρα αποκαλούνται «αναγκαία»- και κατά πάσα πιθανότητα είναι «αναγκαία»- η αδήριτη αυτή ανάγκη συναρτάται με την αντικειμενική πολιτική αδυναμία να χαραχθούν άλλες εναλλακτικές πορείες εξόδου από την κρίση στη βάση αδέσμευτων και πρωτογενών εθνικών επιλογών. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, δεν υπάρχουν πια εθνικοί Ρουβίκωνες.
Ακόμα και αν τα σώματα των κοινωνιών υποφέρουν, δυσφορούν, αντιδρούν και αντιστέκονται, η συνταγή των Μνημονίων -σωστή ή εσφαλμένη για μένα - δεν αλλάζει. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Και η αναγκαία μεταμόρφωση» δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι πολιτιστική, ιδεολογική και ηθική. Οι πολιτικές ηγεσίες καλούνται να διαγράψουν όλα εκείνα τα οποία, καλώς ή κακώς, οι πολίτες έχουν κατακτήσει.
Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν, όμως, ανομολόγητα. Ουδείς φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως, την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα τα διαλυτικά προσόντα των «ορθολογικών μεταμορφώσεων», πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση οι «ευτελείς μικρο-ιδιοτέλειες» μιας κοινωνίας που δεν επιδιώκει παρά μόνο την επιβίωσή της.
Στις προσπάθειες του ευρωπαϊκού άξονα να επιβάλει σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση ένα ψευτοπροτεσταντικό μοντέλο στυγερής λιτότητας, με διαρκώς μειούμενους μισθούς και συντάξεις, με παράταση του εργασιακού βίου σχεδόν έως τα όρια του κατά χώραν προσδόκιμου ζωής και με διαρκώς ογκούμενη την ανεργία. Αλλά και με τα υπολείμματα του κοινωνικού κράτους να διασκορπίζονται και αυτά.
Υπό την αφόρητη πίεση μιας απίστευτα ζοφερής οικονομικής πραγματικότητας, η λύση μπορεί να φαντάζει μονόδρομος καθώς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ποια κράτη βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο; Εκείνα με τις οικονομίες που είναι οι λιγότερο ανθεκτικές, διότι το μοντέλο λειτουργίας τους είναι παρωχημένο, απροσάρμοστο στα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης και παράγει υψηλά ελλείμματα.
Βέβαια, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ψελλίζουν διάφορες ενστάσεις, αλλά εν τέλει συντάσσονται πίσω από το κοντόθωρο όραμα της τακτικίστριας Μέρκελ, τόσο τακτικίστριας και καιροσκόπου που λαμβάνει μεγάλες αποφάσεις για την Ευρώπη ανάλογα με το τι συμφέρει προεκλογικά και ανάλογα με τα ανθελληνικά ή αντιμεσογειακά πρωτοσέλιδα της Bild. H κ. Μέρκελ πιθανόν οραματίζεται τη Γερμανία σαν ένα πλούσιο νησί μέσα στην Ευρώπη, που απολαμβάνει όλα τα οφέλη της ασύμμετρης Ευρωζώνης, ως ισχυρή, χωρίς να θέλει να επωμιστεί το κόστος εξισορρόπησης. Οι ασθενέστεροι κρίκοι της ασύμμετρης Ευρώπης σύρονται πίσω από την ηγεμονία του Βερολίνου. Για πόσο ακόμη;
 
 

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΥΚΟΥΣ

Του Νίκου Φραντζή

Το κυρίαρχο ερώτημα, από εδώ και στο εξής, δεν έχει να κάνει με την παραμονή ή όχι της Ελλάδας στην Ευρωζώνη αλλά με το ποιοι θα είναι οι όροι διατήρησης από τη χώρα μας του κοινού νομίσματος, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η και Ευρωζώνη θα συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή της μορφή.
Αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι το οποίο θα μπορούσαμε να επηρεάσουμε, αλλά σε ό,τι αφορά το είδος της συμμετοχής μας στην κοινή ευρωπαϊκή νομισματική πορεία είναι προφανές ότι μπορούμε και πρέπει να αναπτύξουμε πολύ συγκεκριμένη εσωτερική στρατηγική, στο βαθμό που είμαστε ακόμη σε θέση να λειτουργήσουμε ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις των πολιτικών προϊσταμένων της τρόικας.
Πριν από λίγες ημέρες ένας Γερμανός, σημαίνων στέλεχος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της χώρας του, διατύπωσε ένα από τα πλέον ειλικρινή σχόλια, σε ό,τι αφορά την καταγραφή των προθέσεων της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα, και γενικότερα τις χώρες του Νότου.
Ο κ. Αντον Μπέρνερ, πρόεδρος του Συνδέσμου Εξωτερικού Εμπορίου σχολίασε ότι «η Ελλάδα είναι μια ασήμαντη αγορά για τις γερμανικές εξαγωγές, όμως, ο κίνδυνος είναι να τεθεί η χώρα εκτός Ευρωζώνης διότι τότε θα απομακρυνθεί στην πράξη και από την Ευρωπαϊκή Ενωση και θα έπεφτε στην αγκαλιά της Κίνας ή της Ρωσίας.
Η Ελλάδα θα αποκόμιζε τεράστια κέρδη και η Ευρώπη θα αποκτούσε ένα πρόβλημα ασφαλείας και μάλιστα για πολλές δεκαετίες. Αν πληρώσουμε για την Ελλάδα, αυτό ίσως θα μας κοστίσει φθηνότερα, αλλά η Γερμανία πρέπει να αναμειχθεί στην πολιτική των χωρών της Νότιας Ευρώπης».
Ο κ. Μπέρνερ μπορεί να μην είναι πολιτικός, ώστε να καθορίζει την πολιτική στρατηγική της χώρας του, όμως η ιδιότητά του είναι πολύ ισχυρή, καθώς οι θέσεις του εκφράζουν τις απόψεις της επιχειρηματικής ελίτ της Γερμανίας για το πώς οφείλει να κινηθεί η γερμανική κυβέρνηση σε ευρωπαϊκό πεδίο.
Απέναντι σε αυτήν τη στρατηγική, η σχέση μεταξύ των ενεργειών που πρέπει να γίνουν από εμάς και των αποτελεσμάτων που επιδιώκονται, δεν είναι τόσο απλά γραμμική όσο μπορεί να φαίνεται από αυτές τις δηλώσεις ή να υποδεικνύεται από κάποιους που «χτίζουν» πολιτικές θέσεις πάνω σε απλοποιημένες αντιπαραθέσεις. Δηλαδή οι εκβιασμοί με τα «πιστόλια στο τραπέζι» δεν έχουν και μεγάλη αξία αν δεν ξέρεις ή δεν μπορείς να ακολουθήσεις το παιχνίδι, έως το τέλος, με αξιώσεις. Το γνωρίσαμε αυτό στο πρόσφατο παρελθόν.
Ομως οι στόχοι που πρέπει να τεθούν - απέναντι σε πολιτικές που αναλύονται με τόσο σαφήνεια και περιεκτικότητα - θα καθορίσουν και τον τρόπο με τον οποίο θα αναδειχθεί η αποτελεσματικότητα των ενεργειών για να τους επιτύχουμε.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

Η ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΜΝΗΜΗ

Του Στέλιου Συρμόγλου
 
Τα όσα διαδραματίζονται στη χώρα μας δεν είναι αποκομμένα από την εθνική μας μνήμη…Η μνήμη σ’ένα λαό δεν μπορεί να είναι καταγραφή απλώς απολιθωμένων γεγονότων, αλλά η κριτική πορεία μέσα απ’ αυτά.Ό,τι δεν αναλύεται, πεθαίνει. Ούτε πάλι η μνήμη μπορεί να είναι μνησικακία, που συντηρεί την εκδίκηση. Ούτε καταλογογράφηση, που αχρηστεύει τον νου. Ούτε “λαβωματιά” που θηριεύει τα ψυχικά συμπλέγματα. Ούτε φιλολογική αναφορά, που συντηρεί λείψανα. Ούτε εθνική λογόρροια, που οδηγεί στην αυτάρεσκη απραγία.
Ένας λαός έχει μνήμη κι όταν μπορεί να ξεχνάει και είναι αμνήμονας κι όταν θυμάται. Χρειάζεται κριτικός νους και ταυτόχρονα μια έγερση πάνω από την ιστορία, ακόμα και την επικαιρότητα, που θα επιτρέψει το διύλισμα, την αξιολόγηση και την κατάταξη των γεγονότων, ιδεών και καταστάσεων.Τίποτα δεν μπορεί να έχει σημασία από τα παρελθόντα, αν το εκλάβουμε ως δεδομένο. Αν, όμως, το δούμε μέσα στις συναρτήσεις που το γέννησαν, τότε προσλαμβάνει τη σημασία του και δηλώνει τη χρησιμότητά του, την αποδοκιμασία του, την καταδίκη του, την αποφυγή του.
Χρειάζεται η κριτική μνήμη στον λαό. Μόνον ο λαός που φροντίζει να διατηρεί τις μνήμες του και να είναι ώριμος, χωρίς να περιμένει να ωριμάσουν οι γύψοι των καθεστώτων, μπορεί να κοιτάζει μπροστά. Και η εξουσία αποκτά τόση σκληρότητα, όσο περισσότερο της αφήνεται με εμπιστοσύνη εν λευκώ και ακρισία ο λαός. Η τέτοια εμπιστοσύνη και ακρισία, ενίοτε συνδυασμένη με την αδιαφορία που προκύπτει από την αδυσώπητη καθημερινότητα, καταστρέφει τη μνήμη ή τη σηματοδοτεί αποπροσανατολιστικά, οπότε πάλι την αχρηστεύει. Τότε η πολιτική εμπειρία στο λαό παύει να λειτουργεί. Σαν να είναι πρωτάνθρωποι χωρίς, δηλαδή, παρελθόν. Ακριβώς, η παντεποπτική μνήμη είναι η πολιτική εμπειρία. Και εμπειρία δεν έχει ένας άνθρωπος ή ένας λαός που έζησε απαραίτητα πολλά, αλλά όποιος έδωσε κίνηση και δυναμισμό στην πείρα του. Εμπειρία είναι η μετάπλαση της πείρας σε βίωμα, σε διανόημα, σε πράξη!
Αν η πείρα ήταν εμπειρία και ικανότητα, ως αποτέλεσμα γνώσης,αναπροσαρμογής και μελετης, τότε οι δυστυχέστεροι λαοί, θα ήταν και οι ικανότεροι. Το μόνο που καταφέρνουν είναι να μακραιωνίζουν τη δυστυχία τους και την ανελευθερία τους…
Οι Έλληνες έχουμε, όσο ελάχιστοι λαοί, τις περισσότερες δυστυχισμένες και ευτυχισμένες περιόδους ζωής. Κάποτε, όμως, μας έμεινε η πείρα χωρίς να γίνει εμπειρία. Αρνούμαστε να μάθουμε πολιτική και ζωή, παρά την τόση πείρα μας. Καταντήσαμε να μην έχουμε πολιτική εμπειρία, παρά την ιστορική μας πείρα. Γι αυτό, δεχόμαστε και καταδεχόμαστε τις χειρότερες μεθοδεύσεις για τη ζωή μας, χειροκροτώντας και επικροτώντας ή και επιπόλαια αντιδρώντας…Και στεκόμαστε σε άνευ σημασίας λεπτομέρειες, την ίδια ώρα που τεκταίνονται τα χείριστα. Και τα χείριστα διογκώνονται. Και γίνονται αποδεκτές αναγκαιότητες. Τα “εξαγιάζει” το πέρασμα του χρόνου. Περνούν αμετάκλητα κάποια χρονική στιγμή στο αμάρτημα, όταν εμμένουν να μένουν, μετά τα πρώτα σημάδια του ξεπεράσματός τους. Και ό,τι εμμένει να μένει, όταν φαίνεται πως ξεπερνιέται, γίνεται σάπιο και καταναγκαστικό, για να επιβιώσει ως…βαλσαμωμένο λείψανο και πολιτικό σκιάχτρο.
Τα πουλιά φοβούνται τα σκιάχτρα και υποτάσσονται στην ανελευθερία και την πείνα τους. Κι όταν τα συνηθίσουν, δεν διανοούνται να τα προσπεράσουν. Κάπως έτσι στοιχειοθετήθηκε μέσα στην ιστορία η καθήλωση μας. Και κάπως έτσι , στους δαιδαλώδεις θαλάμους της λήθης, περιπλανώνται οι Έλληνες, εξαιτίας ιδίως των στερουμένων πολιτικής εμπειρίας και ιστορικής μνήμης ποδηγετών τους. Γι αυτό στην Έλλάδα δεν υπάρχει εθνική πολιτική και στάση. Γι αυτό παρατηρούνται αμετροέπειες, επιπολαιότητες, ευκαιριακές πολιτικές, παλινωδίες και αναγωγή του εφικτού σε μυθοπλασία, ενώ το “βάπτισμα” της όποιας πρόσκαιρης επιτυχίας “μπουκιάς” στα κομματικοιδεολογικά ποτήρια των νοθευμένων κρασιών, δίνουν τη διάσταση της πολιτικής υποτίμησης τούτου του λαού.
Ένας πολιτικός κόσμος περιχαρακωμένος μέσα στα φοβερά του λάθη και την έλλειψη ιστορικής μνήμης, συνθέτει το πλαίσιο της πολιτικής στάσης. Δεν λέμε πορείας, γιατί δεν πάμε πουθενά σαν λαός. Προγράμματα, εκσυγχρονιστικά σχέδια και οράματα είναι προκάτ και πατρόν, που εφαρμόζονται στα μέτρα του λαού, αλλά στο παλιό ρούχο.
Ως λαός ερχόμαστε αντιμέτωποι με το αποτέλεσμα, που είναι κατά κανόνα οδυνηρό. Η πρόθεση, η αναγγελία και η διαδικασία είναι προνόμιο της πολιτικής ηγεσίας. Το προνόμιο αυτό βέβαια εκλαμβάνεται ως αυθαίρετο δικαίωμα. Η δε δημοκρατία επιβάλλει και τη λαική συνηγορία. Αποφεύγω τον όρο κυριαρχία, γιατί η μεν κυριαρχία υφαρπάζεται από την εξουσία, η δε συνηγορία ζητείται από τον λαό. Η διασφάλισή της όμως δεν επιχειρείται με τη λογική εκτίμηση, αλλά με τη λογική υποτίμηση!
Και οι Έλληνες, ως λαός χωρίς εθνική μνήμη, θα ζητούν πάντα έναν Μεσσία. Κι αν δεν τον προσποιηθεί κάποιος, θα ενεδρεύουν οι διάφοροι “εθνοσωτήρες” τύπου Σαμαρά και Βενιζέλου και ανενδοίαστα θα ομιλούν για “έξοδο από την κρίση”, για νέους αγώνες και εκσυγχρονισμό. Ένας ακόμη κύκλος στην επιφάνεια του τέλματος, καθώς οι Έλληνες θα βυθίζονται “ανίδεοι” μα χορτάτοι από πλαστά λόγια, όπως οι σύντροφοι του Οδυσσέα…