Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ SPECIAL OLYMPICS

Του Βαγγέλη Γεωργίου

Συνήθως παίρνω το τρόλεϊ 10 για να επιστρέψω στο σπίτι μου. Πολλές φορές η ώρα είναι περασμένες 12 το βράδυ. Πρόσφατα, τέλη Ιουνίου, όταν το 10 έφτανε στο ύψος του Παναθηναϊκού Σταδίου άκουγα τους ήχους μετάλλων, κάπου κάπου φαίνονταν οι λάμψεις από ηλεκτροσυγκολλήσεις, πανύψηλοι γερανοί στήνονταν ενώ τεράστιοι προβολείς «έσκιζαν» δοκιμαστικά τον κατάμαυρο ουρανό σα να επίκειται εναέριος βομβαρδισμός. Ένας πυρετός από προετοιμασίες για το «μεγάλο» γεγονός..Special Olympics.
Από εκείνες τις πρώτες μέρες μέχρι και πρόσφατα το ραδιόφωνο και η τηλεόραση μονοπωλούνταν από τους αθλητές των συγκεκριμένων αγώνων: «με λένε Τάδε, δεν με ξέρετε, δεν σας ξέρω αλλά θέλω να ρθείτε να με χειροκροτήσετε κτλ κτλ..». Εγώ προσωπικά δεν πήγα. Πήγαν όμως φίλοι μου όπως και χιλιάδες συμπολίτες, τους χειροκροτήσανε και φυσικά τους λυπηθήκανε. Η συνταγή ήταν εύκολη καθώς πέρασε στον κόσμο η αντίληψη ότι πρόκειται για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες. Μόνο που σε αυτούς το άθλημα είναι αυτό που προσαρμόζει και γαλουχεί τον αθλητή και όχι ο αθλητής το άθλημα. Στους Παραολυμπιακούς υπάρχει άμιλλα και αγωνιστικό πνεύμα με ανάλογη επιβράβευση, στους Special Olympics «ε, ας τα βραβεύσουμε όλα τα παιδιά». Αυτό δυστυχώς θέλανε κάποιες κυρίες και κύριοι της διοργάνωσης: να λυπηθούμε τους «καημένους» ανθρώπους και να τους δώσουμε λίγη σημασία. Μια σημασία που κόστισε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Τώρα λοιπόν που λήξανε οι special αυτοί αγώνες, οι άνθρωποι με νοητική αναπηρία θα επιστρέψουν είτε στις οικογένειές τους είτε στα ιδρύματα τους. Αυτά τα ιδρύματα όμως, υπόψη, ότι δεν χαρακτηρίζονται από θορύβους μετάλλων, κατασκευών και επισκευών όπως συνέβη ευλαβικά στο Καλλιμάρμαρο. Εδώ τα πράγματα είναι «απλά», τόσο «απλά» που η απλή εγκατάσταση καλοριφέρ(20.000 €) στο Ειδικό Σχολείο στη Φθιώτιδα είναι αδύνατη λόγω έλλειψης χρημάτων. Στα ιδρύματα δεν υπάρχουν ευαίσθητοι θεατές που πραγματικά επιδοκιμάζουν τους «αθλητές». Εδώ τα πράγματα είναι πιο αφανή, πιο σκοτεινά με υπαλλήλους πολλές φορές ακατάλληλους. Τον περασμένο Μάρτιο το ΚΕΠΕΠ Λεχαινών μέτρησε δύο θανάτους νέων ηλικιακά τροφίμων μέσα σε 48 ώρες. Ενώ στα Special Olympics οι φιλάνθρωποι διοργανωτές προσφέρουν «κίνητρα» υπό την επίφαση της αθλητικής γιορτής στο εν λόγω ΚΕΠΕΠ οι τρόφιμοι, ντυμένοι με ολόσωμες γκρίζες φόρμες, περιφέρονται στην κοινόχρηστη αίθουσα του ισογείου, χωρίς ερεθίσματα, χωρίς καθίσματα, με μία φθαρμένη μοκέτα. Στο Καλλιμάρμαρο, για δέκα μέρες, στήσανε ράμπες πρόσβασης και μετακίνησης, με τους εθελοντές να συνοδεύουν τους «αθλητές», τη στιγμή που οι τυφλοί μας, καθημερινά, σκοντάφτουν πάνω στα καρτοτηλέφωνα που είναι τοποθετημένα στα πεζοδρόμια.
Μπορώ να αποδεχτώ τους Special Olympics μόνο σαν ένα δεκαήμερο και φανταχτερό συγνώμη των «ευαίσθητων» και έξυπνων φιλάνθρωπων προς τους νοητικά ανάπηρους και ευεργετούμενους. Αλήθεια, θεωρούμε ότι η συμπυκνωμένη, χρονικά, γιορτή των Special Olympics μπορεί να αντισταθμίσει την χρόνια εγκληματική αδιαφορία της πολιτείας, των πολιτών και των διοργανωτών προς τους ανθρώπους αυτούς;

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

ΠΟΣΟ ΑΓΑΠΑΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟ;

Του Πέτρου Μαρκάκη

Από εκείνη την Τετάρτη, όταν ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο στη Βουλή και όλοι παρακολουθούσαμε, άφωνοι και ανήμποροι, την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας, ένα ερώτημα βασανίζει το μυαλό μου: πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο;
Καταρχήν επιβάλλεται να κάνω δυο διευκρινίσεις: πρώτον, το ερώτημα δεν περιορίζεται στα γεγονότα της Τετάρτης. Και δεύτερον, το ερώτημα δε θέτει υπό αμφισβήτηση την προθυμία του κάθε Ελληνα να υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη μπροστά σε οποιοδήποτε έξωθεν κίνδυνο.
Συνεπώς, το ερώτημα επικεντρώνεται στο πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν συμβιώνουμε μέσα στην επικράτεια του, με τις δομές και τους θεσμούς του, δηλαδή στο βαθμό που τον αντιλαμβανόμαστε ως το κοινό μας σπίτι.
Πόσο αγαπάμε, λοιπόν, αυτό τον τόπο, όταν οι πολιτικοί μας σκορπούσαν για δεκαετίες ολόκληρες αλόγιστα τις πιστώσεις που μας έδινε η ΕΕ, για να βγαίνουν στα μπαλκόνια και να εισπράτουν πρώτα ζητωκραυγές και μετά ψήφους;
Πόσο αγαπάμε αυτόν τον τόπο, όταν πάλι οι πολιτικοί μας φόρτωναν αυτόν και τις πλάτες μας με τεράστια δανεικά, για να συντηρούν ένα καταστροφικό πελατειακό κράτος, και μας κοίμιζαν, λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι θωρακισμένη»;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι από εμάς γέμισε τις τσέπες του με τους πόρους που του ανήκαν, και αδιαφορώντας για την κατάρρευση του;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν ένα κομμάτι των πολιτών του έχει αυξήσει την περιουσία του με τη συστηματική φοροδιαφυγή, συνεπικουρούμενο από ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έκανε ό,τι μπορούσε για να την ενισχύσει; Και όταν αυτό το κομμάτι κάνει τώρα ό,τι μπορεί για να συμβάλλει στα κέρδη των τραπεζών του εξωτερικού, μεταφέροντας ένα μεγάλο μέρος των ρευστών περιουσιακών του στοιχείων έξω από τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν εφοριακοί που τοποθετήθηκαν, για να μεριμνήσουν για την είσπραξη εσόδων του κράτους, διαγράφουν συστηματικά ένα μεγάλο κομμάτι των εσόδων αυτών, αρκεί ένα ποσοστό τους να βρει το δρόμο για τις τσέπες τους;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν του στερούμε τις επενδύσεις που έχει ανάγκη σαν μάννα εξ ουρανού, με απαιτήσεις συγκέντρωσης πακτωλού εγγράφων, τα οποία μοναδικό σκοπό έχουν το «γρηγορόσημο», που θα εισπράξουν υπάλληλοι του Δημοσίου και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν νοσοκομειακοί γιατροί έχουν αναγάγει το fakellaki σε διεθνή ορολογία διαφθοράς, εκμεταλλευόμενοι την αγωνία των ασθενών, και εξαπατώντας τους φορολογούμενους που τους πληρώνουν, ενώ εισπράττουν ταυτόχρονα, μαύρο, αφορολόγητο, χρήμα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν από το 2008 και μετά σπάμε και ρημάζουμε συστηματικά το κέντρο της πρωτεύουσας του, παραλύουμε τον εμπορικό πνεύμονά της και, μάλιστα, σε συνθήκες πτώχευσης, όταν ακόμα και η ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα αποτελεί τονωτική ένεση για τη χώρα;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν η αστυνομία, που είναι επιφορτισμένη να διασφαλίζει την τάξη, παίζει εδώ και χρόνια πετροπόλεμο με μια χούφτα μπαχαλάκηδες, και δε θέλει ή δεν μπορεί να τους συλλάβει, ενώ συχνά εκτονώνεται με επιθέσεις ενάντια σε πολίτες, που δεν έχουν καμιά σχέση με τη βία;
Πόσο αγαπάμε αυτό τον τόπο, όταν καταστρέφουμε το μοναδικό σχεδόν έσοδό του, τον τουρισμό, είτε επειδή μετατρέπουμε την πρωτεύουσα σε πεδίο μάχης, είτε επειδή βάζουμε το στενό κλαδικό συμφέρον πάνω από το γενικό και άλλοτε εμποδίζουμε τα κρουαζιερόπλοια να αποβιβάσουν τους τουρίστες, άλλοτε πάλι εμποδίζουμε τα πλοία της γραμμής να αποπλεύσουν;

Το ερώτημα «πόσο αγαπάμε τον τόπο» δεν παραπέμπει ούτε στην πατριδολατρεία, ούτε σε «ακραιφνή εθνικά φρονήματα», όπως τα λέγαμε παλιά.

Είναι ένα ερώτημα που ζητάει άμεση απάντηση.
Γιατί, αν τον αγαπάμε, τότε θα πρέπει επειγόντως να ξανασκεφτούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση και τη συμπεριφορά μας απέναντί του.
Αν, πάλι, δεν τον αγαπάμε, τότε ας μην περιμένουμε, τουλάχιστον, ότι οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί και τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ θα τον αγαπήσουν περισσότερο από εμάς.
Εκτός κι αν μας διακατέχει η κουτοπόνηρη σκέψη: «Εντάξει, δεν τον αγαπάνε, αλλά δεν τους παίρνει να μη μας βοηθήσουν.»
Η σκέψη αυτή δεν εκφράζει μόνο έναν ακραίο κυνισμό, αλλά και ένα απροκάλυπτο μίσος για τον τόπο.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ «ΝΤΟΥΝΤΟΥΚΑΣ» ΤΑΙΖΕΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ.

Του Τάσου Παππά

Η έκπληξη για τη διάχυση της βίας δεν είναι δικαιολογημένη, ειδικότερα όταν εκφράζεται από συλλογικότητες και πρόσωπα που συστηματικώς επιδίδονται στη λεκτική βία. Η ρητορική οξύτητα και ο πόλεμος όλων εναντίον όλων που επικρατούν στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση καλλιεργούν το έδαφος για τα φαινόμενα βίας στους δρόμους.
Το κλίμα που υπάρχει στην πολιτική σκηνή παραπέμπει σε εμφυλιοπολεμικές περιόδους, τότε που ο στόχος δεν ήταν η αντίκρουση της πολιτικής θέσης του άλλου, η εξουδετέρωση της δυναμικής του μηνύματός του με την κατάθεση επιχειρημάτων, αλλά η δυσφήμησή του, η δαιμονοποίησή του και, τελικώς, ο εξοστρακισμός του από τη δημόσια σφαίρα με την ένταξή του στην κατηγορία των εχθρών του έθνους ή του λαού.
Μία φράση του Τρότσκι για τον Στάλιν την εποχή της μεγάλης ρήξης στο κόμμα των Μπολσεβίκων αποδίδει με ακρίβεια την κατάσταση: «δεν σημαδεύει τις ιδέες του αντιπάλου, σημαδεύει το σβέρκο του».
Όταν, για παράδειγμα, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θ. Πάγκαλος αποκαλεί τα στελέχη ενός κόμματος «ντιντήδες των βορείων προαστίων», ή προκαλεί με τις δηλώσεις του πολίτες αυτής της χώρας [«κοπρίτες», «μαζί τα φάγαμε»], ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για να ξεμυτίσει ένας ισοδύναμα εμπρηστικός λόγος που, αναγκαστικά, θα κινηθεί στο ίδιο ισοπεδωτικό και απαξιωτικό ύφος.
Όταν παράγοντες κόμματος, διανοούμενοι και δημοσιολόγοι μιλούν για «κυβέρνηση προδοτών», «Κουίσλιγκ» «κοινοβουλευτική χούντα» και χαρακτηρίζουν τον πρωθυπουργό «Τσολάκογλου», δεν μπορούν μετά να εμφανίζονται ενοχλημένοι επειδή στην πλατεία Συντάγματος φιγουράρει σε περίοπτη θέση το πανό με το ανιστόρητο και άθλιο σύνθημα ότι «η Χούντα δεν έπεσε το 1973».
Όταν νομίζεις ότι έχεις το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδεις πιστοποιητικά πατριωτισμού, αγωνιστικότητας και αριστεροσύνης , δεν μπορείς στη συνέχεια να οργίζεσαι που κάποιοι άλλοι με την ίδια απύθμενη ελαφρότητα σε τοποθετούν στην κατηγορία των εθνικιστών, των εξτρεμιστών, των μισθοφόρων του κενού και σε συνδέουν με τις ομάδες που οργανώνουν βανδαλισμούς, επιδρομικές επιχειρήσεις και υπηρετούν τις ιδεολογίες του νιχιλισμού και της καταστροφής.
Η λογική του μηδενικού αθροίσματος που επικυριαρχεί σ’ ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος και σ’ ορισμένους εξ αυτών που εκφέρουν δημόσιο λόγο από κεντρικούς διαύλους ενημέρωσης, είναι επικίνδυνη γιατί κλείνει όλες τις διόδους επικοινωνίας. Αν ο διάλογος και ο συμβιβασμός θεωρούνται εκ προοιμίου προδοτικές πράξεις, αν είναι δεσπόζον και περίκλειστο το σχήμα «εχθρός -φίλος», απομένει μόνον ο δρόμος της σύγκρουσης.
Δυστυχώς, νερό σ’ αυτό το μύλο του μίσους, της νοσηρότητας και των προκαταλήψεων ρίχνει και η «δημοσιογραφία της ντουντούκας». Έχει κανείς την αίσθηση ότι η σφαιρική ενημέρωση, ο ψύχραιμος σχολιασμός και η τήρηση αποστάσεων ασφαλείας από τα διαδραματιζόμενα [προϋποθέσεις απαραίτητες για την ανιδιοτελή άσκηση του επαγγέλματος], έχουν υποκατασταθεί από το λίβελο, την ιαβέρεια στάση, τη στρατευμένη [σε παρατάξεις και συμφέροντα] ανάλυση, την πομπώδη καταγγελία, τις κραυγές.
Το σκηνικό συμπληρώνουν οι δίκες προθέσεων. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα όπου οι δημοσιογράφοι ξεκατινιάζονται, υβρίζοντας ο ένας τον άλλο, σε τέτοιο βαθμό στα ηλεκτρονικά, έντυπα και διαδικτυακά μέσα. Είτε θα είσαι φερέφωνο της διαπλοκής, είτε βαποράκι του συστήματος, είτε οργανικός διανοούμενος της πλουτοκρατίας, είτε τσιράκι της εργοδοσίας, είτε αριστοτέχνης της μνησικακίας, είτε νοσταλγός ολοκληρωτικών καθεστώτων, είτε προστάτης της ένοπλης ανυπακοής, είτε υπονομευτής του κοινοβουλευτισμού. Προφανώς, ξεχνούμε ότι οι λέξεις είναι όπλα. Ενίοτε, φονικότερα από τα πραγματικά.

ΓΑΖΑ: Η ΔΙΠΛΗ ΝΤΡΟΠΗ.

Του Ριχάρδου Σωμερίτη

Μια δημοκρατική κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Με την υπογραφή του «θαλασσοδαρμένου» κ. Παπουτσή, η κυβέρνηση απαγόρευσε τον απόπλου από όλα τα ελληνικά λιμάνια κάθε πλοίου που θα μετείχε στον «στολίσκο ελευθερίας» με προορισμό τη Γάζα. Προσθέτοντας μάλιστα ότι θα παρακολουθούσε με τα μέσα που διαθέτει κάθε ύποπτη κίνηση στην Ανατολική Μεσόγειο! Δεν μας εξήγησε όμως το γιατί της διπλής αυτής απόφασης. Προφανώς έκρινε ότι αρκούσε για την ενημέρωσή μας το «αποφασίζουμε και διατάσσουμε». Κυρίως όταν ισχύει πάραυτα. Και η αιφνίδια «ιδέα» μεταφοράς βοήθειας από τον ΟΗΕ δεν είναι παρά θλιβερό επικοινωνιακό μπάλωμα.
Διαφωνώ με την αυταρχική απαγόρευση και επιμένω ότι για μια τόσο σοβαρή απόφαση ίσως και εν όπλοις συνεργασίας με το Ισραήλ, που οδηγεί στην καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων, επιβάλλονται εξηγήσεις. Η Γάζα είναι ένα μεγάλο γκέτο ή αν προτιμάτε ένα «αυτοδιοικούμενο» στρατόπεδο συγκέντρωσης. Την θέλησε έτσι το Ισραήλ του Σαρόν ενώ οι διάδοχοί του απαντούν με βομβαρδισμούς σε κάθε (αναγκαστικά περιορισμένης έκτασης) απόπειρα αντίστασης της εξτρεμιστικής οργάνωσης Χαμάς που όμως κυριαρχεί εκεί μετά από εκλογές.
Πρόσφατα οι παλαιστινιακές ηγεσίες κατάφεραν επιτέλους να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Για τον λόγο αυτό το Ισραήλ απειλεί να διακόψει κάθε διαπραγμάτευση με την αναγνωρισμένη διεθνώς, επίσημα ή ημιεπίσημα, κυβέρνηση της Ραμάλα. Ούτως ή άλλως το Ισραήλ συνεχίζει να χτίζει αποικίες στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και όλοι καταλαβαίνουν ότι αν δεν τις διαλύσει και αν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις για βελτιώσεις, δεν επανέλθουν οι ισραηλινοί στα μόνα σύνορα που τους αναγνωρίζονται δεν θα υπάρξει ποτέ λύση του παλαιστινιακού ό,τι κι αν λένε ο ΟΗΕ, οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, όλοι. Και τι θα έλεγε η «διεθνής κοινότητα» αν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφάσιζε ότι δεν δέχεται καμιά συζήτηση με τη σημερινή ακροδεξιά κυβέρνηση του Τελ Αβίβ των κ. Νετανιάχου και Λίμπερμαν;
Με αυτή την ακροδεξιά κυβέρνηση η δική μας αποφάσισε να συμμαχήσει. Η συμμαχία αυτή, με την υπόθεση του στολίσκου, προσέλαβε μια ακόμα μεγαλύτερη διάσταση. Λένε πολλά (αντισημιτικά αν αναλυθούν) για τη βοήθεια που υποτίθεται μας χαρίζει το Ισραήλ διαμέσου του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών που ελέγχει. Μας προσφέρουν, λένε, και τζάμπα ενεργειακό μέλλον. Για κάποτε…
Αν έχουμε φτάσει ως εκεί, απλά, ντροπή μας. Πρώτον για την απλοϊκότητα της πολιτικής μας. Και δεύτερον για την ιστορική «κωλοτούμπα». Αλλά ντροπή μας επίσης διότι όλα αυτά έγιναν χωρίς δημόσια εξήγηση από μέρους της κυβέρνησης. Μήτε καν για την απόφαση σχετικά όχι με κάποιους όρους ειρηνικής συμπεριφοράς των εθελοντών αλλά με την απαγόρευση απόπλου σε ελεύθερους πολίτες δικούς μας και ξένους που θέλουν να εκφράσουν την ανθρώπινη και όχι αναγκαστικά ιδεολογική αλληλεγγύη τους με τους διπλά αιχμάλωτους της Γάζας: τους αιχμάλωτους των Ισραηλινών αλλά και των φανατικών της Χαμάς.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΧΡΕΙΑΣΤΟΙ ΑΓΙΟΙ.

του Παντελη Μπουκαλα

Από παλιά έχω τη μανία να μαζεύω -ακόμα κι από την άσφαλτο, τσαλαπατημένες- προκηρύξεις κομμάτων, συνδικάτων, οργανώσεων, συλλόγων ή και ατόμων, με την ανυπόστατη ελπίδα ότι θα μου δοθούν ο καιρός και η μέθοδος να αναζητήσω τα στερεότυπα του προκηρυκτικού πολιτικού λόγου. Με τη δική τους μανία όμως οι συγγραφείς και διακινητές προκηρύξεων να μην αναγράφουν ημερομηνία στο εκάστοτε κείμενό τους που επιχειρεί να διαφωτίσει τον λαό, δυσχεραίνουν, αν δεν καθιστούν αδύνατη, ακόμα και τη χρονολογική κατάταξή τους. Εσκεμμένη μού φαίνεται ώρες ώρες η παράλειψη αυτή, ένα τέχνασμα. Γιατί αν μπορούσες να βάλεις σε χρονική σειρά τις προκηρύξεις, θα διαπίστωνες πως είχες δίκιο να υποθέτεις ότι το κόπι-πέιστ άρχισε να λειτουργεί πριν εισαχθούν στην αγορά οι υπολογιστές με τις ευκολίες τους: Από τη μια Πρωτομαγιά την άλλη, από το ένα Πολυτεχνείο στο άλλο, από τη μια πανελλαδική απεργία στην επόμενη, ελάχιστα πράγματα διαφοροποιούνται, όχι μόνο στα συνθήματα, αλλά και στις σχοινοτενείς αναλύσεις ή εκθέσεις ιδεών που παρατίθενται πριν δοθούν, δίκην ηθικού διδάγματος, τα συνθήματα με μεγάλα γράμματα. Ο,τι συμβαίνει στον επίσημο πολιτικό ή πολιτικοφανή λόγο, της Βουλής και των διαγγελμάτων, όπου οι λογογράφοι έχουν προ πολλού παραιτηθεί από την υποχρέωση της δεύτερης σκέψης και της ανανέωσης, συμβαίνει και στον διαμαρτυρόμενο λόγο των προκηρύξεων: κόπωση και αυτοαναπαραγωγή. Κι ίσως γι' αυτό λείπουν οι ημερομηνίες. Αλλά άχρονα κείμενα δεν είναι καλά και σώνει διαχρονικής αξίας· το ίδιο πιθανό είναι να μείνουν εκτός Ιστορίας, ανείσπρακτα, πολιτικώς αμετάφραστα και αδρανή.
Ένα από τα βράδια λοιπόν της πλατείας Συντάγματος, την οποία πολλοί εμίσησαν, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι (ο καθένας τους για να μη χάσει το μικρό ή μεγάλο μονοπώλιό του, της «ευθύνης» ή της «αντίστασης»), απλώνω το χέρι και παίρνω μια προκήρυξη με τον μεγαλογράμματο τίτλο «Ντροπή Ελληνες». Μακρυγιάννης - στον οικείο του χώρο θα έλεγε κανείς. Στην πίσω σελίδα, κι ύστερα από μια κάποια «εξήγηση» για το κακό που μας βρήκε (οι μετανάστες, ο ευδαιμονισμός, οι ομοφυλόφιλοι, περιέργως μόνο οι Εβραίοι και οι μασόνοι λείπουν), οι υπογράφοντες Αγανακτισμένοι Ορθόδοξοι προτρέπουν τον δήμο, σαν ποίμνιο πια, να αφιερωθεί σε μετάνοιες και προσευχές, ειδάλλως τον περιμένει διπλή κόλαση, επί γης και μετά θάνατον. Πήγα να πιάσω κουβέντα με τον άνθρωπο που μοίραζε τις προκηρύξεις, «μάλλον δεν θα 'λεγε τέτοια πράματα ο Μακρυγιάννης», λέω, «μα τι λέτε, κύριε, έχετε διαβάσει τα «Οράματα και θάματα»;», ήρθαν τελικά και οι απαραίτητοι Εβραίοι και μασόνοι, φως φανάρι, η «ανταλλαγή απόψεων» δεν έβγαζε πουθενά. Ο καλός άνθρωπος, συνεχίζοντας ενστικτωδώς μια μακρά παράδοση, έχει κόψει τον Μακρυγιάννη στα δύο, έχει κρατήσει το ένα μισό, τον άγιο με τα «Οράματα και θάματα», κι έχει κρύψει στο συρτάρι, σαν ανεπιθύμητο, το άλλο μισό, τον στρατηγό δηλαδή με τα «Απομνημονεύματά» του, αλλά κι αυτόν «καθαρισμένο», απομακρυγιαννισμένο. Το ξαναλέω. Δεν πρωτοτυπεί. Ήδη ο Μακρυγιάννης στο μυαλό πολλών, και στη δημόσια χρήση του ονόματός του, είναι ένα σχήμα σχεδόν κενό, ένα φάντασμα, ένας άγιος. Κάτι έχουμε ακουστά, κάτι ψιλοδιαβάσαμε κάποτε, ε, αρκούν αυτά για να τον αναφέρουμε ως υπόδειγμα. Κορφολογούμε κι από τις σελίδες του (ή μάλλον από τις σελίδες άλλων που μιλούν γι' αυτόν μ' έναν προκάτ θαυμασμό που αδιαφορεί για την κειμενική πραγματικότητα) ό,τι μας εξυπηρετεί και πορευόμαστε.
Δεν συμβαίνει μόνο με τον Ρουμελιώτη στρατηγό αυτό. Και με τον Σολωμό τα ίδια και με τον Ρήγα, και με τους αρχαίους και, για να έρθουμε πιο κοντά στα χρόνια μας, με τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Σεφέρη... Έτσι, την ίδια ακριβώς στιγμή που τιμάμε τον Μακρυγιάννη σαν αποϊστορικοποιημένο άγιο, απαγορεύοντάς του στην ουσία να μας δείξει και να μας διδάξει οτιδήποτε, μέσα στο μυαλό μας κυκλοφορεί σαν άδειο σχήμα επίσης, σαν φάντασμα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, σαν άγιος κι αυτός. Και δεν μπαίνουμε στη σκέψη (ίσως επειδή δεν μας έμαθαν στο σχολείο να μπαίνουμε σε τέτοιες αιρετικές, αν όχι αντεθνικές σκέψεις) ότι οι δύο συγκεκριμένοι «άγιοι» δεν χωρούν στο ίδιο εικονοστάσι, αφού όσο συναγωνιστές υπήρξαν, άλλο τόσο συγκρούστηκαν· δεν μπαίνουμε δηλαδή στη σκέψη ότι, αν θέλουμε να μάθουμε κάτι από την Ιστορία, είναι ότι το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να τους κατεβάσουμε από το εθνικό εικονοστάσι, από το ύψος της τεχνητής αγιοσύνης, και να τους τιμήσουμε σαν ανθρώπους, τρανούς, ήρωες, αλλά με όλα τα γνωρίσματα των ανθρώπων, καλά και κακά, και μάλιστα όσων βρίσκονται σε πόλεμο, απελευθερωτικό ή εμφύλιο. Ως αποτελεσματικά παραδείγματα άλλωστε μόνο οι άνθρωποι μπορούν να λειτουργήσουν, όχι οι άγιοι με την απρόσιτη αίγλη τους.
Λέει, ας πούμε, ο Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματά» του: «Νόμους γυρεύει και σύστημα να πάγει η πατρίς ομπρός. Ο Κολοκοτρώνης όμως κι ο Μεταξάς κι οι άλλοι οι τοιούτοι καθημερινούς εφύλιους πολέμους θέλουν και φατρίες· αυτοί τους γέννησαν κι από αυτούς προχώρεσαν κι οι Αράπηδες». Κι αλλού: «Ο Κολοκοτρώνης και οι συντρόφοι του, οδηγημένοι από τον Καποδίστρια διά να μείνουν τα σύνορα περιγιορισμένα, ήθελαν να συκοφαντούνε τους Eλληνες ότ' είναι θερία κι ανάξιοι της λευτεριάς τους. Τότε διά να πετύχει αυτό ο Κυβερνήτης, είπε του Κολοκοτρώνη και συντροφίας να βγάλουν παντού ληστάς, κι όπου βρίσκουν περιηγητάς γύμνωμα, ό,τι μπορέσουνε». Δεν μοιάζουν με συναξάρι όλα αυτά. Αλλά εδώ είναι το λάθος, το αενάως κληροδοτούμενο λάθος: να πιστεύουμε (να δασκαλευόμαστε για να πιστεύουμε) ότι χρειαζόμαστε αγίους, τάχα γιατί, αλλιώς, τραυματίζεται η εθνική μας αυτοεκτίμηση, και να φτάνουμε έτσι να τους κατασκευάζουμε, κόβοντας την Ιστορία σε φέτες και διαλέγοντας. Η Ιστορία ωστόσο θα μπορούσε να μας πει, διά στόματος αρμοδιοτάτου, του Γιάννη Βλαχογιάννη, ότι τα γραπτά των ανθρώπων δεν είναι ευαγγέλια εξ αποκαλύψεως συνταγμένα, ότι δηλαδή ο Μακρυγιάννης «δεν είναι μεν μάταιος, ούτε αλαζών και καυχηματίας, πάντως όμως μέγα φρονεί περί εαυτού, λίαν ενδιατρίβει περί τας ιδίας πράξεις και τους ιδίους λόγους, όσον δε νομίζει ότι αυτός και πράττων και λέγων ευρίσκεται εν δικαίω, τόσον επιδεικνύει τους άλλους σφαλλομένους, και λέγοντας και πράττοντας». Όσο για τον Κολοκοτρώνη και τα δικά του «Απομνημονεύματα», η Ιστορία θα έβρισκε και πάλι αρμοδιότατο στόμα, του Γεωργίου Τερτσέτη, για να μας πει: «Ποιος ζωγραφίζεται αναμάρτητος εις το βιβλίον; Ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης. Τα λάθη του, τας ελλείψεις του δεν θα μάθωμεν από το βιβλίον του». Που σημαίνει ότι διαβάζουμε για να μάθουμε, όχι για να λιβανίσουμε και να σταυροκοπηθούμε.
Και τους αρχαίους βέβαια σαν προ Χριστού και χριστιανισμού αγίους τούς αντιμετωπίζουμε, σαν σχήματα, σαν ονόματα δίχως μεδούλι, αδιαφορώντας για τις σφοδρές συγκρούσεις των ίδιων των παλαιών ιστοριογράφων για τον έναν ή τον άλλον μεγάλο. Αλλά γι' αυτά, την άλλη φορά.

ΠΟΙΟΝ ΒΟΛΕΥΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;

Του Οδυσσέα Ιωάννου

Να τελειώνουμε με τους μύθους της μεταπολίτευσης». «Να δούμε κατάματα τους εαυτούς μας». «Να δεχτούμε μόνο την καθαρή αλήθεια». Φράσεις γραμμένες εκατοντάδες φορές τα τελευταία δύο χρόνια. Και με ύφος αυστηρό σαν διαταγή και έπαρση σαν την ανακάλυψη της πυρίτιδας. Κατ' αρχήν η μεταπολίτευση δεν είναι μία και είναι μάλλον ανιστόρητη η «ομογενοποίηση» μιας περιόδου τριάντα εφτά χρόνων. Δεύτερον, κανένας δεν αντέχει να δει κατάματα τον εαυτό του γιατί έχει πολύ μαύρο άσπαστο και φρίκη μη διαχειρίσιμη. Και τρίτον, καθαρή αλήθεια δεν υπάρχει στη φύση, μόνο σε «νοθευμένη» μορφή μπορεί να καταναλωθεί, αλλιώς σε βρίσκουν κοκαλωμένο σε πεζοδρόμιο.
Τα γοητευτικά ψέματα, οι μύθοι, είναι η αόρατη δροσιά που διατηρεί τους ανθρώπους σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Τους κάνει καλόπιοτους. Η άνυδρη αλήθεια μιας επιστημοσύνης, και δη οικονομικής, που χλευάζει τον μύθο -σε μορφή τέχνης ή απλής αφήγησης- για κάθε έλλειμμα που καταφέρνει να συγκρατήσει αφήνει ανεξέλεγκτες δέκα σαρκοβόρες τρύπες που καταπίνουν ζωές. Γιατί το να δούμε την αλήθεια και τον εαυτό μας κατάματα δεν εξαντλείται από τους υποστηρικτές τους στο να παραδεχτούμε πως δεν γίνεται να ζούμε άλλο με κάρτες και δανεικά. Δεν τα χαλάμε εκεί. Αυτό είναι το έλασσον. Όμως, το σαφάρι της αλήθειας και της αφτιασίδωτης πραγματικότητας μία κατάληξη μόνο μπορεί να έχει. Να αιχμαλωτιστούμε στη συγκυρία, να σκαλώσουμε μόνο σε ό, τι αποδεικνύεται, να ζήσουμε σαν υπηρέτες της Ιστορίας, να μην έχουμε στο στόμα γεύση από μέλι όταν γλείφουμε τα δαχτυλάκια της κόρης μας - εφόσον δεν υπάρχει μέλι.
Αυτή η «αλήθεια» βολεύει μόνο όσους δεν είχαν ποτέ παρτίδες με την ευτυχία επί της ουσίας. Στερημένοι από τη μεγάλη τέχνη, άγαρμποι στην τρυφερότητα, άκαμπτοι στα παραμύθια και εν τέλει άρρυθμοι στις ανάσες που διατηρούν τα σώματα ζεστά. Πάθη σε μόνιμη αναμονή. Πουλάνε στο πόπολο την τρομοκρατία της υποταγής στην αλήθεια -τη δική τους- για να τιμωρήσουν ό, τι δεν μπορούν να καταλάβουν.
Και όταν η συζήτηση φτάνει στο όριο, σού πετάνε το οπλισμένο επιχείρημα και νομίζουν πως σε αποστομώνουν. «Δηλαδή αν δεν έχουμε τον Ιούλιο να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις, θα μας σώσουν οι μύθοι, τα γοητευτικά ψέματα και η μεγάλη τέχνη;».
Ησύχασε, τίποτα δεν θα σε σώσει, έτσι κι αλλιώς. Όμως σίγουρα αν σταματήσεις να αισθάνεσαι εκείνα τα μικρά δαγκώματα στα γόνατα τα βράδια που είσαι ευτυχισμένος και αν απολέσεις για πάντα εκείνο το ένζυμο που μετατρέπει τον κοπανιστό αέρα σε ζωή με κάποιο νόημα, τότε ο μισθός τού Ιουλίου απλά θα παρατείνει για έναν ακόμη μήνα το μαρτύριό σου...

Καθημερινη

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΩΝ.

Της Κατερίνας Τζωρτζινάκη 

Ακούσαμε λέξεις αδειανές. Για άλλη μία φορά. Ηχους, χωρίς αντίκρισμα. Χωρίς σάρκα. Αντικατοπτρισμούς. Λέξεις-μάσκα της αδυναμίας ή της αμηχανίας. Παίγνια και λογοπαίγνια, ειρωνείες και ελαφρότητες επί προσωπικού, ανάμεσα στην ανία και την κατήφεια, τις αφαιρέσεις και τις καθιζήσεις. Για το περιεχόμενο του σχεδίου μόνο γενικότητες, σε τρεις συμπυκνωμένες μέρες που έγερναν απελπιστικά από το βάρος της δραματοποίησης, χωρίς να αποδίδεται η δραματικότητα των γεγονότων με πειθώ, αλλά με «πιστόλια» και «μαχαίρια».
«Δεν υπάρχει τίποτα γλυκό και πρέπον στο να πεθάνεις στο σύγχρονο πόλεμο», έλεγε ο Χέμινγουεϊ, με εμπειρία τριών μεγάλων πολέμων, περνώντας ξυστά από το θάνατο. Ο θάνατος δεν είναι επιλογή, είναι σιδερένια νομοτέλεια. Δεν υπάρχει τίποτε γλυκό στο να πεθάνεις από μαχαίρι ή στο να πέσεις από σφαίρα. Δεν μας παρηγορούν καθόλου. Δεν μας παρηγορούν τα προσωπικά τους δράματα και τραύματα, ούτε βολευόμαστε με τη συμπάθεια, που σκιαγραφεί την τέχνη της τηλεπάθειας των συγκινήσεων.
Ο λόγος τους δεν μας χόρτασε. Ισως, γιατί έκρυβε άτεχνα αυτό που έξοχα απαθανάτισε ο Τεοντόρ Ζερικό στο έργο του «Σχεδία της Μέδουσας». Δεν υπάρχει ούτε ήρωας ούτε μήνυμα. Μόνον τα βάσανα των ναυαγών και το μαρτύριό τους, που μένει άδοξο. Επιβιβαστήκαμε στη σχεδία της Μέδουσας. Επιβιβαστήκαμε στη σχεδία της απόγνωσης. Ενα παραζαλισμένο κοπάδι απελπισμένων, εγκαταλελειμμένων από τους ηγέτες τους, όπως και στον εμβληματικό πίνακα. Και τώρα τι; Μετά το Μεσοπρόθεσμο τι; Μετά το Μεσοπρόθεσμο πώς;
Πόσο θα συνεχίσουμε να θαλασσοδερνόμαστε αβοήθητοι, τρώγοντας ο ένας τον άλλον; Πόσοι θα μετρηθούμε και θα αναμετρηθούμε με την ένδεια και την κατάδυση στην ομίχλη; Πόσοι θα σωθούν και θα συρθούν προς την ακτή; Πόσους θα καταβάλει ο πανικός και ο φόβος; Ποιος θα μας περιμαζέψει; Το «Αργος» της Ευρώπης, συνοδευτικό πλοίο της «Μέδουσας»; Στη μυθοπλασία υπάρχει σωτηρία -για λίγους- και θέληση για ζωή. Στη χώρα των πυροτεχνημάτων;

ΟΙ ΔΥΟ ΕΠΙΛΟΓΕΣ.

Του Κώστα Γιαννακίδη

Το μεσοπρόθεσμο είναι η σωτηρία της χώρας. 'Οχι, το μεσοπρόθεσμο είναι η καταστροφή της.
Οι κουκουλοφόροι ευθύνονται για την έκρηξη της βίας. Λάθος, είναι η αστυνομία που χτυπάει και ψεκάζει αδιακρίτως.
Είναι αποκρουστικό να βλέπεις κρεμάλες έξω από τη Βουλή. Γιατί, οι άλλοι μέσα στο Κοινοβούλιο καλύτεροι είναι;
Στη λαϊκή συνέλευση του Συντάγματος ακούγονται και βλακείες. Μέσα στη Βουλή ακούγονται περισσότερες.
Αποτελεί αδίκημα να μην πληρώνεις εισιτήριο. Αδίκημα και μάλιστα μεγαλύτερο δεν είναι να παίρνεις μίζες;
Υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες δημοσιογραφικές προσεγγίσεις. Τα media είναι συνυπεύθυνα, ομοίως και οι υπάλληλοι τους.
Και ποιος είσαι εσύ που μιλάς; Εγώ πάντως δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά.

Φανταστείτε ότι έχετε δύο αντίθετους πόλους. Ανάμεσά τους παράγεται όλο αυτό το ρεύμα που κεραυνοβολεί τώρα την κοινωνία. Δεν ξέρω αν ένα από τα γραμμάτια που εξοφλούμε τώρα είναι η έλλειψη παιδείας. Πιθανότατα και να είναι. Είναι, όμως, βέβαιο ότι πληρώνουμε και τον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να συζητούμε. Εδώ και καιρό δεν κάνουμε διάλογο, ίσως να μην κάναμε και ποτέ. Φωνάζουμε με δύναμη ο ένας στον άλλον. Και εσχάτως ενοχοποιήσαμε τη μέση άποψη, την κοινή λογική. Άποψη που δεν επιλέγει άκρο είναι καταδικασμένη να εκφέρεται σαν ψίθυρος κάτω από την απαξίωση. Η θέση που μεταφέρει την κοινή λογική στο διάλογο θυμίζει γαζέλα στο ξέφωτο της ζούγκλας-δεν ξέρει καν από που θα της χιμήξουν.
Ίσως πάλι να φταίει η ένταση που μας διακατέχει όταν διοχετεύεται στο σημερινό επικοινωνιακό περιβάλλον. Για να ακουστείς πρέπει να φωνάξεις. Και για να γίνεις κατανοητός οφείλεις να είσαι εύληπτος, απλός. Θα πάρεις είτε το άσπρο, είτε το μαύρο. Το γκρίζο δεν διεγείρει οπτικά νεύρα, δεν προσελκύει ματιές. Και αν οι χαμηλοί τόνοι τεντώνουν τα αυτιά, οι δυνατοί φτάνουν πιο γρήγορα στον εγκέφαλο. Γινόμαστε απλοϊκοί στο λόγο που μοιραζόμαστε. Με μόλις δύο επιλογές. Αυτό μερικές φορές λέγεται και φασισμός.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ, ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,ΚΛΟΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ.

"Δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.."


•Ένα καταπληκτικό σημερινό άρθρο του κ.Μ.Μάουζερ*στους New York Times που αξίζει να διαβαστεί:

"Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ισως προκαλεί έκπληξη που... αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης.
Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας. Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. "Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου", έγραψε ο Σέλεϊ στο ποιημά του "Ελλάς", "το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχθηκε και έλαμψε! " Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην "ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη" στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική, εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.
Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο. Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έλληνες και τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.
Η ελληνο - τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές. Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Αξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο - ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας.
Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή. Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις.
Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης. Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη - μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.
Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ενωση. Προανήγγηλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του '90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη. Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ενωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή.
Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του '90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και θα θέσει το ερώτημα: "ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;".
Η Ευρωπαϊκή Ενωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη - κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα. Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.

*Μαρκ Μαζάουερ,
Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας,
καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ.


ΗΣΥΧΙΑ.

Της Στέλλας Αλαφούζου

Μισή αράδα δεν μπόρεσα να γράψω για τις εξελίξεις και τα επεισόδια. Η βία μου δίνει μια αμηχανία τέτοια που δεν έχω λέξεις. Όπως συμβαίνει στους εφιάλτες εκείνους που σε σκοτώνουν και θέλεις να φωνάξεις αλλά δεν...
Το πρωί της επομένης των επεισοδίων με βρήκε σε μια διαδρομή από τα βόρεια προάστια στο κέντρο της Αθήνας.Τίποτα δεν ήταν ίδιο. Ακόμη και ο χρόνος που δίνει το πράσινο φανάρι στους πεζούς, έμοιαζε υπεραρκετός. Έβλεπα τα πάντα σαν σε αργή κίνηση αλλά ήθελα να τελειώσει γρήγορα αυτή η «απόλαυση». Ώρες ώρες το να μπορείς να βλέπεις με την ησυχία σου τις λεπτομέρειες δεν έχει καθόλου πλάκα.
Δεν ξέρω πού πάμε. Φοβάμαι πως οι ζωές μας δεν γίνεται στο ελάχιστο να πλησιάσουν όσα ονειρευόμασταν ότι θα… Και δεν ξέρω τι είναι πιο συμβατικό τελικά. Το ότι θα πρέπει να προσαρμοστούμε σε πάσης φύσης στερήσεις και να ζήσουμε μια ζωούλα «όπως»… ή το ότι θα πονέσουμε πολύ που δεν θα μπορέσουμε να φέρουμε τον κόσμο τούμπα για να ζήσουμε όπως πραγματικά θέλουμε;
Μπερδεμένα τα γράφω, αλλά απόψε νιώθω σαν να ‘μαι συνοδηγός σε αυτοκίνητο, όπου πίσω μου ακριβώς κάθεται ο εαυτός μου. Γυρίζω να κοιτάξω τη φράντζα μου στον δεξιό καθρέφτη και με βλέπω στις πίσω θέσεις να με παρατηρώ που φτιάχνω τη φράντζα μου. Τρομάζω γιατί είναι η πρώτη φορά που στ΄ αλήθεια κοιταζόμαστε στα μάτια. Και δυστυχώς μοιάζουμε… Ευτυχώς το αυτοκίνητο το οδηγεί άλλος από εμάς.