Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΞΥΠΝΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ! Η ΓΕΝΙΑ ΜΑΣ ΣΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ.

Του Τάσου Φούντογλου
 
Τελικά, είμαστε περίεργος λαός. Κρατάμε το δαιμόνιο της φυλής μονάχα για τις επιτυχίες και τις αποθεώσεις μας και, όταν έρχονται τα δύσκολα, τρέχουμε πανικόβλητοι στους κακούς μας δαίμονες για να μας νουθετήσουν και να μας δείξουνε το δρόμο.
«Θα σας κρεμάσουμε», φωνάζουν τα κοινοβουλευτικά μας σούργελα και από κοντά και οι ανεύθυνοι πολίτες. Να αποθεώσουνε την παρακμή, να επιβραβεύσουνε την υστερία και να επιβεβαιώσουνε -για πολλοστή φορά- το θεμελιώδες αξίωμα της στρατηγικής πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση.
Όταν δεν κατέχεις την απαραίτητη γνώση και οι πολιτικές σου ικανότητες φτάνουν μέχρι τα γουναράδικα του Άρη , άντε και τα τσιπουράδικα της τοπικής σου πελατείας, τότε ο καλύτερος τρόπος για να αμυνθείς απέναντι στα επιχειρήματα της άλλης πλευράς είναι η επίθεση του χύδην λόγου και του άρτζι μπούρτζι και λουλά.
Η συνταγή γνωστή. Δεν παίρνουμε θέση ποτέ πάνω στα νούμερα και τις βασικές έννοιες της Οικονομικής Επιστήμης (ισοζύγιο πληρωμών, δημοσιονομικά ελλείμματα, διαρθρωτική ανεργία, ελλείμματα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας κ.α), καθυβρίζουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ το μισητό Μνημόνιο και ό,τι άλλο ευχαριστεί τα αυτάκια του μέσου αγανακτισμένου πολίτη (μετανάστες, φορολογικό κ.α ), επικαλούμαστε πάντα τους ευσυνείδητους και εργατικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, αποσιωπώντας επιμελώς τη λέρα που κρύβεται χρόνια τώρα από πίσω τους και δημιουργούμε υψηλές προσδοκίες στο μικρό μας στρουμφοχωριό πως η επόμενη επίθεση του λαομίσητου «Δρακουμέλ» θα αποκρουστεί με ένα ακόμα μαγικό ξόρκι του λαοφιλούς «Μπαμπαστρούμφ».
Και όλα αυτά ενδεδυμένα με τις γνωστές φράσεις -κλισέ του αντιμνημονιακού λεξιλογίου. Γκαουλάιτερ, δωσίλογοι, κατοχικές κυβερνήσεις, τοκογλύφοι και γκιλοτίνες.
Λέξεις ανεπίγνωστες, κραυγές φτηνών θεατρίνων που επιχειρούν να εντυπωσιάσουν το κοινό με ακροβατικούς συλλογισμούς και ασυλλόγιστες ακροβασίες. Και όμως.
Δεν με φοβίζουν  οι συγκεκριμένοι α-νόητοι. «Μήτε βαθείς στις σκέψεις ήτανε ποτέ τους, μήτε τίποτα. Τυχαίοι και αστείοι άνθρωποι που μιλάνε με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά» και υποστηρίζονται από ομόγλωσσούς τους.
Δεινοπαθείς για λίγο, βλέποντας τις ζοχάδες του πισινού τους να κυματίζουν πλησίστιες στα πρόσωπά τους, αλλά συνηθίζεις γρήγορα στη θλιβερή τους παρουσία. Να ναι καλά αυτή η λυτρωτική προσαρμογή του υποδοχέα.
Με φοβίζουν, όμως, οι λέξεις των τυχαίων, που γίνονται σιγά σιγά οικείες στον Έλληνα πολίτη. Οι λέξεις που χώνονται αθόρυβα μέσα στη ψυχή του, δίχως κρότο και δίχως να κινούν την προσοχή των άλλων, και αρχίζουν μεθοδικά να ξεδιπλώνουν το καταχθόνιο των σχεδίων τους πάνω στις σκέψεις και τις γνώμες του. Συνηθίζει στην όψη της χούντας, εξοικειώνεται με την αισθητική της και σαν έρθει κάποτε η ώρα των πραγματικών δικτατορίσκων, αυτών των σημερινών ηλίθιων με το αποκρουστικό παρουσιαστικό και τον πτωχοντυμένο λόγο, δεν θα έχει πια λέξεις για να περιγράψει το δράμα του.
Χούντα είχε και χούντα θέλουνε και οι επόμενοι να του επιβάλλουν. Καμία διαφορά. Οπότε;
Με φοβίζουν οι λέξεις των αστείων, που σέρνονται σιγά σιγά στις φιλικές μας συζητήσεις  και ερήμην μας δηλητηριάζουνε τις μεταξύ μας σχέσεις. Τα εμπαθή και επικίνδυνα «ΕΑΜ ΕΛΑΣ Μελιγαλάς» και οι ανιστόρητες «Χούντες που δεν τελείωσαν το ’73».
Φωλιάζει ο διχασμός πάλι στις ζωές μας με υπαιτιότητα δική τους και δική μας. Μεγαλώσαμε πια, μορφωθήκαμε, αποκτήσαμε δεξιότητες και γνώσεις στα μεγάλα ιδρύματα του επιστητού, ταξιδέψαμε σε άλλους κόσμους, ανταμώσαμε αλλιώτικες σκέψεις και διαφορετικές συμπεριφορές και το «δεν ήξερα δεν άκουσα» δεν μπορεί να αποτελεί το άλλοθί μας.
Ξέρουμε πολύ καλά τι φταίει, ποιος ευθύνεται και γιατί το επιτρέψαμε. Ο καθένας ας επωμιστεί αυτό που του αναλογεί. Αλλά όχι ρε γαμώτο άλλους διχασμούς. Όχι άλλες διαιρέσεις για να κάνουνε καριέρες οι ανώνυμοι ρολίστες του διαδικτύου και οι επώνυμοι υποβολείς τους.
Ζούμε μια ακόμα χαμένη δεκαετία, σαν όλες εκείνες τις χαμένες δεκαετίες της πολιτικής μας ιστορίας που εγγράφονται μονότονα στο κακορίζικο και την κακοδαιμονία της φυλής μας και κινδυνεύουμε να δούμε το ανεξίτηλο σημάδι της να σφραγίζει και να χαρακτηρίζει και τη δική μας γενιά. Μια χαμένη γενιά. Δεν χρειάζονται υπότιτλοι για να καταλάβεις το δράμα και να συναισθανθείς το ιστορικό βάρος της πλήρους απουσίας μιας γενιάς από τη διαμόρφωση του μέλλοντός της.
Μεταναστεύουμε, παραιτούμαστε, μπαίνουμε οικειοθελώς στο περιθώριο και εγκαταλείπουμε το μέλλον μας στα χέρια των καθ΄ έξιν βιαστών μας. Εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδα των λαϊκιστών και στις εμμονικές διεξόδους των φιλευρωπαϊστών βουβαθήκαμε και  πάψαμε να αντιδράμε.
Παρατηρούμε αποσβολωμένοι τους άχρηστους να απολύουν τους συμμαθητές μας και να περικόπτουν τα εργασιακά τους δικαιώματα και την ίδια στιγμή να διατηρούν εν ζωή την ξεφτιλισμένη αργομισθία του υπουργού Μακεδονίας και Θράκης και του Καναλιού της Βουλής, να ενδίδουν στις πιέσεις των βλαχοδημαρχαίων για αδιαφάνεια και μαύρα ταμεία και να αδυνατούν να δώσουν τον τόνο του εκσυγχρονισμού και το παράδειγμα της εκ βάθρων αλλαγής, μέσω της μείωσης του αριθμού τους και του περιορισμού της υπαλληλίας που κινείται γύρω τους (υπάλληλοι Βουλής, έμμισθοι σύμβουλοι, διοικητικά συμβούλια κ.α).
Βλέπουμε την ανικανότητα να προσπαθεί να διαχειριστεί την κρίση μέσα από οριζόντιες πολιτικές απόλυσης των πάντων και, αντί να ζητήσουμε εδώ και τώρα να ανοίξουν δημόσια οι φάκελοι πρόσληψης των υπό κατάργηση υπαλλήλων και να μας κοινοποιηθούν οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν κατά την πρόσληψη, τα κριτήρια επιλογής και τα προσόντα των ατόμων που απορρίφθηκαν, στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στον αρχισυνδικαλιστή που απαιτεί να μην πειραχτεί κανένας και να παραμείνουν όλοι στις θέσεις τούς. Με το επιχείρημα πώς πλησιάζει και η δική μας ώρα.
Κάνουν τον φόβο επιχείρημα μήπως και τρομοκρατήσουν την κοινωνία και εξαναγκάσουν τον ευσυνείδητο υπάλληλο να συνταχθεί μαζί τους και να παλέψει και αυτός από τα ίδια μετερίζια. Υπερασπιζόμενος τι ακριβώς ρε γαμώτο;
Τη δημοκρατία της κολοβάρας και της ρεμούλας; Την ισοπολιτεία της πρόσληψης απτό παράθυρο; Την ισονομία των ημέτερων;
Πόση βλακεία πια να αντέξουμε;
Πόση ηλιθιότητα πρέπει να συσσωρευτεί σε αυτό το διαδίκτυο για να εκραγεί, επιτέλους, η φούσκα του εθισμού;
Ποια άλλη κοινωνία, στοιχειωδώς σοβαρή, θα ανεχόταν τη χούντα του Φωτόπουλου και του Μπαλασόπουλου να στρογγυλοκάθεται όλο νάζι στις πρώτες σειρές ιδρυτικών συνεδρίων;
Ποια άλλη κοινωνία, στοιχειωδώς συνειδητοποιημένη για το τι συμβαίνει, θα επέτρεπε στην κακομαθημένη δημοσιοϋπαλληλία να της βγάζει γλώσσα και να βάζει μια ζωή μπροστά τους ικανούς για να καλύψει τους ανίκανους;
Ποια άλλη κοινωνία, στοιχειωδώς αξιόγραφη, θα έκλεινε τα μάτια της μπροστά στα λαμόγια της επιχειρηματικής της τάξης, που αρνούνται  πεισματικά να επενδύσουν τα κέρδη των καλών εποχών σε νέες παραγωγικές δομές;
Ποια άλλη κοινωνία, στοιχειωδώς αξιοπρεπής και ευυπόληπτη, θα επέτρεπε στους εταίρους της να την ξεφτιλίζουν και να την απαξιώνουν και, την αμέσως επόμενη στιγμή, δεν θα έστελνε τις αξίες της να διαπραγματευτούν, όχι τα δανεικά όπως κραυγάζουν οι ψωριάρηδες και οι φτωχομπινέδες, αλλά τους όρους της αναπτυξιακής ανασυγκρότησης της χώρας;
Γιατί σπαταλάμε όλες μας τις δυνάμεις σε μάχες με τους ανεμόμυλους των κατ’ επάγγελμα ζητιάνων και δεν ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη μάχη της Ευρώπης, αναδεικνύοντας στα αξιώματα αυτούς που έχουν τις ικανότητες να διεκδικήσουν και να διαπραγματευτούν;
Τόσο πολύ χαλάσαμε; Τόσο πολύ ξεφτίλες γίναμε;
Πού είναι οι νεολαίες να αρθρώσουν λόγο;
Πού είναι οι παρέες των νέων ανθρώπων να διεκδικήσουν τους δήμους και τις περιφέρειες από τους αποτυχημένους καταχραστές του μέλλοντός μας;
Πού είναι τα φοιτητικά κινήματα να αποτινάξουν από πάνω τους τις κομματικές δουλείες και τις ταμπέλες της εμεσματικής κομματοκρατίας και να αναλάβουν τον ιστορικό τους ρόλο;
Χωρίς κομματικούς νταβατζήδες, χωρίς εμμονές και μαστουρωμένους λόγους, χωρίς παπαγαλάκια του τάδε και του δείνα γερμαναρά η αγγλοσάξωνα φιλοσόφου, να ανακαλύψουν νέα λεξιλόγια, να φτιάξουνε νέα οράματα και να αφυπνίσουν με τον λόγο τους και την αισθητική του νέου πανεπιστημιακού χώρου τις υγιείς κοινωνικές δυνάμεις.
Ως πότε το σκουπιδαριό, οι βρωμισμένοι τοίχοι και τα γεμάτα αποτσίγαρα πατώματα των ακαδημαϊκών μας χώρων θα αποτελούν τον κανόνα στα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα;
Ως πότε η συναλλαγή της κομματικής πλέμπας με τις πρυτανικές αρχές θα γίνεται ανεκτή από τους νέους και μορφωμένους ανθρώπους που στέκονται σιωπηλοί στο περιθώριο;
Ως πότε η νέα γενιά θα δέχεται αδιαμαρτύρητα τον ιδεολογικό και πολιτικό της ευνουχισμό από τους ιεροκύρηκες του οπισθοδρομισμού και της συντήρησης και θα καταδέχεται να παίζει αμέριμνη ρακέτες και να επιδεικνύει τα τατού της στους απέναντι, την ίδια στιγμή που οι Παπουτσήδες επιστρέφουν και διορίζονται σε θέσεις ευθύνης;
Ως πότε θα καθόμαστε αραχτοί να πίνουμε τους ιταλικούς μας καπουτσίνους και να πληρώνουμε τα μπιτσόμπαρά μας από τα εφάπαξ και τις συντάξεις των γονιών μας; Και κυρίως.
Ως πότε θα εκλέγουμε α-νόητους και ά-κριτους;
Ως πότε ο Καραγκιόζης από φιγούρα παιδικής παράστασης θα αποτελεί το κοινοβουλευτικό μας πρότυπο; Ξύπνα ρε μαλάκα. Η γενιά μας σε χρειάζεται!!!
 

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ

Του Ευάγγελου Γρ. Αυδίκου *
 
Τα τελευταία χρόνια η ψυχολογία, μαζί με την οικονομία, είναι από τις επιστήμες που πρωταγωνιστούν στον δημόσιο χώρο. Η οικονομία είναι το πεδίο όπου οι οικονομολόγοι και οι οικονομολογούντες διασταυρώνουν τα ξίφη τους με πολιτικούς και δημοσιογράφους, σε μια προσπάθεια να οικοδομήσουν μια «αντικειμενική» παρουσίαση της βαθιάς περιδίνησης στην οποία έχει περιπέσει η ελληνική οικονομία. Συχνά τα ξίφη όλων αυτών συστρατεύονται επιχειρώντας να δημιουργήσουν συνθήκες αναγκαιότητας για τις αδυσώπητες περικοπές που έχουν φέρει όλους τους Ελληνες σε κατάσταση παραζάλης, μόνιμης κατάθλιψης και στέρησης της αισιοδοξίας για τους μεγαλύτερους, που βλέπουν ότι ο ουρανός έχει μαζέψει πολλά και σκοτεινά σύννεφα, σε σημείο να μην ελπίζουν. Χάνουν την πίστη τους στο μέλλον, πως δηλαδή μπορούν να ονειρεύονται.
Σ’ αυτό το σημείο η ψυχολογία γίνεται η επιστήμη των παρενεργειών που προκαλούν οι αψυχολόγητες πράξεις της εξουσίας με την ταπείνωση και εξαθλίωση των Νεοελλήνων. «Δεν υπάρχει εξουσία χωρίς μίσος», υποστηρίζει ο Ευριπίδης. Προφανώς, αυτό είναι αληθές για τα αυταρχικά καθεστώτα, τα αντιδημοκρατικά αλλά και όσες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες διολισθαίνουν σ’ αυτό. Η δημοκρατική εξουσία αντλεί δύναμη από το ενδιαφέρον για τον άλλο, ιδίως τον πιο αδύναμο αλλά και όλους τους πολίτες. Φροντίδα ενός δημοκρατικού καθεστώτος, που διαπνέεται από ανθρωπιστικά ιδανικά, είναι να θέσει κανόνες και να διαπαιδαγωγήσει τους πάντες στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αναλογικότητα της συνεισφοράς στα οικονομικά βάρη. Η δημοκρατία, συνεπώς, δεν μισεί. Αν το κάνει, είναι μια ένδειξη ότι έχει εκτροχιαστεί από τις βασικές δημοκρατικές αρχές.
Το μίσος είναι προϋπόθεση του «διαίρει και βασίλευε». Αποτελεί βασική επιλογή όσων ενδιαφέρονται για την ευημερία των αριθμών, ακόμη κι αν αυτό οδηγεί στον οικονομικό Καιάδα πολλούς συμπολίτες. Οπου η δημοκρατία δεν αναπνέει, παράγονται συναισθήματα δυσανεξίας και επιθετικότητας. Δημιουργούνται συνθήκες ανθρωπιστικής και πολιτικής κρίσης.
Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι και η Ελλάδα της τελευταίας τριετίας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχουν δομικές δυσπλασίες στην οικονομική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, μια δημοκρατική πολιτεία επιλέγει τον επιμερισμό των υποχρεώσεων. Αντίθετα, αυτό που συνέβη στην Ελλάδα -αποτελεί κοινό τόπο πλέον- είναι η ασυλία στους λίγους και η απομύζηση και της τελευταίας ικμάδας από τους πολλούς. Είναι η διαμόρφωση συνθηκών πολέμου με άπειρα θύματα, βιολογικά και ψυχολογικά.
Ο δρόμος όμως ώς τη δημιουργία συνθηκών «παγετώνων» χρειαζόταν σχεδιασμό. Κι εδώ η εξουσία που διολισθαίνει στον αυταρχισμό προσφεύγει στην ψυχολογία και την προπαγάνδα. Σπέρνει το μίσος. Στρέφει τη μια ομάδα εναντίον της άλλης. Είναι αυτό που αποδόθηκε με τη φράση που μπήκε στο λεξιλόγιο όλων μας στα χρόνια του Μνημονίου: κοινωνικός αυτοματισμός. Για να χειραγωγηθεί η πολιτική βούληση των πολιτών σπέρνεται ο διχασμός. Στοχοποιούνται κάθε φορά τα κοινωνικά στρώματα που αμφισβητούν τον πολιτικό αυταρχικό διεκδικώντας τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Η εξουσία είναι «μανούλα» στην πρόκληση του κοινωνικού αυτοματισμού. Στην Ελλάδα δε οι κυβερνώντες αναδείχτηκαν σε μάστορες της ψυχολογίας των πολιτών. Κάθε φορά ένα κοινωνικό στρώμα κατασυκοφαντούνταν, απαξιωνόταν, δινόταν βορά στα ανθρωποφαγικά ένστικτα που η ίδια η εξουσία είχε φροντίσει να καλλιεργήσει και να απελευθερώσει.
Η παραγωγή μίσους γίνεται τρόπος διακυβέρνησης στη μνημονιακή Ελλάδα. Ολοι εναντίον όλων. Ετσι, βήμα το βήμα διαμορφώνονται συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Το βασικό γνώρισμα ενός εμφυλίου είναι ο διχασμός και η διάσπαση του κοινωνικού ιστού. Το μίσος, ως επίσημη ιδεολογία ή υφέρπουσα πρακτική. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Χάνεται η κοινωνική συνείδηση και επιστρέφουμε στα όσα είπε ο Δαρβίνος σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Η εξουσία απεκδύεται τον κοινωνικό της ρόλο. Μεταβάλλεται σ’ έναν απλό διαχειριστή, που φροντίζει, σε τακτικό χρόνο, να τροφοδοτεί την αρένα με νέα θύματα.
Καιρός είναι να θυμηθούμε τα ανθρωπιστικά ιδανικά. Η κοινοβουλευτική μας δημοκρατία οφείλει να αναλάβει την ευθύνη της. Να υπερασπιστεί τα βασικά δικαιώματα των πολιτών. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι να το πετύχει. Νόμιμοι. Αρκεί να το θελήσουν οι πολίτες.
 
* Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
 

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

ΔΙΑΣΡΤΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Του Χρήστου Κάτσικα
 
Πριν από κάθε επίθεση προηγείται η προπαγάνδα, η οποία χρησιμοποιείται για να λιπάνει το έδαφος. Στόχος, η συκοφάντηση του αντιπάλου, η απομόνωσή του από σύμμαχες δυνάμεις, σε τέτοιο βαθμό που το θύμα να αποδεχθεί τη θυσία σαν να είναι θέλημα Θεού
 
Οποιος είχε στοιχειώδη εμπειρία από τους μάγιστρους της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης, είχε διακρίνει με γυμνό οφθαλμό τις αθέατες σκοπιμότητες: η όλη διαδικασία, με τη βοήθεια των ηλεκτρονικών μας γκουβερνάντων, με τα ατελείωτα άρθρα της δημοσιογραφίας της αυλής και με το βάρος των πρόθυμων διανοουμένων της οθόνης, ερχόταν να πριμοδοτήσει, να στερεώσει και να νομιμοποιήσει έναν από τους βολικότερους αστικούς μύθους για το «διογκωμένο συγκεντρωτικό κράτος με τους άπειρους, προνομιούχους και βαριεστημένους δημοσίους υπαλλήλους», ο αριθμός των οποίων «σχετίζεται αφενός με τα δημοσιονομικά ελλείμματα, αφετέρου με τις αναχρονιστικές αγκυλώσεις της κρατικής μηχανής».
Στη συνείδηση της κοινής γνώμης οι δημόσιοι υπάλληλοι παρουσιάστηκαν, τα τελευταία χρόνια, με αριστοτεχνικό τρόπο σαν «το βαρίδι στα πόδια μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας που θέλουν να προχωρήσουν και δεν μπορούν».
Πριν από κάθε επίθεση προηγείται η προπαγάνδα, η οποία χρησιμοποιείται για να λιπάνει το έδαφος. Στόχος η συκοφάντηση του αντιπάλου, η απομόνωσή του από σύμμαχες δυνάμεις, σε τέτοιο βαθμό που το θύμα να αποδεχθεί τη θυσία σαν να είναι θέλημα Θεού. Να γίνει ξεκάθαρο: η συζήτηση για το μέγεθος του δημοσίου τομέα και για την έκταση της απασχόλησης σ’ αυτόν με τους όρους που έγινε και γίνεται είναι προφανές ότι λειτουργεί στην κατεύθυνση της νομιμοποίησης χιλιάδων απολύσεων και της απόσυρσης του κράτους από δραστηριότητες υπέρ των ιδιωτών.
Οι ίδιοι οι διαπρύσιοι κήρυκες του λιγότερου κράτους όταν πρόκειται για δικαιώματα και κατακτήσεις των εργαζομένων, υπερθεμάτιζαν για παρεμβατικές πολιτικές του κράτους προκειμένου να ενισχυθούν οι τράπεζες και το κεφάλαιο.
Οι επικοινωνιολόγοι της κυβέρνησης έχουν γίνει οι καλύτεροι νονοί της πιο διεστραμμένης διαστρέβλωσης των λέξεων, των εννοιών, της γλώσσας. Σπουδαίες, φωτεινές, ελπιδοφόρες λέξεις χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται σαν παραπλανητικός επίδεσμος μιας πολιτικής που ισοπεδώνει κατακτήσεις και δικαιώματα.
Kαι συγγνώμη κιόλας που λέμε τις απολύσεις απολύσεις και όχι κινητικότητα. Tι εφεύρεση και αυτή. «Kινητικότητα». Kινητικότητα προς τα πού; Προς το Tαμείο Aνεργίας, προς τις ακίνητες ουρές του OAEΔ ή προς την αναζήτηση δουλειάς σε συνθήκες γαλέρας. Στην αρχαιότητα η χρήση ευχάριστου όρου στην ομιλία κάποιου, προκειμένου αυτός να αναφερθεί σε έναν στην πραγματικότητα δυσάρεστο όρο, ονομαζόταν ευφημισμός.
H χρήση του ευφημισμού (ευ+φημί = λέγω) γινόταν δεισιδαιμονικά, για να μην προκληθεί η θεϊκή οργή. Aπό τα πιο γνωστά παράδειγμα είναι ο Eύξεινος Πόντος, στη θέση του Αξε(ι)νου Πόντου, της θάλασσας (Mαύρη Θάλασσα) που έπνιγε τους ναυτικούς που έπλεαν σε αυτήν και ήταν άρα άξενη, δηλαδή αφιλόξενη, με τη χρήση τής ακριβώς αντίθετης έννοιας, δηλαδή του όρου «Eύ-ξεινος», δηλαδή φιλόξενος.
Kαι αυτός ο ευφημισμός έφτασε και μέχρι τους παππούδες μας, που αποκαλούσαν τον Διάβολο «οξαποδώ». Tον ευφημισμό χρησιμοποιούν και οι κυβερνώντες μας, όχι για να μη θυμώσουν οι θεοί, αλλά για να θολώσουν τα νερά και να μην αποδώσουν στις πράξεις τους την πραγματική τους διάσταση και να ξεγελάσουν τον λαό.
 
Μερικά παραδείγματα:
* «Kινητικότητα» ευφημισμός της λέξης Aπόλυση.
* «Eισφορά Aλληλεγγύης προς τους άνεργους». Ευφημισμός φόρου (της τάξης των 680 εκατ. ευρώ που αποδόθηκε στους δανειστές μας χωρίς να φτάσει ποτέ στον OAEΔ).
* «Ειδικό Τέλος Hλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών». Ευφημισμός φόρου πάνω στα ακίνητα που θα επιβαλλόταν μόνο για ένα χρόνο, και που επιβάλλεται ξανά για δεύτερο χρόνο με το ευφημιστικό επίθετο «Εκτακτο Ειδικό Τέλος».
* «Φόρος». Eυφημισμός της ληστείας των λαϊκών εισοδημάτων, ώστε οι λαϊκοί να νομίζουν ότι παίρνουν μεγαλύτερο μισθό, από ψίχουλα.
* Εξυγίανση ή εξορθολογισμός του συστήματος υγείας. Eυφημισμός της διάλυσης της δημόσιας υγείας
* Απελευθέρωση των αγορών. Eυφημισμός της ιδιωτικοποίησης τμημάτων του δημόσιου τομέα
* Και τέλος. «Yπουργός Kυριάκος» ευφημισμός της λέξης Mητσοτάκης.
 
Η λεγόμενη απελευθέρωση των αγορών, δηλαδή το ξεπούλημα των δημόσιων οργανισμών στους ιδιώτες, πρώτα πρώτα είναι ψευδεπίγραφη (απλά αντί για ένα κρατικό μονοπώλιο έχουμε ένα ιδιωτικό μονοπώλιο), δεύτερον αφορά τις πιο αποδοτικές και κερδοφόρες (ποιος άλλωστε ιδιώτης θα αγόραζε ζηµιογόνες;) και τρίτον μετά την ιδιωτικοποίησή τους τα πράγματα χειροτερεύουν όσον αφορά την προσφορά υπηρεσιών. Μετά την ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόµων Ρέιλτρακ συνέβησαν τα περισσότερα δυστυχήματα, καθώς οι ιδιώτες που ανέλαβαν δεν είχαν καμιά διάθεση να επιβαρυνθούν µε το κόστος του εκσυγχρονισµού του δικτύου τους. Πριν από την ιδιωτικοποίηση των ισπανικών ταχυδροµείων, ο ταχυδρόµος έφτανε µέχρι και το πιο µακρινό χωριό. Σήµερα δεν παραδίδει γράµµατα σε σπίτια που δεν βρίσκονται κοντά σε κεντρικό δρόµο.
Οταν κάποτε δηµοσιογράφοι ρώτησαν τον πρόεδρο της γαλλικής εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας ΕDF Φρανσουά Ρουσελί αν µπορούσε να εγγυηθεί πως µετά την ιδιωτικοποίησή της οι τιµές του ηλεκτρικού θα παρέµεναν φτηνές, εκείνος είχε απαντήσει αρνητικά. Η περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας δείχνει ξεκάθαρα τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων. Οι διακοπές που κάθε τόσο βυθίζουν στο σκοτάδι το Λονδίνο, την Ιταλία ή την Καλιφόρνια εξηγούνται από την απροθυµία των ιδιωτών να επενδύσουν στην ανανέωση των δικτύων, προκειµένου να διατηρήσουν την κερδοφορία τους.
Κάτι για το τέλος. Αλλη μια πράξη της θεατρικής παράστασης, με πρωταγωνιστές την τρόικα και την κυβέρνηση, τελειώνει και είναι σαφές για μια ακόμη φορά ότι οι δήθεν μεγάλες διαφωνίες και διαπραγματεύσεις καταλήγουν και πάλι σε νέες συμφωνίες και μέτρα για απολύσεις, κλείσιμο σχολείων και νοσοκομείων, σε νέους φόρους και μειώσεις μισθών.
Οσο οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι, οι νέοι και οι συνταξιούχοι θα είναι θεατές αυτού του έργου, η τραγωδία θα βαθαίνει.
 

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Της Ιωάννας Χαρμπέα
 
Κάποτε για να εισέλθουν στην καρδιά του πολέμου, στην Τροία, χρησιμοποίησαν το Δούρειο Ίππο. Όμως σήμερα νομίζουμε ότι Δούρειος Ίππος είναι οι άλλοι, οι ξένοι , οι κακοί ,οι δανειστές που μας ξεγέλασαν και μπήκαν ύπουλα στη ζωή μας, με τη μορφή δανείων που εν τέλει μας αιχμαλώτισαν. Με σταδιακά βήματα ενταχθήκαμε στην υποτιθέμενη πρόοδο. Δεν σκεφτήκαμε στιγμή ότι αυτή η ανάπτυξη προϋποθέτει γερές βάσεις και ότι αυτές οι βάσεις χτίζονται από εμάς, δε δίνονται έτοιμες ως χάρισμα ή δάνειο.
Ελπίζω ο σύγχρονος δούρειος ίππος των ελλήνων να μην είναι κούφιος, να μην αποτελεί πράγματι μια δωρεά, ένα χάρισμα των όσων μας έχουν πλέον απομείνει … γιατί κάτι τέτοιο διακρίνω ότι θα συμβεί, οι οργανισμοί, θεσμοί ,δομές αποκεφαλίζονται ή ετοιμάζονται προς θυσία… στο βωμό των «θέλω» εκείνων που ελέγχουν. Μπήκαμε σε τροχιά όπου σε κάθε σταμάτημά της κατεβαίνουν άτομα, απολύεται κόσμος, άλλοι συνεχίζουν να υφίστανται ζαλισμένοι σαν σε μπαλαρίνα ή στο γύρο του θανάτου…
Ανοδική πορεία δεν υπάρχει, μόνο κυκλική… τι πρόκειται να απομείνει; Τι θα επιζήσει; Πώς μπορείς να βαδίζεις ανάμεσα σε τάφους συνανθρώπων σου και να είσαι χαρούμενος; Στο ναρκοπέδιο στη χώρα της κρίσης…. δεν γνωρίζεις πότε θα εκραγεί και η δική σου νάρκη. Εξυγίανση όλων των σαθρών και νοσηρών στοιχείων εδώ και τώρα… κίνητρα για καινούριες ασχολίες σε όσους μένουν άνεργοι… ισομερισμός επιστημόνων, εργατών , τεχνιτών με τις ανάλογες θέσεις… όχι να προάγουμε πολυάριθμο αριθμό επιστημόνων… άνεργων επιστημόνων, ρίχνοντας και τον πήχη των επιστημών… αλλά να εισέρχονται λίγοι και καλοί , άξιοι επιστήμονες, όχι μεγάλα ποσοστά που μπαίνουν στα πανεπιστήμια μα δε βρίσκουν την πόρτα εξόδου, γιατί τα βρίσκουν σκούρα.
Κάναμε λάθος, νομίζαμε ότι αν έχουμε πολλούς δασκάλους , καθηγητές η επιστήμονες θα πηγαίναμε μπροστά! Πώς είναι δυνατόν σε μια γεωργική – κτηνοτροφική χώρα να μη δίνουμε βάση στην πρωτογενή παραγωγή και να παροτρύνουμε τους νέους να γίνουν καθηγητές; Αντί να δώσουμε έμφαση στη βελτίωση των γεωργικών εργασιών, την υποτιμήσαμε… υποτιμήσαμε επίσης πολλά άλλα , ξεπουλήσαμε πράγματα. Όντως ανίκανοι να τα διαχειριστούμε οι ίδιοι… και τώρα παραπονούμαστε ότι μας ελέγχουν, μας κάνουν κουμάντο οι ξένοι, μα δεν είναι ξένοι είναι οι δικοί μας άνθρωποι… είναι εκείνοι που πιστέψαμε που εμπιστευτήκαμε… που μας δανειοδότησαν…. Τι φταίνε αυτοί αν εμείς κατασπαταλήσαμε τα δάνεια; Τι τους νοιάζει αν τα φάγαμε μαζί ή χώρια μεταξύ μας;
Σημασία έχει ότι τα φάγαμε, το αποτέλεσμα μετράει… ΑΝ μπορούσαμε να αναλογιστούμε ότι βαδίζαμε ξυπόλυτοι στα αγκάθια ή μήπως πιστέψαμε ότι θα έχουμε κόκκινα βελούδινα χαλιά στρωμένα και θα φτάναμε στο θρόνο; Όχι, βέβαια, πάτο θα πιάσουμε. Δεν δώσαμε σημασία στον Δούρειο ίππο, αρχίσαμε το γλέντι και το φαγοπότι… και τώρα άρχισε η μάχη. Μια μάχη όχι με αυτούς που λέμε ότι μας ελέγχουν….. αλλά με τον ίδιο μας εαυτό.. με τα λάθη τα δικά μας… δούρειος ίππος είναι τα λάθη μας, τα λάθη του παρελθόντος που γύρισαν μπούμερανκ. Είναι οι νάρκες που οι ίδιοι σπείραμε και ξεχάσαμε, που πατάμε πάνω τους.
Τίποτα δε γίνεται: συνεχόμενες πυρκαγιές των τελευταίων χρόνων και η μετέπειτα οικοπεδοποίηση, η έξαρση της παραπαιδείας με την πληθώρα φροντιστηρίων υποτίθεται πως θα έλυνε το πρόβλημα των άνεργων καθηγητών- μήπως, όμως, τους πολλαπλασίαζε; Βγάζοντας στην αγορά εργασίας άλλους τόσους; Ειρωνεία έτσι; Για να ξεφύγουμε από την κοινωνική βαθμίδα που κατέχουμε ψάχνουμε ένα καλύτερο επάγγελμα για τα παιδιά . Το καλύτερο επάγγελμα είναι, φυσικά, εκείνο που παρέχει χρήματα χωρίς να εργάζεται κάποιος. Το φυγόπονο, δηλαδή. Αντί να εξεύρουμε νέους τρόπους παραγωγής, αντί να αναπτύξουμε τους δύσκολους επαγγελματικούς κλάδους… επιζητούσαμε τα εύκολα… και τώρα ήρθαν τα δύσκολα. Δημόσιο το όνειρο των νέων… και τώρα ο εφιάλτης όσων μπήκαν… Έτσι είναι τα όνειρα, δεν κρατάνε για πάντα…. Όλα μια φούσκα είναι που έχει και αυτή τα όρια της, τα οποία αν ξεπεράσεις σπάει… και εμείς τα όρια τα ξεπεράσαμε προ πολλού. Δεν είναι, βέβαια, σωστό να ξεβολεύονται άνθρωποι, να αλλάζουν ριζικά τον τρόπο ζωής. Μήπως, όμως, ήταν σωστός ο τρόπος που μπήκαν; Οι μάσκες κάποτε βγαίνουν… και οι μασκαράδες σταματάνε να πετάνε χαρτοπόλεμο και να χαίρονται… Τα πανηγύρια κάποτε τελειώνουν και οι χοροί σταματούν…
Η Ελλάδα μου θυμίζει περιστατικό που χρειάζεται περίθαλψη και κοινωνική πρόνοια… Περιστατικό κοινωνικού λειτουργού που κάνοντας την κοινωνική του έκθεση για να το εντάξει σε Ίδρυμα, εφόσον δεν τηρεί τις προϋποθέσεις να αυτοεξυπηρετηθεί. Πώς γίναμε αδύναμοι με τόση δύναμη που είχαμε; Πώς από χώρα του φωτός που ήμασταν γίναμε η χώρα του σκότους; Υπάρχει διέξοδος σε αυτό το λαβύρινθο; Τι νότα αισιοδοξίας να δώσει κανείς; Ποιον από μηχανής Θεό να επικαλεστεί για να σωθούμε;
Μια απάντηση για να σωθούμε σε ό,τι μας προβληματίζει είναι να απαντήσουμε στα ατελείωτα «γιατί» που προκύπτουν. Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Γιατί παρακάμπταμε το σωστό, γιατί σιωπούσαμε στα στραβά που βλέπαμε… Βέβαια, για να δώσουμε απάντηση στους προβληματισμούς, πρέπει πρώτα από όλα να προβληματιστούμε… Και, δυστυχώς, προβληματισμό δε διακρίνω. Βλέπω μόνο αγανάκτηση, μίση, διαφωνίες, αψιμαχίες, διαξιφισμούς. Γενικά διακρίνω διάσπαση της ελληνικής κοινωνίας σε μεν και δε.
Σε εκείνους που θα κατορθώσουν να αυτοσυντηρούνται και στους αγανακτισμένους… Δε βλέπουμε ότι στο θάνατό μας αυτόχειρες είμαστε εμείς οι ίδιοι. Κανείς δε σε σκοτώνει… αν εσύ παλέψεις… ίσως νικήσεις… κανείς δεν τα βάζει με έναν δυνατό.. Εμείς οι ίδιοι, εν τέλει, θα σκοτώσουμε τον εαυτό μας… και το χειρότερο θα πιστεύουμε μέχρι τέλους ότι ήμασταν και τα θύματα.
Η θυματοποίηση δεν πιάνει στις μέρες μας, τα κροκοδείλια δάκρυα δε συγκινούν κανέναν… Τι να μας κάνει και η μητέρα Ελλάδα, αν ακόμα δεν έχουμε αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο της; …ΠΟΣΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΤΑΪΣΕΙ ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΣΧΕΔΟΝ ΖΟΥΝ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ; Μπορεί να μην τα φάγαμε μαζί όλοι μας, αλλά συναινέσαμε με τη σιωπή μας σε αυτό το τραπέζι… Το βλέπαμε όλοι… δε μιλούσαμε, θες από ωχαδερφισμό, θες από βόλεμα. Τώρα, όμως, όλοι θα πληρώσουμε το λογαριασμό και το πουρμπουάρ μαζί!
Και πάλι θα αναζητάμε, «τι είχε μέσα ο Δούρειος Ίππος»; Ήταν οι άλλοι , οι ξένοι ,οι κακοί που μας την έφεραν ύπουλα ή μήπως ήμασταν εμείς τα έξυπνα πουλιά που πιστέψαμε ότι θα τρώγαμε και θα πίναμε τζάμπα; Και τώρα δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα προσμένουμε, ίσως, ένα θαύμα!
 

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

ΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΤΕΙΧΗ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
 
Το επεισόδιο με τον χρησμό της Πυθίας και τα ξύλινα τείχη της Αθήνας το ξέρουμε από παιδιά. Είναι από τους ωραιότερους και διδακτικότερους μύθους της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας και αν έχει κάποια σημασία για μας σήμερα, αυτή δεν έχει καμία σχέση με το αν όντως υπήρξε τέτοιος χρησμός στην πραγματικότητα. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι ο τρόπος με τον οποίον την διαχειρίζεται ο μέγας παραμυθάς και πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος και τα συμπεράσματα που βγάζει για τη συμπεριφορά των Αθηναίων. Γιατί η Ιστορία που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτόν της έχει, εκτός των άλλων, να κάνει με την ακρίβεια του αισθήματος των λέξεων που παράγουν σημασία και σου δείχνουν τον δρόμο για να ερμηνεύσεις την πραγματικότητα.
Οταν το γλωσσικό αισθητήριο είναι ελλειμματικό, τότε, όσες αλήθειες κι αν κατέχεις, δεν μπορείς να γράψεις Ιστορία. Πετάς μια λέξη, όπως ο «συνωστισμός» των Ελλήνων στην προκυμαία της Σμύρνης, επειδή βρήκες στο λεξικό ότι αυτή περιγράφει τη συγκέντρωση πλήθους ανθρώπων, χωρίς να είσαι σε θέση να αντιληφθείς ότι αυτή παράγει ένα αίσθημα το οποίο υπερβαίνει τη λεξικογραφική της αξία. Οπως έλεγε και ο Ζενέ, «δεν μπορείς να γίνεις νάρκισσος μόνον επειδή το θέλησες».
Ο Ηρόδοτος, λοιπόν, λέει πως οι Αθηναίοι που πίστεψαν ότι ο χρησμός της Πυθίας αναφερόταν στα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης ήσαν οι γέροντες και όσοι «υπ’ ασθενίης βίου» δεν είχαν τη δυνατότητα ούτε να μετακινηθούν ούτε να πολεμήσουν – το παραθέτω από μνήμης. Οι υπόλοιποι έστειλαν τα γυναικόπαιδα στην Πελοπόννησο, μπήκαν στα πλοία και ναυμάχησαν επιτυχώς, ευτυχώς και γι’ αυτούς, και για μας, και για την ιστορία του πολιτισμού μας. Από την πρώτη στιγμή που το διάβασα με είχε εντυπωσιάσει αυτή η υπέροχη έκφραση, «υπ’ ασθενίης βίου». Εννοείται πως δεν περιορίζεται στους ασθενείς, με τη σημερινή σημασία, αν και τους περιλαμβάνει. Αναφέρεται και στους φτωχούς και γενικά σε όσους ζουν μια ζωή που δεν έχει σθένος, τους αδύναμους.
Είναι μία απ’ αυτές τις στιγμές που αποδεικνύουν πως η αρχαία ελληνική σκέψη μπορεί να μην προσφέρει άμεσες απαντήσεις και λύσεις στα δικά μας προβλήματα, όμως είναι απαραίτητη για την αυτοσυνειδησία μας. Πώς αλλιώς θα μπορούσες να περιγράψεις τη σημερινή Ελλάδα; Είναι μια χώρα γερασμένη, που έχει χάσει το σθένος της και οχυρώνεται πίσω από τα ξύλινα τείχη, επειδή έτσι την βολεύει να ερμηνεύσει τον χρησμό της Πυθίας. Μια χώρα φτωχή όχι μόνον επειδή της λείπουν τα χρήματα, αλλά επειδή της λείπει η διάθεση για ζωή.
Θα μου πείτε πού είναι ο στόλος; Πού είναι οι τριήρεις και ποιος είναι ο Θεμιστοκλής, αρκούντως θαρραλέος, ιδιοφυής και αρκούντως τυχοδιώκτης, έτοιμος να τα παίξει όλα για όλα ώστε να εμπνεύσει; Πού κρύβονται όσοι θα ήσαν έτοιμοι να μπουν στα πλοία αντί να οχυρωθούν στα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης; Κάπου θα υπάρχουν, δεν μπορεί, κι αν δεν ακούγονται είναι γιατί οι οιμωγές της γερασμένης και αδύναμης κοινωνίας δεν τους αφήνουν να ακουστούν. Μ’ αυτήν την ελπίδα ζούμε, που λένε.
Και στο κάτω κάτω, η ξύλινη οχύρωση αντέχει ακόμη. Κουτσουρεμένη, ξεδοντιασμένη, διάτρητη, αντιπαθής, αλλά καμιά φωτιά κανενός Ξέρξη δεν την έκανε στάχτη. Ευτυχώς, θα μου πείτε, διότι ελλείψει ικανού στόλου, θα καιγόμασταν όλοι μαζί εκεί μέσα. Μαζί τους όμως αντέχει και η ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση ότι όσο στέκει όρθια, ακόμη κι αν μοιάζει επικίνδυνα με την παράγκα του Καραγκιόζη, μας διασφαλίζει τη δυνατότητα να διαχειριζόμαστε τις τύχες μας, κοινώς να βολεύουμε την ασθένεια του βίου μας. Και αυτό που λέμε τραγωδία και το διαλαλούμε με τη γνωστή έξω καρδιά θεατρικότητα της νευρασθένειάς μας μοιάζει όλο και περισσότερο με κωμωδία.
Κωμωδία είπατε; Και γιατί όχι κωμωδία; Στο είδος έχουμε διαπρέψει. Με μία μικρή διαφορά. Η τραγωδία, η πραγματική και όχι η συναισθηματική, οδηγεί στην κάθαρση. Με ή χωρίς από μηχανής θεό η τάξη που τραυμάτισε η ύβρις επουλώνεται. Στην κωμωδία, όμως, όση πίκρα κι αν έχεις καταναλώσει, στο τέλος σού μένει η γκριμάτσα, ανώδυνη ή επώδυνη, πάντως γκριμάτσα. Για να υπάρξει τραγικό απαιτείται σύγκρουση δυνάμεων. Ποιες όμως δυνάμεις συγκρούονται στη σκηνή της χώρας που έχει ξεμείνει από δυνάμεις; Οι δυνάμεις της μεταρρύθμισης και της αντιμεταρρύθμισης; Και με ποιες αναφορές, σε ποιο δίκαιο, συγκρούονται;
Κι αν υποθέσουμε πως μια μέρα η Ελλάδα θα ξεπεράσει την οικονομική κρίση; Κανείς απ’ αυτούς που λεηλατούν τη ζωή μας και τη φαιά ουσία μας καθημερινά δεν είναι σε θέση να μας πουν πώς θα είναι, και πώς θέλουμε να γίνει αυτή η χώρα, όχι σε πέντε χρόνια, αλλά του χρόνου τέτοια εποχή.
Ας μου συγχωρηθεί η απαισιοδοξία, όμως η κατάσταση έχει γίνει πολύ σοβαρή για να εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι μπορούν να την διαχειρισθούν οι ελάχιστοι συμπολίτες μας που έγιναν πολιτικοί υπ’ ασθενίης βίου.
 

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΤΡΑΒΑΕΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ;

Του Σταύρου Θεοδωράκη
 
Είναι ίσως το πιο διαδεδομένο ψέμα: «Για την κατάστασή μας φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι!». Αυτούς που δεν έβρισκε να απολύσει ο Μανιτάκης και «αναγκαστήκαμε» να διαλύσουμε ολόκληρη τη δημόσια ραδιοφωνία-τηλεόραση. Και για την ανεργία επίσης, αυτοί φταίνε. Τους χρυσοπληρώνουμε και δεν μας μένουν λεφτά για ανάπτυξη. Ε, λοιπόν, ας σοβαρευτούμε. Το πρόβλημα δεν είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά οι πολιτικοί (και μερικές φορές και οι δημοσιογράφοι που τους καλύπτουν - στους συνδικαλιστές δεν θα αναφερθώ, είναι στην κατηγορία πολιτικοί και κάτι χειρότερο: υποψήφιοι πολιτικοί).
Από τη δεκαετία του '80 κιόλας η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει επανειλημμένα το θέμα της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα. Στα σχολεία να αξιολογηθούν οι δάσκαλοι. Στα νοσοκομεία να έχουμε και νοσοκόμες και όχι μόνο γιατρούς. Στις εφορίες να απομακρύνονται οι διεφθαρμένοι. Στους δήμους να μένει κανείς στην αποκομιδή των σκουπιδιών και να μη γίνονται όλοι υπάλληλοι γραφείου. Στην αστυνομία να μην έχει ο κάθε επώνυμος 2-3 αστυνομικούς να του κουβαλούν τα ψώνια. Ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. Το Δημόσιο όμως είναι για όλα τα πολιτικά κόμματα η (ιερή) αγελάδα. Και την άρμεγαν. Μέχρι και περιοδικά εκδίδει το ελληνικό Δημόσιο (!) για να μπορεί το τυπογραφείο ενός κόμματος να τα τυπώνει. Και τώρα έρχονται και λένε: φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ε, δεν φταίει ο Πέτρος, ο φίλος μου, για την κατάσταση στην ΕΡΤ. 25 χρόνια κάνει όλες τις βάρδιες και τώρα τον πετάνε σαν στημένη λεμονόκουπα. Βέβαια, στο τμήμα του οι μισοί ερχόντουσαν μόνο κάθε 1η και 15, αλλά ο Πέτρος δεν μίλαγε. Δεν είχε καταλάβει ο χαζός ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του δημόσιου υπάλληλου είναι ο άχρηστος δημόσιος υπάλληλος. Αυτός όμως και κάποια όμοιά του «κορόιδα», κράτησαν την ΕΡΤ όρθια. Όπως και κάποιοι άλλοι κρατούν τη χώρα ζωντανή.
Για να σας το πω και λυρικά. Δεν φταίνε τα δέντρα για τη φωτιά στο δάσος. Τα ξερά φταίνε. Με αυτά τα ξερά δεν ασχολήθηκαν ποτέ οι υπουργοί. Όχι μόνο δεν ασχολήθηκαν, τα έσπειραν κιόλας. Όλα τα πολιτικά γραφεία είναι γεμάτα με καθηγητές. Γιατί, πού να τρέχεις στο Διδυμότειχο να διδάσκεις; Επιλέγεις ένα κόμμα, ξημεροβραδιάζεσαι πίνοντας καφέδες και κάποια στιγμή θα βρεθείς στο πλευρό ενός βουλευτή. Το Διδυμότειχο όμως είναι εκεί και «δουλεύει». Και οι γιατροί στη Φλώρινα. Και οι δάσκαλοι στις Σποράδες. Και οι καρβουνιάρηδες στα εργοστάσια της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα. Και οι σκουπιδιαρέοι στη Φυλή. Οι κομματικοί μηχανισμοί όμως δεν θέλουν να λερώσουν τα χέρια τους με «αξιολογήσεις» και «αναδιαρθρώσεις». Να παίρνουν λοιπόν όλοι τα ίδια - σαν τα σοβιέτ. Τι μας κόφτει; Και βέβαια να προστατεύονται όλοι το ίδιο - και οι ευσυνείδητοι και οι ασυνείδητοι. Γιατί οι Πασόκοι και οι Νεοδημοκράτες που μας κυβέρνησαν ήταν πολύ λαρτζ για να ασχοληθούν. «Έλα, μωρέ, άσε αυτούς και πάρε άλλους». Κάπως έτσι βρεθήκαμε σιγά-σιγά με δημόσιους υπαλλήλους ήρωες αλλά χωρίς δημόσιες υπηρεσίες. Και τώρα πρέπει να απολύσουμε 2.000 και μετά άλλους 2.000 και άλλους 2.000 και άλλους 2.000. Ποιους 2.000, όμως; Πού είναι οι «λιγότερο δικοί μας» υπάλληλοι; Ποιοι έχουν την πιο αδύναμη φωνή; Ποιους δεν θα υπερασπιστεί κανείς; Έψαξαν τη Δευτέρα, θα ψάξουν και την Τετάρτη. Όχι δεν θα διώξουν τους άχρηστους. Τώρα πια δεν προλαβαίνουν να κάνουν αξιολόγηση. Ούτε βέβαια θα πειράξουν τους κομματικούς τους μηχανισμούς που είναι γεμάτοι από αργόσχολους δημόσιους υπάλληλους. Σιγά μην απολύσουν τα ρουσφέτια τους. Στον κλήρο θα το ρίξουν και όποιους πάρει (ξανά) η μπάλα.
 

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΤΗΣ ΕΡΤ

Του Πιτσιρίκου
 
Η κυβέρνηση αποφάσισε το κλείσιμο της ΕΡΤ και την απόλυση 2.600 υπαλλήλων με Πράξη Πραξικοπηματικού Περιεχομένου. Το λουκέτο στην ΕΡΤ αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο στο success story του Αντώνη Σαμαρά, το οποίο θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Ακρόπολης. Η ανακοίνωση του λουκέτου στην ΕΡΤ ενεργοποίησε τους δημοσιογράφους της, με αποτέλεσμα να παρακολουθούμε έκπληκτοι το καλύτερο και πιο ζωντανό πρόγραμμα που έχει παρουσιάσει ποτέ η ΕΡΤ.
Ειλικρινά, αναρωτιέμαι γιατί περίμεναν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ την ανακοίνωση των απολύσεών τους, για να εκφραστούν ελεύθερα και να απευθυνθούν στην κοινωνία. Η δημοσιογραφία είναι ένα επάγγελμα για τους καλύτερους, και η ΕΡΤ διαθέτει - μεταξύ άλλων - και κάποιους εξαιρετικούς δημοσιογράφους. Είναι θλιβερή η στάση πολλών δημοσιογράφων των άλλων ΜΜΕ απέναντι στους συναδέλφους τους της ΕΡΤ που απολύονται. Ξεχνούν πως υπάρχει και αύριο.
Η κυβέρνηση, δια του απίθανου Σίμου Κεδίκογλου, κατηγορεί την ΕΡΤ για αδιαφάνεια και δημόσια σπατάλη - λες και η ΕΡΤ δεν είναι υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης και ο Αιμίλιος Λιάτσος ήταν μια αξιοκρατική ή λαϊκή επιλογή -, και αναγγέλλει τη λειτουργία νέου φορέα ραδιοτηλεόρασης που θα είναι δημόσιος και όχι κρατικός ούτε κομματικός, αλλά πρέπει να είναι κάποιος εντελώς καθυστερημένος για να πιστέψει πως αυτό μπορεί να γίνει με τον Αντώνη Σαμαρά και όλα αυτά τα άθλια, λούμπεν και αδίστακτα υποκείμενα που έχει μαζέψει γύρω του.
Η αναγγελία του λουκέτου στην ΕΡΤ - και ειδικά ο τρόπος που έγινε - προκάλεσε αντιδράσεις και θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ΕΡΤ - όπως και η Ολυμπιακή - ήταν σήμα κατατεθέν για την Ελλάδα, και περηφάνια για πολλούς Έλληνες στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Η απόφαση για λουκέτο στην ΕΡΤ είναι αντισυνταγματική - δεν είναι η πρώτη, βέβαια - και ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ δηλώνουν πως δεν πρόκειται να την ψηφίσουν, επειδή ξέρουν πως τα ποσοστά τους θα πέσουν ακόμα περισσότερο και μπορεί να βρεθούν ακόμα και εκτός Βουλής.
Δηλαδή, ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται με όλα τα υπόλοιπα κόμματα απέναντί του, εκτός από την Χρυσή Αυγή που συμφωνεί με το λουκέτο στην ΕΡΤ, γιατί είναι πολύ αντισυστημική και γουστάρει μόνο τα κανάλια του Μπόμπολα, του Βαρδινογιάννη και του Αλαφούζου. Δεν μπορεί, όμως, ο Σαμαράς και το επιτελείο του να είναι τόσο ηλίθιοι που να ρίχνουν τους πομπούς και το σήμα της ΕΡΤ πριν καν ολοκληρωθεί το πρόγραμμά της - ενώ ξέρουν πως την παρακολουθεί εκείνη την στιγμή όλη η Ελλάδα -, και να μετατρέπουν ακόμα κι αυτούς που αντιπαθούν την ΕΡΤ σε υποστηρικτές της.
Τα πράγματα είναι απλά: Δεν υπάρχει κανένα success story, οι επενδυτές δεν θα έρθουν ποτέ, οι φόροι είναι αδύνατον να εισπραχτούν γιατί δεν υπάρχουν χρήματα, τα 17 εκατομμύρια τουρίστες δεν υπάρχουν, η κυβέρνηση τρέμει τις αποκαλύψεις από εξωτερικό και εσωτερικό που αφορούν τα στελέχη της, τον Σαμαρά τον έχουν δεμένο από παντού, η χώρα έχει βουλιάξει, και ο Σαμαράς - δια του λουκέτου στην ΕΡΤ - αναζητεί μια ηρωική έξοδο.
Να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ο ΒΑΘΥΣ ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΤΑΣΜΕΝΩΝ

Του Βασίλη Καλαμαρα
 
ΔΕΝ ΕΧΕΙ νόημα να συζητήσουμε εάν συμφωνούμε με τις απόψεις του Νάνου Βαλαωρίτη. Η συνέντευξη τυπώθηκε, το βίντεο γυρίστηκε για την «Ελευθεροτυπία». Τα ντοκουμέντα υπάρχουν, μπορείτε να τα αναζητήσετε.
Το σημαντικό είναι ότι η αντιρατσιστική επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη προς τον πρωθυπουργό προκάλεσε προσκηνιακό διάλογο και δημόσια συζήτηση. Και ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η σιωπή των διανοουμένων-αμνών «έσπασε». Εστω και από έναν «αρχαίο» της ποίησης.
Ακόμη αναζητάμε τους νεότερους συγγραφείς οι οποίοι θα βάλουν τη δική τους χρωματιστή πινελιά αντίστασης στο μαυροπίνακα της κοινωνίας.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης ουδέποτε κρύφτηκε στο φόντο. Στο φόντο αυτοτοποθετούνται αυτοί οι οποίοι θέλουν να απολαμβάνουν τα κέρδη του προσκηνίου μιας εφήμερης δόξας συν μία ανέξοδη δημοσιότητα χωρίς να πληρώσουν για τίποτα.
Γι' αυτό η ποίηση, εδώ και χρόνια, έχει γίνει ανέκδοτο διά της ερωτήσεως: «Τι εννοεί ο ποιητής;».
Μπορεί τα ανέκδοτα να αδικούν μία ολόκληρη ομάδα δημιουργών, δεν παύουν όμως να υποστηρίζουν την αλήθεια της πιάτσας.
Οσο κι αν είναι άδικη, καθώς στεγάζει όλους και όλες υπό μία κοινή ομπρέλα απόρριψης.
Κακά τα ψέματα. Την τριακονταετία που πέρασε οι διανοούμενοι και οι ονομαζόμενοι πνευματικοί άνθρωποι κρύφτηκαν πίσω από τις πρόσκαιρες κατακτήσεις τους.
Πίσω από ένα, π.χ., επιτυχημένο βιβλίο, που δεν σημαίνει ότι άγγιξε τις «βουνοκορφές» της λογοτεχνικότητας, στήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία που τακτοποιούσε ημετέρους λογοτέχνας και εξαγόραζε τη σιωπή τους.
Τα στρατόπεδα ήταν κυρίως δύο, τα «γαλάζια» και τα «πράσινα», άντε και ολίγον κόκκινα με ροζ κόκκους. Τα γεύματα έπαιρναν και έδιναν, η μία σαμπάνια άνοιγε μετά την άλλη, τα χαβιάρια είχαν καταντήσει εργατικό κολατσιό, οι σολομοί είχαν αποθεσμοθετήσει το γαύρο του φτωχού.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης ίσως να μου πείτε ότι δεν είχε να χάσει τίποτα. Οτι έχει φτιάξει το όνομά του -γι' αυτό απασχολεί τα μίντια- και ότι έχει χορτάσει τη ζωή του. Γι' αυτό το αίτημά του δεν χάνει από ιδιοτέλεια και την όποια ματαιοδοξία είναι ασυγχώρετο να τη σκεφτώ. Η μόνη απορία είναι γιατί δεν βρέθηκαν κι άλλες φωνές να ακολουθήσουν σαν μία χορωδία αντιρατσιστικού τραγουδιού το γέροντα ικέτη.
Φοβάμαι ότι η πρωτοπορία στην τέχνη έχει προ πολλού απολέσει τη δυναμική της, γιατί βρέθηκε κοντά, πολύ κοντά στην εξουσία και μαλάκωσε.
Πώς το λένε. Χόρτασε από δόξες και τιμές και τα τοιαύτα. Γέμισε την τσέπη και την κοιλιά της. Το νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, αλλά και το παραχορτασμένο πέφτει σε βαθύ ύπνο.
 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ Ή ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
Βαδίζουμε πάντα σε διαρκές μεταίχμιο. Ελπίζοντας ότι η πτώση θα ανακοπεί επιτέλους, ότι ο τζίρος του τουρισμού θα είναι ανεβασμένος και θα βελτιώσει το κλίμα και τη ρευστότητα, ότι οι ξένοι επενδυτές θα πεισθούν για το καλό σενάριο της Ελλάδας και θα το αγοράσουν. Την ίδια στιγμή, οι αποκαλύψεις του ΔΝΤ για τις εσκεμμένα μοιραίες αποφάσεις κατά τη συγκρότηση του προγράμματος διάσωσης κλονίζουν την, έστω βεβιασμένη, αισιοδοξία· ξαναβάζουν στη συζήτηση την υποτιμημένη παράμετρο της πολιτικής βούλησης και του συσχετισμού δυνάμεων. Και επιπλέον σύννεφα: νέοι φόροι ακινήτων, χρηματοδοτικό κενό το 2015-16, ενδεχόμενο νέο δάνειο και νέες περικοπές, συνέχιση του φαύλου κύκλου δανεισμού και ύφεσης. Και εν τω μεταξύ: Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από την αυξανόμενη αστάθεια της μεγάλης γείτονος Τουρκίας, σε μια Μεσόγειο ήδη φλεγόμενη;
Μπορούμε να βρούμε πολλές πηγές ανησυχίας. Η ουσία, όμως, είναι πώς αντιδρούμε· μάλλον, πώς δρούμε, πώς απαγκιστρωνόμαστε από την αδράνεια και το παραλυτικό σοκ και πώς προχωρούμε επιτέλους μπροστά, με λάθη και πειράματα, με αποτυχίες, αλλά μπροστά, διαμορφώνοντας τους όρους επιβίωσης κατά το δυνατόν, και όχι υποτασσόμενοι σε εξωγενή συμβάντα. Αυτό σημαίνει πράξη, πράξεις, από μια κοινωνία που σκέφτεται, που στοχάζεται τον εαυτό της και το περιβάλλον.
Αυτό σημαίνει πολιτική. Πολιτική πέραν του άγονου ή και καταστροφικού διπόλου «εναντίωση - υποταγή». Διότι έως τώρα, και όλη την παρελθούσα τριετία, ευεξήγητα, πολωθήκαμε ανάμεσα στον λόγο της πλήρους εναντίωσης και τον λόγο της πλήρους υποταγής· είτε καταγγελία πάντων και πασών είτε αποδοχή τους. Και οι δύο στάσεις με τον τρόπο τους δεν παράγουν τίποτε· μόνο υλικά ερείπια και αυτοτροφοδοτούμενο μίσος, ψυχοπνευματική διαίρεση. Ωστε, τώρα, περισσότερο παρά ποτέ τα τελευταία εξήντα χρόνια, χρειαζόμαστε λόγο συναίρεσης και σύνθεσης, πράξεις υπέρβασης και δημιουργίας. Η αλληλοκαταγγελία μάς βουλιάζει βαθύτερα στην ετερονομία και τον φαταλισμό.
 

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

ΜΗΝ ΥΠΟΤΙΜΑΤΕ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ ΜΕΣΑ ΣΑΣ

Του Νίκου Δήμου
 
Ο ρατσισμός είναι επικίνδυνος επειδή είναι παγκόσμιος και πανανθρώπινος.
Ο κάθε άνθρωπος γεννιέται ρατσιστής – δηλαδή με τον φόβο του άλλου, του άγνωστου, του διαφορετικού.
Είναι ουτοπική αφέλεια να θεωρούμε ότι άνθρωπος γεννιέται αγνός, αγαθός και αθώος. Αντίθετα κουβαλάει όλα τα αρνητικά του πρωτόγονου: φόβο, μίσος, επιθετικότητα… Την αγάπη θα την μάθει αργότερα, αν την μάθει. (Μερικοί δεν την μαθαίνουν ποτέ. Ή μαθαίνουν μόνο τον δεσμό με τη μάνα και τους δικούς τους).
Γεννιέται ρατσιστής και μεγαλώνει ρατσιστής, διατηρώντας μέσα του τους ίδιους φόβους, την ίδια δυσπιστία – που συχνά τους ενισχύει η οικογένεια και το περιβάλλον.
Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να απελευθερωθεί, να συνειδητοποιήσει το πρόβλημα, να ξεπεράσει τα εμπόδια, να ανοιχτεί στον άγνωστο και διαφορετικό συνάνθρωπο και να τον πλησιάσει. Μόνο η παιδεία μπορεί να τον βοηθήσει να αποκτήσει αυτογνωσία και αυτοκριτική.
Η προσπάθεια αυτή πρέπει να είναι καθημερινή. Κάθε μέρα οφείλει κανείς να πολεμάει την έμφυτη δυσπιστία και φοβία.
Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τον ρατσισμό με διακηρύξεις και ευχολόγια. Ούτε με νόμους και διατάξεις. Μερικές φορές μάλιστα οι νόμοι επιτείνουν αυτό που υποτίθεται ότι καταπολεμούν.
Μόνο με παιδεία και εσωτερική άσκηση θα τον ξεπεράσουμε. Με σκέψη και ισχυρή βούληση. Πριν πολεμήσουμε τον ρατσισμό στην κοινωνία, πρέπει να τον νικήσουμε μέσα μας.
Μην υποτιμάτε τον ρατσισμό μέσα σας. Είναι ύπουλος και φωλιάζει ακόμα και στον πιο καλλιεργημένο άνθρωπο. Φοράει πολλές μάσκες και παίζει περίεργους ρόλους. Κρύβεται πίσω από συνηθισμένα στερεότυπα, κοινότοπες προκαταλήψεις και αθώες γενικεύσεις.
Οι Έλληνες δεν έγιναν τώρα ρατσιστές επειδή πλημμυρίσαμε με ξένους. Ήταν ανέκαθεν. Σε έρευνα που είχε γίνει τον Μάιο του 1986 σε 6 ευρωπαϊκές χώρες, ήμασταν πρώτοι στις διακρίσεις. Βέβαια όχι εναντίον των Πακιστανών και Αφγανών, που δεν υπήρχαν. Αλλά εναντίον των Ρομά, Εβραίων και Μουσουλμάνων (όπου υπήρχαν). Και σε προχθεσινή έρευνα του Pew Institute, ανάμεσα στους Ευρωπαίους, εμείς ψηφίσαμε τους εαυτούς μας! Ως τους πιο αξιόπιστους (παρόλη την διαφθορά) λιγότερο αλαζόνες και πιο φιλάνθρωπους. Αλλά το να θεωρείς εαυτόν ανώτερο – είναι η βάση του ρατσισμού.
Γι αυτό μία παραίνεση υπάρχει: Παιδεία, αυτοκριτική και συνεχής και άγρυπνη ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ!