Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ.

Δεν μπορώ να εξηγήσω αυτήν τη διαρκή μου επιστροφή στο χθες. Με την παραμικρή αφορμή που θα βρεθεί μπροστά μου, θα φορέσω τη στολή της νοσταλγίας και θα καβαλήσω τη μηχανή του χρόνου, επιδιώκοντας ακόμα ένα ταξίδι σε εποχές άλλες, περασμένες. Και δεν είναι βέβαιο ότι έζησα σ’ αυτές όλες τις εποχές. Συχνά, αρκεί και μόνο να μου τις αφηγηθεί κάποιος, να μου τις περιγράψει και θα ‘ναι σαν να τις έχω ζήσει κι εγώ. Ειδικά αν το κάνει με πάθος, αναφέροντας όλες εκείνες τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες, όπως κάνανε κάποτε οι γιαγιάδες, κάθε φορά που διαβάζαν παραμύθια στα εγγόνια τους. Τότε που έβλεπες την απόλαυσή τους σε κάθε συλλαβή, καθώς ξεστόμιζαν τις λέξεις, τόσο που νόμιζες ότι υπήρξαν στ’ αλήθεια όλες εκείνες οι ιστορίες και ότι οι δράκοι ήταν πραγματικοί και εκείνη η πανέμορφη πριγκήπισσα έμενε λίγα στενά παρακάτω από το σπιτάκι σου. Καμιά φορά πάλι, όταν πετυχαίνω κανέναν από εκείνους τους ηθοποιούς του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου να δίνουν κάποια από τις αναλυτικές τους συνεντεύξεις, παρασύρομαι. Ο τρόπος με τον οποίο μιλάνε για την Ελλάδα τού τότε είναι τόσο ζωηρός που μεταφέρομαι μέσα σε δευτερόλεπτα κι εγώ εκεί, στις αλάνες, στα βράδια με τις κούρσες, τις φωταγωγημένες αφίσες, τα πολυάριθμα, χαμογελαστά πρόσωπα. Ωχού, αυτές οι ρημαδιασμένες διαφημίσεις θα πέσουν πάλι στο καλύτερο σημείο. Ειδικά αυτό το επαναλαμβανόμενο σποτ για το αποψινό δελτίο ειδήσεων, μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι. “Έρχεται φοροκαταιγίδα. Οι περισσότεροι άνεργοι της Ευρώπης. Ηλικιωμένη απανθρακώθηκε. Στα χέρια της βρέθηκαν σελίδες από παραμύθια”. Και τώρα, η συνέχεια.

Ποια συνέχεια τελικά; Γιατί, αναρωτιέσαι αν υπήρξε ποτέ συνέχεια και μήπως στην πορεία χάσαμε το δρόμο και απομακρυνθήκαμε μια για πάντα από τις ημέρες εκείνες και βρεθήκαμε όλοι, σωριασμένοι εδώ, να περιεργαζόμαστε το απανθρακωμένο σήμερα. Όχι, δεν είναι απαισιόδοξες οι σκέψεις, όλο αυτό δεν είναι μια αποτυχημένη προσπάθεια διαφυγής, ούτε κάποια αχαλίνωτη λαγνεία για το παρελθόν. Αυτό που νιώθω να μου λείπει δεν είναι ούτε οι τόποι, ούτε οι εποχές, ούτε τα δειλινά. Πιο πολύ είναι ότι συνεχώς γυρίζω πίσω, ψάχνοντας παλιά, ξεχασμένα συναισθήματα. Μιας και λέγαμε για ηθοποιούς, με πιάνει, για παράδειγμα, μια περίεργη αναπόληση για τον ενθουσιασμό που είχαμε όταν ερχόταν ο κινηματογράφος στο χωριό μου, τότε που βλέπαμε από μακριά εκείνο το πράσινο, μικρό φορτηγάκι με τα άσπρα, καλλιγραφικά γράμματα, “ΣΙΝΕΜΑ, Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ”, και πανηγυρίζαμε και τρέχαμε όλοι μαζί με τις πλαστικές μας τις καρέκλες για να πάρουμε όσο καλύτερη θέση μπορούσαμε μπροστά στο πανί, καθώς αυτό πηγαινοερχόταν σε κάθε ανάσα του ανέμου. Τότε, που μας έβαζαν στα γόνατά τους οι παπούδες και αν δεν είχαμε το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο, μας το χώνανε διπλωμένο κρυφά στην τσέπη, για να να μην απογητευτούμε και χάσουμε αυτόν τον πολύτιμο, πηγαίο ενθουσιασμό μας. Τώρα, βλέπεις τα παιδιά να στραβώνονται μ’ εκείνα τα πολύχρωμα, τρισδιάστατια γυαλιά στα μάτια, που τα κάνουν να φαίνονται λες και είναι πλάσματα εξωγήινα. Και οι παπούδες κρύβονται γιατί δεν έχουν να δώσουν πια χαρτζηλίκι. Κι εκείνος ο κινηματογράφος έπαψε να έρχεται στη γειτονιά. Γιατί και η γειτονιά έπαψε να υπάρχει.
Έλα, μην αργείς, έχω ετοιμάσει φαγητό έξω, στην αυλή”. Ακόμα έχω τη φωνή της μάνας στα αυτιά μου, τότε που πήγαινε πέρα δώθε διαρκώς, μεταφέροντας σαλάτες και πιάτα και φρούτα κομμένα από τον κήπο μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απίθανη, σχεδόν μαγική αίσθηση που μου άφηνε στο στόμα εκείνη η ντομάτα, λες και ήταν ένα παράξενο, σπάνιο γεύμα της φύσης, έτσι όπως τη σέρβιρε, χαραγμένη στα τέσσερα, με λίγο αλάτι μόνο, χωρίς πολλά-πολλά, όπως δηλαδή οι περισσότερες εμπειρίες της ζωής μας εκείνη την εποχή. Λιτές, ατόφιες και αξέχαστες. Και το απαλό αεράκι του μεσημεριού να μας προσπερνά, λίγο πριν παρασύρει μακριά τις λευκές χαρτοπετσέτες, την ώρα που τα γειτονόπουλα ξεπόρτιζαν για παιχνίδι και κυνηγητό. Τρέχανε τόσο γρήγορα και φωνάζανε τόσο δυνατά, λες και ο καλύτερος θα ήταν αυτός που θα έκανε την περισσότερη φασαρία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παραλίγο να πέσουν πάνω στο τραπέζι μας, έτσι όπως ερχόντουσαν με φόρα και χωρίς να κοιτάνε μπροστά τους. Ακόμα κι αν έπεφταν και χτύπαγαν όμως, θα συνέχιζαν, με τα γδαρμένα τα γόνατα και τα σκισμένα παντελόνια, λες και δεν πόνεσαν ποτέ τους, κι ας μάτωναν φορές χιλιάδες. Όχι, δεν ήταν γιατί υπήρχε η λεγόμενη “άγνοια κινδύνου”, όπως θα πούνε μερικοί μπουρδολόγοι αναλυτές, ήταν γιατί υπήρχε η ανάγκη της υπέρβασης, ναι, τότε ο κόσμος δεν είχε το νου του στα εμπόδια που μπορεί να μπαίνανε στο διάβα του, τον απασχολούσε κυρίως η διαδρομή, η προσπάθεια, έχοντας την πεποίθηση ότι στο τέλος θα τα καταφέρει και ότι θα στεκόταν στα πόδια του, όσες φορές και αν έπεφτε. Ένας κόσμος που πήγαινε μπροστά, χωρίς να κοιτά μπροστά του.
Με αφορμή τις ντομάτες, να μην ξεχάσω να κατέβω στο super market να πάρω εκείνες τις εισαγόμενες που λύσσαξε να διαφημίζει στο ραδιόφωνο το τελευταίο δεκαήμερο αυτός ο κωλοσταθμός. Που τετραγωνικά πια για κήπους και καλλιέργεια και παιδιά που κυλιούνται πάνω στους κήπους. Δεν ξέρω, σταδιακά συνειδητοποιείς ότι ένα σωρό συνήθειες σταμάτησαν απλά με το πέρασμα του χρόνου να υπάρχουν. Πικ-νικ. Πάει κι αυτό. Θυμάμαι, με το που έμπαινε η Άνοιξη, μόλις ο ήλιος γινόταν λιγάκι πιο θερμός και η υγρασία στέγνωνε στα δέντρα, βρίσκαμε ευκαιρία να φύγουμε από το σπίτι και να πάμε οικογενειακώς στο πρώτο λιβάδι που θα πετύχουμε. Εκεί θα απλώναμε τα τριανταφυλλένια σεντόνια μας, με πολύχρωμα τάπερ και τραγούδια και μετά θα αποκοιμιόμασταν αγκαλιά, την ώρα που το τρανζιστοράκι θα έπαιζε μελωδίες πίσω από τα ελαφρά αλλά τόσο ρομαντικά παράσιτά του. Και από το δρόμο θα μας βλέπανε άλλοι περαστικοί και οδηγοί που θα μας κορνάρανε, δίχως να μας ξέρουν, και εμείς θα χαιρετούσαμε με γέλια και τα χέρια ψηλά, λες και πανηγυρίζαμε όλοι μαζί κάποια εθνική επιτυχία. Ακόμα δεν βρήκα απάντηση στο γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά. Ίσως να μου έχει ανοίξει η όρεξη για ομοψυχία, ίσως πάλι να μου κόβεται τελείως, μ’ αυτούς όλους που νοσταλγούν αλλιώς την Ελλάδα και λένε ότι μόνο μια φορά υπήρξε τάξη και προκοπή και ότι όλο το πολιτικό σύστημα θυμίζει σάπιο ζαρζαβατικό, που τώρα το παίρνουν στα χέρια τους και το πετάνε μαζί με αβγά και φτυσίματα σε όποιον τους αμφισβητίσει. Ελλάς, Ελλήνων, ζαρζαβατικών.
Ας διαβάσω την εφημερίδα μου, μήπως και σταματήσω να θυμάμαι. Την έχω ξεφυλλίσει από την αρχή τόσες φορές, αλλά δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τούτο το άρθρο που μιλάει για ένα πολύ πρωτότυπο ζήτημα. Σε μερικές χώρες, λέει, πρόκειται να εισαχθεί στο πρόγραμμα των σχολικών μαθημάτων ακόμα ένα, το μάθημα της ευτυχίας. Είναι αληθινή είδηση, δεν πρόκειται για φάρσα. Μαζί με τη γεωγραφία, την ιστορία, τα μαθηματικά, ο άνθρωπος θα διδάσκεται την ευτυχία. Αυτό αποφασίστηκε, λέει, γιατί αυξήθηκαν ανησυχητικά τα ποσοστά των αυτοκτονιών στους νέους, με το μέσο όρο ηλικίας όσων αυτοκτονούν να πέφτει στα 14 από τα 30. Δεν μένουν εκεί όμως όλες αυτές οι πρωτοποριακές ιδέες. Στο άμεσο μέλλον θα διαμορφωθεί μαζί με τον δείκτη του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, ένας άλλος δείκτης, αυτός της Ακαθάριστης Εγχώριας Ευτυχίας. Για να εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με το πώς μπορεί ένας λαός να είναι ευτυχισμένος και ποια μέτρα να λαμβάνει, όταν η ευτυχία του ξεφεύγει. Που ‘σαι ρε πατέρα, να ακούσεις. Ακόμα έρχονται οι παλιόφιλοί σου και μου λένε για το πόσο ωραία περνούσατε τότε, ακόμα μου μιλάνε για την “ωραία ζωή” που ζήσατε. Χωρίς σπίτια δανεικά, χωρίς άγχη τοκοχρεωλυτικών δόσεων, χωρίς αναβαθμισμένα προγράμματα κινητής τηλεφωνίας μιας ζωής που έπαψε προ πολλού να κινείται. Να κάτσουμε παρέα, να τα πούμε, να βάλουμε τα γέλια και τα κλάμματα με τούτο τον κόσμο τον παράξενο. Να με δεις πως ρυτίδιασα και με πιάνουν αναμνήσεις για συναισθήματα. Νοσταλγίες και ερωτήματα. Που ‘ναι τα χρόνια, πατέρα.
Ωραία χρόνια.
 

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

ΕΑΝ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Του Παντελή Μπουκάλα
 
Όπως πολλά άλλα, και ο ψυχολογικός πόλεμος και ο πόλεμος της προπαγάνδας φαίνεται πως έρχονται από την ελληνική αρχαιότητα. Τηλεόραση και Διαδίκτυο δεν διέθεταν βέβαια οι πόλεις που βρίσκονταν σε περιστασιακή ή μόνιμη έχθρα. Τους αρκούσαν οι παροιμίες, οι ευτράπελες ιστορίες, τα ανέκδοτα, που δεν είναι όσο ακίνδυνα δείχνουν, αφού συχνά συμπυκνώνουν όχι απλώς προκαταλήψεις, αλλά βαριά μισαλλοδοξία (όπως τα σημερινά για μαύρους, Εβραίους, Τσιγγάνους κ.ά.). Ετσι, λόγω της αθηναϊκής προπαγάνδας, οι Αβδηρίτες πέρασαν στην ιστορία σαν συνώνυμοι των ανοήτων, παρότι στην πόλη τους γεννήθηκαν ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας, οι δε Θηβαίοι καταγράφτηκαν σαν απολίτιστοι. Οσο για τους Κρήτες, τους στιγμάτισαν οι ιστορίες για τον Λαβύρινθο και τον ανθρωποφάγο Μινώταυρο. «Τέρας αποτρόπαιο με μορφή μεικτή / και φύση διπλή, ταύρου κι ανθρώπου» δίδασκε από σκηνής ο Ευριπίδης. Κανένα τέρας δεν υπήρχε, λένε οι ιστορικοί, όπως οι Φιλόχορος, παρά ο Ταύρος, βάναυσος στρατηγός του Μίνωα.
Επικράτησε όμως η εικόνα του τραγωδού, εκτοπίζοντας την πληροφορία του ιστορικού. Αλλά δεν έφτανε αυτό. Οι Αθηναίοι, που διέθεταν τα πανίσχυρα μίντια της εποχής, τις Μούσες, την τραγική ποίηση συγκεκριμένα, κατάφεραν να σβήσουν ακόμα και την τιμητική γνώμη που είχαν για τους βασιλιάδες της Κρήτης οι πρωτοκορυφαίοι Ομηρος και Ησίοδος. Λέει ο Πλούταρχος, βιογραφώντας τον Θησέα: «Φαίνεται ότι μεγάλο κακό βρίσκει όποιον κάνει εχθρό του μια πόλη με φωνή και μούσα. “Mεγάλο βασιλιά” ονόμασε τον Mίνωα ο Hσίοδος. Kαι ο Oμηρος τον αποκάλεσε “σύντροφο του Δία”. Kαι όμως. Tίποτα δεν τον ωφέλησαν όλα αυτά. Hρθαν οι Τραγικοί και σκόρπισαν από τη σκηνή την άσχημη φήμη πως ήταν άνθρωπος κακότατος και βίαιος. Στα θέατρα της Aθήνας τον έβριζαν και τον κακολογούσαν συνεχώς».
Σήμερα ο ψυχολογικός και ο προπαγανδιστικός πόλεμος διεξάγονται με όπλο την ωμή εικόνα και όχι την ευφάνταστη εικονοπλασία των ποιητών. Η πληθώρα των καταγραφικών μέσων και οι απεριόριστες δυνατότητες ταχύτατης διάδοσης του αυθεντικού ή σκηνοθετημένου υλικού απελευθερώνουν τα χέρια των προπαγανδιστών· λίγο πριν έχει αποχαλινωθεί το μυαλό τους, που, εν ονόματι του τελικού σκοπού, πάντοτε «δίκαιου», σαρώνει κάθε ηθική αναστολή. Κομμάτι του ψυχολογικού πολέμου αποτελούν οι εικόνες με Δυτικούς στρατιώτες να μεταχειρίζονται με κτηνώδη περιφρόνηση Ασιάτες αιχμαλώτους. Η υπεροχή του λευκού αποτυπώνεται σε όλη την ιταμή δόξα της, για να «διδάξει» και να λειτουργήσει τελεσιγραφικά.
Και νά που ο ανθρωποφάγος Μινώταυρος ξανάπιασε δουλειά. Οχι σαν μύθος πια, αλλά σαν ήρωας σε ένα φιλμάκι αποθηρίωσης που πάγωσε την ανθρωπότητα, ή μάλλον ένα μεγάλο τμήμα της, για να είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια. Το βίντεο καταγράφει μια φρικαλέα στιγμή από τον εμφύλιο της Συρίας, όπου εκτός από τους ανθρώπους πολεμούν αδυσώπητα και οι φήμες (εξ ου και η ομολογημένη αδυναμία διεθνών οργανισμών και μυστικών υπηρεσιών να σιγουρευτούν ποιος χρησιμοποίησε χημικά όπλα, αν τα χρησιμοποίησε): Ο αντικαθεστωτικός Αμπού Σακάρ ξεκοιλιάζει έναν στρατιώτη και προσποιείται ότι τρώει την καρδιά και το συκώτι του θύματος. Την επομένη δήλωσε στο Time ότι «και οι δύο πλευρές του εμφυλίου καταγράφουν τις βίαιες πράξεις τους σε βίντεο για να τρομοκρατούν η μία την άλλη», πρόσθεσε δε ότι έχει και δεύτερο βίντεο, όπου διαμελίζει με πριόνι άλλον στρατιώτη («Καθημερινή», 16 Μαΐου). Εδώ οι τεχνικές του ψυχολογικού πολέμου αντιστρέφονται: Δεν καταγράφεις τον αντίπαλό σου σαν δράστη φρικαλεοτήτων για να τον απαξιώσεις ηθικά, αλλά αυτοσκηνοθετείσαι σαν κανίβαλος για να τσακίσεις το ηθικό των εχθρών σου.
Δεν διάλεξε τυχαία την καρδιά και το συκώτι ο Αμπού Σακάρ. Στη γεμάτη σκιές ιστορία της ανθρωπότητας, οι εμπόλεμοι πάντοτε αυτά τα όργανα καταβρόχθιζαν, βέβαιοι ότι ιδιοποιούνται τη δύναμη του σκοτωμένου εχθρού. Ισως στο κατώτερο στρώμα της συλλογικής μνήμης του θηρίου που λέγεται άνθρωπος έχουν διασωθεί λείψανα αυτής της κανιβαλικής τελετουργίας. Μιλώ για έναν κανιβαλισμό σκόπιμο, ιδεολογικό, θεωρητικοποιημένο, και όχι για την ανθρωποφαγία στην οποία εξωθεί η δεινή ανάγκη (δεν πάει καιρός που διαβάσαμε ότι κάπως έτσι σώθηκαν Ρώσοι ψαράδες που ναυάγησαν). Εγραφε σχετικά ο Παναγής Λεκατσάς, στο έργο «Η ψυχή: Η ιδέα της ψυχής και της αθανασίας της και τα έθιμα του θανάτου»: «Η θέση του συκωτιού ανάμεσα σε λογίς όργανα που λογιούνται τόποι της ζωτικής δύναμης και ψυχής· το παραγιόμισμά του από το αίμα που ’ναι τόπος της αιμοψυχής· κι ο σύνδεσμός του με τη χολή που σχετίζεται με κατάστασες ψυχικές (παράβαλε το ομηρικό χόλος και το υστερότερο, για την οργή, χολή), κάνουν έδρα της ζωτικής ψυχής και το Συκώτι. (...) Oι ντόπιοι μιας περιοχής του Σουδάν ξέρουν πως “το συκώτι είναι ο τόπος της ψυχής” κι έτσι το τρώνε ιερουργικά για να πάρουν τη “δύναμη” του ανθρώπου. (...) Πλήθος λαοί της Aσίας, της Aφρικής και της βόρειας Aμερικής τρώνε το συκώτι των σκοτωμένων οχτρών, με την ιδέα πως κερδίζουνε τη δύναμή τους. Oι Eσκιμώοι τρώγαν το συκώτι κεινού που σκοτώνανε, για να του αδυνατίσουν τη νεκροψυχή και να γλυτώσουν από την εκδίκησή του».
Η Ιστορία βρίθει επεισοδίων κατανάλωσης ανθρώπινης σάρκας όταν τίποτε από τα κανονικώς εδώδιμα δεν έχει περισωθεί. Η πρώτη καταγραφή, του Ηροδότου, ιστορεί ότι κατά την εκστρατεία του Πέρση βασιλιά Καμβύση στην Αιθιοπία η πείνα ανάγκασε τους στρατιώτες να φάνε έναν στους δέκα, διά κλήρου («εκ δεκάδος γαρ ένα σφέων αυτών αποκληρώσαντες κατέφαγον»). Και οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, αλλά και οι Τούρκοι πολιορκημένοι του Ναυπλίου, της Μονεμβασίας και του Νεόκαστρου, αναγκάστηκαν, στην άκρα πείνα τους, να καταναλώσουν ανθρώπινες σάρκες. Τα Ενθυμήματα των αγωνιστών του ’21 περιέχουν συγκλονιστικές περιγραφές. Μία μόνο περικοπή, από τα Απομνημονεύματα του Γιαννιώτη πολεμιστή Αρτέμιου Ν. Μίχου, πολιορκημένου που σώθηκε κατά την Εξοδο: Ενας από τους αξιωματικούς της ειδικής επιτροπής, «εύρε εις απόκρυφόν τι μέρος τον μηρόν και άλλα μέλη παιδίου, φρίξας δε διά το εύρημα ηρώτησε την οικοδέσποιναν, παρ’ ης επληροφορήθη, ότι το παιδίον αυτό, αποθανόν εκ της πείνης, εχρησίμευσεν εις τροφήν των επιζώντων».
Δυστυχώς, η εξέλιξη του ανθρώπου οδήγησε στη ναρκισσιστική κινηματογράφηση των αθλιοτήτων του. Εάν αυτό είναι εξέλιξη. Και «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», κατά τον τίτλο του Πρίμο Λέβι, μάρτυρα μιας από τις αγριότερες μορφές αποθηρίωσης· της ναζιστικής.
 

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

ΟΙ ΒΑΘΜΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Του Ευγένιου Αρανίτση
 
Ο περιορισμός των συζητήσεων στην αυστηρά οικονομική όψη αυτού του ακήρυχτου πολέμου, του οποίου έχουμε την οδυνηρή εμπειρία, εμποδίζει τους περισσότερους από μας να διακρίνουμε την αληθινή φυσιογνωμία της λεγόμενης κρίσης - στην πραγματικότητα, πρόκειται για τρεις διαφορετικές μορφές κατάστασης συναγερμού, η μία μέσα στην άλλη τρόπον τινά, σαν ρώσικες κούκλες.
Ασφαλώς, στο επίπεδο του άμεσα αισθητού κυριαρχεί η εξαθλίωση και η ραγδαία συρρίκνωση των εισοδημάτων· κυριαρχούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, οι απολύσεις και οι εικόνες των αστέγων κι εκείνων που ψάχνουν για τρόφιμα στα σκουπίδια - όμως αυτό δεν σημαίνει ότι, στο βάθος, δεν εκδηλώνεται, πολλαπλώς, μια κρίση απείρως πιο ουσιαστική, που σχετίζεται με την κατάρρευση του σεβασμού και των ιδανικών, των προτύπων και των αξιών, της λογικής και των δυνατοτήτων να είναι κανείς κύριος της μοίρας του. Αυτή η δεύτερη κρίση είναι ηθική και πνευματική, η δε αντιμετώπισή της μοιάζει ακόμη πιο δύσκολη απ' ό,τι ο χειρισμός του οικονομικού ναυαγίου, εφ' όσον, απλούστατα, δεν έχει γίνει καν η διάγνωσή της.
Αναπόφευκτα, η ηθική κρίση εξερράγη σε όλο της το μεγαλείο μετά τη διάλυση των ψευδαισθήσεων που είχαν καλλιεργηθεί την εποχή της φούσκας, όταν οι αρπαχτές και το λαϊφστάιλ έσπαγαν τα ταμεία: η οικονομική κρίση προκάλεσε την όντως εντυπωσιακή αποκάλυψη της κενότητας του μοντέλου που είχε υιοθετηθεί, όχι τόσο του οικονομικού μοντέλου όσο του ψυχολογικού, εκείνου που απαιτούσε να παραιτηθεί κανείς το ταχύτερο από κάθε ενδοιασμό και απ' οτιδήποτε ιερό ή όσιο, ώστε να επιπλεύσει σε μια επιφάνεια που τη σάρωναν οι προβολείς της ευημερίας και της Γιουροβίζιον, του ενισχυμένου μικροαστικού κιτς και της τηλεακροαματικότητας, του ψευτοχολιγουντιανού σκηνικού και του βλαχομπαρόκ των αμέτρητων events, τέλος όλου εκείνου του πολιτικού τριτοκοσμικού σουρεαλισμού των σκανδάλων και της διαφθοράς.
Και υπάρχει μια τρίτη κρίση, εκείνη της ταυτότητας, για την οποία επίσης δεν γίνεται λόγος ποτέ. Υπό το λάβαρο της θεραπείας του οικονομικού προβλήματος, η ταυτότητα ξεπουλιέται κι αυτή όσο όσο. Με την εκτάκτως και διά της βίας επιβεβλημένη υπακοή σε συμπεριφορές ολότελα αταίριαστες σ' έναν μεσογειακό λαό κατά το ήμισυ «δυτικό», κατά το ήμισυ «ανατολίτη» -και άρα, δήθεν, καθυστερημένο-, η σύγχυση ως προς το ποιοι είμαστε, προς τα πού πηγαίνουμε και γιατί, έχει προσλάβει διαστάσεις κυριολεκτικά κωμικοτραγικές, αρχής γενομένης από τα ρίγη συγκίνησης για τα 17.000.000 τουριστών που η ελληνική ύπαιθρος, έχοντας ανοίξει και πάλι τα πόδια της, περιμένει ν' αφήσουν την ελεημοσύνη και τα σκουπίδια τους
 

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΜΒΛΥΜΕΝΑ ΜΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Του Σπύρου Ραυτόπουλου
 
Πώς μπορείς να λέγεσαι παιδαγωγός όταν καταδέχεσαι να επιστρέφεις στο σχολείο σου με ένα τέτοιο φύλλο πορείας παραμάσχαλα, με ένα τέτοιο ντροπιαστικό τεκμήριο υποτέλειας; Πώς μπορείς να εμφανίζεσαι με την ουρά στα σκέλια στους μαθητές σου, ηττημένος από ένα χουντικής έμπνευσης κουρελόχαρτο, για να τους διδάξεις μετά από αυτά ήθος, τόλμη, δημοκρατία, ελευθερία σκέψης, πολιτική ελευθερία, ελευθερία εν γένει; [...]
Για να το πούμε όσο πιο εμφατικά γίνεται: το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι όχι μόνο αντισυνταγματικό, αλλά και από κάθε άλλη σκοπιά απαράδεκτο, ακόμα κι αν οι διεκδικήσεις των απεργών ήταν εντελώς εξωφρενικές και αντικοινωνικές. [...]
Αν η ομοσπονδία σου ή οποιοσδήποτε συνδικαλιστικός φορέας σου αποφασίζει κόντρα στα συμφέροντά σου και στη βούλησή σου, τότε ως συνδικαλιστική βάση αγνοείς την απόφαση και εγείρεις ταυτόχρονα ζήτημα εκπροσώπησης, πιθανότατα δε και καταστατικών αλλαγών· δεν πειθαρχείς!  

Το σύνθημα «είμαστε όλοι καθηγητές» ακούστηκε όμορφα, όπως έχουν ακουστεί πολλά ανάλογα συνθήματα συμπαράστασης σε απεργούς και διαμαρτυρόμενους πολίτες, ιδίως όταν αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την επικίνδυνη αλαζονεία της εξουσίας. Κάθε φορά που ένα κράτος κάνει επίδειξη αυταρχισμού καταφεύγοντας σε μέτρα καταναγκασμού και αναστολής ελευθεριών όπως η πολιτική επιστράτευση οφείλουμε να αισθανόμαστε όλοι το ίδιο θιγόμενοι και επιπλέον άκρως ανήσυχοι. Δυστυχώς δεν αισθανόμαστε όλοι έτσι και εν προκειμένω δεν φαίνεται να «είμαστε όλοι καθηγητές». Ακόμα χειρότερα, δεν είναι αληθινοί καθηγητές ούτε καν όλοι όσοι φέρουν τυπικά την ιδιότητα!
Είναι να απορεί κανείς με όσους δικαιολογούν το μέτρο της επιστράτευσης αποδεχόμενοι τις γελοίες δικαιολογίες που εκστομίζονται από την κουστωδία της συγκυβέρνησης και μηρυκάζονται από τμήμα της ενδημικής κομματικής και συνδικαλιστικής πανίδας· ιδίως με όσους από δαύτους διαθέτουν και την ιδιότητα του παιδαγωγού! Διότι πώς μπορείς να λέγεσαι παιδαγωγός όταν καταδέχεσαι να επιστρέφεις στο σχολείο σου με ένα τέτοιο φύλλο πορείας παραμάσχαλα, με ένα τέτοιο ντροπιαστικό τεκμήριο υποτέλειας; Πώς μπορείς να εμφανίζεσαι με την ουρά στα σκέλια στους μαθητές σου, ηττημένος από ένα χουντικής έμπνευσης κουρελόχαρτο, για να τους διδάξεις μετά από αυτά ήθος, τόλμη, δημοκρατία, ελευθερία σκέψης, πολιτική ελευθερία, ελευθερία εν γένει;
Είναι θλιβερή κάθε απόπειρα υπεράσπισης του προκλητικού αυτού μέτρου και απολύτως αφελής, αν όχι σκόπιμα αποπροσανατολιστική, κάθε συζήτηση -την ώρα αυτή- για τον χρόνο που επέλεξαν δήθεν οι καθηγητές να κάνουν την κινητοποίησή τους ή για το δίκαιο ή άδικο των διεκδικήσεών τους. Για να το πούμε όσο πιο εμφατικά γίνεται: το μέτρο θα εξακολουθούσε να είναι όχι μόνο αντισυνταγματικό, αλλά και από κάθε άλλη σκοπιά απαράδεκτο, ακόμα κι αν οι διεκδικήσεις των απεργών ήταν εντελώς εξωφρενικές και αντικοινωνικές. Ο εργοδότης (κράτος, ή ιδιώτης) μπορεί να συνομιλεί, να διαπραγματεύεται και να αποδέχεται ή να απορρίπτει αιτήματα και διεκδικήσεις, δεν έχει όμως δικαίωμα να επιβάλει αναγκαστική εργασία σε κανέναν, κατά την προσωπική μάλιστα άποψη του γράφοντα ούτε καν κάτω από ειδικές συνθήκες όπως αυτές που αναφέρονται στο ελληνικό σύνταγμα· αλλιώς οδηγούμαστε –έστω υπό όρους- σε καθεστώς δουλείας. Με άλλα λόγια το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης που ούτως ή άλλως βάσει του ισχύοντος συντάγματος σήμερα εφαρμόζεται εντελώς καταχρηστικά, θα έπρεπε να καταργηθεί εντελώς.
Το γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμα εξεγερθεί κατά του αυταρχικού πολιτικού μας καθεστώτος είναι ούτως ή άλλως θλιβερό αν και ως έναν βαθμό ερμηνεύσιμο. Όμως η άμεση ή έμμεση αποδοχή μέτρων που παραβιάζουν όχι απλώς το σύνταγμα, τη λογική, και τα συνήθη όρια της πολιτικής δικαιοδοσίας των κυβερνώντων (η δημοκρατία ούτως ή άλλως έχει πάει περίπατο προ πολλού) αλλά πλέον στρέφονται και κατά βασικών ελευθεριών, θα έπρεπε να έχει κινητοποιήσει όχι μόνο το σύνολο των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων (κυρίως αυτούς) και των δημοσίων λειτουργών γενικώς, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Από σήμερα δεν έπρεπε να υπάρχει εκπαιδευτικός ή εκπαιδευόμενος ούτε καν στα νηπιαγωγεία, μέχρι τη στιγμή της απόσυρσης του μέτρου. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να κινείται τίποτα. Κι όμως, όχι μόνο ανακοινώνεται ότι οι εξετάσεις θα γίνουν κανονικά, υπό την απειλή μιας επιστράτευσης που είχε μάλιστα προληπτικό χαρακτήρα(!), αλλά η συζήτηση περιστρέφεται ακόμα γύρω από τα αιτήματα των εκπαιδευτικών και για το πώς «ευτυχώς» αποφύγαμε τη διατάραξη της κοινωνικής μας γαλήνης εν καιρώ εξετάσεων.
Το ότι η κυβερνητική αδιαλλαξία και προκλητικότητα ενθαρρύνθηκε από πραξικοπηματικές αποφάσεις συνδικαλιστικών ηγεσιών και παρατάξεων, οι οποίες ενεργούν ως φερέφωνα των απολύτως αφοσιωμένων στο σύστημα κομμάτων της βουλής και οι οποίες αποφασίζουν κατά περίπτωση και κατά το δοκούν να γράψουν… δημοκρατικότατα στα παλιά τους παπούτσια τη βούληση της βάσης, αποτελεί μεν γεγονός, αλλά όχι και επαρκή δικαιολογία για το σημερινό πολιτικό κατάντημα. Δεν ευθύνονται μόνο οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες. Διότι σήμερα η βάση, εμφανίζεται και πάλι έτοιμη να πειθαρχήσει -πιθανότατα μάλιστα ανακουφισμένη λόγω αναστολής της απεργίας- σε μια απόφαση της ΟΛΜΕ που επιδεικτικά αγνόησε την υποτιθέμενη αντίθετη δική της βούληση! Αν η ομοσπονδία σου ή οποιοσδήποτε συνδικαλιστικός φορέας σου αποφασίζει κόντρα στα συμφέροντά σου και στη βούλησή σου, τότε ως συνδικαλιστική βάση αγνοείς την απόφαση και εγείρεις ταυτόχρονα ζήτημα εκπροσώπησης, πιθανότατα δε και καταστατικών αλλαγών· δεν πειθαρχείς!
Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Η πικρή αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια ακόμα βαρύτατη ήττα. Αυτή δεν αφορά μόνο τους καθηγητές που ασφαλώς έχουν εν προκειμένω και την κύρια ευθύνη για την διόλου τιμητική αυτή υποχώρηση. Ηττημένοι είμαστε όλοι ως μέλη μιας προ πολλού ηττημένης κοινωνίας. Κι ας σταματήσουν επιτέλους όσοι θεωρούν εαυτούς προοδευτικά μέλη αυτού που αορίστως αναφέρεται ως «το κίνημα» (πάντα… προοδευτικό κι αυτό) τις ξεδιάντροπες κολακείες και τις πατερναλιστικές θωπείες στις συνδικαλιστικές βάσεις και στα εκλογικά σώματα! Σε όποια προοδευτική ομάδα και υποκατηγορία κι αν ανήκει κανείς, το να παριστάνει τον αισιόδοξο μια μέρα ντροπής σαν τη χθεσινή και τη σημερινή, μόνο και μόνο για να μην απογοητεύσει ή δυσαρεστήσει τους συναδέλφους του, τους συναγωνιστές του και… προπαντός τους υποψήφιους ψηφοφόρους του, δεν είναι μόνο ανειλικρινές και ανέντιμο· είναι και πολιτικά αναποτελεσματικό. Διότι το πιο απογοητευτικό δεν είναι η αρνητική έκβαση μιας μάχης που δόθηκε. Είναι το να μη δίνεται αυτή η μάχη. Είναι επίσης ότι δεν φαίνεται να συνειδητοποιούμε ποιο ακριβώς υπήρξε το χαμένο της διακύβευμα. Η αισιοδοξία για το ξεπέρασμα ενός προβλήματος δικαιολογείται μόνο από τη στιγμή που τουλάχιστον το πρώτο βήμα, εκείνο της διάγνωσης και ανάλυσης του προβλήματος σε όλες του τις διαστάσεις έχει γίνει επιτυχώς. Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι βρισκόμαστε στο σημείο αυτό, όταν ένα τόσο καίριο χτύπημα στα απομεινάρια της πολιτικής νομιμότητας όπως το μέτρο της επιστράτευσης, αντί να προκαλεί ήδη κατακλυσμιαίες αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις, εκτοπίζεται από τη πολιτική συζήτηση χάριν του «φλέγοντος» ζητήματος των πανελληνίων εξετάσεων και του δίκαιου ή μη των αιτημάτων των καθηγητών; Σήμερα δεν έπρεπε να συζητείται τίποτα άλλο εκτός από την αισχρή αυτή επίδειξη ολοκληρωτισμού, τίποτε άλλο εκτός από το νέο και ιδιαιτέρως προκλητικό αυτό πλήγμα κατά της ελευθερίας. Κάθε άλλη σχετική με το εκπαιδευτικό ζήτημα συζήτηση, όφειλε να ξαναανοιχτεί μετά την οριστική και αμετάκλητη απόσυρση του μέτρου.
Έχοντας συνηθίσει να βιώνουμε σαν αποχαυνωμένοι τους αλλεπάλληλους αντιδημοκρατικούς εκτροχιασμούς των τελευταίων κυβερνήσεων της μπανανίας μας, και τις θλιβερές παραστάσεις των κοινοβουλευτικών μας θιάσων, τα αμβλυμμένα πλέον δημοκρατικά μας αισθητήρια και αντανακλαστικά μας εμποδίζουν να αναγνωρίσουμε και να αντιδράσουμε ακόμα και στα πιο επικίνδυνα πολιτικά ερεθίσματα, εκείνα που προοιωνίζονται τις πιο εφιαλτικές πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις.
Ελπίδα μπορεί να υπάρξει. Αλλά η γέννησή της θα συμπέσει με τη γέννηση του πολίτη, αυτής της θεμελιώδους πολιτικής οντότητας που θα οφείλαμε να είμαστε και δεν είμαστε ακόμα. Η ελπίδα βρίσκεται μέσα στον καθένα μας, στη διάθεση και την ικανότητά μας για πολιτική σκέψη και δράση. Δεν βρίσκεται έξω από μας τους ίδιους, δεν μπορούμε να την εναποθέτουμε σε τρίτους.
 
 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΜΟΙΡΑΖΕΣΑΙ...

Του Γιάννη Λιβιάκη
 
«Να είσαι πληθυντικός όπως το σύμπαν»
Φερνάντο Πεσόα
 
Αν παρακολουθήσει κανείς τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων στα κανάλια εθνικής εμβέλειας, θα νομίζει ότι ζούμε σε μια χώρα βίας. Πολλά από τα θέματα που μεταδίδονται επικεντρώνονται στο αστυνομικό δελτίο, το οποίο εκ των πραγμάτων περιλαμβάνει δυσάρεστα γεγονότα: από κλοπές και ληστείες μέχρι δολοφονίες. Οχι ότι πρέπει τα ΜΜΕ και οι πολίτες να κλείνουν τα μάτια στην οδυνηρή αυτή πραγματικότητα. Οχι ότι πρέπει να την αγνοούμε. Αλλά δεν είναι μόνον έτσι ο κόσμος. Η κοινωνία δεν έχει μόνο αυτή την όψη. Η Ελλάδα της κρίσης δεν περιέχει μόνον «κανιβαλισμό» και βία. Δεν είναι μια χώρα φόβου, όπως θέλουν, ίσως, κάποιοι να την παρουσιάζουν. Αυτά συνέβαιναν και παλαιότερα και, δυστυχώς, συμβαίνουν και σήμερα. Αλλωστε, επακόλουθα της κρίσης είναι η ανεργία και η φτώχεια, που αποτελούν παράγοντες αύξησης της εγκληματικότητας. Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας. Απλώς, στην... κοινωνία του θεάματος, έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τα τηλεοπτικά δελτία, τα θέματα αυτά έχουν κυρίαρχη θέση.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη Ελλάδα, πιο δυνατή, που ίσως να μην τη γνωρίζουν όσοι έχουν σαν μοναδικό παράθυρο στον... κόσμο την τηλεοπτική οθόνη.
Είναι η Ελλάδα της αλληλεγγύης που εξαπλώνεται με γρήγορους ρυθμούς απ' άκρη σ' άκρη της χώρας μας και αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, απάντηση στα αδιέξοδα της σημερινής εποχής.
Είναι τα συσσίτια, τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία, τα ανταλλακτικά παζάρια που συγκροτούν μιαν άλλη κοινωνία, η οποία μυείται στο «εμείς» και όχι στο «εγώ». Οι συνελεύσεις γειτονιών, που προτάσσουν την αυτοδιαχείριση και αλληλεγγύη. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι που κάνουν τον κόσμο πιο όμορφο με τις παρεμβάσεις και τις δράσεις τους. Είναι μια Ελλάδα, την οποία πολλοί βιώνουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είτε ως πάροχοι είτε ως δέκτες βοήθειας.
Είναι όμως και κάτι ακόμη, που διατηρείται δεκαετίες τώρα. Η συνοχή των ανθρώπων σε μικρές κοινωνίες. Οταν, για παράδειγμα, σε χωριά της Ελλάδας οι άνθρωποι, που ασχολούνται με τη γεωργία και κατοικούν στην ίδια γειτονιά, δίνουν ο ένας στον άλλον προϊόντα που παράγουν στο πλαίσιο μιας κοινοτικής αντίληψης που υπήρχε και σε πολύ πιο δύσκολες εποχές.
Τώρα, το ζητούμενο μπορεί να είναι η επιστροφή της ευημερίας, χωρίς, ωστόσο, τα λάθη του παρελθόντος και τις ψεύτικες υποσχέσεις. Χωρίς πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις που δεν αρμόζουν σε ελεύθερους ανθρώπους. Χωρίς αδικίες αλλά και λαϊκισμό, από τον οποίο «χορταίνουμε» και σήμερα.
Το δρόμο δείχνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που προσφέρουν στους άλλους, ανιδιοτελώς αλλά και με αγάπη. Γιατί, όπως έλεγε και ο αείμνηστος γιατρός Κωστής Νικηφοράκης, ο κόσμος υπάρχει μόνον όταν μοιράζεσαι.
 

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Η ΝΗΠΕΝΘΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ.

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου
 
«Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα θα είναι θρησκευόμενος ή δεν θα υπάρξει». Η προφητεία του Μαλρό δεν ήταν λανθασμένη. Η κακοδαιμονία του σύγχρονου, μη θρησκευόμενου και όλο και πιο βαθιά δυστυχισμένου και ανήμπορου ανθρώπου είναι εμφανής.
Ο Ιγνάσιο Ραμονέ αναφέρει την ιστορία ενός χρεοκοπημένου μικροεπενδυτή που κρεμάστηκε σε ένα δημόσιο πάρκο στη Μαδρίτη, καταγγέλλοντας τον κανιβαλισμό του συστήματος. Στο γράμμα που άφησε έλεγε πως έδωσε μια ύστατη ελπίδα στον Θεό: «Είχα κάτι σαν όραμα, ότι ο Θεός υπάρχει και ότι ίσως η μοίρα μου δεν ήταν η αυτοκτονία». Αγόρασε λοιπόν με όσα χρήματα του είχαν απομείνει λαχεία και Λόττο. «Για να δω αν ο Θεός θα παρενέβαινε και θα με βοηθούσε να ζήσω». Αλλά ο ουρανός παρέμεινε απελπιστικά σιωπηλός, η τύχη δεν του χαμογέλασε και ο άνθρωπος στο τέλος κρεμάστηκε.
Να πεθαίνεις για τους λάθος λόγους είναι και σαν να ζεις για τους λάθος λόγους. Λάθος ζωές γεμίσαμε. Και να που τώρα βρισκόμαστε μια ανάσα κοντά στη συντριβή. 
Η βουλιμία της ευμάρειας έγινε ένα τρύπιο σωσίβιο και γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός, ο θάνατος. Γυμνό σπασμένο παιχνιδάκι στα χέρια μιας δυσοίωνης μοίρας, ο άνθρωπος σήμερα πασχίζει να υπάρξει. Ανεπιτυχώς, όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού.
Από την άλλη μεριά, ο περί ελπίδας λόγος έχει τα όριά του. Aξίζει να αναφέρουμε ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν πέθαιναν μόνο όσοι έχαναν την ελπίδα αλλά και όσοι κατακλύστηκαν από αυτήν. Ετσι, ο μέσος όρος θανάτων την εβδομάδα ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 1944 και στην Πρωτοχρονιά του 1945 αυξήθηκε υπερβολικά. Η εξήγηση δεν βρισκόταν στις σκληρότερες συνθήκες ζωής ή σε κάποιες νέες επιδημίες αλλά στο ότι οι κρατούμενοι είχαν ζήσει με την αφελή ελπίδα ότι θα βρίσκονταν στα σπίτια τους για τις γιορτές. Οσο πλησίαζε η ώρα της διάψευσης έχαναν το κουράγιο τους και ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς πέθανε.

Η χαμένη ελπίδα σκοτώνει αλλά το ίδιο και ο πλεονασμός, η αφελής υπεραφθονία της ελπίδας.
Η εμπειρία του Αουσβιτς μας διδάσκει ακόμη ότι οι θρησκευόμενοι εβραίοι και οι κομμουνιστές ήσαν ψυχικά προνομιούχοι. Η πίστη ήταν θεραπευτική. Ενα ένδυμα που προστάτευε από την παγωνιά. Αλίμονο στους σκεπτικιστές διανοουμένους που αρκετοί, ακόμη και χρόνια μετά την απελευθέρωση, αυτοκτόνησαν.
Και σήμερα; Αν δεν έχεις την ευλογία του πιστού; Πόσο μπορείς να ελπίζεις δίχως να αυταπατάσαι; «Αν δεν πιστέψεις στο ανέφικτο, πώς θα το πετύχεις;». Ηταν το αγαπημένο μου σύνθημα στα χρόνια των σπουδών μου. Μιλάμε όμως για εποχές που η ελπίδα δεν ήταν μια απαγορευμένη, σχεδόν γραφική, αν όχι αφελής έννοια. Τότε που η πίστη πήγαζε από την ελπίδα ότι ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός.
Τα χρόνια κύλησαν κι εμείς πληρώσαμε ένα μεγάλο αντίτιμο. Γίναμε μια κοινωνία αναλφάβητων στον ψυχικό πόνο. Στον βωμό της όποιας ελπίδας θυσιάσαμε την επεξεργασία του πόνου. Οπως ο διάβολος το λιβάνι αποφύγαμε το πένθος. Κι όμως ο πόνος είναι μια δύναμη, μια γέφυρα που μας ενώνει με κοιτάσματα αλήθειας μέσα μας. Γι' αυτό και ο Ντοστογέφσκι παρακαλούσε «μονάχα ένα φοβάμαι, να είμαι ανάξιος της οδύνης μου, των μαρτυρίων μου».
Η κοινωνία μας είναι μια νηπενθής κοινωνία. Αρνείται, συγκαλύπτει, ιατρικοποιεί τον πόνο. Ο ψυχικός πόνος γίνεται αντιληπτός διαρκώς σαν ένα έλλειμμα, ένα ελάττωμα, ενάντια στη σκοτεινή επιταγή αισιοδοξίας που μέχρι πρότινoς μας κατέκλυζε. Ο αποτελεσματικός, λειτουργικός, εκσυγχρονισμένος άνθρωπος της εποχής μας αρνήθηκε πεισματικά το πένθος. Η κυρίαρχη επιταγή μιας απροϋπόθετης «προς τα εμπρός κίνησης» - «Πρέπει να προχωράμε μπροστά και να μην κοιτάμε πίσω» - έκανε τον στοχασμό πάνω στο τραύμα μια ενοχλητική παραφωνία. Παράδοξα όμως έτσι και η ελπίδα μεταμορφώθηκε σε ένα άδειο ρητορικό σχήμα. 
Η απειλή σε αυτή την κρίση είναι το πάγωμα της σκέψης, η άμβλυνση του συναισθήματος, η αδυναμία στοχασμού και επαναστοχασμού πάνω στην απώλεια. Η νέκρωση αλλιώς.
Σε ακραίες συνθήκες βλέπουμε τον άνθρωπο να υπερβαίνει τη μοίρα του. Δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα σήμερα, όμως το να κρατηθούμε στη ζωή είναι και σήμερα το ίδιο επιτακτικό. Η κρίση μάς παροτρύνει να επαναπροσδιορίσουμε μέσα από τα συντρίμμια τη σχέση μας με την απώλεια και τον θάνατο. Τη σχέση μας δηλαδή με τα δεδομένα της ύπαρξής μας.
Αν δεν καταθέσουμε τα όπλα, αν δεν φυσικοποιήσουμε το αφύσικο που μας κυκλώνει τότε όλα μπορεί να είναι ανοιχτά. Το μέλλον, όπως μας διδάσκει η Ιστορία, ανήκει στην έκπληξη. Το ίδιο μάς διδάσκουν και όλοι όσοι πέρασαν από την κόλαση κι επέστρεψαν πίσω αλλιώς, ζωντανοί και δυνατοί. Ανώνυμοι ήρωες της καθημερινότητας που παλεύουν σήμερα να μην αδειάσουν από το ανθρώπινο στοιχείο τους, να μην ενδώσουν στη βαρβαρότητα.
Από μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη στη διάρκεια της Κατοχής, «Η ψυχοπαθολογία της πείνας, του φόβου και του άγχους», συνάγεται ένα σημαντικό συμπέρασμα: Οσοι λειτούργησαν συλλογικά γλίτωσαν από τον ψυχικό εκμηδενισμό. Οσοι μετείχαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην αντίσταση, όσοι δηλαδή δεν υπέστησαν παθητικά τις κακουχίες του πολέμου, γλίτωσαν τον αφανισμό.
Αντιγράφω ένα σύνθημα από έναν τοίχο του Παντείου: «Σε έναν κόσμο για λίγους δεν έχει θέση κανείς» μια συλλογικότητα, ένα «μαζί» διαγράφεται στον ορίζοντα. Ενα «μαζί» που δεν μπορούμε, δεν γίνεται πια να αγνοούμε γιατί η ζωή μας, η ύπαρξή μας θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με την απώλεια, ο έρωτας με τον θάνατο, η ελευθερία με τον φόβο και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό. Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό.
 

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Ο ΙΟΥΔΑΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΠΩΣ ΦΙΛΟΥΣΕ...

Της Ζέζας Ζήκου
 
Tα κρυφά και τα φανερά Eυαγγέλια δεν με συγκινούσαν, όπως οι παπικές συνωμοσίες. Αντίθετα, το φιλί των Iούδων με εξιτάρει. Ποιος θα λυτρώσει τη στήλη από το μέγιστο ερώτημα όλων των εποχών, το ποιος άνοιξε την κερκόπορτα; Οπως και η Pώμη έφερε μέσα της τις αιτίες που θα την οδηγούσαν στην παρακμή, το σύστημα έχει ήδη πικρά αντιληφθεί ότι η «βρώμικη» ομηρία της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τους ξένους πιστωτές οδηγεί στην κόλαση και όχι στην Ανάσταση, όπως εξυμνούσαν οι υμνητές των Μνημονίων. Ο ιστορικός του Χάρβαρντ Νάιαλ Φέργκιουσον μονότονα προέβλεπε πως η κρίση του ευρωπαϊκού χρέους θα εξαπλωθεί. Και δεν σταμάτησε να προειδοποιεί: «Η κρίση είναι τόσο μεγάλη, που θα οξύνει τις πολιτικές και οικονομικές συγκρούσεις και θα αποσταθεροποιήσει αρκετές χώρες». Πλέον είναι αφελές το ερώτημα ποια χώρα θα αποφύγει τη μόλυνση του χρέους. Καθώς όλες οι χώρες κολυμπάνε στα χρέη. Κυρίως, όμως, οι πολίτες των μικρών και αδύναμων ευρωπαϊκών χωρών πνίγονται από τα δικά τους χρέη. Με κορυφαίο «θύμα» τον ελληνικό λαό.
Η βίαιη κατάληξη αυτής της κρίσης είναι αναπόφευκτη. Θα περίμενε κανείς από τις κυβερνήσεις τουλάχιστον να μη ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Ομως, ταγμένες στο πλευρό συγκεκριμένων συμφερόντων, ακόμη και κυβερνήσεις που κάποτε παρουσιάζονταν ως «φίλοι του λαού», μοιάζουν σήμερα ανήμπορες να υπερβούν τον προορισμό τους: εφαρμόζουν εκείνα ακριβώς τα μέτρα που προκαλούν περισσότερο το λαϊκό αίσθημα, ενώ, παράλληλα, προετοιμάζονται μοιρολατρικά για το χειρότερο ενδεχόμενο.
Για να αντιμετωπισθεί η κρίση, προϋπέθετε ισχυρή πολιτική βούληση και επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο δράσης. Και επειδή δεν υπήρχε, μας παρέδωσαν στο Μνημόνιο και αυτοί βολεύτηκαν στα προνόμιά τους.
Οταν όμως μια χώρα οδηγείται σε κρίση χρέους και μπαίνει σε καθεστώς αναγκαστικής οικονομικής διαχείρισης, είναι προφανές ότι αυτό δεν προκύπτει απλώς από τους ατυχείς χειρισμούς κάποιων ανίκανων ανθρώπων, ούτε επειδή αποδείχθηκε η κυβέρνηση των Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου δόλια λέγοντας ότι θα το αντιμετωπίσει με τις δικές της δυνάμεις. Και ενώ γνωρίζουμε το τεράστιο κοινωνικό κόστος του Μνημονίου, τώρα διαπιστώνουμε το χειρότερο: πως οι θυσίες δεν θα αποδώσουν για τους πολλούς...
Οι επιχειρήσεις «αλληλεγγύης», στις οποίες σκόπιμα επιδίδονται οι «ισχυροί» για μας, αποκαλύπτουν πολλά πράγματα που πάντοτε υποψιαζόμασταν: πως το τιμόνι αυτής της χώρας έχει περιέλθει στην υποτέλεια των αγορών και των spreads. Μας το λένε ξεκάθαρα και εμείς το επαναλαμβάνουμε: πρέπει να στείλουμε ένα «ισχυρό μήνυμα» στις αγορές – αρκετά ισχυρό για να τις καθησυχάσουμε. Είναι η επιβολή νέων σκληρών προγραμμάτων λιτότητας που θα εφαρμοστούν με ψυχρή ωμότητα. Ετσι εξαπολύεται νέα επίθεση στους πολίτες σαν να ήταν αυτοί οι φταίχτες της κρίσης. Αυτοί θα πληρώσουν τον λογαριασμό. Ολους τους λογαριασμούς... Το παράδοξο είναι ότι τα θύματα -όπως οι Ελληνες- δεν το αντιλαμβάνονται πλήρως. Μολονότι κανένας ηγέτης (πρόεδρος ή πρωθυπουργός) δεν θα βύθιζε εκούσια τον κόσμο στην οικονομική καταστροφή, οι κυβερνήσεις δεν λειτουργούν έτσι.
Kαι η ελπίδα, πού είναι η ελπίδα; Πώς μπορεί ένας λαός να ζήσει, έστω την παρακμή του, χωρίς ελπίδα; Oμως, η ελπίδα, φίλε αναγνώστη, δεν σερβίρεται με επιφυλλιδογραφία «αισιόδοξων» προοπτικών, δεν μεταγγίζεται με την εμπορευματοποιημένη «αισιοδοξία» της επαγγελματικής πολιτικής. H ελπίδα είναι κάτι εξαιρετικά πολύτιμο και γι’ αυτό δυσεύρετο, που κερδίζεται ή χάνεται στην πολύ προσωπική αναμέτρηση του ηγέτη στην υπεράσπιση των προβλημάτων του λαού του. Tο ρεαλιστικό προαπαιτούμενο για να τολμήσει ένας πρωθυπουργός τομές και ζωογόνες μεταρρυθμίσεις, και όχι ραγιάδικες συμπεριφορές των δανειστών, συμπαρασύρεται στον εγωκεντρικό φόβο του για την προσωπική επιβίωσή του...
Δυστυχώς, οι επιπτώσεις από τη βαθιά ύφεση και τη θηριώδη ανεργία θα γραφτούν στο πετσί πολλών Ελλήνων – όπως γράφεται η τιμωρία στην «Αποικία των τιμωρημένων» του Κάφκα...
Οι πληθυσμοί των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα πιέζονται σήμερα να ζήσουν σαν κατακτημένοι λαοί και να υποστούν τις συνέπειες πολιτικών οι οποίες υπαγορεύονται από ξένους αξιωματούχους που δεν είναι αιρετοί, δεν υπόκεινται σε κανέναν δημοκρατικό έλεγχο και δεν φοβούνται την αποδοκιμασία από κανέναν λαό, αφού δεν αντλούν την εξουσία τους από τον λαό αλλά από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Οι λαοί του Νότου μπορεί ακόμη να βγουν στους δρόμους. Και να απαιτήσουν να γίνουν πράξη όλα όσα τους είχαν υποσχεθεί οι ηγέτες τους, τα οποία είναι εντελώς αντίθετα με όσα υποδεικνύει η Γερμανία. «Το ερώτημα είναι από ποιους θα το απαιτήσουν», έγραφε τις προάλλες ο «Γκάρντιαν».
 

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

ΤΑ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν
 
Βρισκόμαστε στον αστερισμό του φόβου. Με την αποσάθρωση των εμπεδωμένων συνηθειών, των αυτοματισμών, των αξιακών αγκυλώσεων, των κατεστημένων υλικών απολαύσεων και των αυτοαναπαραγόμενων προνομίων, που οριοθετούσαν την πορεία μας μέσα στον χρόνο, όλοι νιώθουμε το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια μας.
Οταν το «υπάρχον» τίθεται υπό συνεχή αμφισβήτηση, όταν το παρελθόν και το παρόν δεν φαίνεται να μπορούν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον, όλα τα καταφύγια ενάντια στην αγωνία της αβεβαιότητας δείχνουν να καταρρέουν.
Εφεξής, το φάντασμα της συνεχούς και ανεξέλεγκτης «απώλειας» ελλοχεύει παντού. Οι βεβαιότητες και οι εκλογικεύσεις ανατρέπονται, οι ελπίδες και οι φαντασιώσεις αλλοιώνονται και λογοκρίνονται. Οι συνήθεις ύποπτοι είναι άλλωστε ομόφωνοι: χρηματοπιστωτολόγοι, οικονομολόγοι, επικαιρολόγοι, μελλοντολόγοι και αυτόκλητοι ηθικολόγοι δεν παύουν να υπογραμμίζουν πως δεν δικαιούμαστε να ζούμε, να προτάσσουμε, να εργαζόμαστε, να ονειρευόμαστε, να σχεδιάζουμε και να ηρεμούμε όπως πριν. Παραιτούμενοι από τους μηχανισμούς που μας θωράκιζαν ενάντια στην αγωνία και την κατάθλιψη, καλούμαστε να ξαναπιάσουμε το νόημα των πραγμάτων από την αρχή. Εχοντας πάρει, όπως μας λένε, τη ζωή μας λάθος, πρέπει να αλλάξουμε ζωή. Δεν ξέρουμε όμως ούτε τι πρέπει να κάνουμε ούτε ποια είναι η ζωή που μας περιμένει. Είτε ως άτυχα θύματα αντίξοων περιστάσεων είτε εξοφλώντας εντόκως παρελθούσες αμαρτίες, οφείλουμε να υποκύψουμε στην αμείλικτη λογική μιας αδέκαστης ιστορίας που εκτυλίσσεται ερήμην μας και μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας.
Και δεν είναι μόνον αυτό. Πέρα από τον φόβο της υποβάθμισης, η προοπτική για μια δίχως όρους και όρια κατολίσθηση των συνθηκών υλικής επιβίωσης συνεπιφέρει τη διάχυση ενός άλλου, βαθύτερου, πιο ύπουλου και «αμετάβατου» τρόμου μπροστά στο ανονόμαστο και άγνωστο κενό. Κανείς δεν είναι πια σε θέση να σκέφτεται τη ζωή του στο πλαίσιο ενός κόσμου όπου οι όροι πρόσβασης στην απόλαυση των αγαθών δεν υπακούουν σε κανένα ορατό και οικείο σύστημα κανονισμών. Απροειδοποίητα, το νοηματισμένο σύστημα της μαζικής και ανταγωνιστικής κατανάλωσης έχει μετατραπεί σε ένα απονοηματισμένο σύστημα μαζικής στέρησης. Σε αντιδιαστολή με την εποχή όπου η διαφορική πρόσβαση στα υλικά αγαθά ενεργοποιούσε απτές και συνειδητές ατομικές στρατηγικές, σήμερα όλο και περισσότεροι δεν μπορούν πια να ζουν επιλέγοντας τους τρόπους με τους οποίους διαφοροποιούνται από τους άλλους. Ο αλήστου πλέον μνήμης καταναλωτής-θεός απογυμνώνεται ξαφνικά από τις φαντασιώσεις της ελεύθερης επιλογής του τρόπου της ζωής του.
Στο εξής, κανείς δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ανάμεσα στο αναγκαίο και το περιττό, στο απαραίτητο και στο πολυτελές. Η διάκριση ανάμεσα στους όρους απλής επιβίωσης και στον ατομικό σχεδιασμό της ιδιωτικής ζωής παύει να είναι προφανής. Ως αθύρματα μιας απροσδιόριστης συλλογικής μοίρας, πληθαίνουν αυτοί που δεν ξέρουν «πώς» και «γιατί» δρουν, άρα και «ποιοι» είναι. Τα οικεία είδωλα που αντανακλώνται στον νοερό τους καθρέφτη δεν έχουν πια ούτε μορφή ούτε περίγραμμα. Και έτσι, η οικεία εικόνα του εαυτού εμφανίζεται όλο και πιο απροσδιόριστη, ανονόμαστη και τρομακτική. Σε κοινωνίες που έχουν ήδη απολακτίσει τις αυτονόητες παραδοσιακές συλλογικότητες και αμοιβαιότητες, οι παρενέργειες είναι απροσμέτρητες. Οταν τα άτομα έχουν συνηθίσει να οργανώνουν τους όρους της αυτογνωσίας τους σε συνεχή διαπραγμάτευση με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες τους, ο θρυμματισμός των ειδώλων απειλεί να συνεπιφέρει ένα απόλυτο σημασιολογικό και αξιακό κενό.
Η προσαρμογή στη νέα αυτή τάξη πραγμάτων και νοημάτων είναι ταχύτατη. Πολλοί τέως νοικοκύρηδες άστεγοι δεν μπορούν να επιμελούνται πια του «οίκου» τους, τέως οικογενειάρχες βλέπουν την οικογένειά τους να διαλύεται, τέως αξιοπρεπείς επώνυμοι πολίτες προστρέχουν, συχνά κρύβοντας τα πρόσωπά τους, στην ανώνυμη επαιτεία και τέως επιλεκτικοί καταναλωτές ψάχνουν στους κάδους των απορριμμάτων. Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι άρρωστοι που δεν τολμούν καν να πληροφορηθούν αν χρειάζονται θεραπεία, οι ψυχικά ασταθείς που αυτο-εγκαταλείπονται στην κατατονία και στην αδιαφορία, οι απόμαχοι της ζωής που δεν περιμένουν παρά τον θάνατο μέσα σε μια απόλυτη και δύσοσμη ανέχεια και οι απεγνωσμένοι που διαπραγματεύονται ακόμα και με την ιδέα της αυτοχειρίας.
Και παρ’ όλα αυτά, οι κατεστημένες εξουσίες απέχουν, σιωπούν, κρύβονται ή ίσως, καμιά φορά, και επιχαίρουν. Ακόμα και αν τα συμπτώματα είναι τραγικά -μας λένε-, είναι ιστορικά αναπόφευκτα. Οποιοι έχουν συνηθίσει να καταναλίσκουν περισσότερα από όσα παρήγαν, πρέπει τώρα να πληρώσουν τον λογαριασμό. Οσοι είχαν παρασυρθεί από τις σειρήνες της παγκόσμιας μαζικής καταναλωτικής ευωχίας, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως βουλώσει όχι μόνο το στόμα τους αλλά και τα αυτιά τους. Οσοι είχαν πιστέψει ότι ξοδεύοντας αλόγιστα και δανειζόμενοι αφειδώς από τις πρόθυμες τράπεζες δεν ικανοποιούσαν απλώς τις ατομικές τους επιθυμίες αλλά συνέβαλαν στην υλοποίηση του γενικού αναπτυξιακού συμφέροντος, «όφειλαν» να έχουν εγκαίρως καταλάβει ότι οι παραινέσεις των απανταχού ιθυνόντων δεν ήταν τίποτε άλλο από κενά ρητορικά σχήματα που δεν αντιστοιχούσαν παρά στα δικά τους συμφέροντα.
Οσοι είχαν πεισθεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αναπαράγεται εις το διηνεκές προσφέροντας σε όλους τους πολίτες την ικανοποίηση ολοένα και περισσότερων φαντασιώσεων, όφειλαν να έχουν προκρίνει να αντισταθούν στα υποβολιμαία κελεύσματα της κυρίαρχης γνώμης. Οσοι είχαν ταυτίσει την ιδιωτική τους ισορροπία με την ανταγωνιστική σώρευση σημάτων κοινωνικής διάκρισης, όφειλαν να έχουν καταλάβει -πριν να είναι πολύ αργά- πως η ατομική ηθική και κοινωνική τους ολοκλήρωση δεν «έπρεπε» να μπορεί να εμφανίζεται ως συνάρτηση της καταναλωτικής τους «επιτυχίας». Και όσοι αποδεικνύεται σήμερα πως δεν φρόντισαν εγκαίρως να επιλέξουν να επιζούν ως αποστασιοποιημένοι και λιτοί σοφοί, οφείλουν να αποδεχθούν την τιμωρία.
Το ηθικό δίδαγμα δεν αφήνει λοιπόν περιθώρια αμφιβολίας. Η αγωνία για το αύριο είναι «ευκαιρία» ώστε να ξανασκεφτούμε γύρω από το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να ελπίσουμε. Πρέπει, λοιπόν, να μετανοήσουμε ατομικά και να αδρανήσουμε συλλογικά. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε προσηλωμένοι στην αναγκαιότητα ενός φιλελεύθερου καπιταλισμού, που οφείλει εντούτοις να τιμωρεί εκείνους που απέτυχαν να προβλέψουν σωστά τις ενδεχόμενες παρενέργειες των τυποποιημένων εντολών του.
Πρέπει να δεχθούμε πως η λογική της ιστορίας επιτάσσει να υποκλινόμαστε αδιαμαρτύρητα σε όλες τις «παράπλευρες απώλειες» του κυρίαρχου ορθολογισμού, ακόμα και όταν οι απώλειες αυτές επεκτείνονται στις ανακουφιστικές «εικόνες εαυτού» που είχαν συγκροτηθεί μέσα στον χρόνο.
Πρέπει να συνυπογράψουμε το αξίωμα ότι όλοι οφείλουμε να υπέχουμε την ακέραια και αδιαίρετη ευθύνη για ένα ατομικό μέλλον που δεν μπορούμε εντούτοις να το προσδιορίσουμε οι ίδιοι. Πρέπει να παραιτηθούμε από οποιαδήποτε συλλογική προσπάθεια να μετατοπίσουμε από κοινού τους όρους της ορθολογικής αγοραίας τιμωρίας μας για τις παρελθούσες αμαρτίες μας. Πρέπει να εξακολουθήσουμε να είμαστε μεμονωμένα άτομα, δίχως να μπορούμε να μεταμορφωθούμε σε ιστορικά υποκείμενα. Αλλάζοντας τη λάθος ζωή μας, πρέπει να πάψουμε να ελπίζουμε πως θα έχουμε δική μας ζωή.
Πρέπει να ξεχάσουμε και να ξεπεράσουμε τους ιδιοτελείς «εαυτούς» μας, δίχως να καταφύγουμε στην επικίνδυνη και ανορθολογική χίμαιρα της συλλογικότητας. Πρέπει να αποδεχθούμε πως μπορούμε να οφείλουμε να δρούμε μέσα σε ένα ανοίκειο, ακατανόητο και αποκρουστικό σημασιολογικό, συμβολικό και ηθικό κενό. Και πρέπει να αντικαταστήσουμε τα συντρίμμια του ειδώλου μας από ένα θολό ομοίωμα μέσα στο οποίο δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τίποτε εκτός από το τίποτε.
Η σωτηρία μας επιτάσσει να κοιτάζουμε δίχως να βλέπουμε σε έναν θρυμματισμένο, βουβό και κενό καθρέφτη.
 

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΤΑΜΠΟΥ: ΤΟ ΠΕΛΑΤΕΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Του Χρήστου Γιανναρά
 
Τρία χρόνια τώρα ονομάζουμε «άσκηση πολιτικής» το να τρέχει πανικόβλητη η κυβέρνηση πίσω από μια «δόση» δανείου. Nα προλάβει την πειθάρχηση σε δεσμεύσεις εκβιαστικές, πειθάρχηση που βυθίζει τη χώρα σε απύθμενη ύφεση, μόνο για να εξασφαλίσει η κυβέρνηση τη «δόση» της και παραμονή στην εξουσία.
Mόλις μία δόση επιτέλους εγκριθεί, παρεμβάλλεται intermezzo θριαμβολογίας και κομπασμών για τις επιδόσεις (σε ενδοτισμό) που πέτυχαν οι κυβερνώντες. Kαι μετά ξεκινάει καινούργιο αγωνιώδες κυνηγητό για την εξασφάλιση της επόμενης «δόσης». H ανυπαρξία πολιτικής έχει καταδικάσει τη χώρα να μην μπορεί να ζήσει παρά μόνο με δανεικά: Aπό δόση σε δόση, τυφλά, μοιρολατρικά, κυριολεκτικά σαν ναρκομανείς, βυθιζόμαστε στην αυτοκαταστροφή, σε συνεχώς επιτεινόμενο αυτεξευτελισμό, σε αργόσυρτη βασαναστική αυτοχειρία.
Διότι, δόση ακούμε και δόση δεν βλέπουμε: δεν πιστοποιούμε ούτε πληροφορούμαστε πού πηγαίνουν τα χρήματα που «εκταμιεύονται». Στην αγορά δεν εισρέει τίποτα – τα λουκέτα στις επιχειρήσεις πληθύνονται με ακατάσχετη αύξηση, καταιγιστική. Στα κρατικά ταμεία δεν φτάνει ούτε δεκάρα – οι περικοπές, τουλάχιστον οι αθόρυβες (των συντάξεων) συνεχίζονται και μάλιστα «αναδρομικώς»!! Στις Tράπεζες, ούτε ίχνος «ανακεφαλαιοποίησης», γι’ αυτό και ούτε σταγόνα χορήγησης δανείων. Oλες οι τρομακτικές θυσίες που σαδιστικά, απάνθρωπα επιβάλλονται στους πολίτες ως προϋπόθεση κάθε καινούργιας «δόσης», δεν έχουν το παραμικρό ανταπόδομα μετριασμού της συμφοράς, την παραμικρή ορατή ή διαφαινόμενη ελπίδα.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Oποιος το ρωτάει αυτό μας λογαριάζει όλους τους πολίτες τυφλούς και ανεγκέφαλους. Δεν βλέπουμε, δεν καταλαβαίνουμε ότι το κομματικό κράτος (τρικομματικό σήμερα) είναι άθικτο, ότι οι αυτουργοί των εγκλημάτων που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στην ειλωτεία των «δόσεων» είναι αυτοί που διαχειρίζονται και τη «σωτηρία» μας;
Πόσοι υπουργεύουν στην κυβέρνηση του κ. Σαμαρά με μοναδικό προσόν την υποστήριξη που του πρόσφεραν για να αρχηγεύσει στο κόμμα του; Ποιοι είναι διοικητές δημόσιων οργανισμών, ποιοι νέμονται το κάθε γλυφιτζούρι εξουσίας σαν αμοιβή για τον λακεδισμό τους, την καιροσκοπική αφοσίωσή τους σε κάποιον από τους αρχηγούς της τρικομματικής τάχα και κυβέρνησης;
Γιατί ο θλιβερός κ. Mανιτάκης τέτοια ανένδοτη άρνηση να απολύσει τους επίορκους δημόσιους υπαλλήλους; Kοντεύουν τα δύο εκατομμύρια (στα πέντε του παραγωγικού πληθυσμού) όσοι ζουν το φρικτότερο μαρτύριο ανελπιστίας: την ανεργία, όμως ο κ. Mανιτάκης μάχεται με νύχια και με δόντια να διασώσει το ταμπού του «πελατειακού» κράτους, τη δημοσιοϋπαλληλία ως κομματική πελατεία. Για την τρικομματική κυβέρνηση οι απολύσεις είναι η «κόκκινη γραμμή»: Aν θιγεί ο πελατειακός χαρακτήρας του δημόσιου τομέα, καταρρέει το «σύστημα», τα σημερινά κόμματα δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν, δεν ξέρουν να λειτουργήσουν διαφορετικά.
Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά; Nαι, θα μπορούσαν, είναι ολοφάνερο. Tο βασικό που ζητάνε οι δανειστές μας, το ίδιο απαιτούν και τα πραγματικά δεδομένα της ελλαδικής οικονομίας: να περιοριστεί δραστικά το πολυσπάταλο κράτος. Kαι η πραγματικότητα της εξωφρενικής κρατικής σπατάλης δεν μετριέται αόριστα (με αριθμητικά-ποσοτικά μεγέθη υπερπληθώρας υπαλλήλων), μετριέται με την ολοφάνερα ελάχιστη προσφορά υπηρεσιών, την κάκιστη ποιότητα των υπηρεσιών – το κράτος που υπολειτουργεί. Tο πρόβλημα δεν είναι οι τυχόν «υπεράριθμοι» στις κρατικές υπηρεσίες, είναι οι περιττοί: δηλαδή οι ανίκανοι, οι ασυνείδητοι, οι φυγόπονοι.
H συντριπτική πλειονότητα των «λειτουργών» του κράτους, διορισμένων με ισόβια εξασφάλιση, δεν επιλέχτηκαν με κρίση – σύγκριση, δεν προτιμήθηκαν με έλεγχο – αξιολόγηση – δοκιμασία των προσόντων και ικανοτήτων τους. Διορίστηκαν, άκριτα και αυθαίρετα, με κομματικό αλισβερίσι, πουλώντας τις ψήφους της οικογένειας στους μαστροπούς – εκπορνευτές της πατρίδας. Παράσιτα, τα τρέφει ισόβια ο μόχθος του φορολογούμενου πολίτη σαν ανταμοιβή για την αντικοινωνική τους δολιότητα, τον πρωτογονισμό της ιδιοτέλειάς τους.
Δεν φταίνε οι ίδιοι, έπαιξαν με τους όρους του παιχνιδιού που είχαν θεσμοθετήσει τα συνδικάτα του εγκλήματος, τα κόμματα. Ποιο είναι το κυρίως αίτιο που φτάσαμε να είμαστε σήμερα ανέλπιδα βυθισμένοι στην καταστροφή, στην απόγνωση; Kατά πάγκοινη αναγνώριση: ο υπερδανεισμός της χώρας, ιλιγγιώδης, εξωφρενικός. Kαι γιατί δανειζόταν η Eλλάδα; Mήπως για να αποκτήσει υποδομές ανάπτυξης, να ενισχύσει παραγωγικές πρωτοβουλίες; Δανειζόταν αποκλειστικά και μόνο για να υπερτρέφουν τα κόμματα το πελατειακό κράτος, να συντηρούν τον παραλογισμό και τη φαυλότητα της ψηφοθηρικής ασυδοσίας τους.
Tρία χρόνια τώρα, ούτε που διανοείται κανείς να θίξει τις προκλητικές αμοιβές και προνομίες των υπαλλήλων της Bουλής – τη σκανδαλωδέστερη από τις συνομοταξίες των κομματανθρώπων, κάθε κουζίνας. Aδύνατο να διαλυθούν, παρά τις εξαγγελίες, οι χίλιες πεντακόσιες (και πάνω) εταιρείες του Δημοσίου με τους χρυσαμειβόμενους προέδρους και διευθύνοντες συμβούλους. Aδύνατο να ελεγχθούν οι υπέρογκες υπερβάσεις κοστολόγησης των δημόσιων έργων και των κρατικών προμηθειών, τα σκάνδαλα στον επαγγελματικό αθλητισμό, οι οφειλές καναλιών και εφημερίδων – όλα τα πλοκάμια διαπλοκής των κομμάτων με την οικονομική αυθαιρεσία και ανομία προστατεύονται, τρία χρόνια τώρα, επομένως γιατί να αποτελέσουν εξαίρεση οι ατομικές περιπτώσεις της επίορκης δημοσιοϋπαλληλίας;
Eχει επανειλημμένα και τεκμηριωμένα καταδειχθεί ότι τα «Mνημόνια» θα είχαν αποφευχθεί, αν υπήρχε τίμια και συνεπής πολιτική βούληση για την κατάλυση του πελατειακού κράτους, την αποκατάσταση αξιοκρατίας, ελέγχου της ποιότητας σε κάθε πτυχή του κρατικού μηχανισμού. Aλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε να δεχθούν τα κόμματα την αυτοκατάργησή τους, την άρνηση του μοναδικού τρόπου με τον οποίο ξέρουν να λειτουργούν. Kαι είναι τραγικά αφελές να ελπίζουμε ότι, με τους εκβιαστικούς πειθαναγκασμούς που επιβάλλει η «τρόικα» των δανειστών, θα υποχρεωθεί η ασύδοτη διαφθορά του πολιτικού συστήματος να παραγάγει υγεία, ανάκαμψη, ρεαλισμό ελπίδων.
Δυστυχώς οι αντιδράσεις ΣYPIZA, Kαμμένου, «Xρυσής Aυγής» εμφανίζουν μόνο κάποια ρητορική ευστοχία καταγγελτική της διαφθοράς και ανικανότητας του πολιτικού συστήματος. Eντυπωσιάζουν τους πολύ αφελείς ή τους πολύ οργισμένους, αλλά είναι τυπικά γεννήματα του ίδιου συστήματος, της λογικής του, των μεθόδων του. Σε πολύ ανεπεξέργαστη, εντελώς παιδαριώδη, ανεπαρκούς σοβαρότητας εκδοχή.
Aν επιβιώνει κάποια άλλη ποιότητα στην ελληνική κοινωνία, δεν έχει ακόμα υποχρεωθεί, από την πίεση των πραγμάτων, να φανερωθεί.
 

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ΑΦΟΠΛΙΣΤΕ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
 
Ζούμε μια εθνική σχιζοφρένεια. Ζούμε σε μια Ελλάδα που βυθίζεται όλο και περισσότερο στη φτώχεια, στην εξαθλίωση, στην απελπισία, στην ταπείνωση. Και σε μια Ελλάδα τηλεοπτικού σουρεαλισμού, όπου τίποτε από αυτά δεν υπάρχει. Όπου η εικονική πραγματικότητα κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, από τους οίκους της πολιτικής έως τις οικίες των πολιτών, παραμορφώνοντας την «πραγματική πραγματικότητα».
Η τηλεόραση έπαψε να είναι μέσο, εικόνα, απέκτησε αυθυπαρξία, είναι Η πραγματικότητα, Η εξουσία, Η πολιτική. Το μέσο είναι το μήνυμα, όπως έλεγε ο Μακ Λούαν.
Δεν είναι μόνο τα δελτία ειδήσεων που κατευθύνουν συνειδήσεις και ψήφους, αλλά η παρουσίαση της ζωής, η οποία σε όλες τις «πλευρές» της -από τις εκπομπές μαγειρικής ώς τα τοκ σόου, από τις ενημερωτικές εκπομπές ώς τα σίριαλ και τις τηλεπαρουσιάστριες του καναπέ και του κουτσομπολιού- μεταδίδεται στον τηλεθεατή επεξεργασμένη και μεταποιημένη.
Είναι ο κυρίαρχος τόπος διαμόρφωσης της ιδεολογικής, κοινωνικής και πολίτικης συναίνεσης.
Η πλατεία που παράγει ιδεολογία, πολιτική και άρα εξουσία.
Στοχεύει στο να εγκλωβίσει τα μυαλά των πολιτών στη μοναδική πολιτική, τη μοναδική οικονομία, στην κυρίαρχη ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.
Να περάσουν στη συνείδηση των ανθρώπων ότι η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη αγορά αποτελούν μονόδρομο. Αποστολή τους είναι να καταστέλλουν τις κοινωνικές συγκρούσεις, να υπονομεύουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, να διαμορφώνουν κλίμα ιδεολογικής και πολιτικής συναίνεσης στην κοινωνία.
Η τηλεόραση έχει γίνει ο παραμορφωτικός καθρέφτης στον οποίο η Ελλάδα οφείλει να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Μια ύπουλη πολεμική μηχανή στα χέρια της κυρίαρχης τάξης.
Όσο η κρίση διογκώνεται, όσο τα κινήματα αμφισβήτησης πολλαπλασιάζονται, όσο η ταξική πάλη οξύνεται, τόσο αυτή η πολεμική μηχανή θα γίνεται πιο ωμή και πιο επιθετική.
Θα συκοφαντεί, θα διαστρεβλώνει, θα υποκρύπτει, θα αλλοιώνει.
Θα ξεπλένει συνειδήσεις και θα κάνει πλύση εγκέφαλου στους ανθρώπους.
Θα εκφοβίζει, θα διαβάλλει και θα απειλεί.
Με λίγα λόγια θα είναι ταυτόχρονα ο κατ' εξοχήν μηχανισμός χειραγώγησης και καταστολής.
Θα υποστηρίξουν πολλοί ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παρακολουθούμε τα πολιτικά σίριαλ. Σύμφωνοι, αλλά υπάρχει ακόμη ένα είδος εθισμού, ένα είδος voyeurisme στους τηλεθεατές.
Μήπως όμως είναι η ώρα το τέλος του σίριαλ να το δώσουν οι πολίτες της τηλεδημοκρατίας; Αν πατούσαμε το κουμπί που σβήνει την τηλεόραση σε κάθε επανάληψη του χιλιοπαιγμένου και χιλιοστημένου πολιτικού σόου;
Αυτή και αν ήταν μια λαϊκή εξέγερση, μια μαζική διαμαρτυρία, μια class action, όπως θα έλεγαν οι ενώσεις των πολιτών, απέναντι στα τοξικά προϊόντα της τηλεπαραμόρφωσης: μείωση τηλεθέασης, μείωση των δεικτών αποδοχής, μείωση των εσόδων - οικονομικών και πολιτικών.