Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Ο ΓΥΜΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΗΤΑΝ ΝΤΥΜΕΝΟΣ ΜΕ ΩΡΑΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ.

Γράφει ο Καρτέσιος

Απεργούν οι δημοσιογράφοι. Με το δίκιο τους. Ο χώρος τους καταρρέει. Δεν είναι πλέον ότι έχασαν τη δύναμή τους στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Αυτή χάθηκε εδώ και καιρό. Χάνουν τις δουλειές τους. Αυτό είναι το τραγικό.
Δεν είμαι δημοσιογράφος, ούτε όμως ασπάστηκα ποτέ το «Αλήτες – Ρουφιάνοι – Δημοσιογράφοι». Οι περισσότεροι από αυτούς είναι εργαζόμενοι άνθρωποι όπως όλοι μας. Κάποιοι είχαν υφάκι, βέβαια. Τρελό. Κάποιοι άλλοι είχαν καβαλήσει και το καλάμι. Πού να το φανταζόταν ότι μια μέρα θα κατέληγαν άνεργοι και, κυρίως, αχρείαστοι;
Τότε που διάβαζα εφημερίδες, έβλεπα ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ηδονίζονταν να καταγγέλλουν ως αργόμισθους τους δημόσιους υπαλλήλους, να κατακεραυνώνουν το Δημόσιο γενικά και να ζητούν τη μείωσή του ή ακόμη και την πλήρη κατάργησή του.
Ήταν φανερό ότι οι ίδιοι, δε διάβαζαν την εφημερίδα που εργάζονταν. Αν το έκαναν, θα έβλεπαν ότι στην ίδια σελίδα που υπήρχε το κείμενό τους, φιγουράριζε και η διαφήμιση κάποιου υπουργείου και στην επόμενη, υπήρχε ολοσέλιδη καταχώριση κάποιου κρατικού οργανισμού.
Ήταν, επίσης, φανερό ότι οι ίδιοι δεν έκαναν έναν κόπο να μετρηθούν. Να δουν πόσοι δούλευαν στην ίδια εφημερίδα, να μάθουν πόσα φύλα πουλούσε η εφημερίδα τους και να δουν ότι κάτι πήγαινε στραβά.
Ακόμη κι αν στα έσοδα από τις πωλήσεις πρόσθεταν εκείνα από τις διαφημίσεις σύμφωνα με τον επίσημο τιμοκατάλογο, τα λεφτά για τους μισθούς τους και τα έξοδα εκτύπωσης και διανομής δεν έβγαιναν.
Ήταν φανερό, ότι ένιωθαν πως ζούσαν σ’ ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον, όπου καμία κρίση δε θα τους άγγιζε. Κι έτσι, είχαν την πολυτέλεια να καταγγέλλουν τους υπόλοιπους εργαζόμενους, τις άλλες επιχειρήσεις, να βαφτίζουν «συντεχνία» όποιον δε γούσταραν, να μιλούν αφ’ υψηλού για την οικονομία της χώρας και να ξετρυπώνουν τις σπατάλες της.
Και ξαφνικά ήρθε η κρίση! Η κρίση στην οικονομία, στο Κράτος, στο Δημόσιο. Και τότε, οι δημοσιογράφοι σταμάτησαν να πληρώνονται, οι εφημερίδες και τα κανάλια τους άρχισαν να κλείνουν, οι απολύσεις ξεκίνησαν σαν καλοκαιρινό μπουρίνι.
Τα κείμενά τους έμειναν στη σελίδα της εφημερίδας χωρίς κρατική διαφήμιση και τα αφεντικά τους, όσο κι αν εκλιπαρούσαν, πίεζαν, εκβίαζαν, δεν έβρισκαν μαύρο χρήμα στα ταμεία με τα μυστικά κονδύλια.
Δυστυχώς, ούτε σήμερα οι δημοσιογράφοι που απεργούν δείχνουν να έχουν αντιληφθεί ότι αυτοί ήταν οι κυρίαρχοι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτοί που πληρώνονταν από τον «δημόσιο κορβανά» όπως τους άρεσε να αναφέρουν στις καταγγελίες τους.
Δεν παραδέχονται ότι οι μισθοδοσίες τους έβγαιναν από το υπουργείο Γεωργίας, από τον ΟΠΑΠ, από το Μέγαρο Μαξίμου.
Δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι που αρνούνται να παραδεχτούν ότι ανήκαν στην, ελληνικής πατέντας, κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων ιδιωτικού τομέα. Κάτι σαν τα ΣΔΙΤ, δηλαδή, αλλά χωρίς ο ιδιώτης να βάζει λεφτά σε αυτή τη συνεργασία.
Τα ΜΜΕ έμπαιναν «μέσα» οικονομικά εδώ και καιρό. Για παράδειγμα, η «Τηλέτυπος Α.Ε.» στην οποία ανήκει το MEGA, εμφάνισε το 2009 καθαρές προ φόρων ζημίες, 602 χιλιάδες ευρώ. Το πρώτο 9μηνο του 2010 εμφάνισε ζημίες 12,8 εκατ. ευρώ, ενώ το πρώτο 9μηνο του 2011 οι ζημίες εκτοξεύτηκαν στα 27,8 εκατ. ευρώ.
Δεδομένου ότι στη μετοχική σύνθεση της «Τηλέτυπος Α.Ε.» κυριαρχούν ο ΔΟΛ (με 22,11%) και η Πήγασος Εκδοτική (με 26,82%), γίνεται αντιληπτό ότι τα ΜΜΕ βρίσκονται υπό κατάρρευση, επειδή το Δημόσιο – και όχι η ελληνική αγορά, η οποία δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να στηρίξει οικονομικά τόσα ΜΜΕ μέσω της διαφήμισης- δε μπορεί πλέον να τα στηρίξει.
Ουσιαστικά, λοιπόν, οι εργαζόμενοι των ΜΜΕ που σήμερα απεργούν, όχι μόνο δάγκωναν επί χρόνια το χέρι που τους τάιζε, αλλά αδιαφορούσαν και για τον τρόπο που έβρισκαν τα χρήματα οι εργοδότες τους.
Ποιο είναι το ακόμη πιο τραγικά ειρωνικό στον κλάδο των δημοσιογράφων; Ότι ακόμη και σήμερα οι «υπηρέτες» της δημοσιογραφίας ζητούν την κατάργηση της ΕΡΤ και κάποιοι χαίρονται για τις απολύσεις που γίνονται εκεί, επειδή είναι δημόσια επιχείρηση και την πληρώνει ο ελληνικός λαός.
Ελάτε, ρε παιδιά, την αλήθεια παραδεχτείτε έστω και την ύστατη ώρα. Μια μικρή αυτοκριτική. Μια παραδοχή, ότι κι εσείς από το Δημόσιο πληρωνόσασταν, από τα υπουργικά ταμεία και τα δημόσια έργα που έπαιρναν οι εργοδότες σας. Από τις υπερκοστολογήσεις.
Ούτως ή άλλως εμείς το ξέρουμε, όσο το κρύβετε τους εαυτούς σας κοροϊδεύετε απλώς. Κι αυτή η κοροϊδία είναι μια από τις αιτίες που σήμερα σας φέρνει αντιμέτωπους με την ανεργία. Ο βασιλιάς ήταν πάντα γυμνός, όμως εσείς φροντίζατε να τον ντύνετε με ωραία κείμενα. Τουλάχιστον, μιλήστε τώρα και πείτε για τη γύμνια του.

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.

Της Pίτσας Mασούρα

Ο προηγούμενος αιώνας χαρακτηρίστηκε ως ο αιώνας της τόλμης. Οσα διαδραματίστηκαν τότε ήταν κάτι ανάμεσα σε παροξυσμό αισιοδοξίας και ανείπωτες απογοητεύσεις, ανάμεσα σε διθυράμβους και ολοφυρμούς. Ο κόσμος θρηνούσε το απερχόμενο γνώριμο κομμάτι ζωής και παράλληλα προσδοκούσε το καινούργιο. Κυριαρχούσε η ελπίδα, η ταύτιση μαζί της, ειδικότερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δεισιδαιμονίες γίνονταν παρελθόν και ο άνθρωπος προχωρούσε απελευθερωμένος προς τα εμπρός. Ενα από τα χαρακτηριστικά του 20ού αιώνα, πέρα από το ανεξάντλητο επιστημονικά πεδίο, ήταν η έφεση για ζωή. Εφεση για ύπαρξη που συνδέθηκε με τον υλισμό, την κατανάλωση, με το ρήμα ξοδεύω και απολαμβάνω, αλλά και με τον κρατισμό ή το κοινωνικό κράτος. Μια αχαλίνωτη τολμηρή φαντασία που με τον καιρό μετουσιώθηκε σε αχανίλωτη πραγματικότητα.
Ο 21ος αιώνας δεν έχει τίποτα από την ορμή της ζωής, όπως τη γνωρίσαμε. Τουλάχιστον όχι στη Δύση, που θυμίζει ψάρι στον πάγκο του ψαρά τη στιγμή που βιαστικά και βίαια του αφαιρεί τα λέπια. Ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος ξεπέρασε τα όριά του και τώρα νιώθει σαν ψάρι έξω από το νερό. Ξεγελασμένος από το δόλωμα, χωρίς να έχει διακρίνει το αγκίστρι, μόνος έξω από το κοπάδι. Οι θεσμοί έχασαν την «ωραιότητα» για την οποία δημιουργήθηκαν. Η έννοια του κοινού καλού, που ήδη είχε ξεφτίσει μετά τη δεκαετία του ’60, εξανεμίστηκε από την ορμή των αγορών, των οίκων αξιολόγησης, τη σχεδόν φοβική αυστηρότητα των Ευρωπαίων ηγετών. Συναισθήματα και αξίες εξαερώθηκαν και η λήθη έπαψε να είναι εκκρεμότητα. Εγινε fact. Ενας διαφορετικός βιασμός είναι σε εξέλιξη. Και τώρα; Ο Μίλαν Κούντερα (φωτ.) έχει πει ότι ανάμεσα στην ταχύτητα και τη λήθη υπάρχει ένας μυστικός δεσμός. Ο Κούντερα είναι κατ’ εξοχήν πολίτης του 20ού αιώνα, αλλά αν σκεφτούμε με ωριμότητα θα δούμε πως, παρ’ ό,τι δαρβινικά προγραμματισμένοι να ακολουθούμε την ταχύτητα, οφείλουμε να διατηρούμε το προνόμιο της παράδοσης, δίνοντας χρόνο στην κοινωνία να σκεφτεί. Και ούτε λόγος για συντήρηση, βεβαίως
Αν τυχόν εγκλωβιστούμε στη συντήρηση, θα θυμίζουμε την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, όπως σημειώνει σε παλιότερη συνέντευξή του, ο καθηγητής της αειφόρου ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Σάρεϊ Τιμ Τζάκσον (φωτ.). Σ’ αυτήν την περίπτωση θα τρέχουμε όλο και πιο γρήγορα, αλλά θα μένουμε στο ίδιο σημείο, ίσως στη λαγότρυπα του παραμυθιού, καθώς δεν θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη ριζική ανατροπή των παγιωμένων κανόνων που καθορίζουν την ταυτότητα και τη συμπεριφορά μας. Ενδεχομένως όμως να θυμίζουμε τους πρωταγωνιστές του Σάμιουελ Μπέκετ (Ιρλανδός συγγραφέας, γραμματέας του Τζόις!) στο θεατρικό «Περιμένοντας τον Γκοντό». Εργο πέρα από τον χρόνο της Ιστορίας.
Ο Εστραγκόν και ο Βλαντιμίρ είναι άστεγοι, εξαθλιωμένοι και πεινασμένοι σε ένα άνυδρο τοπίο που ενδεχομένως αναδεικνύει το ερημικό πεπρωμένο της ανθρωπότητας. Και στους δύο πρωταγωνιστές είναι αδύνατο να τοποθετηθούν στον χρόνο και να προσεγγίσουν τις μνήμες τους. Σ’ αυτό το άχρονο τοπίο, οι δυο τους περιμένουν τον σωτήρα, ο οποίος δεν μαθαίνουμε ποτέ αν είναι άνδρας ή γυναίκα ή ποιες είναι οι ιδιότητές του. (Ας θυμηθούμε πως ο Μπέκετ σε επιστολή του, το 1952, γράφει πως ούτε ο ίδιος γνώριζε ποιος είναι ο Γκοντό).Το έργο παίζεται με επιτυχία στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» με γυναίκες και στους τέσσερις ανδρικούς ρόλους. (Κάτια Γέρου, Δήμητρα Χατούπη, Μυρτώ Αλικάκη, Λουκία Πιστιόλα, Αριάδνη Καβαλιέρου - σκηνοθεσία Κωστής Καπελώνης, χορογραφία Πωλίνα Κρεμαστά).
Κατά κάποιο έμμεσο τρόπο, οι μπεκετικοί ήρωες είμαστε όλοι εμείς. Περιμένουμε την άφιξη ενός ανύπαρκτου προσώπου, ενός ηγέτη, ενός σπουδαίου ατόμου, ενός Μεσσία, ενός καθοδηγητή. Περιμένοντάς τον, όμως, το μόνο που κάνουμε είναι να ευλογούμε τη στασιμότητά μας, να μεγαλοποιούμε το δράμα μας και να καταργούμε την πράξη. Ενώ θα ’πρεπε ήδη να ’χουμε κινητοποιηθεί, να ’χουμε επωμιστεί τις ευθύνες μας, να ’χουμε στρωθεί στη δουλειά, να ΄’χουμε αφυπνισθεί. Μονίμως μας διαφεύγει ότι μας βαραίνουν οι ευθύνες γιατί δεν είμαστε ο ένας, αλλά ο ένας ανάμεσα στους πολλούς. Ακόμη κι αν του καθενός η αξία είναι μικρή ή μεγάλη, το χρέος του δεσμού μας με τους άλλους παραμένει το βαρύτερο χρέος. Αυτό που γράφει την Ιστορία της ανθρωπότητας.

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ.

Της Αννίτας Λουδάρου

Τι έιναι αυτό που μας πληγώνει κάθε μέρα όλο και πιο πολύ; Που μας το κλέβουν σταλιά σταλιά; Αυτό που φεύγει, πετάει και χάνεται όλο και περισσότερο; Συνεχώς αυξανόμενη η ανεργία, σε ιστορικά υψηλά η απαξίωση ολόκληρου του πολιτικού σκηνικού και δυναμικού. Μειώσεις μισθών, αβεβαιότητα για το μέλλον. Εφεδρείες, ψαλίδι στις συντάξεις και άλλο ψαλίδι στις συντάξεις. Ανασφάλεια ορατή και ταμιακή μα κυρίως ανασφάλεια ψυχική. Σπαραγμός. Τρέχουμε προς κάθε κατεύθυνση, διανύουμε αποστάσεις χιλιομέτρων μέσα, κάτω, δίπλα παραδίπλα σε κάθε λαγούμι προκειμένου απο κάπου να πιαστούμε μήπως και διασωθούμε. Τι περισσότερο θέλουμε να διασώσουμε; Να διασώσουμε την ικανότητα μας να υποστηρίζουμε τους ανθρώπους που λατρεύουμε, τα όνειρά τους, τα όνειρά μας, τις προσδοκίες μας. Όλα αυτά που τιμούν την ύπαρξη μας και της δίνουν νόημα.
Αρνούμαι πεισματικά πως η ανασφάλεια αυτή μας κλεβει ζωή. Αρνούμαι πεισματικά πως το πτώμα που κρύβεται επιμελώς μέσα σε τόσα σπίτια και σχέσεις και μυαλά, έχει πέσει απο την σφαίρα της οικονομικής δυσπραγίας, της άστεγης νέας εικόνας, της επαπειλούμενης χρεοκοπίας. Αρνούμαι πεισματικά πως ο αριθμός των αυξανόμενων αυτοκτονιών αυξάνεται και βασιλεύει, επειδή η ανεργία φουντώνει.
Μπορεί να υποφέρει, να τρομοκρατείται, να κοιμάται με εφιάλτες, να πεινάει και να διψάει, μα δεν πέφτει ολόκληρη ζωή απο τέτοιες σφαίρες. Η ζωή είναι κάτι άλλο, κάτι πέρα. Δεν σταματά ο ανθρώπινος νους να παράγει ιδέες και σκέψεις, να ονειρεύεται, να προσδοκά, να κοιμάται αγκαλιά με προοπτικές, όταν έχει οδηγό μια καρδιά που φλέγεται. Και η καρδιά σαν φλέγεται, δεν καταλαβαίνει απο ανηφοριές. Τι μας σκιάζει; Tι μας κλέβουν σιγά σιγά; Νομίζω το κίνητρο. Το κίνητρο που στάζει η μάνα, σταλιά σταλιά στο γάλα του παιδιού της, σαν θέλει να το μάθει να ζει. Το κίνητρο που μεταφέρεται απο παλάμη σε παλάμη. Το κίνητρο να ζήσεις, να ονειρεύεσαι, να αγωνίζεσαι, να μην φοβάσαι να αλλάξεις . Το κίνητρο να αυτοπειθαρχείς και να αυτοελέγχεσαι. Το κίνητρο να υπερβείς, το κίνητρο να διορθωθείς. Το κίνητρο να κρατηθείς. Μα πώς χάνεται αυτό το κίνητρο; Σαν το έχεις προικιό, πώς χάνεται;
Το κρύο καίει την γενναία αμυγδαλιά. Η ανομβρία διαλύει τα πράσινα. Θέλει χώμα, θέλει νερό, θέλει δίκτυο. Δεν είναι παντός καιρού το κίνητρο. Όσο και αν το έχεις, όσο και αν το έχω. Εκεί κάπου στα κρύα νοσοκομεία, στα σχολεία των περικοπών, στις γερασμένες βιβλιοθήκες κλονίζεται. Η προδοσία, το σάπιο της απανταχού εικόνας, το ροκανίζει. Η απογοήτευση το λυγίζει.
Ένα μικρό χεράκι, χωμένο μέσα στο δικό σου περιμένει να μεταλάβει. Μια μικρή κουταλίτσα, κόκκινο γλυκό κρασί απο στόμα σε στόμα, το κίνητρο για ζωή. Αν αυτό κρατηθεί ζωντανό, αν καταφέρουμε και το σώσουμε και από την παλάμη μας, πάει στην παλάμη του. Αυτό θα είναι το προικιό του αύριο. Άνθρωποι γεμάτοι φλόγα να ζήσουν. Nα προχωρήσουν και άφοβα να επαναπροσδιορισθούν. Αρνούμαι πεισματικά πως δεν θα τα καταφέρουμε. Αντίσταση!

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ΠΡΩΤΑ ΗΤΑΝ...

Του Ρούσου Βραννά

Πρώτα ήταν...
... οι θάνατοι από υπερκόπωση. Είναι τόσο συνηθισμένοι στην Κίνα ώστε έχουν φτιάξει ειδική λέξη: «γκουολαόσι». Η «Κινεζική Ημερησία» έγραφε πως 600.000 κινέζοι εργάτες βρίσκουν τέτοιο θάνατο κάθε χρόνο, φτιάχνοντας πράγματα που αγοράζουμε εμείς. Τα αγοράζουμε πάμφθηνα χρόνια τώρα, ανυποψίαστοι για το πανάκριβο ανθρώπινο τίμημα. Υστερα ήρθαν οι μαζικές αυτοκτονίες.
Εγκλειστοι...
... σε γιγάντιες πόλεις-εργοστάσια, οι κινέζοι εργάτες δεν βγαίνουν από αυτές σχεδόν ποτέ. Πόλεις που εξειδικεύονται στη βιομηχανική παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων, πόλεις που παράγουν κάλτσες, πόλεις που παράγουν φερμουάρ, πόλεις που παράγουν αιρκοντίσιον. Το Φοξκόν ήταν πριν από 30 χρόνια ένα ψαροχώρι. Σήμερα είναι μια πόλη-εργοστάσιο με εκατομμύρια ανθρώπους. Με 1,2 εκατομμύρια εργάτες, η εταιρεία Φοξκόν κατασκευάζει ηλεκτρονικό υλικό για λογαριασμό εταιρειών όπως η Apple, η Nokia και η Intel. Δεκαπέντε λεπτά προτού πιάσουν δουλειά, οι εργάτες της παρουσιάζονται παρατεταγμένοι στους επιστάτες που τους δίνουν στρατιωτικά παραγγέλματα: «Προσοχή! Κλίνατε επί δεξιά! Κλίνατε επ' αριστερά! Εμπρός, μαρς!». Εδώ και δύο χρόνια, οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας έχουν εξωθήσει τους εργάτες σε ένα κύμα αυτοκτονιών. Για να το αντιμετωπίσει, η......εταιρεία εγκατέστησε προστατευτικά δίχτυα στα παράθυρα και υποχρέωσε τους εργάτες να υπογράφουν υποσχετικό πως δεν πρόκειται να αυτοκτονήσουν. Σε αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης σύγχρονων δούλων, η δρακόντεια διοίκηση έχει επιβάλει μια κουλτούρα απόλυτης υποταγής. Οι εργάτες που ζουν σε κοιτώνες υποβάλλονται τακτικά σε εξονυχιστικές έρευνες και παρενοχλήσεις. Και παρακολουθούνται συνεχώς από φύλακες οι οποίοι έχουν αστυνομικές εξουσίες.
Αν δεν υπήρχαν...
... επιχειρηματίες που είναι αποφασισμένοι να κάνουν τον γύρο του κόσμου προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους εις βάρος της εργασίας των ανθρώπων, τέτοια στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν θα υπήρχαν πουθενά. Υστερα από ένα κύμα αυτοκτονιών και μια σειρά από απεγνωσμένες εργατικές κινητοποιήσεις, η Φοξκόν είχε ανακοινώσει πως θα αύξανε το κατώτατο ημερομίσθιο. Με το γύρισμα της νέας χρονιάς, χιλιάδες εργάτες της εταιρείας απειλούν σήμερα να δώσουν ένα τέλος στην άθλια ζωή τους, επειδή δεν πληρώθηκαν όσα τους είχαν υποσχεθεί. Πολλοί από αυτούς μεταπείστηκαν την τελευταία στιγμή, όταν είχαν ανεβεί στην οροφή του εργοστασίου αποφασισμένοι να πραγματοποιήσουν την απειλή τους.
Πόσο άραγε...
... μπορούν να ελπίζουν οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι σε μια καλύτερη ζωή, όταν εξαναγκάζονται να ανταγωνίζονται τους κινέζους εργάτες; Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ήδη ετοιμάζουν σε ευρωπαϊκό έδαφος στρατόπεδα συγκέντρωσης σύγχρονων δούλων, «ειδικές οικονομικές ζώνες» όπως τις λένε κομψά, με μηδενικά εργασιακά δικαιώματα και με κινεζικά μεροκάματα, προκειμένου να ρίξουν σε αυτές τους εργαζόμενους των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών. Πόσο άραγε μπορούν να ελπίζουν οι εργαζόμενοι αυτών των χωρών στις προθέσεις τέτοιων ηγεσιών που νομίζουν ότι η μαζική φτώχεια είναι η λύση στα προβλήματα των οικονομιών; Θα εξακολουθήσουν άραγε να τρέφουν φρούδες ελπίδες, ώσπου να ανακαλύψουν ότι ο μοναδικός τρόπος που τους επιτρέπεται να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή είναι η μαζική αυτοκτονία;

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΙΟΤΗΤΤΑ.

Του Δημήτρη Δανίκα

Γέλα εσύ. Γέλα και άσε να γλιστράει μέσα από τα δάχτυλά σου μια καλύτερη ζωή. Ακου λοιπόν με ποιο τρόπο αλλιώτικα μπορείς να πορευτείς. Τώρα. Μέσα σ' αυτή την καρακρισάρα της ελληνικής ντροπής. Ας πούμε ότι μηνιαίως διαθέτεις μόλις ένα χιλιάρικο. Πολλά λέω; Εντάξει. Με οκτακόσια λοιπόν. Τσίμα τσίμα. Χωρίς ενοίκιο γιατί μένεις στο δυάρι των γονιών σου. Με πορτοφόλι ισχνό. Σχεδόν εξαερωμένο. Οπως της ελληνικής οικονομίας.
Τόσο χαμηλά προσγειωμένο. Το ζήτημα απλό. Δηλαδή οι επιλογές σου. Που και σε ποια «προϊόντα» ξοδεύεις τα λεφτά σου. Αντε θα μου πεις. Κανά καφενείο, καμιά αθλητική φυλλάδα, κανά σινεμαδάκι με το γκομενάκι. Και από καιρού εις καιρόν δυο τρία ποτηράκια ουισκάκι. Να πάει κάτω το φαρμάκι. Αρα έτσι κι αλλιώς καταναλώνεις. Ελάχιστα; Ελαχιστότατα. Αφού λοιπόν τ' ακουμπάς κάνε τον κόπο να σκεφτείς διαφορετικά. Αντί, ας πούμε, για καθημερινές επισκέψεις στην καφετέρια της γειτονιάς ν αγοράσεις και να διαβάσεις κάποιο βιβλίο που μπορεί να αμφισβητήσει τα στερεότυπα που έχεις κληρονομήσει από το σπίτι και το σχολείο. Αντί να χαχανίζεις τσαλαβουτώντας στον πολτό μιας ταινίας που μοιάζει σαν τις «ροχάλες» των καναλιών, να διαλέξεις κάποια άλλη που νά 'δείχνε τον στοιχειώδη προς τον θεατή, σεβασμό.
Δεν εννοώ εγκεφαλογραφήματα διανοουμένων αλλά ταινίες που να σε διασκεδάζουν χωρίς τον εαυτό τους να ντροπιάζουν. Να προχωρήσω; Ασε καλύτερα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Γιατί εμείς οι νεοέλληνες του euro συνηθίσαμε στην ποσότητα και τον χυλό. Ετσι αν αλλάξεις και αλλού ψάξεις τότε σε μια ανώτερη βαθμίδα θα φτάσεις. Ετσι μέσα από τα σκουπίδια - διαμάντια θα ανακαλύψεις και το αντίδωρό τους θα λάβεις. Ετσι τον εαυτό σου θα αναβαθμίσεις. Κι έτσι τους κυβερνώντες και τους ρεμπεσκέδες πολιτικούς θα περιφρονήσεις. Κι έτσι μια καλύτερη ζωή θα χτίσεις. Αυτενέργεια λοιπόν. Συνειδητότητα. Αυτογνωσία. Επιλεκτικότητα. Ολα αυτά που συνιστούν ποιότητα. Απ' αυτή την μαγική και τόσο άγνωστη, για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, λέξη, κρέμεται το μέλλον των παιδιών και των εγγονιών σου. Στοιχειώδες αγαπητέ μου. Σκέψου κάτι απλό. Οταν τρως, διαβάζεις και διασκεδάζεις με σκουπίδια, ε, τότε σκουπίδια θα μάθεις να ψηφίζεις και σκουπίδια μια ζωή θα λαμβάνεις. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το έλεγαν με έξι λέξεις: «Ουκ εν τω πολλώ το ευ». Ρε μπαγάσα άρχισε λοιπόν. Ενα διαρκή έρωτα με την ποιότητα και τότε η ζωή θα σε μεταμορφώσει σε Ανθρωπο κανονικό!

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

ΤΑ ΛΕΦΤΑ ΣΟΥ 'Η ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ;

Του Μανόλη Γαλάνη

Εξευτέλισαν μία ολόκληρη χώρα. Ντρόπιασαν έναν περήφανο λαό. Διέλυσαν την κοινωνία. Καταστρέφουν την αγορά. Γκρεμίζουν ό,τι έχτισε ο καθένας με κόπο. Δεν πτοούνται όμως. Συνεχίζουν το «έργο» τους μέχρι ο Έλληνας να γονατίσει τελείως. Να σκύψει το κεφάλι, να φτύσει αίμα, να γίνει υπάκουος.
Δεν ζήτησαν ούτε μία συγγνώμη για όσα έκαναν και όσα σχεδιάζουν. Δεν φάνηκε να νιώθουν την παραμικρή τύψη. Δεν αισθάνονται καμία ντροπή. Δεν παραιτείται κανείς τους…
Άγνωστη λέξη η παραίτηση. Η καρέκλα τους, το βασίλειό τους. Έχουν άλλοθι λένε για τις πράξεις τους. Είναι εκλεγμένοι. Ορκίστηκαν πίστη στην Πατρίδα, υπακοή στο Σύνταγμα και τους νόμους και ευσυνειδησία στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Με έναν όρκο καθάρισαν.
Αυτοί οι απίθανοι τύποι που η ταυτότητά τους γράφει πρωθυπουργός, υπουργός, υφυπουργός, βουλευτής, έχουν ασυλία. Μόνοι τους την έφτιαξαν. Μόνοι τους την ψήφισαν. Μπορούν να κάνουν ό, τι γουστάρουν και να μην δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Μπορούν να σου πετσοκόβουν τη σύνταξη, το μισθό, να σου πετάνε ένα κομμάτι ψωμί για να ζήσεις, σαν να είσαι σκυλί, και να κοιμούνται ήσυχοι. Μπορούν να βάζουν λουκέτο στη δουλειά, στο σπίτι, ακόμα και στην ίδια σου τη ζωή, επειδή απέτυχαν παταγωδώς, και να λένε ότι σε σώζουν και από πάνω.
«Εξυγίανση» είναι η λέξη που χρησιμοποιούν για τα βάσανά σου όταν αυτοί συνεχίζουν να απολαμβάνουν τα προνόμιά τους. Τους αρέσει να σου βάζουν διλήμματα. Εκβιαστικά διλήμματα.
Ωμές κουβέντες: Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου;
Διάβασαν κάπου μια θεωρία, αυτή του σοκ, την ξεπατίκωσαν και την έκαναν μόδα. Παίζουν με την ψυχολογία. Σου ζητούν να συμφωνήσεις με αποφάσεις που σε ισοπεδώνουν προειδοποιώντας σε ότι αν δεν το κάνεις υπάρχει και ο άλλος τρόπος. Παίζουν με τις ζωές μας. Η Ελλάδα καταρρέει. Η Τουρκία περιμένει. Ο Έλληνας γονατίζει, χωρίς όνειρα, χωρίς προοπτική, δυστυχεί, πεινάει, μένει άστεγος, αυτοκτονεί. Οι πολιτικοί του τσακώνονται στη μοιρασιά, όπως κάνουν οι ύαινες πάνω στο κουφάρι. Όπως θα τσακώνονται σε λίγο οι «επενδυτές» για φραγκοδίφραγκα πάνω στο εθνικό ξεπούλημα.
Έχουν όραμα, πάντως. Να έρθουν ως σωτήρες και να στήσουν ξανά τις πολιτικές καριέρες τους στα συντρίμμια μας. Θα ξαναβρούν και τότε πρόθυμους δανειστές, όχι όμως για να μας «σώσουν» αυτή τη φορά αλλά για να μας «ανασυγκροτήσουν».
Θα υπογράψουν με υπερηφάνεια νέες συμβάσεις. Θα πάρουν μέτρα ξανά κόβοντας τα ψίχουλα σε όσους τυχερούς θα τα παίρνουν.
Και όταν δυσκολέψουν τα πράγματα και ο ραγιάς πάει να σηκώσει κεφάλι θα ξαναθυμηθούν τα αγαπημένα «δημοκρατικά» διλήμματά τους: Τα λεφτά ή τη ζωή σου;

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΣΤΟΝ ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟ.

Του Γιώργου Λαγαρία




«Κόλαση είναι η αδυναμία ύπαρξης λογικής»
Platoon,1986


Κόλαση. Μέρος τιμωρίας. Δεν ελπίζω πια. Μόνο τιμωρούμαι. Για ανθρώπους που έκλεψαν, από ανθρώπους που έκλεψαν, με εντολή του ηγέτη ενός λαού που δωροδόκησε τους τιμωρούς μου για εγκλήματα τα οποία εισέπραξαν σε βάρος μου, και για τα οποία τώρα αυτοί με τιμωρούν. Παράνοια; Δεν νομίζω. Η τιμωρία δεν έχει σχέση με δικαιοσύνη. Είναι ζήτημα δύναμης και δημιουργίας φόβου σαν μέσο εξαναγκασμού. Στην κόλαση άλλωστε, ο τιμωρός είναι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός.
Όχι κόλαση λοιπόν αυτό που ζούμε. Ζωή, εκμετάλλευση της δύναμης. Ο μύθος είναι ότι αξίζω να τιμωρηθώ. Η αλήθεια είναι ότι είμαι απλώς μικρός. Η μειλιχιότητα όμως, η υπομονή και η κατανόηση πεθαίνουν μαζί με την ελπίδα. Και τα λόγια δίνουν τη θέση τους στην πράξη. Μπροστά στην πράξη, πεθαίνει ο φόβος, και ο φόβος είναι η βάση (αυτής) της εξουσίας. Τι συνιστά πράξη λοιπόν; Τώρα θα ήθελα να βγάλω τον λόγο του “V for Vendetta”… αλλά όχι.
Θέλω να αλλάξω το σύστημα, όχι όμως με βία, γιατί αυτή γεννάει πάντοτε βία. Πώς λοιπόν; Κάνοντας κάτι που καταργεί την αδήριτη ανάγκη για χρήμα. Βγάζοντας τον εκβιασμό από την εξίσωση.
Όσο η επιθυμία του κέρδους εις βάρος του κοινωνικού συνόλου κυριαρχεί, τόσο ο άνθρωπος θα εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο, με το όποιο σύστημα. Και η κοινωνία θα συνεχίσει να αποδομείται. Τι σημασία θα έχει το «δραχμή ή ευρώ», τη στιγμή που δεν είμαστε κοινωνία ανθρώπων, αλλά απλώς άνθρωποι που γειτονεύουν; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, αν όχι ως ομάδα; Και αφού οι πολιτικοί, υπεύθυνοι για την κοινωνία, ξύνονται, θα κλαιγόμαστε, ή θα κάνουμε κάτι; Ο πολιτισμός άρχισε να αναπτύσσεται μετά την ίδρυση των πρώτων κοινωνιών και να από-εξελίσσεται όταν κλειστήκαμε στα σπίτια.
Το να προσφέρεις τον εαυτό σου στην κοινωνία, της οποίας είσαι μέλος μπορείς να το κάνεις ανεξαρτήτως νομίσματος. Όλοι θα το κάναμε, αρκεί να μπορούσαμε να αποφύγουμε το «καπέλωμα» από κόμματα και λεφτά, να ξέραμε ότι η δουλειά που βάζουμε θα γυρίσει τελικά (και) σε εμάς.
Χρειάζεσαι και φίλους. Αν ξεκινούσα να βάφω το σχολείο του παιδιού μου μόνος, θα χρειαζόμουν 50 ώρες. Αν πάρω 50 άτομα, θα τελειώσω σε 1 ώρα. Αυτοί που με βοήθησαν πρέπει κάτι να κερδίσουν. Χρωστάω 49. Οκ, θα δουλέψω λοιπόν αφιλοκερδώς 10 ώρες σε ένα γηροκομείο, 10 ώρες να καθαρίζω στο Γενικό Κρατικό, 10 ώρες να κάνω ιδιαίτερα σε παιδιά, κ.ο.κ.. Εργατοώρα για εργατοώρα. Και αν κάποιοι μπορούν να προσφέρουν παραπάνω μια χαρά!
Μερικές παραδοχές όμως:

•Ο χρόνος του κάθε ενός είναι σημαντικός. Για όλους κοστίζει και όλοι πρέπει να κερδίζουν κάτι από την ιστορία. Χρειάζεται λοιπόν συντονισμός.
•Το κράτος δεν μπορεί να έχει καμία θέση παρά μόνο την αποδοχή βοήθειας.
•Χρήματα δεν πρέπει να μπλέξουν στην εξίσωση. Ταμεία και επιτροπές, οδηγούν σε έναν γνωστό μονόδρομο. Και για τα πρώτα υλικά; Δώσε χρωματοπώλη μπογιές για το σχολείο και θα δουλεύω με φόρμα με το logo σου, για να σου κάνω δωρεάν διαφήμιση ή θα σου φυλάξω τα παιδιά στον παιδικό σταθμό.

Δώσε στην κοινωνία για να πάρεις. Κανονικά θα έπρεπε να είναι αυτόματο. Το χρήμα φτιάχτηκε για να διευκολυνθούν οι συναλλαγές. Επειδή όμως το «κοινωνικό συμβόλαιο» έχει σπάσει, και το χρήμα έγινε αυτοσκοπός, πρέπει να το διορθώσουμε μόνοι μας. Μόνο έτσι θα πάρουμε πίσω τον έλεγχο της ζωής μας. Αυτή είναι λοιπόν η ιδέα. Της δίκαιης συναλλαγής με την κοινωνία, αντί του υπερ-κέρδους, που μπορεί να προέλθει από χρηματικές ανταλλαγές.
Όσοι λοιπόν θέλετε ας σηκώσουμε τα μανίκια, και ας ξεκινήσουμε κάτι εθελοντικό, μακριά από κόμματα, που θα μπορούσε να αλλάξει την καθημερινότητα. Αν υπάρξουν αρκετά θετικά σχόλια από κάτω, αρχίζουμε ένα γκρουπ στο facebook για συζήτηση και συνεννόηση.
Ο σκοπός είναι να ξαναγίνουμε κοινωνία ανθρώπων αντί για κοινωνία λύκων. Και μετά δεν θα έχει καμία σημασία σε τι νόμισμα. Θα υπάρχει ελπίδα, εμπιστοσύνη. Αν δεν ενωθούμε σαν κοινωνία, θα πέσουμε σαν μονάδες. Και εγώ τουλάχιστον δεν σκοπεύω να «φύγω ήσυχος μέσα στην καλή νύχτα» για να σωθεί το σύστημα.



Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΑΣ.

Του Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου

Προς τι η έκπληξη για την υπόθεση Κουλούρη; Αυτό δεν είναι το σημερινό ελληνικό μας πρόσωπο; Αυτή είναι η προσφορά του "μεταπολιτευτικού" πολιτικού συστήματος στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα, όπου ο «καπάτσος», άλλως πως το «λαμόγιο», το πρόσωπο της πράσινης με μπλε κόκους Ελλάδας» θεωρεί μαγκιά την αποφυγή των υποχρεώσεών του, ενώ με τη διαμεσολάβηση του χρήματος ή του κόμματος διαπραγματεύεται με την όποια κρατική εξουσία, διεκδικώντας καθεστώς ασυλίας έναντι των νόμων και επιβάλλοντας τη θέλησή του εις βάρος του συνόλου. Γιατί περισσότερο και από την παραβίαση των «κόκκινων φαναριών» το σκάνδαλο είναι η πέρα των νόμων μεταχείριση του πρώην υπουργού. Αλλά μήπως αυτό δεν συνάδει με την εικόνα του «επιτυχημένου»;
Γενικά, η επιτυχία στο πολιτικό(συμβολικό) ή στο οικονομικό πεδίο θεωρείται ακόμα και σήμερα το γενικό ισοδύναμο όλων των επί μέρους επιτυχιών, καθώς επικρατεί η αντίληψη ότι το χρήμα αγοράζει τα πάντα. Ο Έλληνας νεόπλουτος-λαμόγιο είναι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος της επίδειξης, του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ». Αντιθέτως, το τι «είναι» πραγματικά ουδόλως τον απασχολεί, καθώς η πραγματικότητά του έχει υποκατασταθεί από το «έχειν», είτε αυτό είναι πραγματικό είτε συμβολικό. Εν συνόψει, το υλικό κεφάλαιο και η συσσώρευσή του αντιστοιχεί στο συμβολικό κεφάλαιο της δημόσιας εικόνας του. Οι διάσημοι γνωστοί και φίλοι, οι συνεντεύξεις, η χορηγία θεαμάτων, τα χάπενιγκς των διαφόρων «φιλανθρωπιών» είναι μέσα στο παιγνίδι του φαίνεσθαι και της συγκέντρωσης σύμφωνα με τον Μπουρντιέ του συμβολικού κεφαλαίου.
Οι Έλληνες νεόπλουτοι γράφει ο Δ. Χαριτόπουλος «κάνουν ό,τι μπορούν για να τους προσέξουμε, να μας εντυπωσιάσουν και να τους θαυμάσουμε. Αλλά τι να θαυμάσεις από ανθρώπους που δεν έχουν σε εκτίμηση τον εαυτό τους. Είναι πρόσωπα ελλειμματικά, βυθισμένα στην αυτοϋποτίμηση. Αυτός είναι ο λόγος που προτάσσουν μονίμως τα υλικά τους αποκτήματα· θεωρούν τα «πράγματα» πιο σημαντικά από τους ίδιους. Η μεγάλη φτώχεια είναι εδώ (...) Αυτοί που βλέπετε να ποζάρουν στα ιλουστρασιόν περιοδικά και στην τηλεόραση με κούφια ανωτερότητα και στιλ δεν υπάρχουν. Θα χαθούν μόλις γυρίσετε σελίδα ή αλλάξετε κανάλι».
Όλοι αυτοί είναι οι μεμονωμένες, περιφερόμενες, ατομικές «φούσκες», που κάποια στιγμή εκφράστηκαν πολιτικά και νίκησαν εκλογικά, οδηγώντας στη μεγάλη κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολισμική «φούσκα», που σήμερα έχει σκάσει με πάταγο. Αλλά με τι «αέρα» γέμισαν αυτές οι φούσκες; Με τον αέρα της ιδεολογίας της καταναλωτικής κοινωνίας, όπου είσαι ό,τι αγοράζεις. Και όπου το προϊόν έχει κάτι περισσότερο από τη χρηστική του αξία, έχει συμβολικό κεφάλαιο, δηλαδή κύρος.
Μέσα, συνεπώς, από το Δούρειο Ίππο του κύρους και του λάιφ στάιλ κατακυριεύτηκε και «κάηκε» η λογική. Το μαζικό χάζεμα ήταν ο πολιτικός και οικονομικός στόχος της καταναλωτικής κουλτούρας. Μόνο που χρεοκόπησε καθώς στηρίχτηκε σε δανεικά πόδια. Έτσι, η φούσκα έγινε τόσο μεγάλη ώστε απώλεσε κάθε επαφή με την πραγματική οικονομία και την πραγματικότητα. Κι ενώ θα περίμενε κανείς την ολική κατάρρευση του οικονομικού συστήματος, αυτό παραμένει σχεδόν αλώβητο. Και τούτο γιατί δρα παγκοσμίως, ενώ οι αντιδράσεις των εργαζομένων κινούνται σε εθνικό επίπεδο. Συγχρόνως, υπάρχει η σωματική και πνευματική καταστολή. Ο φόβος διαχέεται τόσο μέσω των μιντιακών μηχανισμών όσο και μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης και φυλακής. Τι απομένει; Να αναζητήσουμε και να διεκδικήσουμε το όλο μας Πρόσωπο ξανά.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

Του Σπύρου Παπαγιάννη

Το ατυχές περιστατικό του κυρίου Κίμωνα Κουλούρη με τα αστυνομικά όργανα έφερε στην μνήμη μας ένα αντίστοιχο προ τριακονταετίας, με πρωταγωνιστή τον στρατηγό Δροσογιάννη, υπουργό τότε του Α. Παπανδρέου. Βέβαια ο κύριος Κουλούρης δεν είναι σήμερα υπουργός, ούτε καν βουλευτής για να αποδοθεί η συμπεριφορά του στην υπερχειλίζουσα έπαρση της εξουσίας .
Καταδεικνύει όμως πόσο μακροχρόνιες ψυχικές επιπτώσεις έχει αυτή στα άτομα που παίρνουν σοβαρά τον εξουσιαστικό τους ρόλο και νιώθουν άξαφνα γαλαζοαίματοι, παρά την ταπεινή τους καταγωγή, μη μπορώντας να απεμπλακούν από αυτό το σύμπλεγμα ανωτερότητος ακόμα και μετά την οριστική απομάκρυνσή τους από το πολιτικό προσκήνιο.
Ο κύριος Κουλούρης μας υπενθυμίζει άθελά του με τον πιο τραγικό τρόπο, πόσο ξιπασμένο και μακράν του λαού, μα και των νόμων , είναι το πνεύμα της εξουσίας που διέπει τα μέλη κυρίως των κομμάτων εξουσίας και το οποίο αυξάνει τους βαθμούς του, κατά το πρότυπο του οινοπνεύματος, όσο ανεβαίνει κανείς την σκάλα της κομματικής ιεραρχίας και των κρατικών αξιωμάτων.
Δεν είναι να απορεί λοιπόν κανείς πως μπόρεσε το πρώτο σε ψήφους κόμμα της χώρας και η κυβέρνησή του, να μετατρέψουν το δημοκρατικό πολίτευμα σε τυραννία και να στραφούν κατά ολοκλήρου της κοινωνίας, βάζοντάς την στο κρεβάτι του Προκρούστη για να την προσαρμόσουν στα συμφέροντα των μεγάλων δυτικών πνευματικών τους αδελφών.
Οι σύγχρονοι , κληρονομικοί σχεδόν , επαγγελματίες εξουσιαστές, του δημοκρατικοφανούς πολιτεύματος είναι τόσο ντοπαρισμένοι από την χρόνια έκθεσή τους στην εξουσιαστική ραδιενέργεια, που νιώθουν ως ξένο, διακριτό της κοινωνίας σώμα, γι’ αυτό και μεγαλοϊδεάζονται και φαντασιώνονται, την ει δυνατόν μετάπλασή της σε μια απόλυτα ελεγχόμενη, ως σε συνθήκες εργαστηρίου, ρευστή ανθρωπόμαζα, όπου θα μπορούν πλέον να της δίνουν την μορφή του δοχείου που θα επιλέγουν.
Έτσι εξηγείται πως μπορούν 300 Κουλούρηδες του κοινοβουλίου να νομοθετούν κεκλεισμένων των θυρών του από την μια, ενώ 300 χιλιάδες πολιτών την ίδια στιγμή τους μουντζώνουν απ’ έξω.
Έτσι εξηγείται γιατί ο πρόεδρος της δημοκρατίας θεωρεί την κραυγαλέα δυσαρμονία λαού και πολιτεύματος ως κάτι τελείως φυσιολογικό, που βρίσκεται μέσα στο γονιδίωμα της καθιερωμένης, συστηματικής πλέον εκλογικής ανά τετραετία, εξαπάτησης του λαού..
Έτσι εξηγείται ακόμη, γιατί επιπλέον δέχεται να ορκίσει έναν μη εκλεγμένο πρωθυπουργό, αφού δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του μη εκλεγμένου, μα και μη εξαπατήσαντος ουδένα, από τους συστηματικούς πολιτικούς εξαπατητές του λαού.
Και έτσι εξηγείται ακόμη γιατί έκατσε ο πολιτικός κουρνιαχτός και δεν εξεγείρεται το ίδιο ο λαός κατά αυτού, του πολιτικού παρείσακτου, όσο κατά των συστημικών πολιτικών ταχυδακτυλουργών και θαυματοποιών.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι να κατακρίνουμε την συμπεριφορά του κυρίου Κουλούρη, μα να προβληματισθούμε με την αντίληψή του, ότι ο πολιτικός άνδρας, ακόμη και ο τέως, είναι υπεράνω των νόμων της κοινωνίας, καθώς εντάσσεται ισόβια πλέον, άπαξ και εκλέχθηκε κάποτε, έστω και μια φορά, στην αιρετή, μα καταξιωμένη, άπαξ διά παντός, πρωτοπορία του τόπου, που δεν μπορεί να αποκληθεί αριστοκρατία, γιατί δεν αποτελείται από τους γενεολογικά, πνευματικά, ή ηθικά αρίστους, ή τους κοινωνικά έστω, χρηματικά αυτοδύναμους.
Μπορεί γι΄ αυτό να αποκαλείται απλώς πρυτανεία, καθ΄ ότι αυτοί είναι οι δημοκρατικά πρώτοι , που αλίευσαν σαν καλοί Χριστιανοί, κάτι παραπλήσιο των ψυχών των πολιτών, τις ψήφους τους.
Αυτοί λοιπόν που αναπήδησαν διά της εκλογικής επαιτείας από τον κοινωνικό βυθό στην επιφάνεια,
αυτοί που γύρισαν υπομονετικά όλα τα σοκάκια και της γειτονιές της πολιτείας σφίγγοντας ένα ένα τα χέρια των πολιτών, παραμονεύοντας σαν τα παιδιά των φαναριών στα σταυροδρόμια για να κολλήσουν την φάτσα τους στα τζάμια των αυτοκινήτων,
αυτοί που κατάφεραν στην ατομική τους περίπτωση διά της πολιτικής οδού, να καταστήσουν το αμερικανικό όνειρο του αυτοδημιούργητου, πραγματικότητα, εδώ στην αντιπαραγωγική, αντιαναπτυξιακή Ψωροκώσταινα,
αυτοί που μετέτρεψαν την ελπίδα του πολίτη σε ψήφο και τον ψήφο σε χρήμα,
αυτοί που με το χρήμα ξαναζεσταίνουν την κατεψυγμένη πλέον ελπίδα, που μπαίνει ευθύς μετά τις εκλογές στο πολιτικό ψυγείο, διαιωνίζοντας έτσι την πολιτική τους παρουσία και τον προσωπικό τους μύθο,
αυτοί οι κοινωνικοί ψυχαναλυτές και λαϊκοί εξομολόγοι, οι της λαϊκής παραμυθίας πολιτικοί απόστολοι, οι αχθοφόροι της μονοδιάστατης κομματικής παρωπιδοφόρας αλήθειας, οι στο όνομα του κομματικού τους Πάπα ψευδοορκιζόμενοι και εκστασιαζόμενοι, σταυροφόροι,
αυτοί οι τιμημένοι ταξικοί δικολάβοι και κοινωνικοί διαμεσολαβητές, οι ανώτεροι όλων των μεσαζόντων μεσάζοντες και των αβανταδόρων αβανταδόροι, οι δημοσιοσχεσίτες προαγωγοί της διαπλοκής και υποσχεσίτες υπονομευτές της κοινωνικής αξιοκρατίας και δικαιοσύνης,
αυτοί λοιπόν να υπακούσουν στον στρατιώτη της εξουσίας, αστυνομικό;
Αυτοί, οι στρατηγοί της πολιτικής εξουσίας, που διατηρούν τα παράσημά τους και τις πολιτικές κομματικές διασυνδέσεις τους και μετά την αποστρατεία τους;
Αυτοί που ανέβηκαν τόσο ψηλά, να καταστούν ξαφνικά υπόλογοι στον πρώτο τυχόντα τροχονόμο του δρόμου και να τους σέρνουν στο αυτόφωρο;
Δεν πρέπει να υπάρξει κάποια μορφή νομοθετικής πρόβλεψης για τέτοια περιστατικά;
Ένας νόμος περί μη ευθύνης των τέως πολιτικών, σαν τον άλλον για τα οικονομικά σκάνδαλα των εν ενεργεία,, για να μην ευτελίζεται για μικροπαραβάσεις στο πρόσωπό τους η παροπλισμένη εξουσία;;
Δεν δικαιούνται άλλωστε οι τέως πολιτικοί την ευγνωμοσύνη του κοινωνικού σώματος για αυτά που κατά καιρούς του υποσχέθηκαν; ασχέτως του τι του προσέφεραν;
Από την άλλη πλευρά πάλι δεν είναι υπεύθυνο το πολιτικό σύστημα για τον εθισμό τους στην εξουσιαστική αυθαιρεσία;. Όσο ήταν στα πολιτικά πράγματα ήταν καλός και άγιος ο γενιτσαρισμός τους που θρέφονταν με χίλια δυό προνόμια για να ξεχωρίσουν και να διακριθούν από τον απλό εξαπατημένο λαό;
Και μετά την πολιτική αποστρατεία τους, τους αφήνουμε να προσγειωθούν ανώμαλα στην πεζή πραγματικότητα του απλού πολίτη; χωρίς την βοήθεια καν ενός ψυχολόγου ή κοινωνικού λειτουργού που θα τους επαναφέρει στην αίσθηση της πραγματικότητας;
Το ίδιο πρόβλημα δεν αντιμετώπισαν οι βετεράνοι του Βιετνάμ, που αδυνατούσαν να προσαρμοσθούν στην ειρηνική ζωή και υπέφεραν από πολεμικές φαντασιώσεις; Όταν μάλιστα θα έπρεπε ήδη κατά την πολιτική τους δράση να παρακολουθούνται από ειδικούς, αδέσμευτους πολιτικών σκοπιμοτήτων ψυχιάτρους, για να ελέγχονται οι τάσεις μεγαλομανίας, αρχομανίας, μυθομανίας και κλεπτομανίας, που επόμενο είναι να οξύνονται στο έπακρο κατά την άσκηση της εξουσίας; καθώς η αρχή αναδεικνύει τον άνθρωπο, όπως έλεγαν και οι αρχαίο μας πρόγονοι.
Και μετά ψάχνουμε να βρούμε γιατί κατέρρευσε η δημοκρατία μας, όταν όλοι οι μανιακοί και υπομανιακοί έλκονται σαν τα έντομα από τα φώτα της εξουσίας, μετερχόμενοι κάθε μέσο για την διεκδίκησή της, ενώ φιλοσοφημένος και ισορροπημένος άνθρωπος σπάνια δέχεται να εμπλακεί στις ψυχοφθόρες και αναξιοπρεπείς πολιτικές τους ίντριγκες, παραδοπιστίες και προδοσίες;
Όταν η πολιτική γενικά και η κομματική συντεχνία ειδικότερα, κατακλύζεται από ξιπασμένους και τυχάρπαστους, μυθομανείς και ανήθικους, πως ο ηθικός να ενταχθεί σε αυτήν, που θα απομονωθεί πάραυτα και πως ο πολίτης να διακρίνει και να αξιολογήσει τον λιγότερο διεφθαρμένο, όταν η εκλογική διαδικασία από την φύση της ευνοεί τον μη έχοντα ψυχικές και ηθικές αναστολές αντίπαλο;
Και μπορούν να υπάρξουν επί μακρόν διαβαθμίσεις στην ελαστικότητα της συνειδήσεως των πολιτικών ή κάτω από την διαπλοκή των αλληλοσυμπλεκόμενων οικονομικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων είναι αναπόφευκτο μακροπρόθεσμα να ξεχειλώνει η συνείδηση όλων;
Δεν λειτουργεί ουσιαστικά ως πολιτικό διαφθορείο με τον τρόπο που ασκείται η πολιτική ζωή του δημοκρατικοφανούς μας πολιτεύματος; Και όταν οι αστροναύτες αδυνατούν να περπατήσουν μετά την μακροχρόνια παραμονή τους στο διάστημα, πώς να περπατήσουν σαν απλοί άνθρωποι οι κενόδοξοι, φαντασιωμένοι και εθισμένοι στην εξουσιαστική αυθαιρεσία, φουσκωτοί της πολιτικής;.
Η περίπτωση λοιπόν του κυρίου Κουλούρη αναδεικνύει στην επικαιρότητα το θέμα όχι μόνο του πως θα ξαναβρεί ο τέως αιρετός την αρετή, μα πολύ περισσότερο αν μπορεί ποτέ να συνυπάρξει η αρετή με τον αιρετό, υπεράνω των πολλών, αιρόμενον πολίτη.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΡΑΣΜΕΝΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ.

Του Νίκου Βασιλειάδη

Ζούμε μια πόλη φρέσκων ερειπίων. Τα χρόνια που ακολούθησαν τους Ολυμπιακούς αγώνες, βιώσαμε την διάλυση όλων όσων έμειναν όρθια από τα φλας και το χειροκρότημα. Μια διάλυση τις οποίας οι ρίζες απλώνονται πολύ βαθειά σε πολύ παλαιότερα χρόνια, ίσως στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Αυτή η διάλυση εκφράστηκε πολλαπλά, με τρόπους που προϋπήρχαν και όρους που αυτά τα χρόνια μεγεθύνθηκαν : με τη διαφθορά και την ατιμωρησία, τα αλληλεπικαλυπτόμενα σκάνδαλα, την κρίση της πολιτικής σε συνδυασμό με την δημιουργία ενός υπερτροφικού τηλεοπτικού λόγου εξουσίας που συγχέει την ανικανότητα με την σκοπιμότητα για να παράξει καταστολή.
Η νέα Ελλάδα, η περίφημη ισχυρή Ελλάδα του εκσυγχρονισμού, με το οπλοστάσιο του πλαστικού χρήματος και των δανείων, της Ευρωπαϊκής ένταξης και του παραδείσου του Ευρώ, των Ολυμπιακών αγώνων και των εθνικών αθλητικών κατορθωμάτων, έδειξε να κλονίζεται συνθέμελα και να πέφτει με δύναμη στο πάτωμα με τον ερχομό της κρίσης, με τον ερχομό αναγκαστικής αυτοσυγκράτησης. Η παλιά μας ουτοπική ευημερία μας κληροδότησε ένα κενό. Ένα κενό ηθικό, ένα κενό εμπιστοσύνης που καταλήγει στην πλήρη απαξίωση κάθε έννοιας και ίσως για πολλούς της απαξίωσης της ίδιας της πολιτικής τουλάχιστον με τους όρους με τους οποίους υπήρχε μέχρι σήμερα. Κυρίως όμως ένα κενό ως προς το μέλλον την προοπτική μας ως κοινωνία. Κάθε τοποθέτηση για την κρίση και τις πραγματικές αιτίες που την δημιούργησαν, κάθε τοποθέτηση για τις πολλές σκοπιμότητες και τα συμφέροντα που την εκμεταλλεύονται, μπορεί να έχει ενδιαφέρον και μεγάλη σημασία, όμως έχω την αίσθηση πως στρέφουν την ματιά μας προς ένα σημείο άλλο, διαφορετικό από αυτό που πρέπει σαν κοινωνία να αντιμετωπίσουμε. Αυτό που έχει σημασία για όλους μας τώρα πια είναι οι όροι με τους οποίους βιώνουμε την πραγματικότητα και ζούμε το καθημερινό. Το πώς διαμορφώνεται η ζωή και η συνείδηση, ανάμεσα στα διάφορα συγκεκριμένα γεγονότα.
Βιώνουμε το παρόν ως τέλμα και το μέλλον ως έναν άγνωστο κίνδυνο που πλησιάζει και μας αγγίζει όλους μας.
Γίναμε άθελά μας το πλήθος του πρεκαριάτου (από την αγγλική λέξη Precarity), του σύγχρονου δηλαδή αβέβαιου ανθρώπου. Βιώνουμε μια πραγματικότητα απότομη, απροετοίμαστοι και πλανημένοι από τις προηγούμενες γενιές, που μας γέμισαν υποσχέσεις και καταχρήσεις. Η αρπαγή του τότε έγινε η καταδίκη του αύριο. Μια κοινωνία που βιώνει την αποσύνθεσή της με όρους μιας κληροδοτημένης και αναπόφευκτης μοίρας, σαν κακόγουστη διασκευή αρχαίας τραγωδίας όπου η ύβρις του προπάτορα κουβαλιέται ως Νέμεση για τις γενιές που θα έρθουν.
Η κυρίαρχη γλώσσα της κρίσης είναι μια γλώσσα ψυχρή στην γεωμετρία της και βάρβαρη στον τεχνοκρατισμό της. Τραπεζικές ορολογίες, διαγράμματα, αριθμοί και δείκτες, συνθέτουν μια εικόνα απόλυτα στεγνή. Ο οικονομολόγος έχει γίνει ο ήρωας της εποχής. Απαραίτητος στην ζωή μας λόγω της αναγκαιότητας του ρόλου του, ψυχρός λόγω της εξουσίας της γνώσης του. Ίσως για πρώτη φορά στις μέρες μας η γνώση και η γλώσσα να είναι τόσο στενά συνυφασμένες με την ισχύ και την εξουσία. Σαν κυρίαρχοι που επιβάλλουν απόλυτα την αισθητική, την πολιτική και τελικά την ίδια την υπόσταση της κοινωνίας μας, όροι που ισχύουν συνολικά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας.
Η τέχνη σε κάθε έκφανση της, θεωρείται πια μια περιττή πολυτέλεια. Σαν κάτι που περισσεύει, γεμίζει τυχαία τις ώρες, μας αποσπά από την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτή την αυστηρά και χυδαία υλιστική πραγματικότητα, κάθε ενασχόληση με την τέχνη θεωρείται χόμπι, παραξενιά ή σπατάλη του πολύτιμου χρόνου.
Η συνάντηση των δύο, της πραγματικότητας και της τέχνης δίνει το σύνθημα για μία μάχη με την γλώσσα να ορίζεται ως πεδίο σύγκρουσης. Η σύγκρουσή μας αυτή λοιπόν δεν μπορεί λοιπόν παρά να αποτελεί και ευκαιρία για την επανεφεύρευση ενός λεξιλογίου.
Απέναντι σε μια ψυχρή γλώσσα, ενίοτε ειρωνική και καταγγελτική, απέναντι στην σκληρή αμεσότητα και προφορικότητά της πρέπει να ανακαλύψουμε μιαν άλλη κατασκευασμένη εσώστρεφα, που να μπορεί να μιλήσει στην συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας ενδυναμώνοντάς την. Μια γλώσσα που μπορεί να απαντά άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε προτάσσοντας την αθωότητά, άλλοτε προτρέποντας σε επίθεση. Προπάντων όμως μια γλώσσα που να μπορεί να απαντά σε αυτόν τον κόσμο με την ίδια την ουσία της, την ειλικρίνεια της ύπαρξής της.
Σηκώστε τα μανίκια ποιητές, Απέναντι στο στερεότυπο του κυρίαρχου πρέπει να αντιτάξετε τις μεταμορφώσεις μιας νέας γλώσσας – ηθικής, μιας κοινής στάσης τοποθετημένης που θα διεκδικήσει επιτέλους τον χώρο της απέναντι σε έναν γερασμένο και καταδικασμένο μέλλοντα.