Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιθο...Βόλος ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λιθο...Βόλος ΑΠΟΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Η ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

Στον παιδικό μου φίλο, που ζητιανεύει στο Μετρό
 
Του Αλ.  Ασωνίτη, συγγραφέα
 
Μόνο σε περιπτώσεις ξένης κατοχής παρατηρείται αναλγησία σαν αυτήν που επιδεικνύει η πολιτική ελίτ που οδήγησε την Ελλάδα στο Μνημόνιο και την πολυετή υποδούλωση, με ανυπολόγιστο κόστος σε κάθε τομέα και απρόβλεπτο το τέλος της αιχμαλωσίας μας, τόσο σε χρονική διάρκεια όσο και σε συνέπειες που υφιστάμεθα και θα υποστούμε, ώσπου να εξοντωθεί ο λαός, η χώρα και η Κύπρος, εκτός αν επαναστατήσουμε έγκαιρα, ενθυμούμενοι τον Σεφέρη: «Οδηγούμαστε σε τραγωδία, είναι εθνική επιταγή η αποπομπή της χούντας».
 
Η αταλάντευτη κυβερνητική αναλγησία επιδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία, καθημερινώς, θερίζοντας τα πάντα. Ως σύμβολα της αναλγησίας τους έχουν επιλέξει τους αυτόχειρες (τους οποίους μισούν επειδή, αυτοκτονώντας, ανατινάζουν τη μνημονιακή δουλοπρέπειά τους), τους άστεγους και τους ζητιάνους: και ο πιο σκληρόκαρδος και κυνικός θα λυγίσει, αν περπατήσει στις κεντρικές λεωφόρους των Αθηνών και στα ενδιάμεσα στενά. Εκεί όπου, πριν από λίγα χρόνια, προχωράγαμε ανυποψίαστοι, για τον εφιάλτη που μας ετοίμαζαν, και σχεδόν ανέγγιχτοι από την καθημερινή βαρβαρότητα των μεγαλουπόλεων Δύσης, πρωτίστως, και Ανατολής, σήμερα βλέπουμε, σαν από αντεστραμμένο καλειδοσκόπιο, υπολείμματα ανθρώπων, ρημάδια και ρημάγματα, πεσμένους σαν άδεια σακιά σε γωνίες, κάτω από υπόστεγα, από στοές πολυκατοικιών, από σκαλωσιές, κάτω από οτιδήποτε μπορεί να τους προσφέρει λίγη προστασία από κρύο και βροχή, τυλιγμένους σε βρόμικες κουβέρτες, παπλώματα και υπνόσακους, βρόμικους και οσμηρούς, με απεριποίητα γένια, με σάπια δόντια (νεόπτωχοι, άνεργοι και πρεζάκια αντάμα), με κάτι στραβωμένα βρομοκατσαρολάκια για πιάτο, να παραπαίουν καμπουριαστοί, να ζητιανεύουν μουρμουρίζοντας ακατάληπτα, να τους τρέχουν σάλια, να ουρούν και να αφοδεύουν όπου βρουν, να τους βλέπουν οι τυχεροί που δεν κατάντησαν έτσι και να κλονίζονται ή να χαίρονται, άπλυτοι, νηστικοί, με μπερδεμένα μαλλιά, κοιμούνται από νωρίς, πολλοί με το κεφάλι στο πεζοδρόμιο ή σε χαρτόκουτες, και ξυπνάνε νωρίς (χωρίς κανείς να τους τραγουδάει το: «Κάτω απ' το σβηστό φανάρι»), περικυκλωμένοι από όλους εμάς που περνάμε αδιάφοροι δίπλα, δίνοντάς τους πού και πού κάνα κέρμα, θύματα επίσης της περίτεχνης παγίδας που μας έχουν στήσει οι ελίτ της υποδούλωσης: μας μολύνουν με την ενοχή και την αναλγησία τους, γινόμαστε ανάλγητοι από την καθημερινή εικόνα τόσων αστέγων και ζητιάνων, τη συνηθίζουμε, τη θεωρούμε φυσιολογική, την αποδεχόμαστε κάθε μέρα και περισσότερο, όπως και την αδυναμία μας να βοηθήσουμε έμπρακτα ανατρέποντας την κατάπτωση αυτή, την οποία χρησιμοποιούν και ως μοχλό για να μας απειλήσουν εμμέσως αλλά σαφώς με αντίποινα κι εκτελέσεις: «Ετσι θα καταντήσετε κι εσείς, έτσι θα καταντήσουν όσοι δεν υπακούουν» στις εντολές που ενσπείρει η τρόικα και διασπείρουν οι εντολοδόχοι της πολιτικοί.
 
Αλλιώς, πώς δεν σκέφτονται το απλούστερο, να τους διαθέσουν καταλύματα σε εγκαταλειμμένα σπίτια, ξενοδοχεία, στρατόπεδα, έστω για να παραστήσουν τους φιλεύσπλαγχνους; Δεν μπορεί η μάνα μου, που πάει στα ενενήντα κι έχει μερική άνοια, ν' αναρωτιέται: «Γατί δεν τους πάνε σε άδεια σπίτια, τους κακόμοιρους, να μην κοιμούνται έξω;», και να μην το έχουν σκεφτεί οι κυβερνώντες. Το έχουν, αλλά ούτε τους αφορά ούτε τους ενδιαφέρει -τι σχέση μπορεί να έχουν με την πραγματικότητα, αφού απ' αυτήν φιλοδοξώντας να ξεφύγουν ενέσκηψαν στην πολιτική;- ούτε, κυρίως, τους εξυπηρετεί. Σκοπός τους είναι να τρομοκρατήσουν την κοινωνία μέσω του εξαθλιωμένου στρατού αστέγων και ζητιάνων και να της εμφυτεύσουν μια από τις πιο βαθιές επιδιώξεις του σύγχρονου καπιταλιστικού καθεστώτος: η κοινωνία να χωρίζεται απροσχημάτιστα στα δύο -και μεταξύ αυτών των δύο να μην υπάρχει απολύτως καμία γέφυρα, επικοινωνία, σχέση.
 
Η ευφυΐα τους όμως, όσο ιδιοτελής και χαριτωμένη δούλη να είναι, δίνει, άθελά της, το μέτρο της δυτικής δημοκρατίας, που φυσικά ποτέ δεν ήταν δημοκρατία κατά την ελληνική έννοια, αλλά στη χώρα μας ποτέ δεν έφτανε σε τέτοια πρωτοφανή, προκλητικά επίπεδα αναλγησίας. Τώρα φτάνει, καμαρωτή και περήφανη, και μας δείχνει την πολιτική-πολιτιστική ποιότητα της Δύσης -όχι ότι η Ανατολή διαθέτει κάτι περισσότερο για να καυχάται: το 5% θα εκμηδενίζει επ' άπειρον το 95%. Αυτό είναι το υπόβαθρο και ο στόχος. Για ποιο λόγο να δείξουν ευαισθησία, αλληλεγγύη προς τη χειμαζόμενη κοινωνία; Αν ήταν να δείξουν, δεν θα μας οδηγούσαν στο Μνημόνιο, κι αν επρόκειτο για λάθος, θα φρόντιζαν να επανορθώσουν. Τότε όμως ο βηματισμός τους δεν θα ήταν χήνας αλλά αθλητή βάδην που πασχίζει να τερματίσει. Η κουρελαρία βέβαια προκαλεί πάντα τη χλεύη των ατσαλάκωτων, αλλά πάντα αποδεικνύεται πολύ σκληρός αντίπαλος, αναγκάζοντας συχνά τους ατσαλάκωτους να τσαλακώσουν την άτεγκτη πτωχαλαζονεία τους και να φορέσουν τα φανταχτερά κουστούμια της μεταφυσικής δυστυχίας τους -το παπιγιόν μην ξεχάσετε.
 
 
 

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

ΗΜΕΤΕΡΟΙ ΕΞ ΟΥΡΑΝΟΥ

Του Παντελή Μπουκαλα
 
Παραμυθητικό είναι να γίνονται στη Βουλή κηρύγματα υπέρ της ισοπολιτείας και της ισονομίας. Παραμυθητικό να δηλώνεται ότι και τα ρουσφέτια θα λείψουν, και οι ευνοούμενοι θα πάψουν να απολαμβάνουν τη βαρεμάρα τους σε καλοπληρωμένες θέσεις του Δημοσίου, και το πελατειακό κράτος θα εξαλειφθεί. Παραμυθητικό, εν ολίγοις, να βλέπεις ότι κάποιοι δείχνουν επιτέλους να κατανοούν πως η δημοκρατία νοθεύεται μέχρις ακυρώσεως όταν υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Είναι η εξόφθαλμη, εκ καταγωγής άλλωστε, σχέση του παραμυθητικού με το παραμυθένιο. Και είναι επιπλέον η απέραντη αθωότητα με την οποία αυτοπαρουσιάζονται οι δύο από τους τρεις συγκυβερνώντες, γιατί βέβαια η ΔΗΜΑΡ δεν είχε ώς τώρα μερίδιο στη διανομή του κράτους. Ενός κράτους που η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ το αντιμετώπισαν (διαφθείροντες και διαφθειρόμενοι) σαν τιμάριό τους, σαν λεία για τους δικούς τους ανθρώπους, είτε πρασινοφρουρούς και γαλάζια παιδιά τους πούμε, όπως μια φορά κι έναν καιρό, είτε απλώς ημετέρους, κατά την πάγια ορολογία.
Ακούει λ.χ. κανείς τον κ. Σαμαρά και τον κ. Βενιζέλο, καθώς και τους κομματικούς πιστούς τους (και τους λιβανιστές τους στα Μέσα βέβαια), να κηρύσσουν τον πόλεμο εναντίον των όντως σκανδαλωδέστατα πριμοδοτημένων υπαλλήλων της Βουλής και μπαίνει σε σκέψεις: Καλά, ουρανοκατέβατοι είναι οι υπάλληλοι αυτοί, που μάλιστα υπερδιπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια; Με αλεξίπτωτο έπεσαν στο Κοινοβούλιο: ΄Η έφτιαξαν λαγούμια, όπως στους πολέμους περασμένων αιώνων, και βρέθηκαν νυχτιάτικα στην άδεια Βουλή, την οποία και κατέλαβαν εξαπίνης και, κυρίαρχοι πια, έσπευσαν να κόψουν μισθούς στον εαυτό τους, να ορίσουν «αμετάθετα», να προβλέψουν ωραιότατα εφάπαξ κ.λπ.; Δεν φαίνεται πιθανό. Αλλωστε οι περισσότεροι (ανάμεσά τους και λαμπροί πλην αποτυχημένοι βουλευτές) είναι επιλεγμένοι και επί της ουσίας διορισμένοι, δίχως ΑΣΕΠ και λοιπά χρονοβόρα. Τους διόρισε το κόμμα τους, ο «προσωπικός» τους βουλευτής (συγγενής ή φίλος, τα ακούσαμε πρόσφατα αυτά από τον «μονοήμερο» κ. Πολύδωρα, που... έκανε ό,τι και οι άλλοι) ή ο εκάστοτε πρόεδρος της Βουλής. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι τα κόμματα βόλεψαν τους δικούς τους ανάλογα με το εκλογικό τους ποσοστό, και πάλι το μέγιστο μερίδιο ευθύνης πέφτει στα δύο που κυβέρνησαν στη μεταπολίτευση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αθωώνονται όσοι «μικροί» διέπραξαν το ίδιο αμάρτημα). Αλλά για το πελατειακό σύστημα που οι ίδιοι εξέθρεψαν και εκμεταλλεύτηκαν δεν ακούσαμε ούτε μισή συγγνώμη, έτσι, για τα μάτια του κόσμου. Λες και είναι αυτοδημιούργητο. Τίποτα. Μόνο κηρύγματα περί ισοπολιτείας. Αλλά αν δεν προϋπάρξει τίμια αυτοκριτική, πιο πιθανό είναι να δούμε oυρανoκατέβατους υπαλλήλους στο Κοινοβούλιο παρά ουρανοκατέβατη ισονομία. Γιατί τα κηρύγματα στη Βουλή είναι εξίσου αποτελεσματικά με τα κηρύγματα στους ναούς. Λίγοι τα παίρνουν κατά γράμμα. Κληρικοί και λαϊκοί.
 

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

ΧΑΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ Ή ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ;

Του Κώστα Καπνίση
 

“ Ποτέ σου μη στέλνεις να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα.
Χτυπάει για σένα ”
 

 
 
 
Τα τελευταία 20 χρόνια έχει επικρατήσει στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας μια πραγματικά «λαϊκίστικη» άποψη και συμπεριφορά σε ότι αφορά το δίπτυχο δικαιώματα – υποχρεώσεις. Όπως κάθε φυσικό φαινόμενο έχει και αυτό την εξήγησή του. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες(λίγες) φωνές πραγματικά ανήσυχες είτε βρισκόμασταν σε περιόδους «ευημερίας» είτε ισχνών αγελάδων πάντα έβαζαν το καίριο ερώτημα: «Για να έχει κάποιος δικαιώματα πρέπει να είναι άξιος για αυτά;». Τα τρία τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει να ακούγεται στον δημόσιο διάλογο το επιχείρημα της συλλογικής ευθύνης, το όλοι μαζί τα φάγαμε, όλοι φταίμε για το πώς φτάσαμε ως εδώ. Αυτό το «όλοι», το «τσουβάλιασμα», ακούγεται τόσο φασιστικό και απεχθές που φτάνει στο επίπεδο καταρχάς της γελοιότητας.
Είναι παραδεκτό όμως ότι ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής, το καταναλωτικό πρότυπο που επικράτησε, η ανασφάλεια που πάντα νιώθουμε ως άνθρωποι για το πως φαινόμαστε στα μάτια των άλλων, η ιδεολογική σύγχυση που οφείλεται στην προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε και στη δική μας έλλειψη κριτικού πνεύματος, η μέτρια ή αν θέλουμε κακή ή ακόμα και ανύπαρκτη παιδεία μας, η τυπικότητα και όχι η ουσία στην λειτουργία της Δημοκρατίας μας σε επίπεδο θεσμών και ρόλων, η έλλειψη οργανωτικού πνεύματος στον καταμερισμό της εργασίας που καλούμαστε κάθε φορά να κάνουμε αλλά και στην εξειδίκευση των προβλημάτων που καλούμαστε να επιλύσουμε ανασύροντάς τα κάτω από το χαλί που επιμελώς τα κρύβαμε τόσα χρόνια, η μισαλλοδοξία και ο φανατισμός έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης για το πώς φτάσαμε ως εδώ. Σίγουρα έχουμε ως κοινωνικό σύνολο ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση. Σιωπήσαμε. Αδιαφορήσαμε. Αφήσαμε αλήθεια ποτέ πίσω μας ενοχικά σύνδρομα του παρελθόντος που μας διαίρεσαν ως κοινωνία; Σύνδρομα που δε μας άφησαν να προχωρήσουμε μπροστά ως χώρα; Χωρίς καμιά ιδιαίτερη δυσκολία γεννάται αυτόματα άλλο ένα βασανιστικό ερώτημα που ζητά απάντηση σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Μπορεί ο ανεύθυνος άνθρωπος να είναι ελεύθερος; Αναμφισβήτητα, ένα κοινωνικό σύνολο οφείλει να γνωρίζει τα δικαιώματά του, να τα διεκδικεί, να τα κατακτά και όταν ακόμα κινδυνεύει να τα χάσει ή ακόμα φτάνει και στο να τα χάνει τότε πρέπει να είναι έτοιμο να τα επανακτήσει μέσω ενός αδιάκοπου αγώνα. Μια κοινωνία οφείλει να προασπίσει πρώτα από όλα και τα δικαιώματα των αδυνάτων γιατί μόνο τότε είναι πραγματικά ελεύθερη, δεν έχει ενοχές και ανεβαίνει σε αξίες και ιδανικά. Πέρα από αυτή την καθαρά θεωρητική προσέγγιση οφείλουμε να κοιτάξουμε μέσα στον εαυτό μας, στον εσωτερικό μας καθρέφτη και να απαντήσουμε στο αν έχουμε κάνει αυτό που πρέπει. Ένας παλιός πολιτικός είχε κάποτε πει ότι δεν είμαστε ακόμα αυτοί που θα έπρεπε να είμαστε. Πότε θα είμαστε έτοιμοι; Όταν θα έχουμε ισοπεδωθεί ως κοινωνία;
Εδώ και τρία χρόνια παρατηρείται μια στασιμότητα, αδιαφορία, οκνηρία ακόμα και κυνική συμπεριφορά μπροστά στα πολιτικά και κοινωνικά τεκταινόμενα. Οι συζητήσεις μεταξύ κοινωνικών ομάδων, φίλων και γνωστών δίνουν και παίρνουν. Πάντα μας φταίνε κάποιοι άλλοι. Ποτέ εμείς. Η κακή η κοινωνία. Ο κόσμος που είναι κακός. Εμείς; Όλοι όσοι πηγαίνουν στις συγκεντρώσεις – διαμαρτυρίες- διαδηλώσεις έχουν να το λένε στον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι καταρρακωμένοι από τα χημικά, κατάκοποι από την πολύωρη ορθοστασία, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες. «Σήμερα ήμασταν περισσότεροι». Μπορεί να είναι αλήθεια. Μπορεί και να πλησιάζει στην αλήθεια αυτό το ερώτημα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι κυρίως λέγεται για να πιστέψουν οι ίδιοι λίγο παραπάνω στον αγώνα. Να «ανεβούν» παραπάνω για ψυχολογικούς λόγους. Για να μπορέσουν να ξανακατεβούν και να διαμαρτυρηθούν για τις ζωές τους που καταστρέφονται λόγω αυτής της βάρβαρης και αντιλαϊκής πολιτικής. Πολλές φορές όμως ακούγεται και το άλλο βασανιστικό ερώτημα. «Οι υπόλοιποι που είναι;». Εύλογο ερώτημα. Μόνο οι άνεργοι σε αυτή τη χώρα αγγίζουν το 1.500.000. Που είναι όλοι αυτοί; Τι κάνουν; Γιατί δεν αντιδρούν; Προφανώς περιμένουν ότι κάποιοι άλλοι θα τους σώσουν. Ήδη φυτοζωούν με ελάχιστους πόρους που εξασφαλίζουν από το σπίτι και απλά περιμένουν ότι θα τους βοηθήσει ο ξεσηκωμός των άλλων. Η γενιά των 30 και κάτι είναι αυτή που περιγράφεται και φωτογραφίζεται στο κάδρο. Η γενιά αυτή όμως λείπει. Είναι απούσα. Όσοι κατάφεραν και εξασφάλισαν έστω μια εργασία με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη αμοιβή δεν εμφανίζεται.
Είναι η γενιά που προέρχεται από δύο προηγούμενες γενιές που πέρασαν πολλά. Πέρασαν Κατοχή, Εμφύλιο, Χούντα. Τους έλειψαν πολλά και όταν βελτιώθηκε το βιοτικό τους επίπεδο γαλούχησαν τα βλαστάρια τους με την λογική του «προχώρα μπροστά και μην κοιτάς πίσω» , «μη νοιάζεσαι για τον διπλανό σου», «κοίτα το σπίτι σου», «έχει ο θεός», «άκου – βλέπε- σώπα» και πολλές άλλες τέτοιες φράσεις και εκφράσεις. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτή τη γενιά γιατί αυτή είναι που νομοτελειακά από πλευράς ηλικίας καλείται να κάνει οικογένεια και να φέρει στον κόσμο νέους ανθρώπους. Το ερώτημα είναι αν μπορεί. Η απάντηση προφανής. Δε μπορεί. Δε γίνεται να κάνει ένα νεαρό ζευγάρι οικογένεια όταν το ένα μέλος ή ακόμα και τα δύο είναι άνεργοι. Όσοι πάλι εργάζονται, το κάνουν μέσα σε ένα ιδιαίτερα ανασφαλές περιβάλλον που εκπέμπει αγωνία και αβεβαιότητα για το παρόν και το άμεσο μέλλον. Κι όμως αυτή η γενιά είναι που καλείται να πάρει τα πράγματα στα χέρια της. Η πλειονότητα αυτών των ανθρώπων είναι που πιέστηκε από τις μεγαλύτερες γενιές στις δύο τελευταίες αναμετρήσεις του Μάη και του Ιούνη ώστε με την ψήφο της να μην αλλάξει μια και για πάντα το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Όχι απαραίτητα να σωθεί. Απλώς να αλλάξει τα πράγματα. Να υπάρξει έστω μια ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Να ανοιχτεί ένας άλλος δρόμος. Πολλοί το αποτόλμησαν. Όχι τόσοι ώστε να αλλάξουν τη ροή του ποταμού. Καταγράφηκε λοιπόν άλλη μια ήττα του λαού. Οριακή μεν αλλά ήττα. Αλήθεια είναι ότι όσο περνάει ο καιρός όλο και περισσότεροι άνθρωποι ειδικά μετά από την ψήφιση των μέτρων της προηγούμενης εβδομάδας που ισοπεδώνουν και καταστρέφουν την ελληνική κοινωνία αλλά και της χθεσινής υπερψήφισης του προϋπολογισμού που τα υλοποιεί καταλαβαίνουν το στημένο παιχνίδι που παίζεται. Αρχίζουν να καταλαβαίνουν την ίδια τους την αυτοπαγίδευση και να νιώθουν ότι όλα βαδίζουν σε ένα τεντωμένο σκοινί που ταλαντώνεται επικίνδυνα και όσο και αν οι ίδιοι είναι επιδέξιοι και ακροβατούν πάνω του υπάρχει πια ολοφάνερη η πιθανότητα το σχοινί να σπάσει και να βρεθούν στο κενό. Αν το σχοινί σπάσει τότε όλοι γνωρίζουν ότι τα πράγματα θα έχουν πάρει τον δρόμο χωρίς επιστροφή. Δε θα μπορούν πια να «διαμαρτύρονται» καθαρά φιλολογικά και όχι αγωνιστικά και ούτε θα μπορούν να περιμένουν από τους άλλους για να τους σώσουν.
Καλό είναι να καταλάβουν όλοι προτού να είναι αργά ότι κανένας πια δε μπορεί να μένει αμέτοχος σε ότι συμβαίνει γύρω του. Όλοι ανεξαιρέτως πρέπει να καταλάβουν ότι για να είναι κυρίαρχος ο λαός πρέπει να είναι και υπεύθυνος ο ίδιος άρα και υποχρεωμένος να λάβει επιτέλους μέρος στις εξελίξεις και όχι να παραμένει απαθής και φοβισμένος. Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα έργου του 1624 του Άγγλου ποιητή Τζον Νταν: «Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, ακέριος μοναχός του. Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι ηπείρου, ένα μέρος στεριάς. Αν η θάλασσα ξεπλύνει ένα σβόλο χώμα, η Ευρώπη γίνεται μικρότερη. Όπως κι αν ξεπλύνει ένα ακρωτήρι ή ένα σπίτι φίλων σου ή δικό σου. Κάθε ανθρώπου ο θάνατος λιγοστεύει εμένα τον ίδιο, γιατί είμαι ένα με την Ανθρωπότητα. Κι έτσι ποτέ σου μη στέλνεις να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα. Χτυπάει για σένα».
 

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

ΟΙ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ

Του Ανδρέα Πετρουλάκη
 
Αν ψάξει κανείς να βρει τις δύο πιο προνομιούχες ομάδες εργαζομένων του δημόσιου τομέα, πλην ΔΕΚΟ, σε όλην τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης εύκολα καταλήγει ότι είναι οι δικαστικοί και οι υπάλληλοι της Βουλής. Δηλαδή οι δύο μοναδικές ομάδες που μπόρεσαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά στα μέτρα. Οι μεν βγάζοντας ανισυνταγματικές τις διατάξεις του πολυνομοσχεδίου που αφορούν τις περικοπές στους μισθούς τους, οι δε εκβιάζοντας τη Βουλή με απεργία την ώρα της συζήτησης, χωρίς προσωπικό ασφαλείας και άρα με διακοπή της συνεδρίασης. Προνομιούχοι στην ευμάρεια, προνομιούχοι και στη λιτότητα.
Οι δικαστικοί ασφαλώς δικαιούνται υψηλών μισθών λόγω σπουδών, κοπιώδους εργασίας εκτός ωραρίου και καθηκόντων υψηλής ευθύνης. Αλλά οι μισθοί τους προφανώς συναρτώνται με τις υπόλοιπες αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων και οι περικοπές σε ένα κράτος δικαίου πρέπει να είναι αναλογικές, πόσω μάλλον που επί χρόνια οι δικαστικοί επεδίκαζαν στους εαυτούς του αυξήσεις και αναδρομικά, κάποιες φορές τερατώδεις. Όταν ένιωσαν να απειλούνται, αυτοί οι εκλεκτοί της Μεταπολίτευσης, ξεκίνησαν παράνομες λευκές απεργίες, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την καθυστέρηση στην απόδοση της δικαιοσύνης και ταλαιπωρώντας παραπάνω τους πολίτες. Και μετά ήρθε και η δικαίωσή τους από τους εαυτούς τους στον Άρειο Πάγο. Μόνο η δική τους φυσικά.
Οι υπάλληλοι της Βουλής είναι βεβαίως πιο προκλητικές περιπτώσεις. Δεν έχουν ούτε τα προσόντα, ούτε τις υποχρεώσεις των δικαστικών. Σχεδόν όλοι έχουν προσληφθεί με ρουσφετολογικούς διορισμούς και προκλητικές μονιμοποιήσεις, τα δε προνόμιά τους σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους του κράτους κρατάνε νούμερο επιθεώρησης. Χτες είχαν και το μαχαίρι και το πεπόνι - απεργία χωρίς προσωπικό ασφαλείας, η τροπολογία δεν πέρασε.
Την ίδια ώρα την Βουλή φύλαγαν άθλια αμειβόμενοι αστυνομικοί που με το νομοσχέδιο γινόντουσαν ακόμα φτωχότεροι. Τι θα γινόταν αν έκαναν λευκή απεργία και άφηναν τους διαδηλωτές να μπούν μέσα στη Βουλή; Τα σύνορα της χώρας τα φύλαγαν αξιωματικοί που το γλίσχρο εισόδημά τους γινόταν ακόμα μικρότερο. Γιατί δεν σκέφτηκαν να κάνουν λευκή απεργία; Τους πολίτες, άγρυπνοι φρουροί, προστάτευαν χαμηλόμισθοι πυροσβέστες που ξενυχτούσαν χωρίς επιπλέον αμοιβή- αντίθετα, το βράδυ αυτό έχαναν κι άλλα χρήματα. Τι απόφαση θα έπαιρναν τα δικαστήρια αν έκαναν κι αυτοί λευκή απεργία;
Στη διάρκεια της ίδια νύχτας έχαναν κι άλλο ένα κομμάτι από τον χαμηλό μισθό τους οδηγοί του ΕΚΑΒ, νοσηλευτές, τραυματιοφορείς, τεχνολόγοι νοσοκομείων, γιατροί του ΕΣΥ, νυχτοφύλακες, νυχτερινές βάρδιες δημοσίων υπηρεσιών, ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων του κράτους που είχαν πολύ περισσότερους λόγους να αντιδρούν από τους δικαστικούς και τους υπαλλήλους της Βουλής. Οι περισσότερες από αυτές τις κατηγορίες απεργούσαν χτές. Αλίμονο, λογικό και αναμενόμενο. Τα εισοδήματά τους για πολλοστή φορά δεχόντουσαν βάναυση περικοπή. Καμία άλλη ομάδα όμως δεν αποφάσισε παράνομες κινητοποιήσεις. Άλλωστε οι δικαστές θα τις έβγαζαν παράνομες και καταχρηστικές. Καμία δεν σκέφτηκε να απεργήσει χωρίς να μεριμνήσει για προσωπικό ασφαλείας.
Θέλω να πω ότι είναι αυτονόητο το δικαίωμα των εργαζομένων να αντιδρούν όταν αισθάνονται ότι θίγονται τα συμφέροντά τους. Αρκεί αυτό να γίνεται εντός του πλαισίου του νόμου και εντός του κοινωνικού συμβολαίου. Πολλοί από αυτούς έχουν κάθε λόγο να επικαλούνται επιχειρήματα ανάλογα των δικαστικών. Οι γιατροί του ΕΣΥ δεν έχουν χαμηλότερης ευθύνης καθήκοντα. Οι πανεπιστημιακοί δεν έχουν λιγότερα προσόντα. Όλοι ανεξαιρέτως θίγονται περισσότερο από τους δικαστικούς αλλά κινητοποιούνται σε συνάρτηση και συντονισμό με την υπόλοιπη κοινωνία. Οι δύο κατηγορίες εργαζομένων που αναφέρω μοιάζουν να κινούνται σε ένα σύμπαν διαφορετικό από το δικό μας. Σαν να μην καταλαβαίνουν πόσο πολύ έχουν ευνοηθεί τα προηγούμενα χρόνια σε σχέση με τους υπόλοιπους, σαν να νιώθουν τώρα ότι αυτό που συμβαίνει γύρω τους αφορά όλους τους άλλους εκτός από τους ίδιους.
 

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΘΕ ΤΟΙΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΕΞΟΔΟΥ...

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη
 
«Ενας σοφός της Ανατολής παρακαλούσε κάθε φορά τη θεότητα στην προσευχή του να τον απαλλάξει από το να ζήσει σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Επειδή εμείς δεν είμαστε σοφοί, η θεότητα δεν μας απάλλαξε κι έτσι ζουμε σε μια ενδιαφέρουσα εποχή. Εν πάση περιπτώσει, η εποχή μας δεν αφήνει περιθώριο να αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν». Εγραφε ο Καμύ.
Η εποχή μας είναι ενδιαφέρουσα, τόσο που μας γεμίζει φόβο, μας ωθεί με σφοδρότητα στη νοσταλγία του παρελθόντος, της αδιάφορης, αμέριμνης εποχής. Η ζωή κυλάει σαν βράχος πάνω μας, βαριά, αργή, συνθλίβουσα. Αγνώριστη, φέρουσα καταπλήξεις και πλήγματα, καταθλίβουσα. Και όσο κι αν μελαγχολείς, αυτή κυλάει, ποτάμι ορμητικό φουσκωμένο κι εσύ κλαράκι· μόνο αν αφεθείς έχεις ελπίδα να γλιτώσεις. Ανασύρεις από τα προ κρίσεως χρόνια, μια μελαγχολική στάση, καθώς αργόσβηνε μια εποχή, ήταν 2005:
«Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανεξέλεγκτα στα νερά του ποταμού. Οσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες. Οσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα.»
Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Ολες οι καταιγίδες, σαν μία, δέρνουν το γυμνό κλαράκι. Πίσω από το αμήχανο μουρμουρητό του 2005, ακούω απόηχους προπατόρων, τον Διονύση Σαββόπουλο και πίσω κι απ’ αυτόν, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Αρη Αλεξάνδρου:
 
«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία / κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις / με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις» (Δ. Σ., «Οι παλιοί μας φίλοι»).
 
«Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ώς εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τι λες» (Μ. Α., «Ο στόχος»).
 
«Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα / χαράζοντας γραμμές / εδώ θα επιμένεις δίχως βία / χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση» (Α. Α., «Θα επιμένεις»).
 
Κρατάω αυτό: «Χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση». Ταιριάζει στη δική μας περίσταση· να μη γείρεις ούτε στη μια ούτε στην άλλη βολική εκδοχή, να μην παραδοθείς στις ευκολίες της θρηνωδίας ή του μίσους.
Δεν ακούς τέτοια στις τηλεοράσεις και στα Ιντερνετ, ούτε στους δρόμους. Ο δημόσιος χώρος πλημμυρίζει απόγνωση και περιφρόνηση, θλίψη, βαναυσότητα. Κεντάνε το πετσί μας. Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή δεν είναι μόνο αυτά, η ζωή ανθεί στα κρίσιμα διάκενα, ακόμη και τώρα. Ανατρέχω στον παντοτινά προσφιλή Αλμπέρ Καμύ, τον συντοπίτη μας της Μεσογείου, με την αγράμματη μάνα που τον έφτασε στο Νομπέλ. Πριν από περίπου μισόν αιώνα, το 1957, παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο και λέει στους συγκαιρινούς του, τους ανθρώπους που έζησαν ολοκληρωτισμούς, γενοκτονίες και πολέμους:
«Μπορούμε πάντα να αντιτάξουμε στην παρούσα κατάσταση τον θρήνο των ανθρωπιστών, να γίνουμε αυτό που ο Στέφαν Τροφίμοβιτς στους “Δαιμονισμένους” θέλει πάση θυσία να γίνει: η ενσάρκωση της μομφής. Μπορούμε να φτάσουμε, επίσης, σε εξάρσεις κοινωνικής θλίψης, όπως ο εν λόγω ήρωας. Αλλά η θλίψη αυτή δεν θα αλλάξει καθόλου την πραγματικότητα».
Ανάμεσα στη μομφή και τη θλίψη, λοιπόν, στο μίσος και στην αυτοκατάργηση. Τι αντιπροτείνει ο Καμύ;
«Κάθε τοίχος είναι μία πόρτα εξόδου, λέει σωστά ο Εμερσον. Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι. Αντιθέτως, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί όπου βρίσκεται, δηλαδή στο κέντρο της μάχης. Γιατί, κατ’ εμέ εκεί βρίσκεται. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, οι μεγάλες ιδέες έρχονται αθόρυβα στον κόσμο σαν πάτημα περιστεράς. Αν τείνουμε ευήκοον ους, ίσως αφουγκραστούμε, λοιπόν, σαν απαλό θρόισμα φτερών εν τω μέσω της βοής αυτοκρατοριών και εθνών, τον τερπνό σαματά της ζωής και της ελπίδας. Αλλοι θα πουν ότι αυτή την ελπίδα τη φέρνει ένας λαός· άλλοι, ένας άνθρωπος. Πιστεύω, αντιθέτως, ότι αυτή η ελπίδα υποκινείται, αναπτερώνεται και συντηρείται από χιλιάδες μοναχικούς, η δράση και το έργο των οποίων αναιρούν καθημερινά τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή προσχήματα της Ιστορίας, ώστε να λάμψει φευγαλέα η αενάως απειλούμενη αλήθεια που ο καθένας τρέφει, μες στις πίκρες και τις χαρές του, για το καλό όλων».
 
 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ

Αυτό που ζούμε σήμερα είναι τα αποτελέσματα της εφαρμογής ενός τριανταοκτάχρονου μεταπολιτευτικού πολιτικοκοινωνικού μοντέλου. Οι υπεύθυνοι πολιτικοί ερίζουν γύρω από τις αιτίες των συνεπειών που κτυπούν σαν τυφώνας σήμερα τη χώρα και το λαό και προσπαθούν....να ρίξουν τις ευθύνες οι μεν στους δε,εκτός από αυτούς τους ίδιους. Κανένας κομματάνθρωπος όμως δεν μιλάει για την πραγματική αιτία του προβλήματος. Η πραγματική αιτία δεν είναι οικονομική, ούτε κάν πολιτική. Είναι δυστυχώς πολιτειακή.Το τέλος της εφτάχρονης δικτατορίας σηματοδότησε και το οριστικό τέλος του απαρχαιωμένου θεσμού της βασιλείας για την Ελλάδα. Τη θέση της βασιλευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας πήρε η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στην πραγματικότητα η μόνη ουσιαστική αλλαγή που έγινε ήταν να αντικατασταθεί ο θεσμός της βασιλείας με τον άνευ ουδεμιάς θεσμικής βαρύτητας θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας (λόγω του τρόπου εκλογής του και της έλλειψης αρμοδιοτήτων). Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει ο απόλυτος εξουσιαστής – πρωθυπουργός της χώρας σε ένα μονοπρόσωπο πολίτευμα, ο εκάστοτε κομματικός αρχηγός του σχετικά πλειοψηφούντος (λόγω εκλογικού νόμου) κόμματος.
Απόλυτος λοιπόν άρχων ένας αναλώσιμος κομματικός αρχηγός (με την έπαρση της ισόβιας επανεκλογής), εκπροσωπώντας ένα κόμμα μειοψηφίας στο λαό. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αποκοπεί η πολιτική από το λαό, να γιγαντωθεί η πολιτικοοικονομική διαπλοκή και να περιέλθει η πολιτική τάξη σε ομηρία κρατικοδίαιτων παρασίτων. Το κράτος και τα κρατικά ταμεία χρησιμοποιούνται ως κομματικά λάφυρα και η κοινωνία σπρώχνεται εντελώς έξω από την πολιτική και τον έλεγχο του πολιτικού συστήματος ιδιωτεύοντας και αντιγράφοντας τη διαφθορά της πολιτικοοικονομικής διαπλοκής. Σήμερα η κοινωνία οδηγείται στην εξαθλίωση προκειμένου να αντληθούν χρήματα από τις περιουσίες των πολιτών για να διασωθούν και να επιβιώσουν τα κρατικοδίαιτα παράσιτα και να ικανοποιηθούν οι έξωθεν προστάτες τους, διατηρώντας στο ακέραιο και την εξουσία τους.
Δεν υπάρχει πλέον θεσμός να αντιδράσει. Θεσμός να μας σώσει. Η κυβέρνηση και η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή είναι στρατευμένοι λόχοι κάτω από τις διαταγές του κομματικού αρχηγού. Η Δικαιοσύνη ανακαλύπτει τώρα ότι θυσιάζεται μαζί με τον υπόλοιπο λαό, γιατί τόσα χρόνια δεν όρθωσε το ανάστημα που έπρεπε, αλλά και ούτε μπορούσε επί της ουσίας, λόγω του διορισμού της ηγεσίας της από τον κομματικό αρχηγό. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κρίνει τις διατάξεις για το συνταξιοδοτικό αντισυνταγματικές,αλλά ο κομματικός αρχηγός αδιαφορεί. Πριν λίγες ημέρες απορρίφθηκαν από τη Βουλή δύο διατάξεις, αλλά ο κομματικός αρχηγός τις επαναφέρει και απειλεί τους βουλευτές με διαγραφή. Τόσο σοβαρά μέτρα που εξοντώνουν έναν ολόκληρο λαό περνούν στη Βουλή με ένα μόνο άρθρο, γιατί αυτό επέλεξε ο κομματικός αρχηγός. Πουθενά στο Σύνταγμα δεν υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες που θα περιόριζαν την απολυταρχική εξουσία του κομματικού αρχηγού – πρωθυπουργού. Η προστασία του Συντάγματος αφήνεται με το άρθρο 120 στους πολίτες, αλλά με τέτοιες προϋποθέσεις που ουσιαστικά ακυρώνουν τους ίδιους τους πολίτες.
Η χώρα μας λοιπόν αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτειακό πρόβλημα και όσοι δεν θέλουν να το δουν σπρώχνοντας το κεφάλι τους μέσα στις κομματικές άμμους, κάνουν κακό σε ολόκληρο το λαό. Τα δημόσια ταμεία έχουν αδειάσει. Ας "ξελαμπικάρουν" επιτέλους έστω τώρα. Τέλος της μεταπολίτευσης χωρίς να τελειώσει και το πολίτευμά της δεν νοείται.
Αυτό λοιπόν το ολοκληρωτικό πολίτευμα πεθαίνει τώρα μαζί με όλο τον μεταπολιτευτικό πολιτικό εσμό που αυτό γαλούχησε και πλούτισε. Πανικόβλητοι φθαρμένοι πολιτικοί αναζητούν σανίδα σωτηρίας στα χρήματα της τροϊκας και περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα ή σχεδιάζουν να ιδρύσουν νέα κόμματα, υποσχόμενοι στα συμφέροντα που τους στήριζαν ότι μπορούν ακόμα να προασπίσουν τα ίδια συμφέροντα. Αλλά είναι ήδη πολύ αργά για πολλούς από αυτούς.
Ήρθε η ώρα να επαναχαράξουμε τις σχέσεις κοινωνίας και πολιτικής. Ήρθε η ώρα να μπει η ίδια η κοινωνία στην πολιτική. Να πάρει η ίδια η κοινωνία τον απόλυτο έλεγχο της εξουσίας.
 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕ...

Όταν εδώ και καιρό ξεκίνησε εκείνος ο συνεχόμενος ψαλμός περί απειλής χρεοκοπίας άτακτης ή ελεγχόμενης, προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τι στο διάολο είναι η ελεγχόμενη χρεοκοπία. Όχι σαν οικονομολόγος αλλά σαν απλός άνθρωπος. Τι θα βλέπαμε δηλαδή μπροστά μας, στη καθημερινότητά μας σε μια κατευθυνόμενη χρεοκοπία.
Σήμερα νομίζω πως όλοι έχουμε καταλάβει. Σύνταγμα κουρέλι, Βουλή σε ρόλο κομπάρσου, ατιμωρησία των κλεφτών και διασυρμός όσων αντιστέκονται, επιλεκτική δικαιοσύνη, επιλεκτική φτώχεια, λίστες γελοιότητας, παρελάσεις σιδερόφραχτες, ξένους αφέντες που αλωνίζουν τα Υπουργεία και ντόπιους, συνεργάτες ή απλά ανίκανους να πουν όχι, κράτος συμμοριών ελεγχόμενων από τοκογλύφους που ξεζουμίζει το αίμα από τους πλέον αδύνατους και ήδη πτωχευμένους πολίτες, τι άλλο είναι εκτός από
επιλεκτική χρεοκοπία...
Χρεοκοπία θεσμών, χρεοκοπία ηθικής, χρεοκοπία πολιτισμού, χρεοκοπία εθνική. Η απειλή της υποτιθέμενης χρεοκοπίας που θα έρθει βγάζει τη γλώσσα προκλητικά στη χρεοκοπία που ήδη συμβαίνει. Της φωνάζει μέσα στη μούρη την ιστορική πλέον φράση του μεγάλου πολιτικού άνδρα "το ότι θα χρεοκοπήσουν οι Έλληνες δεν σημαίνει πως θα χρεοκοπήσει κι η Ελλάδα"
Η αφηρημένη έννοια Ελλάδα των αγορών, εκείνη των αριθμών και των παλιόχαρτων, εκείνη των λίγων παικτών που κάνουν τα πάντα για να μην χάσουν τα δισεκατομμύρια τους, στέκεται απέναντι στην Ελλάδα των ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν πια εκτός από τα δεσμά τους. Η Ελλάδα των τραπεζών συναλλάσσεται γερά και κρατάει πίσω από κάγκελα την Ελλάδα των αληθινών ανθρώπων. Εκείνων που δουλεύουν, που παντρεύονται, που γεννάνε, εκείνων που αγωνίζονται να επιβιώσουν , να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να γεράσουν με αξιοπρέπεια.
Μια χώρα δεν πτωχεύει όταν αδυνατίζουν τα νομίσματα. Πτωχεύει όταν αδυνατίζει η Πολιτεία της και ο λαός της. Δεν πτωχεύει όταν ο δείκτης των αγορών είναι ψηλά ή χαμηλά, πτωχεύει όταν ο λαός της είναι απελπισμένος, χωρίς όνειρα, ταπεινωμένος κι εκβιαζόμενος. Όταν δεν υπάρχουν πια οράματα, περηφάνια, αξιοπρέπεια. Όταν σέρνεται σαν δουλικό να ζητιανεύει και να ζητάει συγνώμη σαν ένοχη πουτάνα, όταν ανοίγει τα πόδια της σαν πρόθυμη πουτάνα, όταν χρειάζεται νταβατζήδες για να ζήσει, τότε πτωχεύει....
Δυστυχώς επτωχεύσαμε. Κανονικότατα με το πιο τραγικό τρόπο. Όχι γιατί το επιλέξαμε αλλά γιατί μας το επέβαλαν. Όχι σαν λύση έσχατης ανάγκης, αλλά σαν κλωτσιά στο σώμα μας από τη μπότα των νέων αποικιοκρατών και την ασυδοσία των ντόπιων συμμοριών που καταλήστεψαν ξεδιάντροπα και τους τελευταίους πόρους επιβίωσης. Οχι γιατί πληρώνουμε τα λάθη μας, αλλά γιατί δεν υπήρξε κανένας που να σκεφτεί πως αυτή εδώ είναι μια πατρίδα που πρέπει να επιβιώσει κι όχι ένα ξέφραγο αμπέλι που ο καθένας αφοδεύει όπου γουστάρει χωρίς κανείς να τον ενοχλεί. Κανείς δεν ονειρεύεται τη πατρίδα του πτωχευμένη. Αλλά και κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν επιθυμεί να επιβιώσει αλλά σαν σκλάβος.
Στη προσωπική μας ζωή, αμέτρητες φορές καλούμαστε να επιλέξουμε το δύσκολο αλλά αξιοπρεπή δρόμο από τον εύκολο αλλά ξεφτιλισμένο. Και πάρα πολλοί επιλέγουν το πρώτο. Να πονέσουν, να ματώσουν, να τα βγάλουν πέρα δύσκολα, να δώσουν άνισες μάχες αλλά περήφανοι. Άλλοι επιλέγουν τον άλλο δρόμο και πουλάνε τη ψυχή τους στο διάβολο. Έτσι και μια πατρίδα, μπορεί να έρθει μια στιγμή να πρέπει να επιλέξει το δρόμο της Αρετής ή της Κακίας. Όταν θα επιλέξει το δεύτερο, είναι ντε φάκτο χρεοκοπημένη.
Θα μας απειλήσουν ακόμα περισσότερο. Δεν θα σταματήσουν σε τίποτα μέχρι να φτάσουμε στο τελευταίο σκαλί ταπείνωσης και φτώχειας. Αν αυτό είναι διάσωση τότε χάρισμα σας. Και ντροπή σας. Δυστυχώς επτωχεύσαμε.
 

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη
 
Για όσους αντέχουν ακόμη να πληρώνουν ενοίκιο ή δόση στεγαστικού, σούπερ μάρκετ και ασφάλιστρο, για όσους ψώνισαν φέτος σχολικά είδη στα παιδιά τους, η σαστισμάρα και η σύγχυση είναι ακόμη τα κυρίαρχα συναισθήματα. Οι σαστισμένοι όμως λιγοστεύουν διαρκώς. Και αυξάνονται οι ανήμποροι, οι αδρανείς, οι παραιτημένοι, οι γυμνοί· όσοι δεν πληρώνουν πια ασφαλιστικές εισφορές, ούτε εφορία, γιατί απλούστατα δεν δύνανται. Δεν έχουν. Δεν είναι εδώ πια, ανήκουν σε άλλο κόσμο, κινούνται σε άλλο χρόνο, όχι παρελθόντα, όχι στο φτωχό ’50 και το ’60 με τα μανταρισμένα πουλόβερ και τα γυρισμένα κοστούμια, ούτε καν εκεί. Αυτοί οι ανήμποροι προλέγουν ήδη το μέλλον. Τη γυμνή ζωή.
Ακούω ιστορίες πρώην νοικοκυραίων και μαστόρων, εργαζομένων από τα δώδεκα ή τα δεκαπέντε τους χρόνια, καταγόμενων από παραποτάμια ή ορεινά χωριά βαριά από ιστορία και μύθους. Ηρθαν στην Αθήνα παιδιά, μπήκαν τσιράκια ή κάλφες σε εργαστήρια, σε βιοτεχνίες, έγιναν μάστορες, μερικοί έγιναν και μικροεπιχειρηματίες, βιοτέχνες, όλοι είχαν επάγγελμα, προκοπή, τιμή, μεγάλωσαν, σπούδασαν και προίκισαν παιδιά. Ηταν περήφανοι για όσα επέτυχαν. Και σχεδίαζαν ήρεμα στον χρόνο τους βίους τους. Δεν ήσαν άρπαγες και άπληστοι, καφεδάκι στο καμινέτο το πρωί, φαΐ στο κατσαρολάκι απ’ το σπίτι το μεσημέρι ή ένα ζεστό πιάτο στα μαγέρικα της οδού Κολοκοτρώνη, σιέστα κλεφτή πάνω στον πάγκο εργασίας, και δουλειά ώς αργά το βράδυ. Επιστροφή με το μπλε λεωφορείο στις συνοικίες της αντιπαροχής.
Ολο το εμπορικό κέντρο ήταν γεμάτο από μαστόρους, επαγγελματίες, βιοτέχνες, εμπόρους, τεχνίτες. Στο τρίγωνο Μοναστηράκι – Ομόνοια – Σύνταγμα, μαζί με του Ψυρρή των τσαγκαράδων. Εκεί όπου σήμερα πληθωρίζονται καφέ, μπαρ, ουζερί, για χίπστερ και χασομέρηδες, άνεργους και άεργους, εκεί όπου κάποιοι βλέπουν ανάπτυξη μέσα από την κατανάλωση φρέντο και ρόκα–παρμεζάνα. Συνταξιοδοτούνται κακήν κακώς οι παλαιοί, άλλοι ολόκληρη με σαράντα χρόνια ένσημα, άλλοι προώρως μειωμένη, άλλοι χρεοκοπούν και κολλάνε κηδειόχαρτα «εκποίηση», «πωλείται η επιχείρηση», «ενοικιάζεται το παρόν, πληροφορίες εντός». Ο κόσμος της εργασίας και του εμπορίου φεύγει, το centro storico μετατρέπεται σε φαν παρκ για άνεργους, χώρος τράνζιτο γι’ ανθρώπους τράνζιτο, χωρίς προέλευση, ρίζα, προορισμό. Χώρος χωρίς χρόνο.
Ακούω ιστορίες, ανασυστήνω ζωές. Χήρες που σπούδασαν παιδιά πλένοντας σκάλες και γραφεία, ψήνοντας καφεδάκια κάτω απ’ το κλιμακοστάσιο για τους εργαζομένους στο μέγαρο, που είχαν σπίτι το παραχωρημένο υπόγειο πλάι στον λέβητα, στολισμένο με κεντήματα, χράμια και αγαλματίδια από αρχαίες μπομπονιέρες. Ζουν με την κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ, πάντα εκεί, πλάι στον λέβητα, στο πάντα στολισμένο δωμάτιο. Και καταριούνται αυτόν που τους έκοψε τη σύνταξη και τα φάρμακα για την οσφυαλγία και την πίεση. Που τους έκοψε το τελευταίο ξερό κλαδάκι της πληβείας ζωής.
Πίσω από κάθε ψηλό παράθυρο στα μαραμένα εμποροβιοτεχνικά μέγαρα του κέντρου, στις οδούς με τα ένδοξα ονόματα Χρυσοσπηλαιωτίσσης, Νικίου, Κολοκοτρώνη, Πραξιτέλους, Αιόλου, Ρόμβης, Κλειτίου, κινούνται ακόμη άνθρωποι και ξεδιπλώνονται ιστορίες. Οσοι πρόλαβαν τη σύνταξη του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, έζησαν ολόκληρο το greek dream και αποχώρησαν. Αλλοι δεν πρόλαβαν, τους μάγκωσε η χρονόπορτα και τους συνέθλιψε. Εδώ και καιρό αδυνατούν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, δεν μπορούν να πάρουν σύνταξη· υποαπασχολούμενοι, βγάζουν το νοίκι και ψωνίζουν γαύρο πρωινό στην Αγορά.
Ακούω το ευφρόσυνο καναρίνι στον 5ο όροφο βιοτεχνικής πολυκατοικίας· δεν το βλέπω γιατί με τυφλώνει η αντηλιά, πίσω απ’ το παμφάγο φως ξέρω όμως ότι ξεπροβάλλει μια αναλόγως εκθαμβωτική γωνία Ακροπόλεως. Το πορτοκαλί καναρίνι συναγωνίζεται το άμουσο ράδιο που φλυαρεί σε ακατάληπτη γλώσσα· και τα δύο συντροφεύουν τον παλαίμαχο τεχνίτη. Η λωρίδα φωτοσκόνης χαϊδεύει και εξωραΐζει παλαιές μεταλλοδερμάτινες πολυθρόνες, το μικρό ψυγείο, τον ψηλό πάγκο με το βαρύ σίδερο, ρεκλάμες, Κασμήρια ΔΔΔ, Ελληνοβρετανική, αρχαία φιγουρίνια με σταυρωτά γιλέκα, το τηλέφωνο βακελίτη, κάρτες για μανταρίστρες και κουμποτρυπούδες, το γκαζάκι οπωσδήποτε. Απέναντι ένας ξεχασμένος χρυσοχόος, ένας αδαμαντοκολλητής, λογιστικό γραφείο, μια φθαρμένη εμαγιέ επιγραφή Εισαγωγαί Υλικών Αργυροχρυσοχοΐας με περίτεχνα γράμματα Art Deco. Ενας θνήσκων κόσμος, ο κόσμος των τεχνών και του εμπορίου. Γεμάτος ζωές ακόμη, ίσκιους, παρουσίες, φωνές, έργα χειρών, ιστορίες με βουλευτές και εφέτες, αστεϊσμούς, κουμπαριές, με αλληλεγγύη και μικροδάνεια, με δόσεις και δοσίματα. Αντηλιά, σκόνη, ίσκιος. Ο ίσκιος της ζωής.
 

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Του Παντελή Παντελόγλου
 
Η χορωδία των συστημικών σχολιαστών ασκεί καθημερινά κριτική στο λεγόμενο αντιμνημονιακό μπλοκ, υποστηρίζοντας ότι όσοι αντιτίθενται στις «αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» ουσιαστικά στηρίζουν τη διαφθορά του παρελθόντος.
Δε χρειάζεται να εξετάσουμε εδώ αναλυτικά ποιοι επιμένουν στις «αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Εντός της χώρας, μεταξύ τους θα βρούμε κομματάρχες με σώμα δεινοσαύρου και μυαλό κουκούτσι, φιλελεύθερους κρατικοδίαιτους εργολάβους-σύμβολα του αφορολόγητου ελληνικού καπιταλισμού, τηλεοπτικούς πρωταγωνιστές που κρατούν λιβανιστήρια και παίρνουν πενταψήφιες μηνιαίες αποζημιώσεις για τις υπηρεσίες τους, τους ίδιους τους συστημικούς σχολιαστές του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου κι άλλα τέτοια χρυσά λαρύγγια. Εκτός της χώρας, η ομάδα των υποστηρικτών των «αναγκαίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» συμπληρώνεται από αδίστακτους τραπεζίτες, τους πολιτικούς υπαλλήλους των τραπεζιτών, τις εφημερίδες-όργανά τους, τις γιγαντιαίες πολυεθνικές επιχειρήσεις που έχουν την ευχέρεια του εκβιασμού, τους γραφειοκράτες των διεθνών οργανισμών που άλλοτε απλώνουν τα νύχια τους σαν γύπες κι άλλοτε τα λιμάρουν σαν Αντουανέτες μέσα στους γυάλινους πύργους τους και, βέβαια, σε ρόλο σολίστ, τους μπαμπούλες αυτοκράτορες της διεθνούς πολιτικής σκηνής που μονοπωλούν το τηλεοπτικό κυρίως ενδιαφέρον.
Ναι, σ’ αυτούς είναι πράγματι αναγκαίες οι «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Ωστόσο είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς μία μόνο κοινή στόχευση όλων αυτών των παραγόντων. Η ίδια η ρευστότητα των σχετικών αποφάσεων, η διαρκής μεταρρύθμιση των μεταρρυθμίσεων, μας δίνει αρκετές ενδείξεις για την διελκυστίνδα των επιμέρους συμφερόντων που κρύβονται πίσω από την φαινομενική μνημονιακή ομοφωνία. Στην πραγματικότητα, μια κακόφωνη ορχήστρα που πιστεύει στο γνωστό «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε, κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας» φροντίζει να συντονίζει κάπως τη φωνή της όταν απευθύνεται προς τις μάζες. Αυτό, όμως, είναι και το όριο αυτής της συμμαχίας και γι’ αυτό, υπό κάποιες προϋποθέσεις που δεν έχουν ακόμη καλυφθεί, ανήκει στο παρελθόν.
Στην παρτιτούρα αυτής της κακόφωνης ορχήστρας όταν παίζει για τις μάζες αναγράφεται μια λέξη: ενοχή. Ολόκληρη η σύνθεση που μας ταΐζουν υποχρεωτικά είναι ένα ενοχλητικό λάιτμοτιφ της συνενοχής του καθενός για τα χάλια που βρισκόμαστε, το οποίο επαναλαμβάνεται σε όλους τους τόνους και με όλους τους τρόπους, μέχρι να πειστεί ο κάθε ακροατής ότι πράγματι έφταιξε.
Σαν ταπεινός μαστιγωμένος, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα αισθάνομαι αδικημένος απ’ αυτή την κριτική και θέλω να κάνω μια δήλωση: Διαβεβαιώνω την ορχήστρα, τους αρχιμουσικούς και τον διευθυντή της ότι δεν είμαι ο μόνος που κατακρίνοντας τη μνημονιακή πολιτική δεν τοποθετείται υπέρ του παρελθόντος.
Κι αυτό γιατί δεν υπάρχουν και πολλά να υπερασπιστεί κανείς για το προ κρίσης παρελθόν. Ναι, χαρακτηρίστηκε από το νεποτισμό, την πελατειακότητα του πολιτικού προσωπικού και ως εκ τούτου και των ψηφοφόρων τους, της κοινωνίας δηλαδή. Η ζωή για πολλούς κινούνταν από ταπεινά κίνητρα, βραχυπρόθεσμες στοχεύσεις, χωρίς δημιουργικό όραμα και απελευθερωτικό πρόταγμα. Το πρόσφατο παρελθόν αυτής της χώρας είναι ένα παράδειγμα έλλειψης πολιτικής συνείδησης και δημοκρατικού πνεύματος σε μεγάλα κοινωνικά στρώματα, ανάθεσης της πολιτικής, εκλογικής συμπεριφοράς που έτεινε προς την κατάργηση του πολιτικού εν γένει. Με σίγουρο βηματισμό οδηγηθήκαμε στην απόσυρση του πολιτικού παιχνιδιού από την καθημερινότητα και στην απόδοσή του στο θέαμα, διαμέσου της εικονικής τηλεοπτικής πραγματικότητας (ο ρόλος της τηλεόρασης την τελευταία εικοσαετία υπήρξε ένα αυθεντικά νέο στοιχείο στην εξέλιξη του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και όχι μόνο).
Αφού δεν έχω και πολλά να υπερασπιστώ από το παρελθόν, δεν έχω και πολλές επιλογές: πρέπει να υπερασπιστώ το μέλλον. Το διακύβευμα των ημερών είναι λοιπόν αυτό: ποιος θα ρυθμίσει τις μελλοντικές μας τύχες, εμείς οι ίδιοι ή κάποιοι άλλοι στο όνομά μας; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που για την ώρα μένει αναπάντητο. Καθώς φαίνεται, μονάχα η πράξη θα μπορέσει να το απαντήσει, όταν κατορθώσει μ’ έναν (μάλλον βίαιο) τρόπο να λύσει τη θεμελιώδη αντίφαση που καταγράφει με λιτότητα κι ευστοχία ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης στο αριστουργηματικό του «ΥΓ.» (πρώτη έκδοση 1983): «Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον». Οψόμεθα.
 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΑ "ΟΝΕΙΡΑ" ΣΕ...ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ!

Του  Στέλιου Συρμόγλου
 
Αδιέξοδα. Και πάλι αδιέξοδα. Και φόβος για περισσότερα αδιέξοδα. Η Τρόικα διακόπτει ή μεταθέτει χρονικά τις συζητήσεις (δεν πρόκειται για διαπραγματεύσεις…) με τους υπουργούς της κυβέρνησης, δημιουργώντας περαιτέρω κλίμα αβεβαιότητας, κάτι που ενισχύει “επικοινωνιακά” τους κυβερνητικούς χειρισμούς για την ψήφιση των αντιλαικών μέτρων στη Βουλή…
Μεθοδικά στήνεται ένα οργουελικό σκηνικό φόβου με μαζοποιημένους πολίτες, που ακολουθούν τις τάσεις που τους επιβάλλονται. Σ’ όλους τους τομείς, χωρίς προσωπική βούληση και βούλευμα. Με τους πολιτικούς να προβαίνουν σε μονοσήμαντες και επιδερμικές ερμηνείες της κατάστασης που έχει περιέλθει η χώρα. Και να κοροιδεύουν ασύστολα το λαό!
Έτσι φτάσαμε στην πολιτική παράλυση. Και επικρατεί ο ανεγκεφαλισμός. Χάθηκε η προοπτική θεώρησης των πραγμάτων. Ο έλεγχος, η κριτική και ο καθορισμός μιας στάσης για διέξοδο από το αδιέξοδο! Οι πολίτες έγιναν ουραγοί της φοράς των γεγονότων. Και η πολιτική μετακινεί τα επίπεδα της ζωής ή τους δίνει την όποια κλίση επιλέγει. Και το κοινωνικο σύνολο παίρνει την ανάλογη τάση, ροπή και κλίση…Κι ας γνωρίζουμε την καχεξία της πολιτικής να αντισταθεί στις επιβολές και στις παλινωδίες. Και που αναγάγει το εφικτό σε μυθοπλασία. Κι ας έχουμε εμπεδώσει ότι η πολιτική δεν ασχολείται με τους πολίτες, αλλά με τις κλίσεις των επιπέδων, πάνω στα οποία “τσουλούν” τα όποια συμπλέοντα συμφέροντα.
Οδηγείται ο λαός έτσι σε ανόητα και στημένα διλήμματα: Δόση του δανείου ή καταστροφή, ανοχή της πολιτικής αυθαιρεσίας ή εκλογές, προδευτικός ή συντηρητικός, κυβέρνηση των εταίρων και ευρώ ή ΣΥΡΙΖΑ και ” lobby της δραχμής”.
Οι διαφθορείς γνωρίζουν την πρακτική. Οι πολιτικοί γνωρίζουν ό,τι οι διαφθορείς γνωρίζουν. Κι ας υποκρίνονται το αντίθετο. Κι ας ανταλλάσσουν διαξιφισμούς για τα αυτονόητα. Όλοι τελικά γνωρίζουν γιατί η χώρα κατάντησε “αποικία τιμωρημένων πολιτών”. Κι όμως συνεχίζουν να τρέφουν με προσδοκίες τον λαό. Κι αυτός, θρεμμένος με προσδοκίες κάνει “όνειρα” για έξοδο από την κρίση, εγκλωβισμένος στο οργουελικό σκηνικό, που στήσανε η διαφθορά και η ανικανότητα του πολιτικού συστήματος…
Όνειρεύεται ο λαός, κατά τον ήχο των αναγκών του και εκμηδενίζει κάθε θεώρηση και κρίση. Ένα “καλύτερο αύριο”. Πώς, αλήθεια, προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτής της αναμασημένης φράσης; Πώς μπορεί να υπάρξει ένα καλύτερο αύριο, όταν το πολιτικό προσωπικό “βολεύεται” στην ανοχή μας κι όταν δεν αλλάζει, αλλά απλώς αναπαλαιώνεται; Δεν βουλεύονται οι βουλευτές. Περιφέρονται ως…επαίτες της δημοσιότητας από τηλεοπτικό κανάλι σε ραδόφωνο και αναμασούν “στημένη” επιχειρηματολογία. Καταγέλαστοι αρκετοί, αλλά ευνοούμενοι του τηλεοπτικού συστήματος που ξέρει να “εμπορευτοποιεί” τις πολιτικές καρικατούρες. Κι οι λίγοι, οι ελάχιστοι θα έλεγα, που προσπαθούν να λειτουργήσουν, υποχρεώνονται να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν απλώς, καταβάλλοντας τα επίχειρα της διαφωνίας ή αρκούμενοι στα ψιχία της συμφωνίας…
Και δυστυχώς ό λαός καθημερινά έρχεται αντιμέτωπος με το αποτέλεσμα, που είναι οδυνηρό.Η πρόθεση και η διαδικασία είναι προνόμιο των πολιτικών. Κι έτσι συντελείται η υποτίμηση της πολιτικής υπόστασης του Έλληνα. Το προνόμιο αυτό εκλαμβάνεται ως αυθαίρετο δικαίωμα.
Παγιδεύτηκε για χρόνια ο λαός στα “πλαστικά” όνειρα. Και εθίστηκε στο “μηδέν εν”, στο “τίποτα”, που αποτελεί την κυριαρχία της απαξίας. Και δέχεται το “ελάχιστο” που το αναγάγει σε πολύ και σημαντικό. ‘Ετσι πιστεύει στις εργώδεις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την Τρόικα. Στην “αγωνία” των πολιτικών να βγάλουν τη χώρα από την κρίση. Και ηδονίζεται ακόμα και με την ιδέα της πρόσκαιρης ανακούφισης… Και νομίζει ότι συμμετέχει με την ανοχή του στη…σωτηρία της χώρας. Στην πραγματικότητα γίνεται παθητικός θεατής και ταυτόχρονα άβουλος συντελεστής των δρώμενων με φόντο το οργουελικό σκηνικό. Ένα περίτεχνο σκηνικό που του στήσανε οι μεταπράτες των ελπίδων του και οι παγιδευτές των ονείρων του!
 

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΑΡΜΟΣΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Του Πριγκηπάκου
 
Γυρνάω σπίτι το βράδυ από την δουλειά. Ανοίγω τον υπολογιστή μου, διατρέχω σύντομα και επιγραμματικά τον οχετό πληροφόρησης και παραπληροφόρησης που μας περιβάλει καθημερινά, ανάμεσα σε ξακουστούς μέντορες και φωτεινούς ειδήμονες που μετά περίσσιας ειλικρίνειας και ανιδιοτέλειας μου εξηγούν πως οφείλω να φερθώ ή πως είναι επιτρεπτό να σκεφτώ, ανάμεσα σε χιλιοειπωμένες απειλές, κούφιες δηλώσεις στήριξης και αλληλεγγύης βιαστικά περνάει μπροστά από τα μάτια μου ένας τίτλος άρθρου «Παραμένει θύμα των anonymous η σελίδα της Χρυσής Αυγής Νέας Υόρκης».Με μια πρώτη ματιά προσπερνώ, δεν υπάρχει βλέπεις τίποτα το ιδιαίτερο εδώ, δεν αξίζει σκέφτομαι να σταθώ στο άρθρο αυτό. Το χέρι μου όμως σαν να παγώνει . Μισό λεπτό ….. ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ– ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ; Πόσο πιο τραγελαφικά οξύμωρο ένα γεγονός μπορεί να γίνει; Μια ομάδα οικονομικών μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς, δημιουργεί στην χώρα υποδοχής τους ένα παράρτημα φασιστικής-ρατσιστικής ομάδας της χώρας καταγωγής τους;
Αναρωτιέμαι ποιο μπορεί να είναι το κυρίαρχο αίτημα σε αυτήν την ομάδα; ΕΞΩ ΟΙ ΞΕΝΟΙ; Και αν… αν λέω το μότο τους έχει τέτοια επιτυχία που το ενστερνιστούν και οι Αμερικάνοι φίλοι τους; Το μόνο που χρειάζεται για να αλλάξει η δική τους ζωή για πάντα είναι μια απλή μετάφραση. Ποια άραγε θα είναι τότε η δική τους θέση ;
Είναι από τις στιγμές που η ζωή μοιάζει να ξεπερνάει την τέχνη, ίσως δεν θα μπορούσε ούτε ο Andre Breton να δημιουργήσει ένα τέτοιο σουρεαλιστικό έργο. Φαντάζει ξιπασμένο και κακόγουστο αστείο, μακάρι να ήταν τέτοιο.
Σκέφτομαι πόσο αδιάφορα και αβασάνιστα προσπερνάμε πράγματα καθημερινά. Πόσο φευγαλέα σκεφτόμαστε όλοι μας αυτά που διαβάζουμε, γράφουμε , κάνουμε ή λέμε. Σαν τον όποιο κύριο ή κυρία που σίγουρα όλοι έχουμε ακούσει να φωνάζουν «Να φύγουν, να πάνε στην χώρα τους» , πόσο άραγε σκεφτόμαστε εκείνη την στιγμή ποια είναι αυτή η χώρα. που με τόση ευκολία τους στέλνουμε; Τι συμβαίνει σε αυτήν και πώς ή πόσο μπορούν να επιβιώσουν εκεί.
Ξέρω … αυτοί είναι οι βάρβαροι, άνθρωποι χωρίς παιδεία, χωρίς πολιτισμό, χωρίς ηθική και αρχές. Δικό τους πρόβλημα αν θα τα καταφέρουν, τι μας νοιάζει; Εμείς οι περίτρανοι «απόγονοι» του Πλάτωνα και του Σωκράτη. «Γόνοι» χρυσών αιώνων και εποχών. Δημιουργοί μα και μέτοχοι του κραταιού δυτικού πολιτισμού. «Πατέρες» της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Ανεξαρτησίας. Δες το, είναι φανερό, δικαιούμαστε να ζούμε στην όποια γη της επαγγελίας επιθυμούμε, να βρεθούμε οπουδήποτε θελήσουμε μια καλύτερη ζωή, αλλά κανείς βέβηλος δεν πρέπει να εισέλθει στην δική μας χώρα, κανένας τους δεν μπορεί να έχει το θράσος να αναμειχτεί με το αμόλυντο μας αίμα.
Νόμιζα πως τρομάζω όταν σκέφτομαι το σκοτάδι που μας περιτριγυρίζει, όταν σκέφτομαι ότι είναι δυνατόν να είμαστε τόσο τυφλοί, πως είναι δυνατόν να έχουν θολώσει τα μυαλά μας τόσο, πώς είναι δυνατόν ο φόβος του διαφορετικού να μην μας αφήνει χώρο για την κοινή λογική, που όπως βλέπεις φίλε μου, μόνο κοινή δεν είναι.
Τελικά βλέπω πως τρομάζω όταν σκέφτομαι τον ανθρωπάκο που έχω μέσα μου και που σιώπα για όλα αυτά, τον ανθρωπάκο που όλοι έχουμε. Καλό σου βράδυ ανθρωπάκο μου, ανάρμοστες οι σκέψεις μου και πρέπει να τις θάψω.

                          Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα,
Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει...

Μπέρτολ Μπρέχτ
 
Πηγή

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ

Του Τάκη Σπηλιόπουλου
 
Ακόμη και αν υπήρχε κάποιος, που συστηματικά και μεθοδευμένα θα επιχειρούσε να ρίξει λάδι στη φωτιά, δεν θα μπορούσε να κάνει τόση ζημιά, όση έκανε από μόνος του ο πολιτικός κόσμος. Όσο πλησιάζει η ώρα να έλθει στη βουλή το πακέτο των σκληρών μέτρων, το ένα αυτογκόλ σημειώνεται μετά το άλλο. Ίσως ο φόβος της αποκάλυψης της αλήθειας στο μέλλον, με επαχθέστερους όρους, να είναι η αιτία που πολλά βγαίνουν στο φως τώρα και όχι αργότερα!
Υποθέσεις που εμπλέκουν θεσμικούς παράγοντες και αποκαλύπτονται φόρα παρτίδα, γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, είτε που εμφανίζονται με ένα θολό περίβλημα, ώστε να βγει η μισή αλήθεια. Η πρώτη περίπτωση είναι η λίστα Λαγκάρντ, που αίφνης, μετά τη φασαρία που δημιουργήθηκε, θυμήθηκε ο Ευάγγελος Βενιζέλος πως την είχε ξεχασμένη στο σπίτι. Η δεύτερη περίπτωση είναι οι 32, ή 34, ή 36 πολιτικοί (ποιος να ξέρει αλήθεια πόσοι είναι) που ελέγχονται για αδικαιολόγητο πλουτισμό και, που κανείς δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει με κατηγορηματικό τρόπο, όσα γράφονται και ακούγονται δεξιά και αριστερά.
Σαν να μην υπάρχει κράτος και θεσμοί που λειτουργούν, προς όφελος του πολίτη! Πάντως την ώρα που ο απλός πολίτης πληρώνει και το τελευταίο ευρώ που του έχει απομείνει στο πορτοφόλι, φαίνεται πως για κάποιους ισχυρούς του χρήματος και της πολιτικής, καταβάλλεται κάθε προσπάθεια, ώστε να παραμείνουν στο απυρόβλητο. Εκτός από κραυγαλέα ανήθικο, πολιτικά άθλιο και εξοργιστικά άδικο, σε μια χώρα κανονική θα έπρεπε να είναι και ποινικά κολάσιμο!
Αν οι άνθρωποι, που το περίφημο USB πέρασε (και προσπέρασε) από τα χέρια τους, είχαν μια στάλα φιλότιμο, ευπρέπεια και ευσυνειδησία, θα έπρεπε αφού ζητήσουν ταπεινά συγνώμη, να εξαφανιστούν δια παντός από το δημόσιο βίο. Αντ' αυτού, διαβάσαμε γελοίες δικαιολογίες, για νομικής φύσεως προβλήματα στη χρήση της λίστας, γιατί λέει είναι υλικό που αποκτήθηκε παρανόμως! Στο ΠΑΣΟΚ μάλιστα ξεπέρασαν κάθε όριο, κάνοντας (με non paper που κυκλοφόρησαν) επίκληση του Συντάγματος, που δεν επιτρέπει όπως λένε, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα!
Ενώ για παράδειγμα ήταν σύννομη η κατάργηση μέσα σε ένα βράδυ ή η καταστρατήγηση, όλων των συλλογικών συμβάσεων! Ή είναι Συνταγματική η παρακράτηση της επιστροφής του ΦΠΑ, ή η άρνηση εξόφλησης οφειλών του Δημοσίου προς τρίτους, για τις οποίες έχει καταβληθεί και ο ΦΠΑ και ο αναλογούν φόρος! Ήταν όλα νόμιμα και συνταγματικά με το κούρεμα των ομολόγων και τα αποθεματικά των ταμείων που εξαφανίστηκαν, όχι όμως η αποκάλυψη των μεγαλοφοροφυγάδων.
Με αυτή τη λογική, πρέπει άμεσα να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, που ως Υπουργός έδωσε εντολή στο ΣΔΟΕ (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται), για τον έλεγχο κάποιων ονομάτων επιλεκτικά, που περιέχονταν στη σχετική λίστα!Είναι φανερό πως στις παρούσες συνθήκες, όλα αυτά λειτουργούν διαβρωτικά για το κράτος και για το πολίτευμα. Κυρίως πολλαπλασιάζουν την απογοήτευση του κόσμου και μεγαλώνουν την απόγνωση.
 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Του  Σταμάτη Ν. Αλαχιώτη
 
Είναι δραματικές οι ημέρες που κυλούν στη χώρα μας για όλους∙ τόσο για τους πολλούς που είναι φτωχοί, φτωχεύσαντες, άνεργοι και απέλπιδες όσο και για τους λίγους, εκείνους που πιστεύουν ότι δεν επηρεάζονται από την κρίση, ότι θα πλουτίσουν πάνω σε μια καμένη γη και δεν αντιλαμβάνονται το μέλλον τους σε μια κοινωνία που δυστυχεί. Γι' αυτούς αξίζει η υπενθύμιση της σχετικής ρήσης του Θουκυδίδη μήπως ευαισθητοποιηθούν. Διότι «αν η πόλη έχει καλώς στο σύνολό της ωφελεί περισσότερο τους πολίτες παρά αν ευτυχεί μεν ο καθένας χωριστά και η πόλη κλονίζεται στο σύνολό της∙ διότι ο άνθρωπος κι αν ευτυχεί ατομικά, παρ' όλα αυτά καταστρέφεται μαζί με την πατρίδα του αν αυτή καταστραφεί».
Αυτό το ιστορικό-φιλοσοφικό πλαίσιο είναι η βάση της αναγκαιότητας της αλληλεγγύης των ανθρώπων, της εθελοντικής κουλτούρας, της αλτρουιστικής συμπεριφοράς, η οποία έχει και βιολογικές-εξελικτικές ρίζες, καθώς και σε άλλα είδη όχι μόνο οι γονείς αλλά και ομάδες ατόμων παρεμβαίνουν για να προστατέψουν τα αδύναμα άτομα του είδους τους. Γιατί, όμως, στον άνθρωπο ανθεί ο ατομικισμός, ενώ μαραίνεται εύκολα η καθηκοντολογική ηθική, η προσφορά προς τον αδύναμο, προς το κοινωνικό σύνολο; Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα της συνειδητής, ελεύθερης επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους δράσης, αλλά η κρίση που βιώνουμε είναι πρωτίστως αξιακή, κορυφαίο σύμπτωμα του ελλείμματος γενικής παιδείας, με αποτέλεσμα η ηθική αυτή χωρίς την ανάλογη παιδεία να μην είναι ευδαιμονική και να αποφεύγεται.
Γι' αυτό είναι πολλοί εκείνοι οι «πατριώτες», παλαιόπλουτοι και νεόπλουτοι, που δεν συμβάλλουν στο παραμικρό να μην καταστραφεί η «πόλη», η χώρα μας. Αυτοί πράττουν το αντίθετο, ασελγούν αισχροκερδοσκοπώντας, φοροδιαφεύγοντας, εξάγοντας τον πλούτο τους. Πού είναι όμως και η Πολιτεία, που θα πρέπει να υψώσει τη σημαία της αλληλεγγύης, της εθελοντικής συμβολής, αλλά και της οργανωτικής διάστασής τους για τη συστηματική βοήθεια των αδυνάμων; Αντί αυτών συζητεί μεγαλόφωνα δύο χρόνια τώρα ότι θα φορολογήσει τις καταθέσεις στην Ελβετία, με κίνδυνο μετακίνησής τους σε φορολογικούς παραδείσους!
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ελληνική κοινωνία, υπό την πίεση της κρίσης, έχει μεταλλαχτεί, με την εγωιστική απανθρωπιά των λίγων να κυριαρχεί πάνω σε πανάρχαιες και διαχρονικές αξίες που ενταφιάζονται καθημερινά. Οι νησίδες εθελοντικής προσφοράς και αλληλεγγύης που εμφανίζονται από ευαισθητοποιημένους ανθρώπους και θεσμούς (λ.χ. Εκκλησία, σχετικές οργανώσεις, Σκάι, Ιδρυμα Νιάρχου - αλήθεια πού είναι οι υπόλοιποι κροίσοι;) είναι άξιες θερμών συγχαρητηρίων, άξιες προς μίμηση και αναμφίβολα πρέπει να διευρυνθούν, αλλά δεν αρκούν να σώσουν την κατάσταση. Στο μέτωπο αυτού του οικονομικού πολέμου που βρίσκεται η χώρα μας, υπερασπιζόμενη την ελευθερία της, πρέπει πρωτίστως να ανιχνευθεί ο σκοπός του «εχθρού», για να υπάρξει και η επιτυχής αντιμετώπισή του. Αν λ.χ. προκλήθηκε η δημοσιονομική εκτροπή για να ακολουθήσει η παρατηρούμενη κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων, προκειμένου να γίνουν διαχειρίσιμοι και παράδειγμα κοινωνικού μετασχηματισμού, τότε η χώρα μας, που τελευταία εισπράττει συγχαρητήρια, σαν καλός μαθητής που κάνει τα μαθήματά του, για την εκμηδένιση των μισθών και των συντάξεων και συνακόλουθα της αξιοπρέπειάς μας, θα πρέπει να ανησυχήσει έντονα.
Διότι ποιος άνθρωπος, χωρίς εισαγωγικά, μπορεί να αποδεχθεί το γεγονός ότι πολλά παιδιά του σχολείου προσέρχονται νηστικά και ζαλίζονται ή λιποθυμούν από την πείνα; Πού είναι η αλληλεγγύη των χορτάτων; Ολόκληρες οικογένειες φυτοζωούν. Πού είναι η ελπίδα; Πού είναι οι κροίσοι «πατριώτες» να βοηθήσουν; Νέοι με υπερπροσόντα δεν έχουν καμία δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης και μας αποχαιρετούν, όσοι μπορούν, για άλλες πατρίδες φτωχαίνοντας το ανθρώπινο δυναμικό μας. Πού είναι η χελώνια ανάπτυξη και γιατί δεν αρχίζει επιτέλους; Τις πταίει («χειρ τις ή πους τις»); Οι φοροφυγάδες σε ορισμένες περιοχές αγγίζουν το 100%. Τι κάνει η Πολιτεία; Διάγνωση μόνο; Ακούστηκε από επίσημα χείλη ότι η χώρα χάνει περί τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από τη φοροδιαφυγή και τη διαφθορά. Αλλά η εύκολη λύση είναι οι περικοπές μισθών, συντάξεων, εργασιακού κόστους και συνακόλουθα η άγρια «περικοπή» της αξιοπρέπειας του κάθε έλληνα εργαζόμενου. Τυχαίο;
Γιατί όλα αυτά; Ποιος θα μας εξηγήσει προτού εξαντληθεί και το τελευταίο ίχνος αξιοπρέπειας του καταπιεζόμενου Ελληνα; Επί του παρόντος δεν πρέπει να υποχωρήσει - αντίθετα πρέπει να ενταθεί - η προσπάθεια υγιούς συμμετοχής, κάθε ευαισθητοποιημένου, στην κοινωνική ισορροπία• για να μη γίνει χαοτική. Διότι «καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την ιδέα της συμμετοχής σε μια κοινή προσπάθεια». Λόγια σοφά του Αλμπέρ Καμύ, τα οποία στη σημερινή συγκυρία μεταφράζονται ως προσπάθεια αλληλεγγύης τώρα προς τους πλέον αδύναμους, ως προσπάθεια ανιδιοτελούς προσφοράς τώρα όλων όσοι πιστεύουν ότι η αξιοπρέπεια του Ελληνα δεν υποδουλώνεται.
 
Ο κ. Στ. Ν. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
 

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Του Θανάση Κατερινόπουλου
 
Αναρωτιέμαι γιατί κάποια άλλα κράτη έκαναν την υπέρβασή τους και βρήκαν τρόπο να διαχωρίσουν τις τρεις εξουσίες της Δημοκρατίας, ενώ εμείς όχι. 
Το ιστορικό λάθος των συνταγματολόγων μας και των νομοθετών μας είναι ότι δεν έλαβαν υπόψη τους την απόλυτη υποκειμενικότητα του "ανθρώπου-εξουσία" για να προστατεύσουν τον "άνθρωπο-πολίτη".
Αντίθετα σχεδίασαν ένα διάτρητο Σύνταγμα, το οποίο λειτουργεί ως ένα "οχυρό προστασίας" των πάσης φύσεων καταχρήσεων των πολιτικών. 
Έγραψαν ένα Σύνταγμα στα μέτρα τους, ώστε να είναι εντελώς αδύνατον να παραπέμπεται ένας πολιτικός στη δικαιοσύνη. Αλλά ακόμα και αν βρεθεί τρόπος, θα βρεθεί μόνο και μόνο για τον καθησυχασμό της λαϊκής οργής.
Η ευθύνη ακέραιη ανήκει στους Έλληνες συνταγματολόγους, αυτούς που σήμερα διαμαρτύρονται για τους υπαίτιους που πτώχευσαν την Ελλάδα και υποθήκευσαν το ελληνικό κράτος στους δανειστές του.
Αυτοί ευθύνονται για την ατιμωρησία των πολιτικών. Σχεδίασαν λαβυρινθικές διαδικασίες, ώστε να είναι εξαιρετικά περίπλοκη, άρα αδύνατη η παραπομπή των υπαιτίων.
Ο εμπαιγμός σε όλο του το μεγαλείο. 
Το συμπέρασμα δυστυχώς, για τους απλούς πολίτες που δεν έχουμε πρόσβαση στην εξουσία, είναι ένα και μοναδικό: Ο ισχυρός σπάνια χάνει!
Οι αγορές ελέγχουν τη ζωή μας γιατί το επέτρεψαν οι πολιτικοί μας. Η ανεξάρτητη δικαιοσύνη δεν έχει αποκτηθεί ακόμα, τουτέστιν δεν μπορεί να δοθεί αληθινή δικαιοσύνη. 
Όσο όμως ο πολίτης αρνείται να κατανοήσει την πραγματικότητα, και όχι αυτό που του "πλασάρουν" τα μέσα μαζικής εξαθλίωσης, για να τον αποπροσανατολίσουν και να τον «ψυχοπλακώσουν», να τον φοβίσουν και στο τέλος να τον κάνουν έρμαιο όλων των απίθανων και πιθανών καταστάσεων που προκύπτουν, οι κραυγές θα παραμένουν κραυγές.
Δυνατός ή αδύναμος λοιπόν; Υπέρβαση ή όχι;
Επιτέλους για πόσες ακόμα γενεές θα επικυρώνουμε την καταστροφική πορεία της χώρας μας;
Πολιτικοί! Με ποιες βάσεις και αρχές.
Χιλιάδες νόμοι ψηφίστηκαν τα χρόνια που μας πέρασαν και έμειναν στα συρτάρια, χιλιάδες επίσης οι υπουργικές αποφάσεις που δεν εκτελούνται, ή ακυρώνονται.
Αυτοί λίγοι κι εμείς εκατομμύρια, Αυτοί κυνηγοί κι εμείς κυνηγημένοι από τη… σοφία των λωλών και καρεκλοκένταυρων, υπερφίαλων και μικρών πολιτικών υπάρξεων.
Ποιο είναι το εκτόπισμα τους; Ποιος μπορεί ξανά να τους σεβαστεί και να τους ακολουθήσει; Η αποτυχία έρχεται η μία μετά την άλλη, αλλά δεν νοούν να την αποδεχτούν.
Απέχουμε πολύ από εκείνη τη στιγμή που θα ξαναστηθεί το κράτος δικαίου, ένα κοινωνικό κράτος που θά ’χει σαν στόχο την εξυπηρέτηση του πολίτη, την ποιότητα παροχής υπηρεσιών, την αξιοκρατική διάκριση, την αλληλεγγύη, την προστασία του πολίτη, τη δυνατότητα ανάδειξης αξιών και ικανοτήτων των παιδιών μας (χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβεί κάποιος από ψηλά), τη συμμετοχή του πολίτη σε αποφάσεις που τον αφορούν, μέσα από τη πραγματική κοινωνία των πολιτών, τη δυνατότητα ανάπτυξης της πραγματικής μας οικονομίας, μέσα από τις δικές μας δυνατότητες και τον δικό μας έλεγχο αλλά και την επιβράβευση των ικανών, των δίκαιων και των σωστών ως κίνητρο και παράδειγμα μιας κοινωνίας όχι ιδανικής, αλλά λειτουργικής και ανθρώπινης..
 

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΝΑ ΦΟΒΑΜΑΙ

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη
 
«Τρία χρόνια τώρα δεν κάνω τίποτε άλλο από το να φοβάμαι.
Στην αρχή φοβόμουν μη φτάσει η θύελλα και στη χώρα μας και δε μιλούσα, μέχρι που κάποια νύχτα άκουσα το βουητό της.
Μετά, φοβόμουν μη μας κόψουν τα δώρα και δεν έβγαζα άχνα, μέχρι που ήρθαν τα Χριστούγεννα και τα δώρα κόπηκαν.
Φοβόμουν μη μου μειώσουν το μισθό και δεν έλεγα κουβέντα σε κανέναν, μέχρι που κάποια πρωτομηνιά βρήκα το μισθό κουτσουρεμένο.
Άρχισα να φοβάμαι για τη δόση του στεγαστικού και σφράγιζα το στόμα μου, μέχρι που ήρθε η ειδοποίηση της τράπεζας ότι χρωστάω τρεις δόσεις.
Είχα το φόβο πώς θα τα καταφέρω αν η κόρη μου περνούσε στην επαρχία και κατάπινα την οργή μου αμάσητη μέχρι που της είπα πως δεν θα μπορέσει να πάει στην επαρχία στη σχολή που πέρασε.
Είχα το φόβο πού θα βρει δουλειά ο γιος μου τελειώνοντας τις σπουδές και έτρεχα στα βουλευτικά γραφεία, μέχρι που ένα μεσημέρι μου έδειξε την κάρτα ανεργίας.
Φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου και ανεχόμουν πολλά, μέχρι που το αφεντικό μου έδωσε το χαρτί της απόλυσης.
Φοβόμουν για το μέλλον και είπα να βγω αμίλητος στη σύνταξη αλλά για δύο χρόνια ζούσα με δανεικά γιατί σύνταξη δεν έβλεπα και όταν τελικά την πήρα σκέφτηκα να τη χαρίσω στο Στουρνάρα για να νιώσει και αυτός τη χαρά του να έχει κάποιος ένα μισθό ή μια σύνταξη.
Φοβόμουν να μη χάσω το εξάπαξ και απέφευγα να μιλάω για την πολιτική, μέχρι που έμαθα πως τελικά θα πάρω το μισό μετά από, ποιος ξέρει, πόσα χρόνια.
Φοβόμουν μη φύγουμε από το ευρώ και πέσουμε στη χρεοκοπία και χειροκροτούσα τους ευρωπαϊστές, μέχρι που χρεοκόπησα μέσα στο ευρώ.
Φοβόμουν μη γυρίσουμε στη δραχμή και δεν έχουμε φάρμακα και έπνιγα το θυμό μου, μέχρι που κατάντησα να μην έχω φάρμακα γιατί δεν έχω τα ευρώ για να τα αγοράσω.
Φοβόμουν μη χάσω το γιατρό μου, την ασφάλισή μου και μούτζωνα οργισμένος τη Βουλή, μέχρι που κατέληξα να μην έχω ούτε γιατρό ούτε ασφάλιση και άρχισα να μουτζώνω τον εαυτό μου που πίστεψε πως με τις μούτζες θα έφερνα αποτέλεσμα.
Φοβόμουν για τη σύνταξη των 500 ευρώ της μάνας μου και το βούλωνα, δήθεν, με αξιοπρέπεια μέχρι που ένα μέρος της σύνταξης μου έγινε απαραίτητο μέσο επιβίωσης.
Φοβόμουν μην τυχόν και δεν έχω να δώσω χαρτζιλίκι στα παιδιά μου και δάκρυζα από θλίψη, μέχρι που τα είδα ένα πρωινό να φεύγουν για το σχολείο με σκυφτό το κεφάλι χωρίς χαρτζιλίκι.
Φοβόμουν να κοιτάξω τους μαθητές μου στα μάτια και έστρεφα από ντροπή, το βλέμμα μου αλλού, μέχρι που κατάλαβα πως ντρεπόμουν τους μαθητές μου επειδή ντρεπόμουν τον εαυτό μου για το μέλλον που τους παραδίδω.
Φοβόμουν να κάνω απεργία και δεν μιλούσα σε κανέναν απεργό, μέχρι που κατάλαβα πως δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι εγώ είχα το άδικο και όχι ο απεργός.
Φοβόμουν τους μετανάστες που ήθελαν να καθαρίσουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και τους έδιωχνα βάζοντας σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες, μέχρι που μια μέρα διαπίστωσα πως τελικά ήθελε όντως καθάρισμα. Όχι το παρμπρίζ αλλά το μυαλό μου.
Άρχισα να φοβάμαι τα ξυρισμένα τάγματα εφόδου με τους επικεφαλής βουλευτές που κρύβονται πίσω από την ασυλία τους, μέχρι που κατάλαβα ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εμπροσθοφυλακή του ίδιου σάπιου συστήματος.
Φοβόμουν να ακούσω τους μακιγιαρισμένους τηλεπαρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων και έψαχνα να βρω σε ποιο κανάλι έχει αθλητικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι όλοι αυτοί, απλώς έκαναν πολύ καλά τη δουλειά τους.
Φοβόμουν μη χάσω το αυτοκίνητό μου και έκανα πως δεν καταλάβαινα τι γίνεται γύρω μου, μέχρι που αναγκάστηκα να παραδώσω τις πινακίδες γιατί δεν είχα να πληρώσω τα τέλη κυκλοφορίας και την ασφάλεια.
Φοβόμουν μη χάσω την οργανική μου θέση και έτρεχα σε Διευθύνσεις και αιρετούς, μέχρι που βρέθηκα κάποιον Οκτώβρη να συμπληρώνω ωράριο σε τρία σχολεία.
Τώρα πια δεν φοβάμαι γιατί δεν έχω τίποτα να χάσω.
Τώρα έπιασα πάτο. Δεν αντέχω άλλο να φοβάμαι.
Πλέον, το μόνο ενδεχόμενο είναι να αρχίσω να ανεβαίνω. Αρκεί να πατήσω γερά τα πόδια.
Όμως, μόνος μου είναι αδύνατον. Δε μπορεί, σίγουρα θα υπάρχει ένας ακόμα σαν και μένα να του δώσω το χέρι να με τραβήξει και να τον τραβήξω. Ένας μόνος του δεν μπορεί. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, τραβώντας ο ένας τον άλλον θα βγούν σίγουρα στην επιφάνεια.
Μπορεί να έπιασα πάτο, μπορεί η απελπισία να βρίσκεται παντού όμως δεν θα τους κάνω τη χάρη να υποκύψω, ούτε να εγκαταλείψω ούτε να αυτοκτονήσω.
Το φως των ματιών μου δεν τους το κάνω θυσία. Το θέλω για να βλέπω τα παιδιά μου, τους φίλους μου, τους μαθητές μου, τους συντρόφους μου, τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους αυτούς που αξίζει να τους βλέπω και όχι να τους φτύνω.
Δεν θα θυσιάσω ούτε μια τρίχα των μαλλιών μου γι’ αυτούς που με έσπρωχναν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι τον πάτο για να πατάνε πάνω μου και να μπορούν να έχουν τα καλοθρεμμένα κεφάλια τους στην επιφάνεια.
Όπου και αν βρεθώ θα τους πολεμάω. Θα πολεμάω να φύγουν, με όσες δυνάμεις διαθέτω.
Ξέρω πως ένας μόνος του αποκλείεται να τα καταφέρει. Δύο όμως είναι πιο εύκολο. Τρεις μαζί μπορούν ακόμα καλύτερα. Τέσσερεις, πέντε έξι, εκατοντάδες, χιλιάδες, πολεμώντας ο ένας δίπλα στον άλλον και ο ένας για τον άλλον σίγουρα μπορούν να φέρουν τα πάνω, κάτω.
Το «μαζί» είναι η δύναμή μας και το «καθένας μόνος του», η αδυναμία μας.
Μόνο τότε μπορούμε να τους πνίξουμε στη ίδια τη θλίψη με την οποία μας έχουν πλημμυρίσει.
Αρκετά πιάστηκε η μέση μας από το σκύψιμο. Είναι καιρός να αποκτήσουμε την όρθια κατακόρυφη στάση που ταιριάζει στα σώματα των ανθρώπων και όχι των υποζυγίων».
 

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΔΡΟΜΟ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ;

Του Τάσου Τσακίρογλου
 
Σημάδια μιας βαθιάς παρακμής καταγράφονται καθημερινά στην Ελλάδα, με τη φτώχεια να θεριεύει και να πλήττει όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού.
Και μαζί με τη φτώχεια και τα συντηρητικά παρακολουθήματά της, όπως ο φόβος, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια για το μέλλον, τα οποία με τη σειρά τους πυροδοτούν φαινόμενα όπως η ρατσιστική και φασιστική βία.
Το πλέον ανησυχητικό βέβαια είναι η αποδοχή αυτής της βίας και το ζόφου από κάποια τμήματα του πληθυσμού που αναζητούν μια δυναμική απάντηση στα προβλήματα που θεωρούν ότι οι υπόλοιποι πολιτικοί δεν μπορούν ή δεν θέλουν να λύσουν.
Ο φασισμός για τους απλούς ανθρώπους ήταν πάντα ένα πρακτικό και όχι θεωρητικό ζήτημα. Ήταν μια αγωνιώδης προσπάθεια γι’ αυτούς να «κόψουν δρόμο» στις ιστορικές εξελίξεις και να πετύχουν «εδώ και τώρα» αυτό που οι θεωρητικοί και οι κλασικοί πολιτικοί τούς υπόσχονταν ότι θα γίνει στο μέλλον.
Η ανεργία, η υποβάθμιση των όρων ζωής, η περιθωριοποίηση και η ανέχεια για το κοινό αυτό δεν επιδέχονται απάντησης που θα αφορά «το μέλλον της Ε.Ε ή της ευρωζώνης» ή ακόμα περισσότερο που θα έχει ένα θεωρητικό χαρακτήρα για το λεγόμενο Κοινωνικό Ζήτημα.
Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να καταλάβουν οι πολιτικές ηγεσίες τόσο της συγκυβέρνησης, όσο και της αντιπολίτευσης, δεξιάς και αριστεράς.
Όσο το γήπεδο των καθημερινών προβλημάτων μένει κενό για τη Χρυσή Αυγή, όσο τούς επιτρέπεται να εμφανίζονται ως προστάτες των αδυνάτων και μαχητές κατά των εισβολέων, τόσο η νεοναζιστική οργάνωση θα αποθρασύνεται και θα διευρύνει τη δράση της.
Όταν για χρόνια οι εκπρόσωποι του «εργατικού κινήματος» περιόρισαν το ρόλο τους σε ωμή συναλλαγή με τις κυβερνήσεις, αφήνοντας τους μετανάστες αποκομμένους και απροστάτευτους, άνοιγαν το δρόμο για τη σημερινή δαιμονοποίηση των τελευταίων, τώρα που η κίβδηλη ανάπτυξη έχει αποδειχτεί φενάκη.
Σε μια εποχή που οι περισσότεροι πολιτικοί αποδεικνύονται άβουλα μειράκια και βολοδέρνουν χωρίς όραμα στην πολιτική σκηνή, οι τραμπούκοι της Χρυσής Αυγής πιθανώς να φαντάζουν στα μάτια κάποιων πολιτών ως το δυναμικό υποκατάστατο για τις σημερινές περιστάσεις.
Σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ που απαιτείται η αφύπνιση των δημοκρατικών ανακλαστικών και αυτό προπάντων αφορά όσους διακηρύσσουν ότι θέλουν μιαν άλλη πορεία για την Ελλάδα και την Ευρώπη.