Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

Η ΣΦΑΓΗ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ

Το ιστορικό της σφαγής

Στις 10 Ιουνίου του 1944 οι Γερμανοί εισέβαλαν στο Δίστομο. Αποκεφάλισαν τον ιερέα του χωριού, εκτέλεσαν βρέφη, βίασαν, έσφαξαν και φεύγοντας έκαψαν το χωριό αφήνοντας πίσω τους εκατοντάδες νεκρούς.
Το καλοκαίρι του 1944 η Ελλάδα έζησε μία από τις μεγαλύτερες σφαγές που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος. Ένα έγκλημα τόσο μεγάλο, που ανύψωσε τα θύματά του στην τιμητική θέση των μαρτύρων.
Στις 10 Ιουνίου εκείνου του χρόνου 218 άνθρωποι θανατώθηκαν στο Δίστομο από τους ναζί χωρίς να μάθουν ποτέ το γιατί. Ανάμεσά τους βρέφη, ηλικιωμένοι, ανάπηροι, γυναίκες, παιδιά. Ηταν μία από τις μελανότερες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, μια κηλίδα στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Για τη θηριωδία που εκτυλίχθηκε στο Δίστομο έχουν γραφτεί πολλά και πολλά ακόμη μένει να γραφούν, καθώς η ιστορική έρευνα συνεχίζεται. Ανατριχιαστικές είναι οι περιγραφές όσων επέζησαν αλλά και των απογόνων τους, αφού το Δίστομο ποτίστηκε ανεξίτηλα με το αίμα και τα δάκρυα των νεκρών του.
Ιδιαίτερα παραστατικό είναι το κείμενο που συνέταξε ο Διστομίτης Στάθης Σταθάς το 1994 με αφορμή …τα 50χρονα από τη μεγάλη σφαγή: «Τα νέα από το μέτωπο ήταν καλά», διηγείται. «Η μέρα της λευτεριάς και της ειρήνης κοντοζύγωνε. Οι Γερμανοί κατακτητές βλέποντας να φτάνει το τέλος της αυτοκρατορίας τους καταλαμβάνονται από αμόκ. Βγάζουν διαταγές γενοκτονίας: Ενας Γερμανός νεκρός - 50 Ελληνες. Δέκα Γερμανοί - ένα χωριό».

Η φάλαγγα

Θέλοντας να τρομοκρατήσει τους κατοίκους, οι οποίοι στην πλειονότητά τους βοηθούν τους αντάρτες, μια φάλαγγα επτά αυτοκινήτων με Γερμανούς στρατιώτες ξεκινά από τη Λιβαδειά προς το Δίστομο. Τα δύο πρώτα οχήματα είναι ελληνικά (επιταγμένα) και μεταφέρουν Γερμανούς μεταμφιεσμένους σε μαυραγορίτες.
Ανύποπτοι αντάρτες πλησιάζουν τα αυτοκίνητα και οι Γερμανοί σκορπούν τον θάνατο επικουρούμενοι από τις δυνάμεις που ακολουθούν. «Στη διασταύρωση Διστόμου - Αράχοβας συναντιούνται με άλλα 60 γερμανικά.
Μπαίνουν στο Δίστομο. Οι κάτοικοι βλέποντας τους ομήρους ανησυχούν. O επικεφαλής καλεί τον πρόεδρο και τον παπά του χωριού και τους ζητεί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών. Μην μπορώντας να μάθουν, επιδίδονται σε λεηλασίες», συνεχίζει ο κ. Σταθάς.
Κοντά στον Οσιο Λουκά, οι Γερμανοί δέχονται επίθεση από αντάρτες του ΕΛΑΣ και ακολουθεί σκληρή μάχη που διαρκεί περίπου 2 ώρες. Οι αντάρτες υποχωρούν, όμως οι Γερμανοί αφήνουν πίσω 40 νεκρούς και τον επικεφαλής τους Τεό τραυματισμένο. Από το σημείο αυτό ξεκινά η κόλαση.
«Όσοι κάτοικοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν από το Διάσκελο, τη μόνη αφύλακτη διάβαση, κλείνονται έντρομοι στα σπίτια τους.

Η φωτογραφία της Μαρίας Παντίσκα - Μίχα που έκανε το γύρο του κόσμου,
όταν δημοσιεύτηκε στο αμερικάνικο περιοδικό LIFE, αρ. τ. 10, στις 27-11-1944

Τους έρημους δρόμους του χωριού διατρέχουν εξαγριωμένοι στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη». Μπαίνουν στα σπίτια, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν τον ιερέα του χωριού, εκτελούν βρέφη, βιάζουν έως και πνευματικά ανάπηρες γυναίκες, σφάζουν και φεύγοντας βάζουν φωτιά. «Απαίσιοι ακούγονται οι θρήνοι και οι οιμωγές αυτών που ξεψυχούν», γράφει ο κ. Σταθάς υποστηρίζοντας ότι θα γίνονταν κι άλλα, αν δεν έφτανε η νύχτα. Κι έπειτα ξεκινά το ατελείωτο μοιρολόι που απαθανατίστηκε σε φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του κόσμου προκαλώντας βαθιά συγκίνηση και παγκόσμια κατακραυγή.

Παραφρόνησαν

«Ακούγονταν ακόμη και κάποια παράξενα γέλια και τραγούδια αυτών που παρεφρόνησαν μπροστά στη φρίκη που έζησαν. Μέσα στη νύχτα μικρά παιδιά πήραν τους σκοτεινούς δρόμους προσπαθώντας να φτάσουν στα κοντινά χωριά», συνεχίζει.
Η μαρτυρία Ελβετού απεσταλμένου του Ερυθρού Σταυρού έκανε λόγο για 600 νεκρούς στην ευρύτερη περιοχή, για την οποία αργότερα ο ποιητής της Ρωμιοσύνης έγραψε: «Εδώ είναι το πικρό το χώμα του Διστόμου/ ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις να προσέχεις/ Εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου/ κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου/ Εδώ μια στήλη απλή μαρμάρινη όλη κι όλη. Με ονόματα σεμνά. Κι η δόξα τα ανεβαίνει λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα»...

Ο δικαστικός «γολγοθάς» των συγγενών των θυμάτων

Η ιστορική απόφαση του Αρείου Πάγου και η διαμάχη Γερμανίας - Ιταλίας
Επί 10 χρόνια παραμένει «στα χαρτιά» η ιστορικής σημασίας δικαστική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που το 2000 δικαίωσε αμετάκλητα τα 218 θύματα της ναζιστικής θηριωδίας στο Δίστομο, επιδικάζοντας σε συγγενείς τους αποζημιώσεις ύψους 11 δισ. δρχ. τότε, που σήμερα με τους τρέχοντες τόκους πρέπει να πλησιάζουν τα 100 εκατ. ευρώ, με δεδομένο ότι οι αγωγές υποβλήθηκαν το 1995.
Η ιστορία των «γερμανικών επανορθώσεων» που ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ μεταβλήθηκε σε μια ατέρμονη δικαστική περιπέτεια και μια επίπονη (ψυχικά και οικονομικά) δικαστική προσπάθεια δικαίωσης χιλιάδων θυμάτων και συγγενών τους από διάφορα μαρτυρικά χωριά της χώρας, κατάσταση για την οποία ευθύνεται ένα μέρος της δικαιοσύνης, αλλά και των κυβερνήσεων της τελευταίας 10ετίας.
Οι αγωγές της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Βοιωτίας που υπέβαλε ο αείμνηστος Ιω. Σταμούλης έγιναν δεκτές από την Ολομέλεια ΑΠ που απέρριψε τους ισχυρισμούς του γερμανικού Δημοσίου ότι έχει κρατική ασυλία («ετεροδικία») και δεν μπορεί να δικαστεί στην Ελλάδα.
Ωστόσο, μέσα σε ενάμιση χρόνο, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) με οριακή πλειοψηφία (6-5) δέχθηκε την κρατική ασυλία του γερμανικού Δημοσίου, «μπλοκάροντας» όλες τις άλλες δίκες για τη δικαίωση των υπολοίπων θυμάτων, μολονότι και τα γερμανικά δικαστήρια (Πρωτοδικείο Καρλσρούης) είχαν αποφανθεί ότι είναι αναρμόδια να εκδικάσουν τέτοιες αγωγές.
Το γερμανικό Δημόσιο αρνήθηκε να εκτελέσει την αμετάκλητη απόφαση της Ολομέλειας ΑΠ υπέρ του Διστόμου και οι συγγενείς των θυμάτων επιχείρησαν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση για κατάσχεση ακινήτων του γερμανικού Δημοσίου σε Αθήνα (Ινστιτούτο Γκαίτε, Γερμανική Σχολή, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο), Θεσσαλονίκη.

Κυβερνητικά «όχι»

Όλες, όμως, οι ελληνικές κυβερνήσεις διά των υπουργών Δικαιοσύνης αρνήθηκαν να δώσουν άδεια κατάσχεσης, επικαλούμενοι διάταξη που τους επιτρέπει να αρνηθούν, για να μη διαταραχθούν οι διεθνείς σχέσεις της χώρας.
Ακολούθησαν νέες αγωγές κατά της άρνησης των κυβερνήσεων που απορρίφθηκαν από την Ολομέλεια ΑΠ η οποία έκρινε συνταγματική τη διάταξη που δίνει προβάδισμα στις διεθνείς σχέσεις. Μετά την αποτυχία άλλων προσφυγών στο ΣτΕ και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (δεν δέχθηκε να εκτελέσει με βάση τη σύμβαση των Βρυξελλών), ο Ιω. Σταμούλης ζήτησε να εκτελέσει την απόφαση για το Δίστομο στην Ιταλία, κατάσχοντας εκεί ακίνητα της Γερμανίας.
Ο ιταλικός ΑΠ απέκρουσε την κρατική ασυλία του γερμανικού Δημοσίου για τόσο σοβαρά εγκλήματα σε βάρος άμαχου πληθυσμού, ενώ επέτρεψε και την εκτέλεση (για δικαστικά έξοδα) με κατάσχεση γερμανικού ακινήτου στη Φλωρεντία, κρίνοντας αντισυνταγματική την παρόμοια ιταλική διάταξη που επέτρεπε στην κυβέρνηση να αρνείται την εκτέλεση για λόγους διεθνών σχέσεων.
Η Γερμανία συμφώνησε με την Ιταλία να επιλύσουν τις διαφορές τους στο Δικαστήριο της Χάγης, καθώς ιταλικά δικαστήρια είχαν δεχθεί και αγωγές Ιταλών, ενώ λίγο πριν να ολοκληρωθεί η δικαίωση των Διστομιτών, μετά από συνεννόηση Μέρκελ - Μπερλουσκόνι εκδόθηκε «φωτογραφικό» ιταλικό διάταγμα που «πάγωσε» την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε βάρος της περιουσίας ξένου Δημοσίου...
ΠΗΓΗ : www.ethnos.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, σκληροί, απόλυτοι: Ανάμεσα στους 218 σφαγιασθέντες Διστομίτες από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στις 10 Ιουνίου 1944, επτά (7) ήταν μωρά κάτω του ενός έτους, σαράντα (40) ήταν παιδιά κάτω των 10 ετών και πενήντα έξι (56) κάτω των 17 ετών!!
2. Μετά τον πόλεμο και την ήττα των Γερμανών ο Διοικητής των Γερμανικών δυνάμεων, που διέπραξαν το πανανθρώπινο έγκλημα του Διστόμου, Χάνς Ζάμπελ συνελήφθη στο Παρίσι και εκδόθηκε από τις Γαλλικές αρχές στην Ελλάδα, όπου και προφυλακίστηκε. Ενώ όμως ήταν προφυλακισμένος και επρόκειτο να προσαχθεί σε δίκη ζητήθηκε από την Κυβέρνηση της τότε Δ. Γερμανίας και εστάλη σ' αυτή, όπου σύμφωνα με πληροφορίες παραμένει σήμερα ελεύθερος.

























Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ΠΕΤΟΥΝ ΤΗ ΛΕΜΟΝΟΚΟΥΠΑ ΟΤΑΝ ΤΗ ΣΤΥΨΟΥΝ.

Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης*

Κάποτε στο απώτατο μέλλον, είμαι βέβαιος, οι αρχαιολόγοι, θα εξετάζουν το «τεχνολογικό επίτευγμα» του λεμονοστύφτη, με το ίδιο περίπου δέος, που εμείς σήμερα ψηλαφίζουμε κάποιο μηχανισμό των Αντικηθύρων.
Κάποια ελάχιστα, ανεπαίσθητα, ίχνη χυμού, θα μαρτυρούν πως κάποτε τούτος ο διάολος, ρούφηξε το μεδούλι ενός ολοζώντανου λεμονιού. Στράγγιξε το είναι του.
Τα καίρια και τα ουσιώδη του λεμονιού, προφανώς, σφραγίστηκαν σχεδόν αεροστεγώς σε μικρές πλαστικές δεξαμενές, για να δροσίσουν ένα ψητό ψάρι ή για να συμμετάσχουν σε ένα καθώς πρέπει dressing. Έτσι θα εκτιμήσουν οι μελλοντικοί ειδικοί. Στο διάτρητο δίσκο που συγκρατεί τα «άχρηστα», οι ερευνητές με τα μικροσκόπια, θα ανακαλύψουν απειροελάχιστα ψήγματα της αφαίμαξης. Μικρά, τόσα δα, τρίμματα, θα μαρτυρούν τη ζωή που σφηνώθηκε στις χαραμάδες και δεν πέρασε τις εξετάσεις για τη δεξαμενή. Αν μάλιστα, σ’ αυτό το μακρινό μέλλον, οι άνθρωποι βρουν τη μέθοδο να αποφυλακίζουν τα αρώματα, θα εκπλαγούν μπροστά στην ισχύ ενός κάποιου λεμονανθού.
Ύστερα, μαγεμένοι απ’ τα αρώματα, που οι άνθρωποι του καιρού τους δεν θα αντέχουν, θα πέσουν με τα μούτρα, να μελετούν γρανάζια και μοτέρ. Στροφές και δονήσεις, θα καταγράφονται σε ηλεκτρονικά τεφτέρια. Μοντέλα θα αναπαράγονται και θα απεικονίζουν τις λειτουργίες. Πειράματα θα διεξάγονται. Μετρήσεις θα αναλύονται. Έτσι, ξεχνιούνται οι άνθρωποι. Ούτε κουβέντα για τη λεμονόκουπα που σάπισε σε κάποια άθλια χωματερή.
Μα δεν μπορεί, λέω, μια στιγμή, ένας θα γνοιαστεί για το σπόρο. Ποιός σπόρος συμπύκνωσε τούτη την ουσία, θα αναρωτηθεί. Ποιός σπόρος απομονώθηκε με προσοχή, για να μην δώσει την πικρή του γεύση σε ένα dressing; Ο σπόρος που πετιέται πάντα στην άκρη, αμετακίνητα πιστός μιας στυμένης λεμονόκουπας!
Ας μιλήσω καθαρά. Όταν τις νύχτες μισώ τούτη τη χώρα, είναι που τη βάζω στο νου μου σαν έναν γιγάντιο λεμονοστύφτη. Χιλιάδες λαδωμένα χέρια, ολονυχτίς και ολημερίς, για χρόνια πολλά, πατούν ηλεκτρικά κουμπιά, στρέφουν με δύναμη τις γεμάτες παλάμες τους, μπήγουν πιρούνια στο ψαχνό και ξεζουμίζουν το χυμό της πατρίδας. Σε κάθε χέρι, το λεμόνι του διπλανού τους. Σχεδόν, σε κάθε ομάδα, σε κάθε παρέα, σε κάθε οικογένεια, ένας λεμονοστύφτης, περιστρέφεται ρουφώντας τη ζωτική δύναμη απ’ το «εμείς» του Μακρυγιάννη. Οι σπόροι, πετιούνται με περίσσια προσοχή στον κάδο σκουπιδιών με μόνη παρηγοριά να τους έρθει στο κεφάλι η στημένη λεμονόκουπα. Να αντλούν στη θέα της, μιαν αίσθηση απ’ το αλλοτινό της σφρίγος. Να ονειρεύονται την αγκαλιά της, όπως σε παλιότερους καιρούς, πριν εφευρεθούν οι λεμονοστύφτες. Να προσδοκούν τη θρέψη τους, ξανά, στη θάλασσα της. Μάταια.
Νομίζω, πως αυτό συμβαίνει σήμερα στη χώρα. Ήρθε μια ξένη εταιρεία, γιομάτη τεχνογνωσία και συνέδεσε μονομιάς -σε ένα- όλους τους λεμονοστύφτες που μόνοι μας φτιάξαμε. Αποφασισμένη να ξεζουμίσει τον τόπο. Ότι άφησε ανέγγιχτο η λατρεία μας για το dressing. Κι’ εμείς –ακόμη- ελπίζουμε να μην φρακάρουμε στις χαραμάδες μαζί με τα υπολείμματα του στυψήματος. Ελπίζουμε να κυλήσουμε κρυφά στην πολύτιμη δεξαμενή με τους χυμούς που οι ξένοι θα πάρουν μαζί τους. Πάνε χρόνια, άλλωστε, που η σπορά αυτού του τόπου θαύμαζε τους γερμανικούς και τους αμερικάνικους αποχυμωτές. Πέταγε τη σκούφια της για να τους αποκτήσει. Κι ας ήταν η σκούφια της μια στημένη λεμονόκουπα.
Τώρα, όλη ετούτη η θηριώδης μηχανή, με τις περίτεχνες συνδεσμολογίες που διαπερνούν τις ζωές όλων μας, θα βάλει μπρος μια νύχτα και θα πετάξει τη χώρα και τους σπόρους της στο καλάθι της Ιστορίας. Δεν προλάβαμε να βγάλουμε απ’ την πρίζα τους λεμονοστύφτες που είχαμε στήσει για το διπλανό μας. Κι’ ήρθαν οι κουφάλες και πατήσαν το μεγάλο κουμπί. Όσο εμείς φλυαρούσαμε. Όσο ακόμη κάποιοι φαντάζονται πως ο ατομικός τους στύφτης δουλεύει ακόμη για λογαριασμό τους. Όσο ακόμη κάποιοι διατρανώνουν –δήθεν- πως αφήσανε στην άκρη τις μηχανές με τη στυφή γεύση. Παραμύθια. Κοιτάξτε τις χούφτες σας. Είναι ακόμη νοτισμένες από τους χυμούς που στραγγίξατε. Μυρίζουν ακόμη απ’ το ουσιώδες των λεμονανθών που ραντίσατε δεξιά κι αριστερά, δίχως έγνοια.
Μόνη ελπίδα τώρα, να βρούνε κάποιοι σπόροι εύφορο χώμα. Μόνη παρηγοριά, μια πίστη κι’ αυτή μετέωρη απ’ το στύψιμο: «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνει αυτός μόνος μένει’ εάν δε αποθάνει, πολύν καρπόν φέρει».

.*ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης είναι οικονομολόγος

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

ΑΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ...

Του Αντρέα Ζαμπούκα

"Θα σου πω γιατί γελούν μαζί σου, ανθρωπάκο: επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά. Το σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία. Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο. Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω. Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα 'χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό."Βίλχεμ Ράιχ «Άκου ανθρωπάκο» 1953.

(Ο Μιχάλης χρόνια ζει μόνος στα Εξάρχεια, επέλεξε το βουβό περιθώριο. Ήξερε τον Άσιμο, τη Μερκούρη κι άλλους πολλούς. Τώρα δεν ξέρει κανέναν. Λίγο πολύ, αυτά μου είπε σε μια τελευταία κουβέντα που είχαμε). «Άκου λοιπόν Έλληνα ανθρωπάκο, κωλοελληνάκο, ανεύθυνε. Η ελευθερία ανώριμο ανθρωποειδές θέλει αγώνα και θυσίες όχι ηλίθια στιχάκια και επικλήσεις σε εύκολα αναθήματα. Δε σου χρωστάει βρε βλάκα κανένας τίποτα, η ύπαρξή σου δε συνιστά αυτονόητη ανταπόδοση ευεργεσιών, κακόμοιρε. Τι είν' αυτό που δε σου επιτρέπει να πεις την αλήθεια, την αλήθεια στον ίδιο σου τον εαυτό;

Άκου ανθρωπάκο, δειλέ και καιροσκόπε. Τι ήταν αυτό που σ’ έκανε να χάσεις την αξιοπρέπειά σου, να χωθείς μέσα στη δειλία και στο λαϊκισμό; Ζεις χρόνια, δεκαετίες, αιώνες ίσως με φαντασιώσεις και οράματα, λες και χαίρεσαι τη νιρβάνα της μαστούρας σ΄έναν κόσμο που δεν υπάρχει, σ’ έναν κόσμο που με το παραμικρό υποτάσσεσαι σ’ όποιον σου αγριέψει και σου πουλήσει προστασία. Μια πουτάνα είσαι φουκαράκο μου που το παίζει κυρία αλλά μόλις παρουσιαστεί νέος νταβατζής πιο μάγκας «κάνεις επανάσταση» και τρέχεις μαζί του. Έτσι έκανες με τους Ρωμαίους , με τους Χριστιανούς, με τους Φράγκους, με τους Τούρκους , αργότερα με τους Άγγλους και τελευταία με τους Αμερικάνους. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί είσαι ανεύθυνος ανθρωπάκο, γιατί δεν είσαι «Έλληνας» . Τη λέξη την έφτιαξες μόνο για να κρύβεσαι στη σκιά της, να κρύβεσαι ανήμπορε κακομοίρη πίσω απ’ το Σωκράτη, τον Αριστοτέλη, το Σεφέρη, το Βενιζέλο κι άλλου πολλούς που αντί να τους καταλάβεις, αντί να τους «χωνέψεις»,, τους «φόρεσες» ρούχο, να κρύψεις τη γύμνια σου, τους θεοποίησες και τους πουλάς όποτε σε συμφέρει, μέσα στην κακοσμία της αδυναμίας σου να εμπνευστείς και να παράγεις. Άκου τραγικέ και δύσμοιρε ανθρωπάκο, μου προκαλείς αηδία όταν σκέπτομαι τι έκανες στον Προμηθέα , στο Σόλωνα, στο Σωκράτη, στο Θεμιστοκλή, στον Καζαντζάκη. Με τρελαίνεις που σε βλέπω να παραδίνεις την Ελλάδα στο Φίλιππο στη Χαιρώνεια, να «στήνεσαι στα τέσσερα» στους Ρωμαίους, να εγκαταλείπεις με ευκολία το δικό σου θεό για να υποταχθείς σ’ έναν άλλον τιμωρό και θύτη.
Σε σιχαίνομαι Ελληνάκο, «Ρωμιέ», Τουρκοχριστιανέ που τόσο κουτοπόνηρα φόρεσες το τούρκικο φέσι για να μη χάσουν οι κωλοπαπάδες σου τα «Βυζαντινά μεγαλεία». Και μετά, μετά τι έκανες ανθρωπάκο; Δήθεν έκανες επανάσταση για να λευτερωθείς. Από που ρε κακομοίρη να λευτερωθείς; Από τον άθλιο εαυτό σου πρέπει να λευτερωθείς όχι απ’ τους άλλους. Αν δεν γινόταν το Ναβαρίνο ακόμα Οθωμανός θα ήσουνα, βλάκα ε βλάκα. Οι Άγγλοι δεν σου έδωσαν καμιά ανεξαρτησία, «μαγαζί γωνία» στη Μεσόγειο νοίκιασαν. Και πάλι καλά γιατί μια ελπίδα που είχες να γίνεις μέτοχος στην «επιχείρηση», την έχασες όταν σκότωσες τον Καποδίστρια για να μη χάσεις τη θεσούλα σου. Κι αργότερα, τι έκανες αργότερα; Ψήφισες το ΄20 εναντίον του Βενιζέλου να κάνεις τον καμπόσο στους νταβατζήδες σου φέρνοντας τον όλεθρο ξεριζώνοντας ενάμισι εκατομμύριο ανθρώπους απ’ τα σπίτια τους. Α, και μετά, αφού οδήγησες στο θάνατο και στην ανέχεια δεκάδες χιλιάδες απονήρευτους τους είπες ότι ήταν ήρωες και για παράσημο τους έφτιαξες κι’ έναν εμφύλιο να σφαχτούν μεταξύ τους. Κι όταν βρήκες ευκαιρία έσφαξες τον αδερφό σου με κονσερβοκούτι, εμετικό ερπετό .Εδώ ήταν που άλλαξες «προαγωγό», εδώ ήταν που «επέλεξες» «Εθνάρχη» και αλυσοδέθηκες στο άρμα των Αμερικάνων. Για δεκαετίες τό΄παιξες αριστερός αλλά βούτηξες με βουλιμίαστο βόθρο του καπιταλισμού. Έφερες τη χούντα , την αποδέχτηκες πλήρως, ρουφιάνεψες το γείτονά σου, πήρες αγύριστα δάνεια και μετά έκανες και τον αγωνιστή για τη Δημοκρατία. Ποια Δημοκρατία βρε ανεγκέφαλε,πονηρέ ; Επειδή είσαι μέτριος, μετριότατος, σε συμφέρει να γίνεσαι μάζα και να ψηφίζεις «γκόμενες». «αδερφές» και «καραγκιόζηδες». Γιατί έτσι είσαι κι εσύ ανθρωπάκο, είτε είσαι λαός είτε εξουσία.
Δεν έχεις ιδέα τι θα πει Δημοκρατία ανθρωπάκο. Εσύ νομίζεις ότι με το που γεννιέσαι όλοι σου χρωστούν. Εσύ ρε χαμένε, τους χρωστάς και το χρέος σου είναι η ευθύνη. Από πού κι ως πού νομίζεις ότι έχεις δικαίωμα να λες την ηλίθια γνώμη σου, τις αυθαίρετες μαλακίες σου και να γίνεσαι σεβαστός ; Κι αν κάνουν πως σε ακούν γελοίο υποκείμενο είναι για να κερδίσουν αποδοχή . Κακομοίρη, ε, κακομοίρη, παίζεις θέατρο εναλλάξ, μια ψηφοφόρος μια βουλευτής. Και για να στο ξεκαθαρίσω , αυτό που νομίζεις Δημοκρατία ηλίθιε, είναι παρωδία. Αλλά τέτοιος που είσαι μια χαρά σου αξίζει να άγεσαι και να φέρεσαι στις κωμικοτραγικές πιρουέτες που στροβιλίζεις.
Γιατί ρε ανεύθυνε καταχρέωσες τη χώρα; Γιατί κατέστρεψες την Αθήνα με την αντιπαροχή; Γιατί διέλυσες την Παιδεία; Γιατί άφησες τα «ανθρωποειδή» των καναλιών να ισοπεδώσουν τα πάντα; Γιατί κλέβεις , όπου βρεις, ρε αλήτη; Γιατί σκότωσες ύπουλα και δόλια ότι υπέροχο και φωτεινό γεννήθηκε δίπλα σου; Πώς τόλμησες ανθρωπάκο να «δολοφονήσεις» τόσους και τόσους αληθινά όμορφους Έλληνες; Πώς τα κατάφερες, μαζάνθρωπε, να μεθοδεύσεις τέτοια εγκλήματα; Τι σ΄ έκανε να γίνεις αυτόχειρας και θύτης μαζί;
Άκου ανθρωπάκο, σε βαρέθηκα. Δεν σ’ εμπιστεύομαι πια. Έχεις «τελειώσει» από τότε που κατάλαβα τι ύπουλος δολοφόνος είσαι. Δεν δικαιούσαι ρε γύφτο ούτε «αγανακτισμένος» να είσαι στις πλατείες ούτε να σώσεις τη χώρα απ’ το χρέος. Είσαι ψεύτης κι ό τι κι αν κάνεις είναι μούφα. Ξέχνα το, ούτε για επανάσταση είσαι, ούτε για εξουσία. Δεν υπάρχεις βρε κουτοπόνηρε, δεν υπάρχεις απλά. Δεν μπορείς να σταθείς διπλά σε άλλους Έλληνες, φτιάχνεσαι και θες να τους «πηδήξεις». Είσαι χαλασμένος πια και δεν υπάρχει ελπίδα. Άκου μαζάνθρωπε, τελείωνε με την κωλοκοινωνία σου, διάλυσέ τη , κάψτην, αφάνισέ τη, δε σου αξίζει . Φύγε, κάντην για αλλού, σε άλλες κοινωνίες «κουτόφραγκων». Μόνο εκεί δε σε ξέρουν, δε σε «ψυλλιάζονται» και τους ξεφεύγεις . Κι αφού δεν μπορείς να καταστρέψεις, αφού δε σου δίνεται χώρος να βιάσεις, να σφάξεις, να αλώσεις, βγαίνει από μέσα σου ο Θεός που αιώνες μισούσες κι έκρυβες, που πάντα πάλευες να τον «πεθάνεις». Ε τότε πια μεταμορφώνεσαι και γίνεσαι άνθρωπος, γίνεσαι Έλληνας και φωτίζεις τον κόσμο. Εσύ το άξεστο, βρώμικο και σιχαμένο σκαθάρι γίνεσαι «κουβάρι κάμπιες» και τότε, ε τότε φυσάει ένας αέρας και βγαίνουν οι πεταλούδες.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Η ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΖΩΟΥ.

Του Παντελη Μπουκαλα 

Ούτε εξιδανικεύσεις ταιριάζουν ούτε μυθολογήσεις. Τέτοια πράγματα, βιαστικά και πρόχειρα, μόνο να νοθεύσουν μπορούν αυτό που όντως συμβαίνει μέρες τώρα στις πλατείες της Ελλάδας, καινοφανές, δυναμικό, πολυφωνικό, με εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις, σε διαρκή ρευστότητα ανάλογα με τον κόσμο που προσέρχεται κάθε μέρα ανανοηματοδοτώντας το. Η ανάγνωση χρειάζεται τον χρόνο της πριν κατασταλάξει σε συμπεράσματα. Υπάρχουν βέβαια και οι «αναγνώστες» που έχουν τα πορίσματά τους έτοιμα εκ των προτέρων και δεν δέχονται ότι οφείλουν να ρωτήσουν τα γεγονότα αν συμφωνούν με τα προκάτ πορίσματά τους. Κόμμα δεν ίδρυσε ποτέ ο Προκρούστης, μοναχικός τύπος ήταν, τη μυθική μορφή του πάντως ή την κλίνη του θα μπορούσαν άνετα να την υιοθετήσουν σαν σύμβολό τους πολλοί κομματικοί σχηματισμοί, κι ακόμα περισσότεροι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης» που βλέπουν αίφνης την αυθεντία τους να αμφισβητείται· κι αν όχι από ειλικρίνεια, που σπάνια περισσεύει, έστω από αυτοσαρκασμό.
Θα ήταν κοντόφθαλμο να χρησιμοποιηθεί σαν ερμηνευτικός άξονας το παραδοσιακό «πες μου τους φίλους σου για να σου πω ποιος είσαι». Προφανώς μια κίνηση μαζών, που έδειξε γρήγορα ότι αποτελεί κάτι ουσιωδέστερο από πολιτικώς ακίνδυνο και ανέξοδα αφομοιώσιμο χάπενινγκ, όπως ενδεχομένως θα ήθελαν ορισμένοι, δεν θα αφεθεί να βρει μόνη της τον δρόμο της, μέσα από συνελεύσεις και αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους «κάτω» και τους «πάνω», τους «διαλεκτικούς» και τους «θυμικούς», τους σφόδρα αντικοινοβουλευτικούς με τα κατεδαφιστικά τους συνθήματα και όσους παραμένουν ενδοσυστημικοί, με την έννοια ότι μάχονται για μια δημοκρατία που δεν θα τη συμπιέζουν εξωτερικές επιτηρήσεις, δεν θα τη φαλκιδεύουν εσωτερικά κέντρα ισχύος και δεν θα την προσβάλλουν με τη δράση τους όσοι επαγγελματίες πολιτικοί ακολουθούν την παράδοση της φαυλοκρατίας. Γεμάτη είναι ανέκαθεν η αγορά μας από σοφούς καθοδηγητές, κομματικούς, συνδικαλιστικούς και μιντιακούς, ακόμα και εκκλησιαστικούς, που ονειρεύονται αναιτίως τον εαυτό τους σε ρόλο εθνάρχη ή φλογερού δημεγέρτη. Ολοι αυτοί είναι βέβαιοι πως έχουν στην αποκλειστική διάθεσή τους την «ωριμίνη», η κατάποση της οποίας θα επιτρέψει στις αδέσποτες και «ανώριμες» μάζες να προχωρήσουν από τον αυθορμητισμό στη συνειδητοποίηση. Παράλληλα και ταυτόχρονα με αυτούς δρουν οι κόλακες, οι ελυτικώς γνωστοί «ντυμένοι φίλοι», όσοι φοβούνται, μάλλον με το δίκιο τους, ότι το ρεύμα ενδέχεται να τους συμπαρασύρει, ιδιαίτερα αν ογκωθεί· γι' αυτό και επιδίδονται σε πατερναλιστικά καλοπιάσματα, μήπως και καταφέρουν να το στριμώξουν ανάμεσα σε όχθες που τις έχουν επιλέξει οι δικές τους ιδέες και, κυρίως, τα δικά τους συμφέροντα.
Για όσους εχθρεύονται το κίνημα των πλατειών και δεν το κρύβουν (όπως ο κ. Πάγκαλος, που παραδόξως αυτή τη φορά δεν ενοχοποίησε τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά αρκέστηκε να μιλήσει για «μόδες των τεχνολογιών» και για «κινήματα χωρίς ιδεολογία» που ενδέχεται «να ανοίξουν τον δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους»), αλλά και για όσους, από πελατειακούς λόγους ποικίλης μορφής ορμώμενοι, καμώνονται τους φίλους και συμμάχους, τα πράγματα θα ήταν απλούστερα αν όλα όσα συμβαίνουν ήταν αποκλειστικό γέννημα του Ιντερνετ. Αλλά κανένα μέσον κοινωνικής δικτύωσης δεν θα επαρκούσε, σαν γεννήτορας ή σαν εμβρυουλκός, αν δεν υπήρχε μεγάλη κοινωνική διαθεσιμότητα. Η ριζική ανατροπή της καθημερινότητας εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών δεν θα μπορούσε παρά να τους οδηγήσει να ξανασκεφτούν τα του βίου τους. Ενας χρόνος εφαρμογής του Μνημονίου δεν έχει αφήσει το παραμικρό περιθώριο για ψευδαισθήσεις ούτε για τις βλέψεις των δανειστών μας ούτε για τη διαχειριστική ικανότητα και την πολιτική μονομέρεια των κυβερνητών μας κι όσων ονειρεύονται ότι θα τους αντικαταστήσουν αύριο - μεθαύριο, αλλά ούτε για τα αγνά αισθήματα όσων ευπατριδών κηρύσσουν τον «νέο πατριωτισμό» ενόσω εξασφαλίζουν τα πλούτη τους εξάγοντάς τα στην Ελβετία. Οι θυσίες δεν απέδωσαν, κι όχι μόνο επειδή «ήταν λάθος το μείγμα των μέτρων». Το αποτέλεσμα το βλέπουμε, τ' ακούμε και το υφιστάμεθα: Οσοι ορκίζονταν στον λατρευτό τους θεό της τηλεόρασης ότι θα υπέβαλαν πάραυτα την παραίτησή τους αν έπρεπε να ληφθούν νέα, δεινότερα μέτρα (όπως ο αξιότιμος κ. Γ. Παπακωνσταντίνου των Οικονομικών και των ανοικονόμητων, δακρύβρεκτων δηλώσεων), διαβεβαιώνουν και πάλι ότι είναι μεν ανάγκη να ληφθούν νέα, βαρύτερα μέτρα, αυτή η φορά όμως θα είναι η τελευταία - ώς την επόμενη.
Να μείνεις αδρανής μπροστά σε τέτοια επίθεση είναι σαν να παρακολουθείς την πολτοποίησή σου, την υποβάθμισή σου σε κάτι πολύ λιγότερο και από άτομο: σε αμοιβάδα. Να αναμένεις, καθηλωμένος και πάλι σε κατοικίδια αδράνεια, ότι θα αναλάβουν την υπεράσπισή σου κάποιοι άλλοι, κόμματα, μίντια, συνδικάτα ή «ο βουλευτής σου», αν μέχρι τώρα βολευόσουν με το πελατειακό σύστημα, δεν είναι απλώς μια επιλογή που την έχεις ξανακάνει αλλά ένας πόρος που έχει πια στερέψει. Να μηρυκάζεις την αγανάκτησή σου μόνος στο σπίτι ή το πολύ με τους φίλους σου, το ξέρεις, τίποτα δεν σου προσφέρει πια πέρα από τη φαρμακωμένη αίσθηση του αδικημένου, μια τρύπια αυτοεπιβεβαίωση. Να ποντάρεις πως η σωτηρία θα έρθει από τη συστηματικά προπαγανδιζόμενη «κυβέρνηση προσωπικοτήτων», «τεχνοκρατών» ή «ειδικών», είναι σαν να αποδέχεσαι πως η ψήφος σου, ο λόγος σου, το Σύνταγμά σου δεν έχουν σπουδαία αξία. Και, διάβολε, επειδή στην Ελλάδα ζεις κι από λοχίες και συνταγματάρχες έχεις πικρότατη πείρα, δεν επιτρέπεις στον εαυτό σου (εκτός κι αν είσαι λάτρης των μελανοχιτώνων ή ένας πλατωνιστής σε βαθιά σύγχυση) να περιμένει τον μεσσία, την «προσδοκία» του οποίου άρχισαν να κατασκευάζουν ορισμένες δημοσκοπήσεις, με σφόδρα αντικοινοβουλευτικά ερωτήματα του τύπου «συμφωνείτε ή όχι να αναλάβει τη διακυβέρνηση ένας ηγέτης με κύρος και εξουσίες που θα μπορούσε να λάβει γρήγορα αποφάσεις χωρίς να εμποδίζεται από το Κοινοβούλιο και τις εκλογές»...
Και βγαίνεις έξω. Προς τον κόσμο. Προς τους άλλους, που σου μοιάζουν αλλά παραμένουν διαφορετικοί, γιατί διαφορετική είναι η φύτρα του θυμού στον καθέναν, διαφορετικές και οι ιδέες που γεννάει μέσα του η υλική συνθήκη του βίου του. Ακολουθείς χονδρικά το δρομολόγιο του μετρό όπως αναβαπτισμένο εμφανίζεται σε πανό της πλατείας Συντάγματος («Απάθεια» - «Συνενοχή» - «Φόβος» - «Αναζήτηση» - «Αγανάκτηση» - «Συλλογικότητα» - «Αλληλεγγύη» - «Αγώνας» - «Σύνταγμα»), είτε συμμερίζεσαι είτε όχι την επαγγελία του τελευταίου, μετασυνταγματικού σταθμού («Ανατροπή»). Βγαίνεις με την αγανάκτησή σου για να ανακτήσεις το δικαίωμα να λες πως εκείνος ο Αριστοτέλης δεν ελαφρολογούσε όταν επέμενε στα «Πολιτικά» του πως «φανερόν ότι των φύσει η πόλις εστί, και ότι ο άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον». Χρειάζεται να καταθέσεις κι άλλη, αμεσότερη «πολιτική πρόταση», όπως απαιτούν οι ανησυχούντες επαγγελματίες;

ΕΛΛΑΔΑ-ΕΥΡΩΠΗ : ΜΙΑ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ.

Του Παναγιώτη Κ. Ιωακειμίδη.

Ο εξευρωπαϊσµός µας φαίνεται να εξαντλείται στην άποψη ότι η Ευρώπη «οφείλει» να µας στηρίζει, να επιδεικνύει αλληλεγγύη, να χρηµατοδοτεί και να διασώζει αν χρειάζεται τη χώρα
Η σχέση που ως κοινωνία έχουµε µε την Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) θα µπορούσε να χαρακτηριστεί, επιεικώς, σχιζοφρενική και, πάντως, αντιφατική. Η σχέση του νεοελληνικού κράτους µε την Ευρώπη ήταν από τη σύστασή του (1830) προβληµατική, σχέση αµφισηµίας και αντιφάσεων. Για λόγους ιστορικούς, πολιτικούς, γεωγραφικούς κ.ά., η Ελλάδα από την εµφάνισή της ως κρατικής οντότητας έθεσε ένα σοβαρό υπαρξιακό ερώτηµα: «Πού ανήκω, στην Ανατολή ή στη Δύση;». Από ό,τι γνωρίζω, ουδεµία άλλη χώρα µέλος της Ε.Ε. έθεσε, µε την ένταση αυτή τουλάχιστον, παρόµοιο ερώτηµα. Για ορισµένες χώρες µάλιστα (Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερµανία κ.λπ.) το ερώτηµα ήταν και είναι αδιανόητο. Ανήκουν εκεί όπου τις τοποθέτησαν η γεωγραφία και η Ιστορία. Ουδέποτε αναρωτήθηκαν πού ανήκουν.
Στην ελληνική περίπτωση,γεωγραφία, ιστορία και πολιτισµικά µορφώµατα οδηγούσαν την Ελλάδαταυτόχρονα σε Ανατολή και Δύση. Η ελληνική ιστορική διαδροµή µπορεί να ερµηνευθεί και ως διαδικασία απόπειρας απάντησης στο ερώτηµα αυτό. Η φράση του Κωνσταντίνου Καραµανλή (του πρεσβύτερου) «η Ελλάδα ανήκει στη Δύση» και η απάντηση του Ανδρέα Παπανδρέου «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» (αλλά και ο αφορισµός «η Ελλάδα είναι χώρα ανάδελφη») πιστοποιούν εύγλωττα τη διαχρονικότητα αυτού του υπαρξιακού ερωτήµατος.
Η ένταξη στην Ενωση το 1981 (υποτίθεται ότι) απάντησε στο καίριο ερώτηµα, τουλάχιστον σε πολιτικό - θεσµικό επίπεδο. Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη, ως οργανικό, ισότιµο µέλος, µε ό,τι αυτό µπορεί να συνεπάγεται. Ωστόσο, η απάντηση δεν φαίνεται να είναι τελεσίδικη, αλλά ούτε να έχειαφοµοιωθεί από το ευρύτερο κοινωνικό σώµα ως πολιτιστικήστάση (attitude), κατηγορία, µόρφωµα και ταύτιση µε την Ευρώπη.
Είναι γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία καταγράφει υψηλή υποστήριξη προς την Ε.Ε. και τους στόχους τηςευρωπαϊκής ενοποίησης. Ως κοινωνία (αλλά και ως πολιτικό σύστηµα) εµφανιζόµαστε να θέλουµε «περισσότερη Ευρώπη», «περισσότερη κοινή ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική», «περισσότερη οικονοµική ενοποίηση», «περισσότερη συνοχή, υποστήριξη και αλληλεγγύη», µεγαλύτερο προϋπολογισµό, περισσότερες επιδοτήσεις και ακόµη περισσότερη «ευρωπαϊκή οµοσπονδία». Θέλουµε η Ευρώπη να µας προστατεύει και να µας διασώζει. Υπάρχει τίποτα µεµπτόσε όλα αυτά; Ασφαλώς όχι. Η Ελλάδα εµφανίζεται ως µια από τις περισσότερο φιλοενοποιητικές χώρες. Πού βρίσκεται συνεπώς το πρόβληµα και η σχιζοφρένεια; Στο ότι, ενώθέλουµε «περισσότερη Ευρώπη», «ταυτιζόµαστε» ολοένα και λιγότερο µαζί της. Ετσι, σε ερώτηµα του τύπου «πόσο Ευρωπαίοι αισθανόµαστε», οι απαντήσεις καταγράφουν εξαιρετικά χαµηλά ποσοστά µαζί µε χώρες όπως το Ηνωµένο Βασίλειο και η Δανία. Ωστόσο, η διαφορά από τις δύοτελευταίες χώρες είναι ότι αυτέςδεν θέλουν «περισσότερη Ευρώπη». Θέλουν «λιγότερη». Οθεν η ελληνικήαντιφατικότητα… Από µια άλλη σκοπιά, αυτό σηµαίνει ότι ο εξευρωπαϊσµός της ελληνικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα ρηχός. Φαίνεται να εξαντλείται στην άποψη ότι η Ευρώπη «οφείλει» να στηρίζει την Ελλάδα, να επιδεικνύει αλληλεγγύη, να χρηµατοδοτεί και να διασώζει αν χρειάζεται τη χώρα. Αλλά ταυτόχρονα η Ελλάδα να συνεχίζει «να χορεύει στους δικούς της, ανατολίτικους ρυθµούς». Να διασκεδάζει και να στέλνει «τον λογαριασµό στην Ανγκελα». Να θεωρεί ότι δεν έχει υποχρεώσεις, δεν δεσµεύεται από κανόνες και πειθαρχία, να µη θέλει ελέγχους,να επικαλείται φτηνά επιχειρήµατα περί εθνικής κυριαρχίας και άλλα «ηχηρά παρόµοια», κάθε φορά που η Ενωση επιχειρεί να µας επισηµάνει τα κακώς κείµενα και να µας ανακαλέσει στην τάξη. Και επικαλείται «τα περίεθνικής κυριαρχίας», την ίδια στιγµή που διατείνεται ότι θέλει «περισσότερη οµοσπονδιακή Ευρώπη». Φαίνεται δηλαδή ότι χρησιµοποιούµε ένα σλόγκαν χωρίς ίσως να το εννοούµε και, πολύ περισσότερο, να δεσµευόµαστε µε το περιεχόµενό του. Αυτό αντανακλάται εύγλωττα στα ελληνικά πολιτικά κόµµατα, τα οποία συµµετέχουν σε αντίστοιχες «ευρωπαϊκές πολιτικές οµάδες», χωρίς όµως να διαµοιράζονται πολλά από τις θέσεις και την υπευθυνότητα των τελευταίων.
«Ταύτιση µε την Ευρώπη» δεν σηµαίνει (ούτε µπορεί βεβαίως να σηµαίνει) αλλοίωση της πολιτικής ταυτότητας της χώρας. Αλλωστε η Ε.Ε. θεµελιώνεται στο αξίωµα «ενότηταστην ποικιλοµορφία» («unity in diversity»). Σηµαίνει όµως την εγκατάλειψη όλων των ανατολίτικων, ανορθολογικών στάσεων, αντιλήψεων, πρακτικών, συµπεριφορών που συγκροτούν τον ελληνικό «εξαιρετισµό» (exceptionalism)που οδήγησε στη σηµερινή δεινήκρίση, καθώς µπλοκάρει την οργανική ενσωµάτωση της χώρας στην Ευρώπη αλλά και κυρίως την ανάπτυξη, τον εκσυγχρονισµό και τη µετεξέλιξη της χώρας σε σύγχρονο, νεωτερικό σύνολο. Εκτός, βέβαια,αν ο ΝίκοςΓκάτσος έχει τελικά δίκιοόταν λέει «Ανατολή, Ανατολή, δική σου είµαστε, είµαστε φυλή…».
Ο εξευρωπαϊσµός µας φαίνεται να εξαντλείται στην άποψη ότι η Ευρώπη «οφείλει» να µας στηρίζει, να επιδεικνύει αλληλεγγύη, να χρηµατοδοτεί και να διασώζει αν χρειάζεται τη χώρα.

Ο Π.Κ. Ιωακειµίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών και µέλος Δ.Σ. του ΕΛΙΑΜΕΠ
 

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΜΕΤΕΩΡΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΗΣ.

Γράφει ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Μετεωριζόμενη στο ένα πόδι και μέσα σε θολό τοπίο, η ελληνική διανόηση υποδέχτηκε τη κρίση που ξέσπασε μεν στο οικονομικό πεδίο, αποκάλυψε δε τη γύμνια, την υποκρισία και τη διαφθορά του κοινωνικού μοντέλου που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα τον καιρό της «Μεταπολίτευσης».
Το «Κείμενο των 17» στοίχειωνε τους Έλληνες διανοούμενους από το 1974 και μετά. Εκείνη η τολμηρή πράξη στο μέσο της δικτατορίας, είχε θέσει πολύ υψηλά τον πήχη των προσδοκιών μιας μερίδας, τουλάχιστον, σκεπτόμενων πολιτών. Το τσουνάμι όμως της «Μεταπολίτευσης» τα σάρωσε όλα. Οι προηγούμενες αξίες και αρχές καταδικάστηκαν απερίφραστα και ένα μεγάλο μέρος του νεοελληνικού πολιτισμού παραδόθηκε στην πυρά. Εκείνο που ήρθε να το αντικαταστήσει ήταν η ελευθεριότητα που ερχόταν (για άλλη μια φορά) από την Εσπερία, ο απόηχος του Μάη του ’68, το dominium της «προοδευτικής – ανατρεπτικής» σκέψης, το αλληθώρισμα προς την κραταιά, τότε, Ε.Σ.Σ.Δ, το φλερτ με τον Μάο τσε Τουνγκ, η λατρεία κάθε τι που ήταν εχθρικό προς τις Η.Π.Α. ακόμη κι αν επρόκειτο για τον διαβόητο Πολ Ποτ των Ερυθρών Κχμέρ της Καμπότζης. Ήταν δε τόσο ισχυρός ο αντιαμερικανισμός την εποχή εκείνη που πολλοί «πνευματικοί άνθρωποι» απέρριπταν συλλήβδην τον αμερικανικό πολιτισμό, συντασσόμενοι με απόψεις του τύπου «η τζαζ είναι η μουσική της παρακμής», ενώ ένας μεγάλος μουσικοσυνθέτης και επίδοξος πολιτικός ταγός δε δίστασε να χαρακτηρίσει το ταγκό «ως ερωτική πράξη στα όρθια» και ως εκ τούτου καταδικαστέα ως υπεύθυνη για την αποπλάνηση των εργατικών μαζών από το στόχο τους που δεν ήταν άλλος από τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Για να είμαστε όμως δίκαιοι, θα πρέπει να τονίσουμε πως σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτιστικής – πνευματικής ζωής της εποχής κυριαρχούσε το αίτημα των κρατικών επιδοτήσεων των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων. Προοδευτικοί ή μη οι διανοούμενοι εξυμνούσαν το ρόλο του κράτους στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. Με άλλα λόγια, ήθελαν τις επιχορηγήσεις του Κέντρου Κινηματογράφου, αλλά δεν ήθελαν τον απλό έλεγχο του παραγόμενου προϊόντος τους, δηλαδή τον αριθμό των εισιτηρίων που έκοβαν στις αίθουσες προβολείς. Φυσικά, οι οπαδοί της σχολής «η ματιά του σκηνοθέτη» κατέληξαν να κάνουν ταινίες που τις έβλεπαν μόνο οι στενοί τους συγγενείς. Στη μουσική κυριαρχούσαν τα αντάρτικα, τα ρεμπέτικα και κάθε είδους τραγουδιού που υμνούσε τον απλό λαό, ενώ η κλασσική μουσική, η όπερα, η τζαζ θεωρούνταν παρακμιακά αστικά παραδείγματα του πως εκφυλίζεται η τέχνη όταν απομακρύνεται από το λαό. Για την ροκ, ούτε κουβέντα. Ανάλογα παραδείγματα θα μπορούσε να παραθέσει κανείς από το χώρο της λογοτεχνίας, της ποίησης, των εικαστικών τεχνών κλπ. αφού η κολυμβήθρα των κομματικών φεστιβάλ ήταν εκείνη που αναδείκνυε και καθαγίαζε τους πραγματικούς «λαϊκούς καλλιτέχνες» και απέρριπτε με βδελυγμίας κάθε έναν που μοχθούσε πραγματικά στη τέχνη του, μα δεν ήταν ευπειθές όργανο των κομματικών ιερατείων.
Και ήρθε το 1981 η «Αλλαγή» και ένα δεύτερο τσουνάμι σάρωσε την πνευματική ζωή – ή όση είχε απομείνει από αυτή, - του τόπου. Το μουσολινικής εμπνεύσεως κράτος – «πατέρας – αφέντης» ανέλαβε και το ρόλο του μαικήνα των τεχνών. Αφειδώς μοιράστηκαν επιχορηγήσεις σε θέατρα, μουσικά σχήματα, ενώσεις καλλιτεχνών, συγγραφέων με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (χρηματοδοτώντας διάφορες δράσεις που ήταν αδιάφορες για το ευρύ κοινό) μεταμορφώνοντας πολλούς πνευματικούς ανθρώπους από παραγωγούς πολιτισμού σε διαχειριστές πολιτιστικών προϊόντων. Έτσι, ξεφύτρωσαν πάσης φύσεως τοπικά, περιφερειακά και εθνικά φεστιβάλ, εμποροπανηγύρεις του παλιού καιρού, μόνο που τώρα ήταν βαπτισμένες στα νάματα του «λαϊκού πολιτισμού» και της «προσέγγισης της τέχνης στο λαό».
Την ίδια ακριβώς περίοδο, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής διανόησης, οι πανεπιστημιακοί αποδέχτηκαν την άνευ όρων παράδοση των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην κομματοκρατία, στη συναλλαγή και στη συνδιοίκηση των ιδρυμάτων με τους φοιτητές, οι οποίοι κατέχουν δια νόμου το 40% των εκλεκτορικών ψήφων. Και όλα αυτά εν ονόματι της «αποχουντοποίησης» και της κατάργησης του «καθηγητικού κατεστημένου». Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους. Ένα μεγάλο μέρος των πανεπιστημιακών εκόντες άκοντες ήρθαν σε περίεργες συναλλαγές με το «φοιτητικό κατεστημένο» αυτή τη φορά, ανταλλάσοντας ψήφους με διάφορες διευκολύνσεις στους κομματικούς στρατούς. ενώ, παράλληλα, προσπαθούσαν να ενισχύσουν το εισόδημα τους μέσω των περίφημων «ευρωπαϊκών προγραμμάτων». Υπήρξαν ορισμένοι που αντέδρασαν, αλλά σύντομα εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Υπήρξαν δε και πολλά επίλεκτα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας της χώρας που με εφαλτήριο τα Α.Ε.Ι έκαναν λαμπρές σταδιοδρομίες είτε τους διαδρόμους και τους προθαλάμους της εξουσίας, είτε μετέχοντας σε αυτή αναλαμβάνοντας μέχρι και υπουργικά καθήκοντα. Για να μη μιλήσουμε καθόλου για τις περίφημες «επιτροπές», οι οποίες επεξεργάζονταν από συντάγματα και νόμους, μέχρι τις ποσοστώσεις στην αγροτική παραγωγή. Ήταν η εποχή όπου κάθε τι «λαϊκό» βαπτίζονταν και «αληθινό», «γνήσιο», «προοδευτικό», ενώ οτιδήποτε δε συμφωνούσε με τα γούστα του χύδην όχλου εξοβελίζονταν στο πυρ το εξώτερο. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στις περιπτώσεις εκείνες ελλήνων διανοουμένων, οι οποίοι υπέστησαν διώξεις εκ μέρους του ακαδημαϊκού κατεστημένου με πρώτη και καλύτερη την περίπτωση του Παναγιώτη Κονδύλη, ενός από τα πιο λαμπρά πνεύματα της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Ελάχιστοι ήταν οι διανοούμενοι που τόλμησαν να ορθώσουν το ανάστημα τους απέναντι στο εκχυδαϊσμό, τη σήψη και την παρακμή ενός ολόκληρου λαού, ενός ολόκληρου πολιτισμού, που έμοιαζε να επαναπαύεται στις δόξες του παρελθόντος και να κινείται με βάση τη δύναμη της αδράνειας παλαιοτέρων εποχών. Φωτεινή εξαίρεση ο Μάνος Χατζηδάκις που τόλμησε την εποχή της παντοδυναμίας της «Αυριανής» να ορθώσει το ανάστημα του απέναντι στην φασίζουσα αυτή απειλή. Ήταν όμως απελπιστικά μόνος του. Πολλοί έκαναν την πάπια. Σώπασαν, φοβούμενοι την κατακραυγή αλλά και την απομάκρυνση από το συσσίτιο του πρυτανείου. Υπήρξαν και ορισμένοι που αποσύρθηκαν στη σιωπή. Πράγμα ακόμη πιο επικίνδυνο μα και τολμηρό, οφείλουμε να το ομολογήσουμε. Οι υπόλοιποι έτρεχαν από «φεστιβάλ» σε «φεστιβάλ» επιδεικνύοντας τα βιβλιάρια με τα κομματικά τους ένσημα, τα pedigree των «επαναστατικών τους αντιλήψεων», τα πιστοποιητικά «ποιότητας» (νομιμοφροσύνης) στο νέο status quo της πνευματικής ζωής του τόπου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης της ελληνικής διανόησης ήταν η σιωπή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, στην υπόθεση της καύσης των φακέλων στην υψικάμινο της Χαλυβουργικής. Ενώ θα περίμενε κανείς να ξεσηκωθούν και να αποτρέψουν το έγκλημα κατά της μνήμης ενός ολόκληρου λαού, πλήθος εξ αυτών τραύλιζε έωλα επιχειρήματα περί εθνικής συμφιλίωσης και άλλα φαιδρά.
Και μετά ήρθε η «άνοιξη» των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ένα μεγάλο μέρος εκείνων που αυτάρεσκα και αυτιστικά αποκαλούνται «πνευματικοί άνθρωποι» άρχισαν να παράγουν πολυσέλιδα μυθιστορήματα με την ελπίδα ότι θα γυριστούν τηλεοπτικά σίριαλ και οι ίδιοι θα εξασφαλίσουν μια πλούσια και άνετη ζωή. Σε μια χώρα 10 εκατομμυρίων ανθρώπων άρχισαν να κυκλοφορούν 9.500 τίτλοι βιβλίων ετησίως, η πλειοψηφία των οποίων θυμίζει κονσερβοποιημένη τροφή με ημερομηνία λήξης. Παρότι οι ίδιοι διατείνονται ότι εμφορούνται από περιβαλλοντικές ευαισθησίες δε διστάζουν να θυσιάσουν τόνους χαρτοπολτού (ο οποίος ως γνωστό παράγεται από δέντρα) προκειμένου να τυπώσουν τα «αριστουργήματα» τους, καταβάλλοντας ταυτόχρονα το αντίτιμο σε επιτήδειους εκδότες, αφού προηγουμένως έχουν εκποιήσει προικώα, εφάπαξ κλπ.
Η εθνική τηλοψία υπηρετήθηκε με πίστη και αφοσίωση από πολλούς πνευματικούς ανθρώπους με το επιχείρημα ότι «κάπως πρέπει να ζήσω κι εγώ». Το θέατρο, ενώ γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθιση όσον αφορά στις παραστάσεις και τις αίθουσες (400 παραστάσεις κατά μέσον όρο ετησίως μόνο στην Αθήνα), παρακμάζει σταδιακά, αφού λείπει η έμπνευση, το καλό ελληνικό έργο, οι πεπαιδευμένοι ηθοποιοί, οι ταλαντούχοι σκηνοθέτες. Το ίδιο συμβαίνει και στη μουσική, όπως ο τελευταίος νεωτερισμός έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 από τον μακαρίτη πλέον Νίκο Παπάζογλου και το πάντρεμα των λαϊκών οργάνων με τη ρόκ μουσική. Έκτοτε, επαναλήψεις, ατυχείς μιμήσεις και μια επιτηδευμένη μελαγχολία που ονομάστηκε «έντεχνο τραγούδι» κι έστειλε τον κόσμο στον ψυχαναλυτή και στον πολύχρωμα κόσμο των αντικαταθλιπτικών χαπιών. Κλεμμένες μελωδίες, πιασάρικα στιχάκια και μια στρατιά κολαούζων δημοσιογράφων αναδείκνυαν τη μετριότητα και θεοποιούσαν το απόλυτο τίποτα κολακεύοντας τα ευαίσθητα αυτιά των ημιμαθών ιθαγενών.
Ακολούθησε το «έπος του Χρηματιστηρίου», το μοναδικό λαϊκό κίνημα από την εποχή της Εθνικής Αντίστασης, υπό την έννοια της συμμετοχής των πλατιών λαϊκών μαζών. Ο κάθε νεόπλουτος ήθελε να έχει στο σπίτι του πίνακες ζωγραφικής (που να ταιριάζουν με το χρώμα των κουρτινών και των κουβερλί του καναπέ), να επιδεικνύει την αγάπη του προς τις τέχνες και έτσι διαμορφώθηκε μια ιδιόμορφη, ανατολικού τύπου, αγορά της τέχνης. Το αποτέλεσμα ήταν να ευτελιστεί η ίδια η έννοια της τέχνης, να πλουτίσουν όμως ταυτόχρονα οι έμποροι και οι γκαλερίστες. Το κιτς έγινε καθεστώς, το ευτελές υπερτιμήθηκε, η φιλαυτία «καλλιτεχνών» και «καταναλωτών» της τέχνης έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη και κάθε τι που ενοχλούσε υπόκειτο σε διώξεις πρωτοφανείς.
Στην εποποιία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 οι έλληνες διανοούμενοι συμμετείχαν με ενθουσιασμό προάγοντας την «Μεγάλη Ιδέα» του 21ου αιώνα. Διθύραμβοι γράφτηκαν, πολυσέλιδα ποιήματα τυπώθηκαν, μεταφράσεις από αρχαίους συγγραφείς έγιναν προς δόξα του «μεγάλου, του ωραίου και του αληθινού» Πίθου των Δαναΐδων, στα έγκατα του οποίου ρίχτηκε ένας άγνωστος μέχρι σήμερα αριθμός δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι έλληνες διανοούμενοι κολακευμένοι από το νέο τους ρόλο κολάκευαν με τη σειρά τους τον κοσμάκη, με το αζημίωτο βεβαίως.
Με τούτα και μ’ αυτά, το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής διανόησης εκχώρησε την ελευθερία της έναντι πινακιού φακής. Συμμετείχε ενεργά και δραστήρια στα τεχνάσματα της εξουσίας. Κάθε πολιτικός αρχηγός περιβάλλονταν και περιβάλλεται από πλήθος πνευματικών ανθρώπων. Πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση κυκλοφορούν καταστάσεις με υπογραφές πνευματικών ανθρώπων που υποστηρίζουν το ένα ή το άλλο κόμμα. Στα προεδρεία των κομματικών συνεδρίων σε επιφανή θέση κάθονται πνευματικοί άνθρωποι μέλη των ηγετικών ομάδων αυτών των κομμάτων. Τα παραδείγματα άπειρα και μελαγχολικά. Πολλοί έλληνες διανοούμενοι ως άλλοι χαμαιλέοντες προσαρμόζονταν εύκολα, γρήγορα και απλά στις εκάστοτε αλλαγές της πολιτικής εξουσίας, αντικαθιστώντας την κόκκινη παντιέρα με τη γαλανόλευκη, τον μαρξισμό με το χριστιανισμό, την αντιεξουσιαστική διάθεση με το υπουργιλίκι, έστω και άνευ χαρτοφυλακίου.
Στο μεταξύ, όλα αυτά τα χρόνια, ο περήφανος, αδούλωτος ελληνικός λαός επέμενε να καίει βιβλία που δεν του ήταν αρεστά ή να ζητά την απαγόρευση κινηματογραφικών ταινιών που δεν συμφωνούσαν με τους μύθους που πίστευε σχετικά με την ιστορία, τη θρησκεία ή την πολιτική. Ημιμαθείς ή αγράμματοι ιθαγενείς αναγορεύονταν με τη βοήθεια των Μ.Μ.Ε. σε διαμορφωτές της κοινής γνώμης και σε μεγάλους ιεροεξεταστές των γραμμάτων και των τεχνών. Στη χώρα των Μουσών κυριαρχούσαν οι άμουσοι.
Και μετά; Μετά ήρθε η κρίση. Και άξαφνα ξύπνησαν διάφοροι, σιτιζόμενοι μέχρι προχθές στα πρυτανεία των εξουσιών και αποφάσισαν να μας κουνήσουν το δάχτυλο μπροστά στη μύτη και να μας υποδείξουν τρόπους «αντίστασης» και «αντίδρασης» στο απεχθές «Μνημόνιο» λησμονώντας τα χιλιάδες δικά τους «μνημόνια» με τις εξουσίες. Αυτόκλητοι σωτήρες, υπέργηροι οπλαρχηγοί, αλλά και καλλιτέχνες από τα αζήτητα, εμφανίστηκαν άξαφνα υποσχόμενοι πως θα αναλάβουν τη σωτηρία μας, δίχως καν να μπουν στο κόπο να αναρωτηθούν που ήταν όλα αυτά τα χρόνια, τι έκαναν και τι ΔΕΝ έκαναν. Αποκρύπτουν τεχνηέντως πως και αυτοί είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης τους.
Δίχως την παραμικρή αιδώ και ποντάροντας στη μνήμη χρυσόψαρου που έχει, εν τέλει, αυτός ο λαός, ξεμύτισαν από τα λαγούμια τους και θέλουν να τεθούν (για άλλη μια φορά) επικεφαλείς της απελευθερωτικής προσπάθειας του τόπου. Μα καλά δε κουράστηκαν να το κάνουν τόσα χρόνια και με τόσο θαυμαστά αποτελέσματα; Μήπως θα πρέπει, καλύτερα, να σιωπήσουν, και να αφήσουν τους νέους ανθρώπους να αναδείξουν τους δικούς τους ηγέτες. Αγνοούν επιδεικτικά το γεγονός ότι οι ηγέτες αναδεικνύονται από την ίδια την ιστορία και δεν επιβάλλονται από κλίκες, κομματικές επιτροπές,
Ελάχιστοι έλληνες διανοούμενοι μιλούν και θέτουν το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων. Η μάζα όμως, εθισμένη τόσα χρόνια στην κολακεία, δεν τους ακούει. Δεν την βολεύουν οι αιχμές, η κριτική, η απόρριψη. Έχει συνηθίσει στο τουρκομπαρόκ life style και επιμένει να το υπερασπίζεται θεωρώντας πως έτσι αποδεικνύει την προοδευτικότητα της. Η συντήρηση όμως των μύθων και των αυταπατών δεν είναι δουλειά του πραγματικού διανοούμενου. Κι έτσι, οι ελάχιστοι γενναίοι πορεύονται μέσα σε μια αφόρητη μοναξιά και απομόνωση, απευθυνόμενοι σε ώτα μη ακουόντων και πολλές φορές λοιδωρούμενοι από τις κλίκες των ευπειθών δημοσιογράφων, κριτικών και αυλοκολάκων.
Η κρίση όμως ανέδειξε τη γύμνια και της ελληνικής διανόησης. Οι ελάχιστες θαρραλέες φωνές χάθηκαν μέσα στα ουρλιαχτά του πλήθους που ούρλιαζε αδιακρίτως στις λαϊκές συνάξεις των πλατειών: «άρον άρον σταύρωσον αυτόν». Φωνές σα το Στέλιου Ράμφου ή του Δημήτρη Δημητριάδη, καθώς επίσης και ορισμένων άλλων, παρόλο που διατυπώνουν με ευκρίνεια προτάσεις διεξόδου, χάνονται μέσα στον ορυμαγδό των κραυγών και της χλαπαταγής. Οι ελάχιστοι πνευματικοί άνθρωποι που σε χρόνους ζοφερούς, στα χρόνια της πνευματικής χολέρας, τόλμησαν να μιλήσουν, να αρθρώσουν λόγο, να αντισταθούν στον πολιτισμό της αντιπαροχής και του λουτροκαμπινέ των τελευταίων σαράντα χρόνων δικαιώθηκαν και αναμφίβολα η φωνή τους θα φτάσει, κάποια στιγμή, έστω και εκ των υστέρων, στα αυτιά των υποψιασμένων ανθρώπων της νέας εποχής. Τους υπόλοιπους απλά θα τους εξαφανίσει το σάρωθρο της ιστορίας. Έτσι κι αλλιώς ήταν ασήμαντοι.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

ΕΝΟΧΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ.


Του Γιάννη Πανούση.
Με το σάλιο δεν σβήνει η πυρκαγιά
Μάξιμ Γκόρκι, Η ζωή ενός άχρηστου ανθρώπου

Και βέβαια δεν είναι ίδιοι όλοι οι άνθρωποι. Ούτε οι βουλευτές. Διαφέρουν ως προς το προσωπικό ήθος, τη μόρφωση, την εντιμότητα. Όμως –δυστυχώς- οι πολιτικοί μας παίζουν όλοι τους ίδιους ρόλους. Κι έχουν όλοι τους ίδιους στόχους.
- Υπακοή στον Αρχηγό και όχι σε Αρχές (πολιτικής ηθικής).
- Πελατειακά δίκτυα και όχι διαφανείς σχέσεις.
- Αίσθηση ασυλίας και ατιμωρησίας και όχι λογοδοσίας.
- Συγκαλύψεις των «δικών τους παιδιών» και όχι δικαιοκρατία.
- Προνόμια και όχι ισότητα και ίσες ευκαιρίες.
- Παρεϊκές/οικογενειακές business και όχι ανιδιοτελής προσφορά.
- Άγχος επανεκλογής και όχι τήρηση υποσχέσεων, δεσμεύσεων.

Ο κατάλογος είναι μακρύς και σ’ αυτόν εντάσσονται λίγο-πολύ όλοι. Άλλοι δια πράξεων και άλλοι δια παραλείψεων. Άλλοι από σκοπιμότητα κι άλλοι από πειθαρχία.
Τώρα ζητάνε εξειδίκευση και προσωποποίηση των ευθυνών, αλλά νομίζω ότι είναι πλέον αργά.
- Όταν αποδέχτηκαν ότι «τα φάγαμε όλοι» υπήρξε κάποιος διαχωρισμός;
- Όταν αποδέχτηκαν ότι «έτσι είναι η Ελλάδα» υπήρξε κάποια διαφοροποίηση;
- Όταν o κάθε αρχηγός έλεγε «αναλαμβάνω την ευθύνη» (και συνέχιζε να κάνει τα ίδια) ρώτησε κανένας «ποιά ευθύνη, για ποιές πράξεις»;

Ζήσανε χρόνια στο γυάλινο πύργο του απυρόβλητου, της ανευθυνότητας και του συμψηφισμού ανομιών.
Τώρα όμως, είναι όλοι υπόλογοι. Τώρα (κατά)δικάζονται και οι σιωπές…

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΙ.

Του Μιχάλη Μητσού.

Η εβδοµάδα που διανύουµε µάλλον δεν είναι η ευτυχέστερη γιατους επιστήµονες. Πρώτα απ’ όλα, δεν µπορούν να λύσουν µια διατροφική κρίση η οποία έχει στοιχίσει ήδη τη ζωή 16 ατόµων και απειλεί να εξελιχθεί σε ωρολογιακή βόµβα. Ολόκληρη η Ευρώπη ψάχνει να βρει τι κρύβεται πίσω από τα χιλιάδες κρούσµατα µόλυνσης µε το βακτηρίδιο E. coli, και το µόνο που έχει καταφέρει µέχρι στιγµής είναι να προκαλέσει έναν (νέο) πόλεµο Βορείων-Νοτίων. Οι Ισπανοί φωνάζουν, οι Γερµανοί υποχωρούν ατάκτως, οι µονάδες εντατικής θεραπείας της Βόρειας Ευρώπης γεµίζουν και το µυστήριο βαθαίνει.
Τα χέρια ψηλά φαίνεται να σηκώνουν οι επιστήµονες και στο θέµα της επικινδυνότητας των κινητών τηλεφώνων. Τριάντα ένας επιστήµονες από 14 χώρες, υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κέντρου Ερευνών για τον Καρκίνο (υπηρεσίας του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας), µαζεύτηκαν για µια εβδοµάδα στη Λυώνκαι εξέτασαν δεκάδες έρευνες µε αυτότο αντικείµενο. Το συµπέρασµά τους είναι σοβαρό: για πρώτη φορά δηλώνουν ότι «ενδέχεται» να υπάρχει σχέση ανάµεσα στη χρήση του κινητού τηλεφώνου και την εµφάνιση γλοιώµατος, µιας µορφής καρκίνου του εγκεφάλου. Σύµφωνα µάλιστα µε µια από τις έρευνες που µελέτησαν, και χρονολογείται από το 2004, όποιος χρησιµοποιεί κινητό για 30 λεπτά την ηµέρα επί 10 χρόνια παρουσιάζει κατά 40% αυξηµένες πιθανότητες να προσβληθεί από αυτόν τον καρκίνο.
Με δεδοµένο ότι κυκλοφορούν 5 δισεκατοµµύρια κινητά τηλέφωνα στον πλανήτη και ότι κάθε δεκάχρονο και δωδεκάχρονο που σέβεται τον εαυτό του έχει και από µια συσκευή, θα περίµενεκανείς αυτή η ανακοίνωσηνα συνοδευτεί κι από προτάσεις. Οµως όχι. Οι επιστήµονες δηλώνουν αναρµόδιοι ακόµη και να συστήσουν τα προφανή, δηλαδή να χρησιµοποιούµε handsfree, να µη µιλάµε στο ασανσέρ ή στο αυτοκίνητο και να έχουµε τη συσκευή σε απόσταση άνω των δύο µέτρων όταν κοιµόµαστε.
Το µόνο που αποφάσισαν ήταν να προτείνουν τη µετατόπιση των κινητών τηλεφώνων στην οµάδα κινδύνου 2b, µαζί µε τον καφέ, το χλωροφόρµιο και τις εξατµίσεις των µοτοσυκλετών… «Οι πολίτες πρέπει να καταλάβουν ότι η επιστήµη αντιµετωπίζει δυσκολίες σ’ αυτόν τον τοµέα», λέει στη «Ρεπούµπλικα» ο ιταλός επιδηµιολόγος Ροντόλφο Σαράτσι, που έλαβε µέρος στην εβδοµαδιαία σύνοδο. «Ολες οι µελέτες που έχουν γίνει είναι επιδηµιολογικές και στηρίζονται σε συνεντεύξεις µε υγιείς καιαρρώστους. Επιπλέον, λείπει ένας υπολογισµός της ακτινοβολίας που εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, µεταξύ των οποίων και το είδος της συσκευής. Αυτό που έκανε λοιπόν ο Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας ήταν να ανάψει ένα κίτρινο φως».
Πράγµατι, οι επιστήµονες δεν είναι θεοί. Και δεν πρέπει να τους αντιµετωπίζουµε έτσι. Κακώς κατηγορήθηκαν πέρυσι ότι βιάστηκαν να χαρακτηρίσουν επιδηµία τη γρίπη των χοίρων. Κακώς κατηγορούνται σήµερα ότι κρούουν χωρίς αποδείξεις τον κώδωνα του κινδύνου για τα κινητά. Ο πολίτης πρέπει να ενηµερώνεται µε βάση τα στοιχεία που υπάρχουν. Τα υπόλοιπα είναι θεωρίες συνωµοσίας.

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ-ΕΚΚΛΗΣΗ!

Θέλουμε να εκφράσουμε με τον πιο σαφή τρόπο την αγωνία μας για τη δραματική κατάσταση του τόπου. Η ισότιμη ένταξή μας στην Ευρώπη, αναγκαία για την επιβίωση της Ελλάδας ως σύγχρονης προηγμένης χώρας, αλλά και οι σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές κατακτήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της, απειλούνται σήμερα σοβαρά.
Ως υπεύθυνοι πολίτες νοιώθουμε την ανάγκη να μιλήσουμε, καθώς οι φωνές του λαϊκισμού και της ανευθυνότητας κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο, κρύβοντας από τους περισσότερους Έλληνες τη σοβαρότητα της κατάστασης και προτείνοντας λύσεις καταστροφικές, ανεδαφικές ή εξωπραγματικές σε στιγμή κρίσης.
Απευθύνουμε έκκληση σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, σε όποια θέση και αν βρίσκονται : στον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, αλλά και τον αρχηγό και τους βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τους αρχηγούς και τους βουλευτές των άλλων κομμάτων.
Τους καλούμε όλους να αλλάξουν νοοτροπία, να παραμερίσουν τις ιδιοτέλειες, τις προσχηματικές αντιμαχίες, εσωκομματικές και εξωκομματικές, τους υπολογισμούς, τους συμψηφισμούς, καθώς και τις αγκυλωμένες στο παρελθόν ιδεολογικές και πολιτικές περιχαρακώσεις και να αναλάβουν επιτέλους στο ακέραιο τις ευθύνες τους.
Τους ζητούμε να μιλήσουν με ειλικρίνεια στους έλληνες πολίτες για τους κινδύνους που απειλούν τη χώρα, για τον αγώνα και τις θυσίες που απαιτεί η σωτηρία και η ανάκτηση της αξιοπρέπειάς της, και να εργαστούν σκληρά και συστηματικά για τη νέα στροφή.
Ο τόπος χρειάζεται μια ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης που, σε συνεργασία με τους ευρωπαίους εταίρους μας, θα κάνει τα απαραίτητα για τη σωτηρία. Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, και μόνο συντονισμένες ενέργειες, βασισμένες σε ένα νέο πνεύμα ομοψυχίας μπορούν να αποτρέψουν πλέον την καταστροφή. Όσοι αγνοούν προκλητικά τα σημεία των καιρών και, επιδεικνύοντας ασυγχώρητη ιδιοτέλεια, επιμένουν να επενδύουν στην κατάρρευση με οδηγό το δικό τους προσωπικό ή κομματικό συμφέρον, θα χρεωθούν στο ακέραιο την καταστροφή της χώρας.
Υπάρχει ακόμη καιρός να σωθούμε, αν αυτοί που εκπροσωπούν τον λαό και παίρνουν τις αποφάσεις για λογαριασμό του, όπου κι αν βρίσκονται, είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, είτε σε άλλους συλλογικούς φορείς ή όργανα, τολμήσουν να κάνουν το καθήκον τους. Οι κατακτήσεις της σημερινής Ελλάδας στηρίχθηκαν σε κόπους και θυσίες γενεών. Δεν έχουμε δικαίωμα, πολιτικοί και πολίτες, να τις εγκαταλείψουμε ούτε να αφήσουμε κανέναν να τις καταστρέψει. Δεν έχουμε δικαίωμα να υποθηκεύσουμε το μέλλον και τα όνειρα των νέων και των επερχόμενων γενεών.

Υπογράφουν, από τα γράμματα και τις τέχνες : Θανάσης Βαλτινός, Κική Δημουλά, Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Αθηνά Κακούρη, Μένης Κουμανταρέας, Γιάννης Κουνέλης, Πέτρος Μάρκαρης, Τάσος Μπουλμέτης, Βασίλης Παπαβασιλείου, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Διονύσης Σαββόπουλος, Αλέκος Φασιανός

Από την ακαδημαϊκή επιστημονική κοινότητα : Νίκος Αλιβιζάτος, Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Βούλγαρης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγγελος Δεληβοριάς, Γιώργος Δερτιλής, Αρίστος Δοξιάδης, Ορέστης Καλογήρου, Στάθης Καλύβας, Βάσω Κιντή, Ανδρέας Κούρκουλας , Νίκος Μουζέλης, Χαράλαμπος Μ. Μουτσό-πουλος, Γιώργος Παγουλάτος, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Παύλος Σούρλας, Γιάννης Στουρνάρας, Σταύρος Τσακυράκης, Χαρίδημος Τσούκας.

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ.

Tου Νίκου Γ. Ξυδακη

Συγκέντρωση στο Βόλο
Οι συνεχιζόμενες συγκεντρώσεις του πλήθους των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος, ιδίως μετά και την παλλαϊκή συγκέντρωση της Κυριακής, μάς αναγκάζουν να τις σκεφτούμε ως καινοφανές συμβάν με απρόσμενες επιπτώσεις στη ρευστή πολιτική σκηνή. Το πρώτο: Τι είναι αυτό το πλήθος; Ποιοι το συνιστούν, τι ζητάει, ποια η δυναμική του; Από τις αυτοψίες και τις συζητήσεις των πρώτων καυτών ημερών, διακινδυνεύουμε ορισμένες αδρές παρατηρήσεις. Το πλήθος είναι ανομοιογενές, ετερόκλητο, ποικίλο, ακριβώς όπως και η ελληνική «μικρομεσαία» κοινωνία. Ηλικιακά, ταξικά, μορφωτικά, πολιτιστικά, εκπροσωπούνται όλες σχεδόν οι πληθυσμιακές ομάδες. Ωστόσο, βάσει της εκδηλούμενης δραστηριότητας και της συμπεριφοράς, αλλά και της τοποθέτησης στον χώρο, μπορούμε να διακρίνουμε το Άνω και το Κάτω Σύνταγμα. Μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, άνω· και στο κλειστότερο πεδίο της πλατείας, κάτω. Τα δυο πεδία συνδέονται χωρικά με κλίμακα, σταδιακά.
Στο Άνω Σύνταγμα εκδηλώνεται το πλήθος διονυσιακά, με εκτόνωση του φόβου υπό τη μορφή θυμού και χλεύης κατέναντι στο συμβολικό πύκνωμα του Κοινοβουλίου· οργισμένος εξορκισμός προς ό,τι μας φοβίζει. Κάποτε με συμπεριφορές όχλου (κατά Gustave Le Bon), αλλά συχνότερα υπό τη μορφή του καρναβαλιού (κατά Μπαχτίν), που γελοιοποιεί την ιεραρχία και τις εγκαθιδρυμένες αξίες, και προβάλλει στη θέση τους θαμμένες όψεις ζωής, αδιαμεσολάβητα. Το γέλιο, η διακωμώδηση και η εκτροπή των παραδεδεγμένων εννοιών, η επανοικειοποίηση και η ανανοηματοδότηση, όλα τούτα συμβαίνουν στον ανακτημένο δημόσιο χώρο, που γίνεται χώρος παλλαϊκού πανηγυριού – όχι κατ’ ανάγκην συνειδητά, αλλά συμβαίνουν. Επιπλέον, συμβαίνει μια αποτροπαϊκή τελετουργία, ανακουφιστική και αναγκαία, εκτονωτική του φόβου. Η τέτοια ανατρεπτική–εξορκιστική ενέργεια του καρναβαλιού πιθανότατα θα μείνει αλυσιτελής αν δεν μετασχηματιστεί.
Στο Κάτω Σύνταγμα επιχειρείται να δοθεί μορφή και λόγος στην αντίδραση - διαμαρτυρία - ξεσηκωμό. Τρόπον τινά εδώ δρα το απολλώνιο στοιχείο, το έλλογο, το αριστοτελικό, αλλά και το ρομαντικό. Εδώ βαφτίστηκε η «Αμεση Δημοκρατία» και ψηφίστηκε το πρώτο μανιφέστο, με καταλύτη την χίπστερ νεολαία και τους μορφωμένους πρεκάριους. Η μακρόσυρτη, επώδυνη αμεσοδημοκρατική Συνέλευση και η αυτοοργάνωση είναι το σχολείο για να ανακτηθεί όχι μόνο ο δημόσιος χώρος, αλλά και η δημοκρατία ως πράξη και λόγος. Για τους νέους ιδίως, πρόκειται για συνταρακτική μυητήρια τελετή.
Αναμφίβολα ηγεμονεύουσες δυνάμεις, όχι πάντα εμπρόθετα, μέσα στο Άνω και το Κάτω, στα ποικίλα ρεύματα εντός του πλήθους. Ποιος θα δώσει σχήμα και πρόσημο σε αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας; Το Άνω Σύνταγμα του πλήθους–όχλου βάζει την ενέργεια, τον θόρυβο, την αγανάκτηση, την ακατέργαστη πρώτη ύλη, τη μαζικότητα· είναι ασπίδα και δεξαμενή. Το Κάτω Σύνταγμα του πλήθους–λαού βάζει τη σκέψη, τον λόγο, την επεξεργασία, το σχήμα, τη μορφή· είναι το δόρυ και το πυρ.
Όλα είναι δυνατά. Το άμορφο χάος τείνει να μετασχηματιστεί σε έμμορφο έργο. Αλλά δεν θα συμβεί από μόνο του: Το μετασχηματίζουν οι άνθρωποι–πολίτες, και ταυτοχρόνως μετασχηματίζονται. Ποιος επικρατεί σε αυτή την άτυπη, πλην υπαρκτή, κούρσα ηγεμονίας; Ο άμορφος όχλος; Ο έμμορφος λαός; Το μετανεωτερικό πλήθος. Άνω βρίσκεται ο όχλος, κάτω ο λαός, το παρόν μας όμως ρυμουλκείται από το πλήθος, από το ενοποιητικό υπερσύνολο, το ρεμίξ του παλιού μες στο νέο.