Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΣΜΕΝΗ.

Του  Δ. Τρικεριώτη

Στην απελπισμένη σκέψη πολλών Ελλήνων εξακολουθεί να κυκλοφορεί η ιδέα μιας «δικτατορίας ιδανικού τύπου» που θα καθάριζε τον τόπο από την κόπρο του Αυγείου, θα επέβαλλε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στο σάπιο κράτος, θα «επιδιόρθωνε» τις ρωγμές δικαιοσύνης και αξιοπιστίας που αιμορραγούν στον τόπο και μετά από σύντομο χρονικό διάστημα θα προκήρυσσε εκλογές για να αποκατασταθεί η δημοκρατία σε ένα κράτος που θα στηριζόταν πια σε υγιείς βάσεις...
Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν αφορά μόνο νοσταλγούς της επταετίας. Αφορά και ανθρώπους που βιώνουν την κατά συρροήν απαξίωση της δημοκρατίας και νιώθοντας παγιδευμένοι σε ένα άδικο και καταστροφικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον πιστεύουν, ότι με τέτοιες συνθήκες διακυβέρνησης, το όποιο «κούρεμα» ή δανειοδότηση δεν πρόκειται να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων της χώρας. Η βιωσιμότητα του χρέους και η ανάκαμψη της χώρας είναι για αυτούς κενά γράμματα, αν δεν μπορούν να είναι συνάρτηση της αξιοπιστίας αποφασισμένων ηγετών και αν αφήνονται απλά και τυφλά στις επιλογές των δανειστών και των δικών τους ανθρώπων.
Το ειρωνικό και παράδοξο είναι ότι αυτή η προσομοίωση αυταρχικής διακυβέρνησης εφαρμόζεται και σήμερα αλλά σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση από εκείνην την οποία εκείνοι θα επιθυμούσαν. Είναι σα να ζουν την κοινωνική τους φαντασίωση, αλλά από την ανάποδη. Διότι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ένας εκσυγχρονισμένος φασισμός στον οποίο η αυταρχική διακυβέρνηση έχει τροποποιήσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και χρησιμοποιεί την κοινοβουλευτική δραστηριότητα για να επιβάλλει λύσεις που, επιλεκτικά, καταστρέφουν ή προστατεύουν συγκεκριμένα συμφέροντα και τμήματα της κοινωνίας.
Η απελπισία φέρνει στον πολίτη τη σκέψη μιας ιδανικής και ανεφάρμοστης δικτατορίας. Αλλά η πραγματικότητα τον ξεπερνά αφού πράγματι σταδιακά εδραιώνεται μια δικτατορία νέου τύπου που δεν διώκει τους εκλεγμένους πολιτικούς αλλά τους χρησιμοποιεί. Η δημόσια συζήτηση δεν κατευθύνεται πια μεταξύ δικτατορίας και δημοκρατίας, μεταξύ εξάρτησης και ελευθερίας, μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας. Η βελόνα έχει κολλήσει στο πρώτο σκέλος των διλημμάτων και απλώς χρησιμοποιεί το δεύτερο προς όφελος του πρώτου, το οποίο «αγιοποιείται» μπροστά στον κίνδυνο του χάους και της ολικής καταστροφής. Και βέβαια το μοντέλο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά εδώ τελειοποιείται.
Έχουμε το «προνόμιο» να δοκιμάζουμε τη beta-έκδοση αυτής της κυβερνητικής γερμανο-ευρωπαϊκού τύπου και βέβαια όχι δωρεάν αλλά με ανυπολόγιστο κόστος. Η ευθύνη των σημερινών μας πολιτικών δεν είναι πια μόνο αναδρομική – αυτή έχει ήδη κεφαλοποιηθεί. Είναι και προοπτική γιατί εκφράζεται μέσα από την αποδοχή της επίκαιρης χρησιμοποίησης τους ως μέσων εφαρμογής πολιτικών που η λογική τους συνοψίζεται στη δήλωση του Ρεπουμπλικανού Μιτ Ρόμνεϊ, πιθανού υποψηφίου για την αμερικανική προεδρία: «Δεν ανησυχώ για τους πολύ φτωχούς. Υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας για αυτούς. Εάν χρειάζεται επισκευή, θα το φτιάξω. Δεν ανησυχώ για τους πολύ πλούσιους: τα καταφέρνουν μια χαρά».
Όμως, όλοι θα έπρεπε να ανησυχούν πολύ. Γιατί αυτή η λογική είναι και επικίνδυνη και αναποτελεσματική. Ούτε το «δίχτυ ασφαλείας» μπορεί να υφανθεί με εργασιακή ανασφάλεια, ούτε οι «πολύ πλούσιοι» μπορούν να συνεχίσουν να είναι ασύδοτοι και ανεξέλεγκτοι. Αντίθετα, μόνο πολιτικές που θα κλείνουν την ψαλίδα και θα αντιμετωπίζουν την ανισότητα θα μπορούν να κάνουν τα χρέη βιώσιμα και να φέρνουν ανάπτυξη σε πιο ανθρώπινες κοινωνίες. Και, βέβαια, να γλυτώνουν τους απελπισμένους πολίτες από εφιαλτικές φαντασιώσεις…

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΜΩΡΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ.

Του Γιάννη Α. Μυλόπουλου

Το χειρότερο που μας συμβαίνει σήμερα δεν είναι αυτή καθεαυτή η οικονομική κρίση. Το χειρότερο είναι ότι το σύνδρομο των μωρών παρθένων με το οποίο υποδεχθήκαμε την κρίση, ως εάν επρόκειτο για ακραίο και μη προβλέψιμο φυσικό φαινόμενο που ενέσκηψε αιφνιδίως, σε συνδυασμό με την υπερβολική προσήλωση στην αγωνιώδη προσπάθεια εκταμίευσης κάθε τόσο και νέας δόσης, δεν επέτρεψαν ως τώρα ούτε να συνειδητοποιήσουμε γιατί φτάσαμε ως εδώ, ούτε όμως και να σχεδιάσουμε την έξοδο από τη ζοφερή σημερινή συγκυρία.
Ακόμη κι αν το γεγονός ότι η σωτηρία της χώρας ανατέθηκε στους ίδιους που την οδήγησαν στην καταστροφή αποδοθεί στην αμηχανία μιας κοινωνίας να αντιδράσει στον αιφνιδιασμό, παραμένει αναπάντητο τόσο το ερώτημα της αδυναμίας να αναζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες του κακού όσο και της ανικανότητας να συλλάβουμε σχέδιο διάσωσης.
Μια ψύχραιμη παράθεση βέβαια των επίσημων αναφορών στο ζήτημα αποδυναμώνει σημαντικά το ελαφρυντικό του αιφνιδιασμού και το άλλοθι της συλλογικής αμηχανίας. Από την ελαφρότητα του «λεφτά υπάρχουν», που προκάλεσε ρίγη ευφορίας το 2009, και από την κυνική παραδοχή τού «μαζί τα φάγαμε», που επιδίωξε τον συμψηφισμό των ευθυνών, έως και την προσποιητή αφέλεια των υπουργών που δεν διάβαζαν τους νόμους που ψήφιζαν και γι' αυτό σήμερα μπορούν συμπολιτευόμενοι να... αντιπολιτεύονται, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σ' αυτή τη χώρα ούτε γεννήθηκαν αλλά ούτε και διδάχθηκαν ο Ομηρος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Ο μόνος που φαίνεται πράγματι να δικαιώνεται είναι ο Αριστοφάνης...
Καμία αναφορά στο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο της επιθετικής οικονομικής ανάπτυξης που επιβλήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και το οποίο με πρόσχημα την καθολική ευημερία έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, υποβαθμίζοντας επιπλέον και το οικοσύστημα που στηρίζει την ανάπτυξη. Καμία νύξη για έναν πολιτισμό με υλιστικό προσανατολισμό, που για δεκαετίες αναγόρευσε την κατανάλωση πάνω από την παραγωγή και τοποθέτησε το κέρδος πάνω από τις αξίες. Καμία κριτική σ' ένα εκπαιδευτικό σύστημα που για χρόνια εμπέδωνε την ιδιοτέλεια και την ιδιωτικότητα και το οποίο για δεκαετίες εκπαίδευσε την ελληνική κοινωνία να αποδέχεται την εύκολη απόλαυση και να αποφεύγει τη χαρά της κοπιώδους προσπάθειας. Καμία αναφορά στο έλλειμμα μόρφωσης που δημιούργησε η εκπαίδευση της εξειδίκευσης και της κατάρτισης. Κουβέντα δηλαδή για όλα αυτά που δημιούργησαν μια οικονομία του χρέους και του δανεισμού, μια κοινωνία άπληστη και αντιπαραγωγική και ένα πολιτικό σύστημα φαύλο και ανεπαρκές.
Αλλά και σήμερα, που είναι σαφές ότι ο δρόμος που ακολουθήσαμε μας οδήγησε στη χρεοκοπία, ποια είναι τα αντανακλαστικά προσαρμογής μας στη νέα πραγματικότητα; Ποιο όραμα Παιδείας αποπνέει η άκριτη αντιγραφή ξένων εκπαιδευτικών προτύπων; Τι κοινωνικά μηνύματα εκπέμπει μια αυταρχική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που καταργεί ακαδημαϊκές ελευθερίες; Και ποιο νέο μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να υποστηριχθεί, με ελλειμματική επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία;

*Ο κ. Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.

Του Κώστα Κυριακόπουλου*

Η εικόνα είναι πάνω κάτω γνωστή σε όλους. Τελειωμένοι άνθρωποι, στον πεζόδρομο του Πανεπιστημίου. Από τη στιγμή, κιόλας, που βγαίνεις από το σταθμό του Μετρό «Πανεπιστήμιο» σε πιάνει αυτή η ασφυξία των εικόνων. Οι κυρτωμένες φιγούρες αλυχτούν για τη δόση τους. Οι ευθυτενείς αστυνόμοι, δημόσιοι της ΕΛ.ΑΣ. και δημοτικοί, με το πλαστικό κύπελλο του καφέ στο ένα χέρι και με τον ασύρματο στο άλλο, συντονίζουν. Τι άραγε; Είναι παιδιά που παλεύουν για το μεροκάματο. Και με κομμένα, λόγω τρόικας, τα επιδόματά τους. Πιτσιρικάδες είναι, αγόρια και κορίτσια, με τις στολές. Με τα πιστόλια και τις χειροπέδες, αυτοί της ΕΛ.ΑΣ., με ασυρμάτους αυτοί της Δημοτικής Αστυνομίας. Πιτσιρίκια είναι και οι «εχθροί» τους. Χαμένα στη μετάφραση της κανονικής ζωής.
Μετανάστες πωλούσαν τσάντες, πιτζάμες, σώβρακα, κιλότες, κάλτσες, ρολόγια. Όλα με γνωστά ονόματα, φίρμες μαϊμούδες. Κάποιοι άλλοι δεν πωλούσαν αυτά. Πωλούσαν γνησιότατο θάνατο σε μικρά φακελάκια, σε μέγεθος που χάνονταν ακόμα και στις τρεμάμενες παλάμες των κυρτωμένων πελατών τους. Κοκαλιάρικα σώματα, διπλωμένα στα βρωμερά πλακάκια. Ένας έσπρωχνε τη σύριγγα στην πληγιασμένη του γάμπα, από μακριά, έτσι όπως την έβλεπα, έμοιαζε με τον χάρτη της δυστυχίας. Για να μην πω με τον Άτλαντα του θανάτου και θεωρηθώ υπερβολικός. Ένας άλλος, Έλληνας αυτός, φαινόταν να συντονίζει το παιχνίδι μεταξύ αλλοδαπών και Ελλήνων εξαρτημένων. Αν υπήρχε τρόπος ν’ ανέβω ψηλά, το σκηνικό θα έμοιαζε με θέατρο σκιών, αληθινών σκιών. Μόνο που δεν θα αντιλαμβανόμουν εύκολα τη μυρωδιά. Της εξαθλιωμένης ανθρωπίλας που μύριζε ο πεζόδρομος της Μασσαλίας. Από κοντά ήταν και οι άστεγοι σ’ εκείνο το βρωμερό πάρκο έξω από την πόρτα της Νομικής, στον πεζόδρομο. Νάιλον σκεπάσματα, τριμμένες κουβέρτες, κατσαρολικά δίπλα σε ξερατά ανθρώπων.
Ένας αλλοδαπός, πλησίαζε, μαζί με την παρέα του. Η αλήθεια είναι ότι ασυναίσθητα έσφιξα το χέρι μου στην τσέπη του μπουφάν με το πορτοφόλι. Τι μικροαστική συμπεριφορά, Θεέ μου… Ο τόπος βρωμούσε. Κάτουρο και θάνατο μαζί. Και ήταν μόλις μία το μεσημέρι. Οι περαστικοί έκρυβαν τις αναπνευστικές τους οδούς, μύτες και στόματα, με ό,τι είχαν εύκαιρο. Μαντήλια, παλάμες. Ο αλλοδαπός που πλησίαζε είχε άλλα καθήκοντα. Μίλησε με μερικούς δικούς του, κανόνισε διάφορα και μετά έφυγε προς τη Σόλωνος. Και ξαφνικά, από το πουθενά, εμφανίστηκαν δεκάδες άλλοι με τυλιγμένους μπόγους στην πλάτη και τους άπλωσαν στον πεζόδρομο. Τσάντες, πιτζάμες, σώβρακα, κιλότες, κάλτσες, ρολόγια…
Πίσω από αυτούς, κάποιοι άλλοι συνέχιζαν τις συνεννοήσεις. Μέχρι που εμφανίστηκε ένας Έλληνας εξαρτημένος. Τρυπημένος παντού. Χωρίς παπούτσια. Με πρησμένα πόδια. Πλησίασε τον αλλοδαπό. Καθόμουν να δω, παριστάνοντας ότι μιλούσα στο κινητό μου. Ο αλλοδαπός τού μιλούσε περίεργα, μέχρι που έχωσε τα δυο του δάχτυλα στο στόμα. Έβγαλε κάτι και του το έδωσε. Και όλα τέλειωσαν εκεί. Ο ξυπόλυτος Έλληνας έφυγε. Και μια σχισμή χαμόγελου σχηματίστηκε στο αρρωστημένο του στόμα. Άρχισα ν’ ανηφορίζω.
Ο πεζόδρομος ακόμα βρωμούσε. Κάτουρο και θάνατο μαζί. Οι δημοτικοί αστυνόμοι μαζί με αυτούς της ΕΛ.ΑΣ, κάθονταν δίπλα στον σταθμό «Πανεπιστήμιο». Κάπνιζαν κι έπιναν καφέ από πλαστικό κύπελλο με καλαμάκι. Ρουφούσαν αυτάρεσκα τη μυρωδιά του. Στο μεταξύ, ο πεζόδρομος του ελληνικού πανεπιστημίου, βρωμούσε ακόμα. Κάτουρο και θάνατο μαζί. Και κανείς δεν ήταν ικανός να κάνει το παραμικρό γι’ αυτό…

*Ο Κώστας Κυριακόπουλος είναι δημοσιογράφος στην Ελευθεροτυπία





Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΣΑΜΨΩΝ, Η ΔΑΛΙΔΑ, Η ΚΡΙΣΗ...

Της Αντιγόνης Λυμπεράκη*

Ο Σαμψών, όταν κατάλαβε ότι δεν είχε πια μέλλον, χρησιμοποίησε την παροιμιώδη δύναμή του για να γκρεμίσει τον κόσμο γύρω του. Οι πολιτικοί του σημερινού πολιτικού συστήματος καταλαβαίνουν κι αυτοί ότι ο ρόλος τους βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Η Δαλιδά είχε εντοπίσει το πού βρισκόταν η δύναμη του Σαμψών και επιχείρησε να τον ελέγξει – ανεπιτυχώς. Τι θα γίνει σε μας; Το τέλος της ιστορίας ακόμα αναζητείται...

Πριν ακόμα συμπληρωθούν δυο χρόνια από το πρώτο μεγάλο πακέτο διάσωσης της ελληνικής οικονομίας, κοντεύουν να ολοκληρωθούν οι προετοιμασίες για το δεύτερο –ακόμα πιο γιγαντιαίο– εργαλείο χρηματοδότησης. Παράλληλα, εξελίσσονται μάλλον ικανοποιητικά οι δύσκολες και καινοφανείς λεπτομέρειες γύρω από τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στο βάρος της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους με την εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων (το γνωστό PSI). Στα μάτια κάποιου που δεν είχε παρακολουθήσει τίποτα από όσα συνέβησαν τα τελευταία δυο χρόνια, οι εξελίξεις αυτές θα φάνταζαν σαν επιβεβαίωση μιας πορείας προόδου και επιβράβευση μιας μεγάλης προσπάθειας. Πόσο έξω θα έπεφτε....Η διεθνής κινητικότητα που μας φέρνει μπροστά σε νέα γιγαντιαία επιχείρηση οικονομικής διάσωσης δεν αποτελεί επιβράβευση προσπάθειας, ούτε πρόκειται για συμπληρωματικές δράσεις ενίσχυσης μιας πορείας που υπόσχεται κάποια βιώσιμη ανάταξη της οικονομίας μας. Τα νούμερα, τελικώς, δεν «βγήκαν» και η ύφεση ήταν περισσότερο βίαιη από όσο είχε προβλεφθεί. Ποιος φταίει; Ήταν στραβό το Μνημόνιο ή στραβά αρμενίζαμε ως τώρα;
Απέτυχε το Μνημόνιο ή η εφαρμογή του; Από την πρώτη στιγμή που διατυπώθηκαν τα μέτρα του Μνημονίου υπήρχαν πολλοί που υποστήριζαν ότι δεν πρόκειται να αποδώσουν. Και φρόντισαν, όσο μπορούσαν, να έρθουν έτσι τα πράγματα ώστε να επιβεβαιωθούν... Ακόμα και οι πολιτικοί που ήταν επιφορτισμένοι με την εφαρμογή των μέτρων δεν τα πολυπίστευαν: τα αντιμετώπιζαν στην καλύτερη περίπτωση σαν «αναγκαίο κακό» και «πικρό ποτήρι» που θα έπρεπε να το καταπιούμε περισσότερο σαν τιμωρία και λιγότερο σαν φάρμακο… Ως αποτέλεσμα, βουλευτές και υπουργοί συναγωνίζονταν σε «δηλώσεις κοινωνικής ευαισθησίας» και «ήπιας παραβατικότητας», σέρνοντας τα πόδια τους κάθε φορά που έπρεπε να νομοθετήσουν.
Παράλληλα, συνέχισαν να επιδίδονται στο γνωστό σπορ της διγλωσσίας, συνδυάζοντας «μεγάλα μεταρρυθμιστικά λόγια» προς την Τρόικα και προς τους πιστωτές με την ελάχιστη δυνατή μεταρρυθμιστική πράξη. Πίστευαν πως θα μπορούσαν να συνεχίσουν να παίζουν στο ίδιο έργο των τελευταίων 20 χρόνων: άλλα να λέμε έξω, άλλα να διαλαλούμε μέσα, και άλλα να κάνουμε στην πραγματικότητα… Μέσα στον ορυμαγδό της υποκρισίας, έχασαν το λογαριασμό! Και όσο οι δόσεις έρχονταν (η κάθε μία με μεγαλύτερη δυσκολία και εντονότερη απροθυμία, είναι γεγονός) τόσο ξεθαρρεύανε και επιβεβαίωναν τη βαθύτερη πεποίθησή τους: ότι δηλαδή πρόκειται για το ίδιο έργο, με μικρές ρητορικές προσαρμογές… Το έξυπνο μεσογειακό ταμπεραμέντο θα τα καταφέρει για άλλη μια φορά να αποκοιμήσει τους κουτόφραγκους!
Η οικονομία όμως δεν συμμορφώθηκε… Αντιμέτωπη με διακηρύξεις που έμεναν στα λόγια και κατέτρωγαν κάθε έννοια εμπιστοσύνης πως κάτι θα αλλάξει, εξαντλημένη με «οριζόντιες περικοπές» αποδοχών, ταλαιπωρημένη από την ανυπαρξία διαρθρωτικών αλλαγών, φορτωμένη με τη διατήρηση ενός γιγαντιαίου και χειρότερου από ποτέ δημόσιου τομέα, χτυπημένη από αλλεπάλληλες φορο-επιδρομές σε βάρος των ίδιων και των ίδιων συνεπών φορολογουμένων, με τις τράπεζες να χάνουν το ένα τρίτο των καταθέσεών τους και σε απόλυτη αδυναμία να τονώσουν τη ρευστότητα στην αγορά, με την ανταγωνιστικότητα να συρρικνώνεται, τις απολύσεις και την ανεργία να αυξάνουν και τις εξαγωγές να περιορίζονται, η οικονομία είναι το πρώτο θύμα της κουτοπόνηρης στρατηγικής του πολιτικού συστήματος. Ο Σαμψών μας έχει γυμνασμένους τετρακέφαλους, αλλά δεν καταλαβαίνει τίποτα από τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος. Δυστυχώς.
Και τώρα τι; Ποια είναι η ανταπόκριση του περίφημου πολιτικού θιάσου μας σε αυτή την οδυνηρή υπενθύμιση πως το έργο δεν τραβάει; Μήπως κάποια διαφορετική γραμμή πλεύσης, με νέες προτεραιότητες, με λιγότερη αυταρέσκεια και λιγότερη υποκρισία; Δυστυχώς όχι! Αντί να αναγνωρίσουν τα αδιέξοδα του ρόλου που επέμεναν να παίζουν όταν ήταν πασιφανές πως το σενάριο είχε αλλάξει, αντί να κάνουν την αυτοκριτική τους, αντί να πούνε επιτέλους την αλήθεια για τις δύσκολες επιλογές που πρέπει να κάνουμε επειδή όλες οι άλλες εναλλακτικές είναι περισσότερο άδικες και επαχθείς για τους πλέον αδύναμους (χρεοκοπία σε ελεύθερη πτώση) και επιπροσθέτως εντελώς αδιέξοδες για όλους, το πολιτικό σύστημα επινοεί νέες μνημειώδεις φιγούρες στρεψοδικίας και ανευθυνότητας: τους φταίει η συνταγή που είναι λάθος, τους φταίει η πλημμελής διαπραγμάτευση και η ανεπαρκής καταγγελία των όρων της δανειακής σύμβασης, τους φταίει το σύστημα και οι «κακοί» που επιβουλεύονται εμάς τους καλούς από αρχαιοτάτων χρόνων…
Με λίγα λόγια, το πολιτικό σύστημα επιβεβαιώνει τους χειρότερους φόβους όλων μας, και αντί να προσπαθήσει να κάνει επιτέλους τη δουλειά του, επινοεί έναν νέο ρόλο για τον εαυτό του: το ρόλο ενός σύγχρονου Σαμψών. Ενός Σαμψών που είναι έτοιμος να ανακράξει «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων»… εννοώντας την Ενωμένη Ευρώπη (και ενίοτε, οι τολμηρότεροι, εννοώντας το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα). Με χαρακτηριστική άγνοια της γεωγραφίας, του σχετικού μεγέθους και των απλών ποσοστών, συνεχίζουν να βλέπουν τους εαυτούς τους στο επίκεντρο του κόσμου. Και δεν καταλαβαίνουν πως, στη δική μας περίπτωση, αυτή η περίφημη φράση «μετά των αλλοφύλων» στην πραγματικότητα εννοεί «μετά των άλλων φίλων» της παλιοπαρέας της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης… και με τη χώρα στα βράχια!
Σχεδόν τους ακούμε να σκέφτονται: Καλά, αφού είναι έτοιμοι οι δανειστές και οι εταίροι μας να μας δώσουν κι άλλη οικονομική στήριξη, αυτό σημαίνει πως έχουμε ακόμα περιθώρια… Εμμέσως αναγνωρίζουν το λάθος τους –που μας δάνεισαν– και αποδεικνύουν πως μας έχουν ανάγκη… Η οικονομική μας κατάρρευση θα τους αποσταθεροποιήσει περισσότερο από όσο παραδέχονται… Να μια ακόμα λαμπρή ευκαιρία να αγοράσουμε «πολιτικό χρόνο» μαζί με επιείκεια… Αν σκληρύνουμε τη στάση μας θα κερδίσουμε περγαμηνές και «μέσα» και «έξω»… Ακατάλληλοι, μικρόψυχοι και ιδιοτελείς, με τα μάτια στις εκλογές και τα αυτιά στις δημοσκοπήσεις τραβάνε κόκκινες γραμμές αδιαπραγμάτευτης αποφασιστικότητας στο μονόδρομο της απώλειας.
Ζητείται ελπίς. Και αναρωτιέται κανείς: ποιος τελικά θα παίξει το ρόλο της Δαλιδάς σε αυτό το έργο; Ποιος θα ψαλλιδίσει τα μαλλιά του αμετροεπούς και φιλάρεσκου γίγαντα που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα; Συχνά η ζωή μάς υπενθυμίζει πως η ιστορία επαναλαμβάνει τις μεγάλες τραγωδίες με τη μορφή φάρσας. Μήπως ήρθε η ώρα να αξιολογήσουμε με φρέσκια σκέψη τις αρετές και τις αδυναμίεçιβλικών μας ηρώων; Μια Δαλιδά επειγόντως, παρακαλώ… Αλλά αυτή τη φορά ας μην υποτιμήσει πως τα μαλλιά ξαναβγαίνουν και πως αυτό βλάπτει σοβαρά την υγεία και τις προοπτικές όλης της κοινωνίας.

* Η Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

ΠΕΙΝΑ.

Του Γιώργου Λακόπουλου

Οι σημερινοί πενηντάρηδες και εξηντάρηδες στην Ελλάδα μεγάλωσαν με τα σχολικά συσσίτια. Στα σχολεία έμπαινε καζάνι. Κάθε πρωί γάλα ή τσάι, εναλλάξ. Το μεσημέρι κανονικό φαγητό με εβδομαδιαίο πρόγραμμα. Τα παιδιά των υποσιτισμένων οικογενειών της Κατοχής και του Εμφυλίου διατρέφονταν με κρατική μέριμνα για να στυλωθούν. Τότε η σίτιση των τοπικών μαθητικών πληθυσμών ήταν η αρχή του κράτους πρόνοιας. Σήμερα η ίδια δραστηριότητα είναι το τέλος του.
Τα μαθητικά συσσίτια είναι μέρος της ομαδικής σίτισης ανθρώπων από το κράτος, την Εκκλησία, την Αυτοδιοίκηση και φιλανθρωπικούς φορείς. Το τραγικό μέρος, για την ακρίβεια. Ασφαλώς, καλά κάνει το υπουργείο Παιδείας και χορηγεί μικρογεύματα σε σχολεία όπου σημειώνονται κρούσματα υποσιτισμού. Αυτό όμως δεν μπορεί να κρύψει μια δραματική διαπίστωση: επιστρέφουμε στην εποχή της πείνας! Περί αυτού πρόκειται. Η Ελλάδα γίνεται σταδιακά χώρα πεινασμένων.
Ειδικά ο παιδικός υποσιτισμός είναι δείκτης του εθνικού επιπέδου διαβίωσης. Πολύ πιο βασανιστικός από τις στατιστικές για τα όρια της φτώχειας. Πολύ πιο μελαγχολικός και από το κύμα των αστέγων που διογκώνεται. Ωστόσο δεν είναι συνέπεια πολέμων ή εξωτερικής επέμβασης, όπως παλαιότερα. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα δεν είναι φυσικό φαινόμενο, όπως εμμέσως το προβάλλουν ορισμένοι πολιτικοί. Είναι αποτέλεσμα επιλογών που έκαναν οι κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Παράπλευρη απώλεια της πολιτικής που έφερε τη χρεοκοπία.
Χρειάζονται συνεπώς εξηγήσεις για τη διολίσθηση μερίδας του πληθυσμού, αν όχι στα όρια της λιμοκτονίας, πάντως, σε αδυναμία να τραφεί. Προήλθε από ενέργειες και παραλείψεις με ονοματεπώνυμο. Ειδικά για κάθε παιδί που φτάνει νηστικό στη σχολική τάξη κάπου υπήρξε ένας αρμόδιος που κάτι δεν έκανε καλά όταν έπρεπε: πολιτικοί, κρατικοί αξιωματούχοι, αλλά και συνδικάτα και μίντια και πολλοί ακόμη.
Οσο όμως επεκτείνεται το φαινόμενο της πείνας τόσο προκλητικό γίνεται το «ενδιαφέρον» που επιδεικνύουν πολιτικοί από τα δύο μεγάλα κόμματα. Εκείνοι που ευθύνονται διαχρονικά για τους πεινασμένους θεωρούν ότι αποενοχοποιούνται αν… αυξηθούν τα συσσίτια! Το ίδιο άλλωστε κάνουν για όλα τα προβλήματα που προκάλεσε η ανακυκλούμενη παρουσία τους στη διακυβέρνηση της χώρας. Από αυτή την άποψη, μάλλον θυμίζουν αυτό που έλεγε ο Μαρκ Τουέιν: «Με προσπάθεια μπορούμε να αντέξουμε την ανέχεια - των άλλων εννοώ».

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΕΧΩ ΘΥΜΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΝΑ ΞΕΣΠΑΣΩ.

Της Μαργαρίτας Μυτιληναίου

Έχω θυμό και δεν ξέρω πού να ξεσπάσω. Έχω βάρη και δεν ξέρω πού να τα ξεφορτώσω. Έχω πικρή σκέψη μέσα μου και δεν ξέρω πώς να τη γλυκάνω. Μετράω τα κλειστά μαγαζιά και μου βγαίνουν περισσότερα από τα ανοιχτά. Στρίβω από τις γωνίες και βλέπω κουστουμαρισμένους τριαντάρηδες να ψάχνουν στα σκουπίδια. Ξεκινάω συζητήσεις που πάντα καταλήγουν στο «..κατοχή ζούμε, κατοχή». Ακούω ανθρώπους να βρίζουν όσους και όσα ψήφιζαν τόσα χρόνια να μην μπαίνουν σε διαδικασία αντίδρασης, πρότασης, ενεργητικής αντιμετώπισης της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να γράψω. Τίποτα δεν μπορώ να γράψω. Τίποτα που να αποπνέει αισιοδοξία και εμπιστοσύνη σε ένα μέλλον που θέλω να είναι καλύτερο.
Τα διόδια αυξάνονται σε μια χώρα που μετράει τις λακκούβες της πολιτικής μια-μια. Όσο οι τρύπες δεν κλείνουν, τόσο τα κόμιστρα θα παίρνουν την ανηφόρα. Η κατάσταση στις πολυκατοικίες θυμίζει ό,τι ζούμε εδώ και 2 -3 χρόνια. Τα μισά διαμερίσματα δεν έχουν να πληρώσουν το πετρέλαιο κι έτσι κρυώνουν όλοι. Οι νομιμόφρονες εξισώνονται με όσους νομιμοποιούν αυθαίρετα σε, πολύ, βολικές, χαμηλές τιμές. Κοψοχρονιά, το λένε στο χωριό μου. Η λέξη «κορόιδο» μου δίνει απανωτές φάπες στον σβέρκο.
Άλλες τόσες μου δίνει η εικόνα των γιαγιάδων και των παππούδων που, με συνέπεια, δέχονταν τις πολλές κρατήσεις στον μισθό τους για μια τιμημένη σύνταξη στα ύστερά τους. Και ύστερα ήρθε η κρίση και τους σάρωσε κι αυτούς. Τους ζάρωσε. Πολύ.
Οι ατέλειωτες προσφορές των μαγαζιών μου σφυρίζουν μια ιδέα του κέρδους που είχαν «προ κρίσης». Μου έλεγε ένας φίλος προχτές ότι η Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να πουλάει 9.5€ το κιλό τη γαλοπούλα την ώρα που η γαλλική πουλάδα εισαγωγής έχει 3.5€ και η ολλανδική 2.5€. Τι τρώει στη Σαλονίκη αυτό το πουλί, Θεέ μου; Ό,τι κι εμείς, θα μου πεις. Όχι, ρε φίλε. Μας πήρε λίγο παραπάνω αλλά ξυπνήσαμε. Και τις τιμές κοιτάμε και τα έξοδα μαζέψαμε όσο δεν παίρνει και τις εξόδους κόψαμε. Ένα πράγμα, ένα αγαθό κερδίσαμε αυτό το διάστημα. Την πίστη στο «μαζί», στους φίλους που ξαναβρήκαμε, στους ώμους που μπορούμε να ξανακουμπήσουμε. Οι ρεφενέ συναντήσεις των ανθρώπων έχουν αρχίσει να ζεσταίνουν τις καρδιές στον πιο κρύο χειμώνα των τελευταίων χρόνων. Κρύο στην ψυχή όσο και στο σώμα.
Πιστεύω βαθιά πως κάθε ομάδα του «εμείς» είναι ανίκητη. Τώρα, στην πράξη, ίσως το καταλάβουμε. Αυτή είναι η τελευταία μας ευκαιρία. Και δεν αφορά τους Ευρωπαίους, τα μνημόνια και τις τράπεζες όλο αυτό. Αφορά τον καθένα μας ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί. Η δύναμή μας είναι η ένωσή μας. Η ένωση της σκέψης και των πράξεών μας, η συνολική απαξίωση όσων μας έχουν κοροιδέψει κατάμουτρα, οι ομαδικές προτάσεις και στάσεις από ‘δω και πέρα. Κανείς δεν χαρίζει τίποτα σε κανέναν. Για να με έχεις πρέπει να με κερδίσεις. Με ιδρώτα και αλήθεια. Και κόπο. Μόνο.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΣΤΕΓΟΣ ΩΣ ΦΑΡΜΑΚΟ.

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου*

Μέσα στην κρίση η πανουργία της επιβίωσης διατηρεί και ανανεώνει τις δυνάμεις της. Επινοεί τρόπους να συνομιλεί με τον χαμό και να τον οικειοποιείται προς όφελός της. Παράδειγμα η χρήση που γίνεται στο θέαμα των αστέγων.
Ο νέος άστεγος, που δεν είναι πλέον ούτε χρήστης ηρωίνης ούτε αλκοολικός, δεν έχει δηλαδή τα γνωρίσματα του παραδοσιακού αστέγου, έχει κερδίσει μια αξιοζήλευτη θέση στην καρδιά μας, στη μικρή οθόνη, σε όλα τα μίντια.
Ένα παράξενο φάρμακο η θέα του αστέγου. Ιδού μερικές από τις ιαματικές λειτουργίες του:
ΗΣΥΧΑΖΕΙ: Αυτός δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι εγώ εκείνος που λέει «λαχείο είναι να έχεις ένα κρεβάτι να ξαπλώσεις». Δεν είμαι εγώ εκείνος που έχει ένα χαρτόκουτο για σπίτι και μια κουβέρτα για περιουσία. Τα δύο παιδιά στον κάδο που ερίζουν για ένα σάπιο πορτοκάλι δεν είναι τα δικά μου παιδιά. Αντέχω. Δεν βρίσκομαι μέσα στην κατολίσθηση. Και μάλιστα με έναν μαγικό τρόπο πείθομαι ότι όσο ο άστεγος είναι στον δρόμο τόσο εγώ παραμένω σπίτι μου.
ΕΞΙΛΕΩΝΕΙ: Να λοιπόν που είμαι ευαίσθητος. Έχω μια στεναχώρια έτσι καθώς τους βλέπω και τους ακούω. Ακόμα και ο εξαθλιωμένος αλλοδαπός που παγώνει στο παγκάκι με θλίβει. Συγκινούμαι. Δεν είμαι κτήνος. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε; Άνθρωπος!».
ΞΟΡΚΙΖΕΙ: Έξω-από-το-σπίτι μου κατοικεί «το έσχατο της μοίρας μου».
ΕΘΙΖΕΙ: Ξανά και ξανά η ίδια εικόνα της αλλότριας εξαθλίωσης. Ένα οικείο και γνώριμο πράγμα που σου λείπει και το αναζητάς όταν δεν το συναντάς στην τηλεόραση. Εθίζεσαι. Δεν αποτελεί πλέον σκάνδαλο η ύπαρξή του. Η κοινοτοπία του κακού κέρδισε. Και ο κίνδυνος της αστεγοποίησης της δικής σου ζωής μπήκε για την ώρα στο ψυγείο της εφήμερης Ιστορίας μας.

*Η κυρία Φωτεινή Tσαλίκογλου είναι συγγραφέας, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο.

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΝΑΖΙ.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΚΟΥΡΕΨΤΕ ΤΙΣ ΠΟΡΝΕΣ.

Του Θανάση Διαμαντόπουλου*

Δακτυλοδεικτούνται. Προπηλακίζονται. Απειλούνται. Χλευάζονται. Το χειρότερο, δε, καθίστανται θύματα μιας νοοτροπίας χυδαίας και φασίζουσας. Αυτής που συνίσταται στην άκριτη γενίκευση και στον στερεοτυπικό καταλογισμό ευθυνών συλλογικών και αδιαφοροποίητων. Οπως όλοι οι γιατροί είναι «φακελάκηδες», όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι «τενεκέδες», όλοι οι στρατιωτικοί «στενόμυαλοι», έτσι και όλοι οι «παλιοί» πολιτικοί βαρύνονται με ένα αμάχητο τεκμήριο ιδιοτέλειας, ανεντιμότητας, αδιαφορίας για το κοινό καλό ή, έστω, ανικανότητας να το υπηρετήσουν. Με αποτέλεσμα να υφίστανται, στο σύνολό τους, έναν ιδιότυπο κοινωνικό ρατσισμό.
Μια κοινωνία, η οποία μέχρι πρόσφατα κολακευόταν αφάνταστα από τη συναναστροφή της με «προσωπικότητες του δημόσιου βίου», τώρα αποφεύγει την οποιαδήποτε «μολυσματική» επαφή μαζί τους. Μάλιστα οι αναμειχθέντες στο παλιό και φθαρμένο πολιτικό σύστημα, ως μετέχοντες μιας καθολικής και ανίατης απαξίας, θεωρούνται μη αποδεκτή πρώτη ύλη για τη συγκρότηση οποιουδήποτε νέου, ανορθωτικού ή εξυγιαντικού εγχειρήματος. Ουδείς εξάλλου διερωτάται πώς ένας τέτοιος ισοπεδωτισμός είναι συμβατός με το πάγιο κοινωνικό αίτημα-ερώτημα «γιατί τα υγιή, επιτυχημένα, ικανά και έντιμα άτομα δεν ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα;». Και όμως στον «παλιό» πολιτικό κόσμο υπάρχει και ποιότητα...
Στην εκδήλωση, για παράδειγμα, της πρωτοβουλίας «Για την Ελλάδα τώρα» όπου πήραν μέρος, μεταξύ άλλων, οι Ν. Αλιβιζάτος και Λ. Τσούκαλης, η Αννα Διαμαντοπούλου - στην οποία στο πρόσφατο παρελθόν είχα απευθύνει μομφές μικρόψυχες, όχι πολιτικού αλλά πολιτισμικού χαρακτήρα - κυριολεκτικά με συγκλόνισε. Αντιμετωπίζοντας με ψυχή ηγέτη την αρχική επιφυλακτικότητα του ακροατηρίου, υπενθύμισε με συγκεκριμένες αναφορές τον διαχρονικό της λόγο και έργο, όταν δε είχε πια κατακτήσει την ψυχή του πλήθους, χειροκροτούμενη φρενιτιωδώς, αναρωτήθηκε: «Εδώ αυτά επιδοκιμάζονται και χειροκροτούνται, ξέρετε όμως πόσο δύσκολο είναι να τα λες στον κόσμο;». (Προφανώς εννοούσε τους αγιατολάχ του κομματικού πατριωτισμού, τους νεαντερτάλειους πασοκανθρώπους, τους ικανούς μόνο για μανιχαϊστικές διχοτομίες, επίσης όσους αγνοούν τη λογική των προσόντων αλλά εξωραΐζουν, ακόμη και ιδεολογικά, τη λογική του βολέματος και των μέσων, ενδεχομένως δε και τους ασυμβίβαστους «ελληναράδες»...)
Και δεν έδειξε μόνο - αυτή η «γεννημένη σε ανθρακωρυχείο» - στους διατηρούντες την άνεση της καταγγελτικής ιδιώτευσης, «άφθαρτους ιππότες του χηνόφτερου και του μελανοδοχείου», τη δυσκολία της αέναης μάχης μέσα στον τελματώδη βούρκο της πραγματικότητας. Εκανε και μια μεταρρυθμιστική πρόταση σημαντικότατη, ειδικά για μια χώρα διαχρονικά χαρακτηριζόμενη από την πολυνομία και την κακονομία. Ζήτησε τη θεσμοθέτηση της λεγόμενης «νομοθετικής γκιλοτίνας», δηλαδή την υποχρέωση του Κοινοβουλίου να καταργεί δύο νόμους για καθέναν που ψηφίζει. (Προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε πού έχει φτάσει «παρ' ημίν» ο νομοθετικός πληθωρισμός, προφανώς λόγω της βεβαιότητας της μη εφαρμογής των νόμων, θυμίζω ότι το 2003 επαναθεσπίστηκε, παρά την αφαίρεσή της από το Σύνταγμα, η υποχρεωτικότητα της ψήφου με απειλούμενες ποινές φυλάκισης καθώς και απώλειας, εφόσον υπάρχει, της δημοσιοϋπαλληλικής και δικηγορικής ιδιότητας για τους απέχοντες από τις εκλογές! Αυτό, αν δεν είναι δείγμα πολιτικού χιούμορ, αποτελεί πρόδρομη αναζήτηση μεθόδων αποπάχυνσης του δημόσιου τομέα...)
Αν λοιπόν προστεθεί η καταπληκτική παρουσία στην ίδια εκδήλωση αυτού του ασύλληπτου μείγματος αντισυμβατικότητας, έμπνευσης και ορθολογισμού που είναι ο Γιάννης Μπουτάρης, τότε το συμπέρασμα συνάγεται αβίαστα: Οσοι ταυτίζουν ποιοτικά όλα τα πολιτικά στελέχη της Μεταπολίτευσης με κάποιους διεφθαρμένους παράγοντες του αρχέγονου ΠΑΣΟΚ, όσοι επομένως δεν συνειδητοποιούν ότι το καλύτερο αύριο πρέπει να αναζητήσει τις ρίζες του και σε ό,τι καλό κατάφερε να παραχθεί μέσα στο σκοτεινό χθες, αυτοί είναι κατάλληλοι για παρελθοντολόγοι «εισαγγελείς», όχι όμως για αρχιτέκτονες ενός νέου καλύτερου κόσμου. Ακόμη χειρότερα: όσοι απαξιώνουν συνολικά, συλλογικά και αδιαφοροποίητα τους «κατεστημένους» πολιτικούς μας, ζητώντας δήθεν τον καλύτερο δυνατό κόσμο (αντί για έναν κόσμο κατά το δυνατόν καλύτερο), αυτοί ουσιαστικά κάνουν μετάθεση - ίσως και υπεραναπλήρωση - των δικών τους ενοχών και ευθυνών για την άκριτη και αδιαμαρτύρητη αποδοχή του κλεπτοκρατικού, φαύλου και παραγωγού διαφθοράς χθες για όσο διάστημα αυτό μπορούσε να διανέμει (πλαστή) ευημερία, γκλαμουριά και μεγάλη ζωή. Με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι Γάλλοι, επειδή εν πολλοίς και για ικανό διάστημα συμβιβάστηκαν με τους ναζί κατακτητές, μετακατοχικά κούρευαν και διαπόμπευαν όσες συμπατριώτισσές τους είχαν συνάψει ερωτική σχέση με Γερμανό...

* Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικών Θεσμών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο


Πηγή

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΞΕΗΓΕΡΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ.

Του Μάνου Οικονομίδη

Δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των απαιτήσεων που προβάλλουν οι άλλοτε εταίροι και νυν «επαγγελματίες» δανειστές της Ελλάδας. Είναι ακόμη, αν όχι πρωτίστως, ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται οι απαιτήσεις τους. Κυνικός, ωμός, χωρίς ίχνος αλληλεγγύης, ευρωπαϊκής, κοινωνικής, ιστορικής.
Μια άγαρμπη προσπάθεια να μας θυμίσουν ότι έχουμε εκχωρήσει σημαντικό μέρος της εθνικής κυριαρχίας, χωρίς μάλιστα να υπάρχει «κανονιστικό δίκαιο», για να αναστρέψουμε αυτή την πορεία των πραγμάτων.
Η Ιστορία έχει διδάξει ότι κάθε φορά που ένας λαός αισθάνθηκε να προσβάλλεται η αξιοπρέπειά του. Αντέδρασε. Το ίδιο άγαρμπα με την συμπεριφορά που εισέπραττε. Πολλές φορές, και βίαια.
Η σημερινή Ελλάδα δεν απέχει πολύ από μια αντίστοιχη πραγματικότητα. Το φιλότιμο άλλωστε, είναι μια από τις λίγες λέξεις στην παγκόσμια γλωσσολογία, που δεν επιδέχεται μετάφρασης. Αυτό από μόνο του, θα έπρεπε να υποψιάζει τους… ανθύπατους.