Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΚΑΤΑ.

Του Άρη Δαβαράκη

Όλο και περισσότερο σφίγγει το ζωνάρι, όλο και περισσότερα καρφιά προστίθενται στον λαιμοδέτη μας, όλο και κονταίνει το λουρί μας – από συνεννόηση σε συνεννόηση. Γύρισε πάλι ο Πρωθυπουργός μας κομίζοντας δήθεν «καλά νέα» - το ζόρι θα επιμηκυνθεί και θα έχουμε τη μεγάλη χαρά να μαζοχιζόμαστε για πολλά ακόμα χρόνια, δεκαετίες πια, απολαμβάνοντας τις περικοπές των μισθών μας, τον περιορισμό των δαπανών μας, την εκποίηση όλης της περιουσίας μας. Αντίτιμο η μεγίστη ευτυχία να παραμείνουμε Ευρωπαίοι, να μην πτωχεύσουμε ή φύγουμε από το Ευρώ, να ξεπληρώσουμε τα χρέη μας και να «ματώσουμε» όσο γίνεται περισσότερο, «μετανοώντας» για τις κακές μας πράξεις και τις αλόγιστες σπατάλες μας.
Όλα αυτά βέβαια θα τα κάνουν οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, και οι σκληρά εργαζόμενοι, εμείς που κρατάμε αυτόν τον τόπο ζωντανό ακόμα. Οι απατεώνες της πολιτικής, των ΜΜΕ, των τραπεζών, της διαπλοκής, των εκβιασμών, του εμπορίου των ναρκωτικών και των όπλων, οι ρουφιάνοι, οι νταβατζήδες που πουλάνε σάρκα γυναικεία, εφηβική η και παιδική, παρέα με την crème de la crème της Δικαιοσύνης μας, της Αστυνομίας μας, των Αρχών και των Εξουσιών αυτού του Κράτους δεν χρωστάνε τίποτα σε κανέναν και όσα εγκλήματα και αν έχουν κάνει έχουν προ πολλού παραγραφεί με την κοινή συναίνεση όλων των κομμάτων. Και όχι μόνο αυτό. Αυτοί οι ίδιοι λήσταρχοι με τις παρέες τους που φέρανε τον τόπο ως εδώ και έχουνε το θράσος να μας λένε και ότι «τα φάγαμε παρέα», αυτοί οι επαγγελματίες κλέφτες και σώγαμπροι των εξουσιών και του πλούτου, τα έρποντα σκουλήκια της πολιτικής ζωής μας και τα τρωκτικά των δισεκατομμυρίων του μαύρου χρήματος, όλος αυτός ο εσμός των αθλίων, απείραχτος μας κοιτάζει γελώντας ειρωνικά καβατζωμένος πίσω από δισεκατομμύρια ευρώ χωμένα κάτω απ’ τη λίμνη της Γενεύης ή δεν ξέρω που αλλού. Έχουν το θράσος αυτοί οι ίδιοι, αυτά τα λαμόγια, αυτοί οι ξεπουλημένοι να κόβουνε ακόμα βόλτες εδώ γύρω και ποιος ξέρει, μπορεί μέσα στο βρώμικο μυαλό τους να έχουνε φτιάξει σενάρια που να τους βολεύουν, έτσι ώστε να ελπίζουν πως θα ξανακάτσουνε στο πράσινο τραπέζι με τη τσόχα – που τόσο αγαπήσανε «εδώ και τώρα», σοσιαλιστές και νεοφιλελεύθεροι Έλληνες που για μια μπουκιά χαβιάρι κι ένα παλτό καμηλό, ξαναγράφουνε την Ιστορία μας – και μεταξύ αστείου και σοβαρού, σαν άλλοι Ψινάκηδες, μας βγάζουνε και τον Κολοκοτρώνη πούστη. Δεν το λένε σοβαρά, απλώς το γράφουνε στο μπλόγκ τους για πλάκα - όπως λέει ο Ψινάκης «άει μωρή καλλιαρντή, ξεκουμπίσου από δω» - μόνο που αυτοί δεν είναι Ψινάκηδες και δεν έχουν δηλώσει ποτέ «είμαι η δούλα του Ρουβά». Είναι συγγραφείς και διανοούμενοι πολλών κυβικών, σύμβουλοι σε ιστορικές σειρές και επιμελητές των σχολικών βιβλίων όπου οι Έλληνες παρουσιάζονται στην καταστροφή να συνωστίζονται ποιος θα πρωτομπεί στο καράβι να πάει στη Βενετία για διακοπές ή στο Μιλάνο ν’ ακούσει Όπερα.
Η ξεφτίλα είναι μεγάλη και χρειάζεται γερή ανασυγκρότηση για να μπορέσουμε να ορθοποδήσουμε πάλι και να ανακτήσουμε την χαμένη μας αξιοπρέπεια. Όχι γιατί τα κάναμε θάλασσα με τα οικονομικά μας και πέσαμε έξω ξοδεύοντας περισσότερα απ’ όσα είχαμε. Αλλά γιατί, πράγματι, on est dans la merde. Έχουμε βουτήξει στο σκατό μέχρι το λαιμό και δεν χρειαζότανε ο Ντομινίκ για να μας το υπενθυμίσει. Είναι αλήθεια. Το ζούμε κάθε μέρα. Έχουμε οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο και παρηγοριόμαστε με τα νέα που μας φέρνει ο κάθε Γ.Α.Π, «να μην ανησυχούμε», έχουν κατανόηση, «μας δίνουν χρόνο», δεν βιάζονται – απλώς θέλουν να τα αγοράσουν όλα πολύ φτηνά – και όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνει η ανάγκη μας, τόσο θα πέφτει η τιμή της Εθνικής μας περιουσίας.
Για την εθνική μας υπερηφάνεια δεν λέω κουβέντα. Είναι απ’ ό,τι ξέρω εκ πείρας αυστηρά απαγορευμένο να αγαπάς την πατρίδα σου, τις παραδόσεις της και ό,τι κουβαλάει στην καμπούρα της – αγώνες απελευθερωτικούς και «Όχι» ηχηρά και πολέμους στήθος με στήθος για να κερδίσουμε έδαφος μέσα στα χρόνια και να έχουμε σήμερα σύνορα – να τα αμφισβητούν οι Τούρκοι.
Ευτυχώς η ηλεκτρονική εποχή και το internet μας απελευθέρωσε από την άγρια σκλαβιά των καθεστωτικών ΜΜΕ που ξεσκονίζουν, σφουγγαρίζουν και υπηρετούν τους διάφορους σουλτάνους. Και έτσι, δι’ αυτής της οδού, θα βρούμε πάλι τρόπο να συνεννοηθούμε και να αποτρέψουμε το πλήρες ξεπούλημά μας – το υλικό αλλά και το πνευματικό. Αυτή είναι η ελπίδα μας και είναι, βέβαια, ισχυρή και με τεράστιες δυνατότητες. Υπάρχει πάντα μία παράμετρος που τα τσογλάνια δεν την υπολογίζουν, από βλακεία, από άγνοια ή από υπεροψία – κι έτσι, στον τελικό λογαριασμό, το χάνουν πάντα το παιχνίδι.
www.protagon.gr

ΑΝΥΠΑΚΟΗ, Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΑΡΕΤΗ.

Του Χρήστου Μπέλλε,Συγγραφέα -Πανεπιστημιακού.

Τήνος, 1833. Το νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο θορυβήθηκε σφόδρα απ' τον ξεσηκωμό των κατοίκων του νησιού, με απαίτηση την απαλλαγή απ' τους φόρους. Κήρυξε στρατιωτικό νόμο και τα συμπαρομαρτούντα στρατοδικεία καταδίκασαν τους πρωταίτιους της ανυπακοής (16 δημογέροντες). Προληπτικά συνελήφθησαν οι κυριότεροι οπλαρχηγοί του «ρωσικού» κόμματος, με κορυφαίους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Δημήτριο Πλαπούτα(1).
Τορίνο, 1974. Μια αυγουστιάτικη Δευτέρα, οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν αύξηση 30% στα λεωφορειακά εισιτήρια. Συστήθηκαν επιτροπές εργαζομένων, στήθηκαν πανό ανυπακοής και τυπώθηκαν εισιτήρια με την παλιά τιμή. Σε λίγο, μπροστά στην οργή των εργαζομένων η εταιρεία υποχώρησε ατάκτως.
Το ίδιο έτος, η Κρατική Εταιρεία Ηλεκτρισμού στις βιομηχανικές περιοχές Τορίνου-Μιλάνου μειώνει κατά 25% την τιμή ρεύματος στους βιομηχάνους και την υπεραυξάνει στους εργαζόμενους. Συγκροτούνται και πάλι άμεσα από τους εργαζόμενους «επιτροπές αυτομείωσης», μαζεύουν τους λογαριασμούς και τυπώνουν πάνω τους νέο ποσό μειωμένο κατά 50% (συνυπολόγισαν υπεραξία). Με αρωγούς τους υπαλλήλους της εταιρείας, που δεν τους έκλειναν το ρεύμα, ανάγκασαν την εταιρεία να ανακρούσει πρύμνα. Τα παθογόνα της αυτομείωσης έπληξαν τη μια πόλη μετά την άλλη. Το κίνημα αυτό, δυστυχώς, προδόθηκε από τη συνδικαλιστική ηγεσία, που συνδιαλλάχτηκε με την κυβέρνηση.
Απροσμέτρητα παραδείγματα ανυπακοής στις ιστορικές ειδήσεις. Ο παρονομαστής τους κοινός: ανησυχία, ταραχή, φόβος στους κρατούντες. Το ντόμινο ανυπακοής, ο εφιάλτης τους. Ακόμα κι ο Μαχάτμα Γκάντι στον αγώνα του για εθνική ανεξαρτησία, στην ανυπακοή, κύρια, στήριξε την περί «μη βίας» φιλοσοφία του.
Θα επικεντρωθώ στο κίνημα «Δεν πληρώνω» με άρνηση καταβολής εισιτηρίων σε αστικές συγκοινωνίες και διόδια, προς το παρόν... Πρόκειται για κίνημα «πολιτικής ανυπακοής» στο πλαίσιο της αυτοοργάνωσης και αυτοάμυνας, αχειραγώγητο, ακηδεμόνευτο, αποδηγέτητο από κόμματα και ποικιλώνυμες εξουσίες, γι' αυτό απρόβλεπτο κι αστάθμητο. Κίνημα ορμέμφυτο, πολύχρωμο, ετερόκλητο, κλήρα των καιρών, που γεννήθηκε απ' το έλλειμμα εμπιστοσύνης της κοινωνίας στους θεσμούς - και κύρια τους πολιτικούς - που σε συνδυασμό με τη γενική κρίση , προκαλεί οσμώσεις ανέλεγκτου βεληνεκούς. Η άρνηση, αρχικά, για παράδειγμα, κάποιων τολμητών εξελίσσεται στη συνέχεια σε ποτάμι οργής ανήμερο. Η Ιστορία, ως γνωστόν, αρέσκεται στις εκπλήξεις, μεταμορφώνοντας το ελλάσσον σε πυρακτωμένο μείζον.
Δεν θα σταθώ στη βαθυστόχαστη απόφανση του «αριστερού» Σπύρου Βούγια: «Κίνημα απολίτικο που στηρίζεται στη φιλοσοφία του τζάμπα» ούτε στους ξύλινους, αδόκιμους χαρακτηρισμούς του σοσιαλιστή (νέας κοπής) Γιώργου Πεταλωτή: «Αντίσταση και μαγκιά», μιας και η Ιστορία έχει ανάγκη και από κομπάρσους. Θα σταθμίσω, όμως, τα λόγια του Δημήτρη Ρέππα: «Τζαμπατζήδες με αντικοινωνική συμπεριφορά», ασύμβατα με την ιστορία, κουλτούρα, φιλοσοφία του. Γνωρίζει ο οτρηρός υπουργός πως η πολιτεία, πέρα των άλλων, διαπαιδαγωγεί και πως το φωτοστέφανο του «τζαμπατζή», «μπαταξή» και «αντικοινωνικού» τής πάει γάντι. Στα περβόλια των κρατικών Εδέμ το «αρνούμαι να πληρώσω» γίνεται λάβαρο, βίωμα (χρονίζει η αναμονή πληρωμής νέων συντάξεων, δίχρονο το «περίμενε» για εφάπαξ, χιλιάδες οι απλήρωτοι εποχικοί, συμβασιούχοι, απολυμένοι, απλήρωτα φαρμακεία, παρακράτηση επιστροφής φόρων και μύριες τόσες «κατά συρροήν και κατ' εξακολούθησιν» παρεμφερείς αμαρτίες).
Ο κρατικός μηχανισμός ante portas, για ενσωμάτωση, απειλή, ποινικοποίηση, καταστολή. Στυγερή, αποκρουστική η κουκούλα της εξουσίας ασύστολα βαφτίζει τη βία της νόμο και την «αντίστασή» μας έγκλημα. Ο φόβος ανελέητο όπλο στην εξουσιαστική φαρέτρα και συνάμα το αβάσταχτο μαρτύριό της, που ενίοτε μεταλλάσσει αυτεπίστροφο. Η κοινωνική, όμως, διαχείριση του φόβου αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη, επικίνδυνη, απρόβλεπτη υπόθεση και μάλιστα: όταν το κοινωνικό περί δικαίου αίσθημα δοκιμάζεται και προκαλείται βάναυσα· όταν το δίκαιο του δυνατού αποτελεί νόμο· όταν αλογάριαστοι άνθρωποι ταπεινώνονται ασύστολα απ' τη συστημική ισχύ κι αλαζονεία· όταν η υποτίμηση κι ο βιασμός της ανθρώπινης νοημοσύνης έχει όρια· όταν εκείνος που δεν έχει να χάσει τίποτε είναι πιο επικίνδυνος απ' αυτόν που έχει να χάσει τα πάντα.
Οταν σείεται συθέμελα το οικοδόμημα, δύο, κύρια, είναι οι ιστορικές παρακαταθήκες-όπλα. Η πρώτη απ' τον διαχρονικό Οσκαρ Ουάιλντ: «Η ανυπακοή αποτελεί αρχέγονη αρετή του ανθρώπου. Διά της ανυπακοής γεννήθηκε η πρόοδος, διά της ανυπακοής και διά της εξεγέρσεως». Από τα χείλη του μεγάλου ιστορικού, Χάουαρντ Ζιν, η δεύτερη: «Η δημοκρατία υφίσταται τότε μόνο που το κίνημα των "κάτω" έρχεται με δύναμη κι αποφασιστικότητα για να ισορροπήσει κάπως τις ανισότητες και αδικίες των "πάνω"». Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω...

(1) Ελευθέριος Σκιαδάς, «Δημοκρατία», 4/2/2011.

Ελευθεροτυπία

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΗΔΙΑΣ...

 Του Τάσου Φούντογλου

ΑΜΛΕΤ: Αρέσουνε στον κόσμο ακόμα; ( αναφερόμενος σε κάποιους παλιούς ηθοποιούς ενός θιάσου της πόλης)
ΡΟΖΕΝΚΡΑΝΤΖ: Για να πούμε την αλήθεια, όχι τόσο.
ΑΜΛΕΤ: Γιατί; Σκουριάσανε;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΝΤΖ: Οχι, αυτωνών η απόδοση είναι ακόμα ζηλευτή. Αλλά μας ξεφύτρωσαν τώρα τελευταία, κύριε μου, κάτι νεοσσοί, κάτι γεράκια ξεπεταρούδια, που ξεφωνίζουν στη σκηνή και όμως εισπράττουν μανιασμένο χειροκροτημα. Αυτοί είναι της μόδας τώρα και σατιρίζουν τις συμβατικές- όπως τις λένε- παραστάσεις, που όλοι της καλής κοινωνίας, φοβούνται πια να πλησιάσουν μήπως και γίνουν αντικείμενα σχολίων
ΑΜΛΕΤ: Μην μου πείς! Και είναι νεαροί; Ποιός τους υποστηρίζει; Θα μείνουν στο επάγγελμα μόνο όσο αντέχουν οι φωνές τους να ουρλιάζουν; Κι αργότερα, όταν θα πέσουν και εκείνοι στη μανιέρα- που είναι το πιθανότερο, εαν δεν βελτιώσουν τις επιδόσεις τους- θα αρχίσουνε να λένε πως οι συγγραφείς τους κάνουνε κακό, γιατί τους βάζουνε να βρίζουν τον ίδιο τον μελλοντικό τους εαυτό;
ΡΟΖΕΝΚΡΑΝΤΖ: Για να μαι ειλικρινής, μεγάλη φασαρία έχει γίνει και απο τις δυο μεριές.....

Για να μαι και εγώ ειλικρινής ,ευγενικέ μου Αμλετ, το ίδιο σκηνικό στηνεται μέρες τώρα και στην δική μου πόλη. Οι νεοσσοί θρασύτατα περιδιαβαίνουν στις αγορές του δήμου και φωνασκώντας απαιτούν το χειροκρότημα της δόλιας Εκκλησίας. Το ΄΄τις αγορευειν βούλεται΄΄ ξέχνα το πια οριστικα. Δεν αποτελεί εμπόδιο για δαύτους. Στην σημερινή μας πόλη εξάλλου δεν χρειάζονται λόγια πολλά, ούτε και επιχειρηματα και γνώσεις και άλλα τέτοια βαρετά για των πολιτών τα γούστα. Στην μόδα πλέον είναι άλλα. Να βάφεις ξανθιά ή μελαχρινή την ρίζα σου, να φτιασιδώνεις το μετριο προσωπείο της αυγής με περισσά ψιμύθια , να σφίγγεις δυνατά το χέρι της ανυποψίαστης της ψήφου, να χαμογελάς επίμονα και συνεχώς σε όσους τυχαίνει να βρεθούν εμπρός σου και να λυγίζεις ευπρεπώς τον δουλικό σου αυχένα . Αυτά αρκούν για να κερδίσεις τον έπαινο του πλήθους. Και απο κοντά εξάλλου είναι και οι πάντα χρήσιμοι αυλικοί. Για να κρυβουν επιμελώς του πνευματος σου τις ρωγμές. Να θορυβούν κάθε φορά που το στόμα σου ανοησία εκστομίζει και να υποδαυλίζουν συνεχώς της ευτέλειας σου την φωτιά σηκώνοντας φλόγα ψηλή βλακείας. .....
Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες, ευγενικέ μου Αμλετ, δεν αντιλέγω. Αλλα να. Είναι που με πέταξαν, της πολιτικής μου της ζωής οι συρφετοί, στης κρίσης τις δυνατές αναταράξεις. Και δίχως καπετάνιο με πνεύμα στιβαρό δεν λογαριάζω να ξεφύγω εύκολα από δαύτες. Αλλά και αυτός μονάχος του τι να σου κάνει ο δόλιος. Το πολύ πολύ να καταφύγει, σαν σε αδιέξοδο βρεθεί μονάχος, στης αβαρίας την εύκολη την λύση και μες την ταραγμένη θάλασσα ανθρώπων ζωές να αναγκαστεί να θυσιάσει.Και το « να ζεί κανείς ή να μην ζεί;», της δικής σου απορίας εύκολα αλλάζει φορεσιά και γίνεται «να γλιτώσεις ποιόν και ποιόν να αναγκαστείς να αφήσεις;». Αφού όλοι μας όλα αυτά τα χρόνια λαθρεπιβάτες φροντίσαμε να γίνουμε στης πολιτείας μας το ανερμάτιστο ταξίδι. Και μιλάμε, στο ξαναλέω, για ανθρώπινες ζωές και όχι για εφήμερα φορτία, που εύκολα πετάς στης ταραχής την θάλασσα σαν κινδυνέψουν όλα.
Οπότε σκέφτομαι να αλλάξω ρότα και το τιμόνι της εδώ της πολιτείας μου ποτέ ξανά στα χέρια ηλιθίων να μην επιτρέψω βορά να γίνει . Οι εκλογές ζυγώνουνε και όποιος συγγενής ή φίλος μου ξανατολμήσει, την αρμοδιότητά του να εκχωρήσει, έναντι πινακίου πολιτικού φακής- πές το και ρουσφέτι δεν με νοιάζει- σου το λέω καθαρά ,θα κληθεί την οργή μου να ανταμώσει. Στα πεζοδρόμια της δικής του της ζωής σκοπεύω τότε να κατέβω και την βία μου σε αυτόν να διαδηλώσω .Ετσι πρέπει. Να ψέγεις τον ηλίθιο, κοιτώντας τον κατάματα, για τις όμοιες του κρίσεις και όχι να κρύβεσαι πίσω από του όχλου τον θυμό ρίχνοντας τα βέλη σου στους ευκολους τους στόχους που κρέμονται απ΄ του Λεβιάθαν το κεφάλι.Γιατί το ξέρεις καλύτερα από εμένα ότι όταν την οργή σου εδώδιμο προσφέρεις στα τραπεζώματά των γνωστών επιτηδείων δεν θα αργήσει η στιγμή που κάποιος από δαύτους θα αξιώσει κορόνα βασιλιά για αυτόν και τους λοιπούς της ιερής του της φαμίλιας. Και τότε θα ναι αργά. Ακόμα και αν στο βασίλειο της εδώ Δανιμαρκίας υπάρχει απο χρόνια κάτι σάπιο , των Σπαρτιατών η πόλη δεν παύει να αποτελεί προοπτική χειρότερη για της ζωής σου το ταξίδι….

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

HOWARD ZINN.

«Το να ελπίζει κανείς σε κακές εποχές δεν είναι ανόητα ρομαντικό. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους κι ευγένειας. Ό,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας.
Η απαισιοδοξία ματαιώνει την προθυμία μας για δράση. Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στη σκέψη των ανθρώπων, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από την ταχεία καθίζηση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.
Αν δούμε μόνο το χειρότερο, θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και χρόνους- κι είναι τόσο πολλοί- που οι άνθρωποι φέρθηκαν εκπληκτικά, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και την δυνατότητα να στείλουμε τη σβούρα-τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Κι αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα κακά γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη».

Howard Zinn (1922-2010)
Αμερικανός διανοούμενος και ακτιβιστής

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΙΟΨΗΦΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΙΣΧΥΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;


Δεν σας κάνει εντύπωση γιατί στη χώρα μας, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του λαού είναι αδύναμη και στην ουσία άγεται και φέρεται ως αγέλη αμνών σιωπηλά προς σφαγή, εντούτοις κάποιες μειοψηφίες έχουν δυσανάλογα μεγάλη πολιτική ισχύ και στην ουσία επιβάλουν τόσο τις επιθυμίες τους όσο και τους ανθρώπους τους στην εξουσία;;

Η απάντηση είναι απλή και ανάγεται στην ουσία της λειτουργίας του πολιτικού μας συστήματος.

Ειδικότερα θα πρέπει επιτέλους όλοι κάποια στιγμή, μα όλοι, να κατανοήσουμε ότι....το πολιτικό μας σύστημα, με τους θεατρικούς και όχι ουσιαστικούς συνταγματικούς θεσμούς που το συγκροτούν, εξασφαλίζει την ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ της πολιτικής ελίτ από την κοινωνία και ταυτόχρονα την ατιμωρησία της. Δηλαδή η πολιτική ελίτ του τόπου κινείται αυτόνομα, με τους δικούς της εσωτερικούς κανόνες και δεν επηρεάζεται τόσο από τις κοινωνικές διεργασίες όσο και από τη βούληση των πολιτών. Οι πολίτες, στο μόνο που χρησιμεύουν στην Ελλάδα, είναι ως θεατρικό ντεκόρ την ημέρα που διεξάγονται εκλογές, προκειμένου, απλά και μόνο να γίνει μια μικρή και ανούσια αναδιάταξη μέσα στην πολιτική ελίτ, σύμφωνα με τις επιθυμίες των οικονομικών χορηγών του συστήματος, οι οποίοι διαμορφώνουν και κατευθύνουν την Κοινή Γνώμη με τα ΜΜΕ τους και τις δημοσκοπήσεις τους.
Επομένως, μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα όπου οι πολίτες είναι αδύναμοι και ασύνδετοι μεταξύ τους, διατηρούμενοι σε καταστολή από τα ΜΜΕ του συστήματος και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι πολιτική καφενείου, κάθε μικρή αλλά οργανωμένη και αποφασισμένη μειοψηφία αποκτά τόση πραγματική δύναμη όση δεν μπορούν να αποκτήσουν εκατοντάδες χιλιάδες ασύνδετοι μεταξύ τους πολίτες. Στην ουσία δηλαδή, οι μειοψηφίες υποκαθιστούν τη δημοκρατική δράση του λαού, αλλά δρουν όμως μόνο για τα δικά τους συμφέροντα. Το πολιτικό σύστημα ανέχεται και προστατεύει αυτές τις μειοψηφίες, καθόσον εκείνο που δεν έχουμε κατανοήσει όλοι μας είναι ότι αυτό το θεατρικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα, απλά ένα ποντίκι που βρυχάται. Αυτό το γνωρίζουν οι οργανωμένες μειοψηφίες γι’ αυτό και δρουν εκ του ασφαλούς.
Δεν θα σταθούμε εδώ στις διάφορες πολιτικές μειοψηφίες όπως η εξωκοινοβουλευτική αριστερά ή η εξωκοινοβουλευτική δεξιά ή οι διάφορες μειοψηφίες στήριξης των δικαιωμάτων των λαθρομεταναστών ή θρησκευτικές μειοψηφίες ή ακόμα διάφορες μειοψηφίες με βάση την σεξουαλική τους προτίμηση κ.λ.π., αλλά θα σταθούμε στο κίνημα «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ». Εδώ βλέπουμε λοιπόν ότι ξαφνικά μια ομάδα αποφασισμένων πολιτών, όχι και τόσο οργανωμένη ακόμα, έχει αναστατώσει ολόκληρη την κρατικοδίαιτη πολιτικοοικονομική ελίτ του τόπου και επισύρει ταυτόχρονα τον θαυμασμό και την επιδοκιμασία του αδύναμου λαού, που πολύ θα ήθελε αλλά δεν.
Εδώ ακριβώς, φίλες και φίλοι μας, βρίσκεται το μυστικό της αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Δηλαδή στην ανάπτυξη σε πρώτη φάση μικρών, αλλά αποφασισμένων ομάδων πολιτών, προκειμένου να διεκδικήσουν με αποφασιστικότητα τα δημοκρατικά τους δικαιώματα και όχι αυτά που τους αναγνωρίζουν τα κρατικοδίαιτα παράσιτα.
Αργότερα θα έρθει η μεγάλη λαϊκή σύναξη.
Χωρίς να αρχίσει η διεκδίκηση από μικρές οργανωμένες ομάδες, τίποτε το ευρύτερα συλλογικό δεν πρόκειται να γίνει.

προεδρική δημοκρατία

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ. (ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ)


Εκατοντάδες σχολεία σε κωµοπόλεις και χωριά κλείνουν, σύµφωνα µε το σχέδιο συγχωνεύσεων που επεξεργάζεται το Υπουργείο Παιδείας. Όπως δήλωσε η κα ∆ιαµαντοπούλου, οι συγχωνεύσεις είναι απαραίτητες προκειµένου περισσότεροι µαθητές να έχουν πρόσβαση στις διαδικτυακές υπηρεσίες του «ηλεκτρονικού σχολείου», δεδοµένου ότι το ίντερνετ, λόγω ευπάθειας, µεγάλου µεγέθους και υπερβολικού βάρους είναι αδύνατον να µεταφερθεί σε αποµακρυσµένες περιοχές.
Παράλληλα, η ανάγκη των µαθητών να µεταβαίνουν καθηµερινά στα σχολεία των πλησιέστερων αστικών κέντρων θα ενθαρρύνει την ατοµική τους πρωτοβουλία, µέσα από έξυπνες και δηµιουργικές ιδέες, όπως το οτοστόπ, το περπάτηµα στα κατσάβραχα και το κολύµπι για κοντινές αποστάσεις.
Για τις κωµοπόλεις όπου τα σχολεία θα κλείσουν, η υπουργός Παιδείας έχει δεσµευτεί για άµεση αδειοδότηση καταστηµάτων µε κουλοχέρηδες, ώστε να καλυφθούν τα τυχόν κενά. Σε δεύτερη φάση θα επιδιωχθούν και συγχωνεύσεις σχολείων µε οµοειδή ΤΕΙ µε στόχο τη δηµιουργία πολυδύναµων ιδρυµάτων, όπως το 3ο Πολυκλαδικό Νηπιαγωγείο Φυτικής Παραγωγής Φιλιατρών που θα καλύπτει τις αναγκες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και θα συστεγάζεται µε την Αγροφυλακή και τη Γ΄ Εφορία Προϊστορικών Οδών και Οδοστρωµάτων.
Την ίδια στιγµή, στο πλαίσιο της στενότερης σύνδεσης της εκπαίδευσης µε την τεχνολογία, προωθείται πιλοτικά η θέρµανση των σχολείων µε διαδικτυακό πετρέλαιο και ο φωτισµός µε διαδικτυακές λάµπες, γεγονός που θα µειώσει την κατανάλωση ενέργειας και την υπερθέρµανση του πλανήτη.


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΧΑΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ.

Του Οδυσσέα Ιωάννου

«Θα χαθεί μία, τουλάχιστον, γενιά μέχρι να ισορροπήσει πάλι η χώρα». Οι πιο απαισιόδοξοι πλειοδοτούν στην μαύρη προφητεία και μιλούν για δύο. Άμα πιουν και κανα ποτήρι παραπάνω κι έρθουν στο κέφι, τις ανεβάζουν στις τρεις, τις χαμένες γενιές! Πιτσιρικάδες γύρω στα είκοσι, καταριούνται την μοίρα τους στα ρεπορτάζ «ήταν ανάγκη να πέσει η δική μας φουρνιά επάνω στην κρίση ρε γαμώτο; Τώρα που βγαίνουμε εμείς;»

Φαντάζομαι πως κάτι τέτοιες κορώνες αυτολύπησης θα έλεγε και η γενιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Β’ και των ενδιάμεσων… Ο πιτσιρικάς που με το φρέσκο χαρτί της Ιατρικής στο ένα χέρι, και με το χαρτί της κατάταξης στο Μέτωπο στο άλλο, σπούδασε όνειρο για να δουλέψει μεροκάματο σε εφιάλτη. Βέβαια, αυτό δεν παρηγορεί κανέναν σήμερα και ορθώς δεν τον παρηγορεί. Αν αισθάνεσαι πως γλιστράς στην τσουλήθρα της ματαίωσης ζωής, μικρή σημασία έχει αν για αυτή τη ματαίωση φταίει η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία ή τα βίτσια των αγοριών του Δ.Ν.Τ. Καμία διαφορά, εφόσον δεύτερη ζωή δεν έχει.
Όμως χαμένες γενιές δεν υπάρχουν. Αλλάζουν οι ποσοστώσεις, σε όνειρο, όραμα, ζεστό χρήμα, πλασματικό χρήμα, φρίκη, γενοκτονίες, ιδεώδη, ανάπτυξη, πνευματικότητα, 14 μισθούς, 4 μισθούς, ευζωία με ενοχές, τρελό sex χωρίς ενοχές -πλούσιος ο μπουφές των ανθρώπινων. Τα υλικά είναι πολλά. Καμία γενιά ποτέ δεν βρέθηκε δίχως υλικά, με άδεια χέρια. Και με ό,τι του έτυχε στο δρόμο συνέχισε το ανθρώπινο είδος. Καταλαβαίνω –δεν είμαι τόσο ιδεαλιστής- πως η φτώχεια, η ανέχεια, η πληγωμένη αξιοπρέπεια στην αρένα της επιβίωσης, δεν είναι και τα καλύτερα φύλλα που θα μπορούσαν να σου τύχουν. Έχει κι άλλα στο τραπέζι. Απαξιωμένα, που λοιδωρήθηκαν από τους hi-στες (εκείνους που την Δευτέρα το βράδυ απλά «γαμούσαν» και την Τρίτη το πρωί γέμιζαν την χαρτοκούτα με τα προσωπικά τους αντικείμενα) όμως πολύ καλά φύλλα αν έχεις κουράγιο να παίξεις και δεν πετάξεις λευκή πετσέτα.
Περιμένεις να σου τα απαριθμήσω; Να σου αναφέρω τουλάχιστον δυο τρία; Δεν θα το κάνω. Δεν είμαι επαγγελματίας παρηγορητής. Θα τα βρεις μόνος σου. Όταν θα αγαπάς ανθρώπους και θα γλύφεις και τα δάχτυλά σου που μεγαλώνετε μαζί, όταν θα βουτάς στη θάλασσα ηλιοβασίλεμα, γυμνός, ζεστός και ευλογημένος (με αυτή τη σειρά), όταν θα κερδίζεις μέρα με τη μέρα μια ζωή που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως θα την ζούσες πριν γεννηθείς(…) τότε θα ξέρεις καλά για τι πράγμα σου μιλούσα εκείνη τη μέρα που σε φλόμωσα στις μαλακίες γιατί έπρεπε να παραδώσω ένα κείμενο…

Protagon.gr

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΠΡΟΟΔΟΣ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ,ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ.

Είναι σαν να βρίσκεσαι μπροστά στον καθρέφτη. Ας πούμε πως προβάρεις ένα καινούργιο κουστούμι, και θέλεις να πεις στον ράφτη ότι παρατηρείς μιαν ατέλεια. Το αριστερό πέτο, για παράδειγμα, είναι πιο φαρδύ από το δεξί. «Δίκιο έχετε», λέει ο ράφτης, «αλλά δεν μιλάμε για το αριστερό. Το δεξί πέτο μου βγήκε φαρδύτερο». «Όχι, όχι», επιμένεις εσύ, «το αριστερό έχει το πρόβλημα, δεν είμαι στραβός». Και τότε ο ράφτης, που κοιτάει εσένα κι όχι το είδωλό σου στον καθρέφτη, καταλαβαίνει και κάνει την κρίσιμη ερώτηση: «Το αριστερό όπως το βλέπω εγώ ή όπως το βλέπετε εσείς;» Κι εσύ, αντί απάντησης, απλώς δείχνεις με το χέρι σου το προβληματικό πέτο.
ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ συμβαίνει στην κλίμακα αξιών – την πολιτική, την οικονομική, την κοινωνική ή την ιδεολογική. Οι άνθρωποι που είναι απόλυτα απορροφημένοι από το είδωλό τους στον καθρέφτη μπερδεύουν όλες τις κλίμακες: την κλίμακα Δεξιάς - Κέντρου -Αριστεράς κι ακόμη περισσότερο την κλίμακα προόδου – συντήρησης - αντίδρασης. Εξ ου και διαθέτουμε μια κυβέρνηση αντιεξουσιαστών στην εξουσία, κατά τον ισχυρισμό του πρωθυπουργού στην παρθενική συνεδρίαση του Υπουργικού του Συμβουλίου πριν από ενάμιση χρόνο, που ωστόσο έχει επιβάλει τόση εξουσία όση δεν γνώρισε ποτέ η χώρα στα μεταπολιτευτικά χρόνια. Ο ισχυρισμός εμπεριέχει, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα ομολογία: ότι οι κοινωνίες και η ανθρωπότητα εν γένει καλό θα είναι σταδιακά να απαλλάσσονται από την εξουσία, διότι η τελευταία τούς προσφέρει κυρίως δεινά. Επομένως, στην κλίμακα προόδου και αντίδρασης, οι αντιεξουσιαστές τείνουν προς την πρώτη, ενώ οι εξουσιαστές μας σπρώχνουν προς τη δεύτερη.
ΩΣΤΟΣΟ, ο απορροφημένος από το είδωλό του στον καθρέφτη παρατηρητής τα μπερδεύει, αν υποθέσουμε ότι είναι απλώς αφηρημένος, και νομίζει ότι είναι επίγονος του Μπακούνιν και απόγονος των κομμουνάρων, ενώ απλώς είναι συνεχιστής του έργου τσάρων, αυτοκρατόρων και θλιβερών διοικητών προτεκτοράτων. Εξάλλου, ανεξάρτητα από το τι βλέπει ο ίδιος στον καθρέφτη, η κίνησή του στη γεωμετρία της πραγματικότητας είναι συγκεκριμένη. Εμπεριέχει πολιτικές και ταξικές επιλογές. Ευνοεί εκείνους και πλήττει τους άλλους. Τείνει στην πρόοδο της ανθρωπότητας (στην απελευθέρωσή της από όσο τον δυνατό περισσότερους καταναγκασμούς) ή στην αντίδραση (στη δημιουργία νέων καταναγκασμών ή στη συντήρηση παλιών). Όπως έγραψε και ο μακαρίτης Χάουαρτν Ζιν στην αυτοβιογραφία του, «δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται». Και η ανθρωπότητα είναι ένα τρένο που κινείται. Το ερώτημα είναι σε ποια κατεύθυνση το οδηγούμε.
ΜΕ ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ στον καθρέφτη (του ίδιου και της τάξης του) σάστισε για μια ακόμη φορά ο πρόεδρος του ΣΕΒ. «Αν επικρατήσουν οι ποικιλώνυμες δυνάμεις της αντίδρασης», είπε «με την περικεφαλαία του υπερπατριωτισμού και την προβιά του αντικαπιταλισμού, η Ελλάδα θα καταντήσει μια υποβαθμισμένη τριτοκοσμική χώρα της Νοτιανατολικής Μεσογείου. Κι ο λαός μας θα υποστεί συνέπειες τέτοιες, που θα κάνουν την τωρινή σκληρή εποχή του μνημονίου να μοιάζει με παράδεισο». Το σχήμα του προέδρου του ΣΕΒ είναι απλό αλλά σαφές. Στην πλευρά της αντίδρασης στέκονται οι αντιμνημονιακές δυνάμεις συλλήβδην, με το ένα σκέλος τους να ρέπει στον εθνικισμό και το άλλο στον αντικαπιταλισμό. Στις δυνάμεις της προόδου τάσσονται όσοι υπερασπίζονται το μνημόνιο και απαιτούν «και κάτι παραπάνω από αυτό». Δηλαδή; Ο πρόεδρος του ΣΕΒ είναι αρκετά γλαφυρός στο σημείο αυτό: «Να περάσουμε από τη χρεοκοπημένη μεταπολίτευση των πελατών στη νέα μεταπολίτευση των πολιτών», «να φέρουμε στο προσκήνιο μια κοινωνική εμπροσθοφυλακή με καθαρή συνείδηση των δυσκολιών και των ευθυνών». Αλλά, εκτός από γλαφυρός, είναι και αρκετά ευφυής για να αποφεύγει να συγκεκριμενοποιήσει το μανιφέστο της «προόδου» που εκφράζει. Τον προδίδει, όμως, η επιφυλακτική έστω δήλωση πίστης του στο μνημόνιο. Αν σε αυτό προσθέσουμε κι αυτά που έρχονται, το γαλλογερμανικό Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, για παράδειγμα, έχουμε μια αρκετά σαφή περιγραφή της «προόδου».
ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ, λοιπόν, η βίαιη μείωση των μισθών, κατά προτίμηση με την παράκαμψη της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ει δυνατόν και με την πλήρη κατάργησή της, όπως προβλέπει το υπό συζήτηση Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας. Πρόοδος είναι ο περιορισμός της κοινωνικής διαπραγμάτευσης στο γήπεδο της μιας πλευράς, της εργοδοτικής, μέσα στους τείχους του εργοστασίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των ελεγκτικών θεσμών του κράτους. Πρόοδος είναι να γίνει η διαπραγμάτευση ατομική, κι ακόμη περισσότερο εποχική, ν’ ακολουθεί ο μισθός τον επιχειρηματικό και οικονομικό κύκλο. «Σήμερα έχουμε κεσάτια, δεν έχει μισθό. Αύριο μπορεί να είσαι πιο τυχερός…».
ΠΡΟΟΔΟΣ είναι επίσης να μειωθεί το κόστος των απολύσεων, ακόμα και να καταργηθεί – «γιατί κάθε τόπος κατακτά τη θέση που εξασφαλίζουν οι δημιουργικότεροι πολίτες του, όχι οι κηφήνες του», όπως λέει ο πρόεδρος του ΣΕΒ. Πρόοδος είναι ακόμη η παράταση του εργασιακού βίου πέρα από τα 65 ή και τα 70 (δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο απίστευτη αύξηση της παραγωγικότητας, άρα και της ανταγωνιστικότητας, θα προκύψει όταν οι 70άρηδες ξαναμπούν στις γραμμές παραγωγής και βάλουν φωτιά στους τόρνους και στα πληκτρολόγια…). Πρόοδος είναι να «απελευθερωθεί» η εργασία από τα δεσμά της σταθερής εργάσιμης μέρας και εβδομάδας, να ξεχάσουμε το οκτάωρο και το πενθήμερο, να ξεχάσουμε ακόμα και τις νομικές εγγυήσεις της εργασιακής σχέσης, ν’ αφήσουμε εργαζόμενο κι εργοδότη να τα βρίσκουν κάθε φορά «σαν ίσος προς ίσον» – με την ισότητα ελέφαντα και μυρμηγκιού. Πρόοδος είναι ακόμα να σπάσει ο μισθωτός τα «δεσμά» της εξειδίκευσης, να φανταστεί τον εαυτό του σαν έναν διά βίου καταρτιζόμενο παραγωγό, σήμερα πωλητή, αύριο χειριστή μηχανημάτων, του χρόνου προγραμματιστή PC και του αντίχρονου διανομέα πίτσας. Ο νέος homo universalis της καπιταλιστικής προόδου είναι ένας άνθρωπος απόλυτα ελαστικός, με ακατάπαυστα εναλλασσόμενες ιδιότητες και δεξιότητες, αλλά τελικά χωρίς καμία απ’ αυτές.
ΚΑΙ, ΦΥΣΙΚΑ, πρόοδος είναι τα γνωστά πιεστικά αιτήματα: να μειωθεί η φορολογία των επιχειρήσεων, να διευκολυνθεί η δημιουργία τους, ώστε να ιδρύονται ακόμη και σε 10 δευτερόλεπτα, να εκποιηθεί η δημόσια περιουσία (και ποιος θα την πάρει; Μαντέψτε!) κ.λπ.
ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ του δίκιο έχει ο πρόεδρος του ΣΕΒ και η τάξη που εκπροσωπεί. Ο οικονομικός πολιτισμός που οικοδομήθηκε τα μεταπολεμικά χρόνια, βασισμένος σε έναν βαθμό κοινωνικής διαπραγμάτευσης, σε ένα σχετικά σταθερό πλαίσιο προστασίας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και σε ένα «συμβόλαιο» που εξασφάλιζε ταξική ειρήνη και μια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή, έχει εξαντλήσει την προωθητική του δύναμη για την πλευρά του κεφαλαίου. Το πιο άπληστο και αδηφάγο τμήμα του ασφυκτιά μέσα στο πλαίσιο αυτό, παρατηρώντας με αγωνία το ποσοστό κέρδους να πιέζεται. Θέλει να σπάσει τις αλυσίδες αυτού του «κοινωνικού συμβολαίου». Και ονομάζει πρόοδο την απελευθέρωσή του απ’ αυτό.
ΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΛΛΗ, όσοι υπερασπίζονται το consensus αυτό, τα κοινωνικά στρώματα που προσπαθούν να διασώσουν τα λίγα ή πολλά κεκτημένα τους, δικαίως μπορούν να συγκαταλεχθούν στις δυνάμεις της «συντήρησης», διότι επιχειρούν απεγνωσμένα να συντηρήσουν τους όρους της ύπαρξής τους. Λογικό. Αφού η «πρόοδος» μεταφράζεται σε οικονομική υποβάθμιση, κοινωνική περιθωριοποίηση ή και εξόντωσή τους. Αν μάλιστα, πέρα από τη στοιχειώδη άμυνα που οργανώνουν, προβάλουν και κάποια μικρή ή μεγάλη αντεπίθεση ανάκτησης του χαμένου εδάφους, ακόμη και διεύρυνσης δικαιωμάτων -καλύτερες αμοιβές, λιγότερες ώρες δουλειάς, περισσότερες κοινωνικές παροχές-, κάλλιστα μπορούν να συμπεριληφθούν στις δυνάμεις της «αντίδρασης».
ΑΥΤΗ Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ της ιστορικής κλίμακας αξιών, η αναστροφή της στο είδωλο του καθρέφτη, δεν είναι βέβαια πρωτοφανής. Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ χρειάζονται πάντα έναν μύθο πάνω στον οποίο θα θεμελιώσουν τους νέους όρους ηγεμονίας τους, τις νέες συνθήκες υποτέλειας που απαιτούν από τους πληβείους της κοινωνίας. Αλλά, αυτή η μυθοπλασία έχει όρια. Πρώτον, για να γίνει αξιόπιστη, πρέπει να συντηρεί την ελάχιστη προσδοκία των ανθρώπων ότι η θυσία που τους απαιτείται οδηγεί σε ένα νέο επίπεδο ευημερίας. Αυτό ουδόλως περιγράφεται στο όραμα «προόδου» του προέδρου του ΣΕΒ. Δεύτερον -και για να επιστρέψουμε στη μεταφορά του τρένου-, οι μηχανοδηγοί του πρέπει να εμπνέουν την ελάχιστη εμπιστοσύνη στους επιβάτες ότι δεν θα το εκτροχιάσουν ή δεν θα το ρίξουν στον γκρεμό, πράγμα προδιαγεγραμμένο με την πολιτική του μνημονίου. Και στην περίπτωση αυτή το ασφαλέστερο βήμα προόδου είναι απλώς κάποιος να σταματήσει το τρένο.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΛΗΨΙΑ.

Του Σταύρου Κουμπιά

Κάποτε (σχετικά πρόσφατα) κάλεσα στο γραφείο μου ένα φοιτητή μου, συνδικαλιστή με έντονη, σχεδόν οριακή δράση και πρωτεύουσα θέση στις καταλήψεις του Τμήματος –όμως εργαζόμενο –όπως έμαθα- με καλή γενικά απόδοση μέχρι τότε και πάντα προσεκτικό στη συμπεριφορά του- για να προσπαθήσω να καταλάβω τον μηχανισμό που ωθεί ένα νέο που εργάσθηκε σκληρά τουλάχιστον επί τρία χρόνια στο Λύκειο (συγκέντρωσε πάνω από 18.500 μονάδες στις εισαγωγικές) να “κλείνει” το Πανεπιστήμιο, να δρα, δηλαδή, αντι-ακαδημαϊκά και κατά πολλούς αντι-κοινωνικά.
Όταν του μίλησα έντονα, σχεδόν επιθετικά και επιτιμητικά για τις καταλήψεις (όταν, μάλιστα, πρόκειται για «άδειους» κατειλημμένους χώρους), την αξία και τη δύναμη του «ανοιχτού» Πανεπιστημίου, τον σεβασμό του δικαιώματος του άλλου για μάθημα και εργασία, μου απάντησε ευγενικά αλλά έντονα ότι είμαι εκτός πραγματικότητας, αφού δεν βλέπω ότι η «κατάληψη» έχει προ καιρού «νομιμοποιηθεί» ως μορφή διεκδίκησης, ακόμα από το Δημοτικό στο χώρο της εκπαίδευσης, απαριθμώντας μου και σειρά «τρανταχτών» περιπτώσεων κατάληψης δημόσιων χώρων από οργανωμένες και μη κοινωνικές ομάδες.
Μου θύμισε και περιπτώσεις συνεντεύξεων γνωστών πολιτικών, από μεγάλα και μικρά κόμματα, οι οποίοι αναφέρονται με «νοσταλγία» στις καταλήψεις που συμμετείχαν στη νεότητα τους. Συνέχισε, δε, και με αντίστοιχες περιπτώσεις πανεπιστημιακών.
- “Πώς αλλιώς θα ακουσθούμε;” με ρώτησε, διαγράφοντας σκόπιμα όλες τις άλλες πολύ πιο ουσιαστικές διεκδικητικές δράσεις που μπορεί να υπάρχουν. Έτσι, για τις “άδειες” καταλήψεις και τις συνέπειες τους, τίποτα…
Παίρνοντας θάρρος όσο προχωρούσε η συζήτηση και γινόταν έντονη με την αντιπαράθεσή μας, προχώρησε σε προσωπική αναφορά:
-“… Όταν ήρθατε”, μου είπε, “πριν μερικά χρόνια στο πρώτο μάθημα σας στο πρώτο εξάμηνο σπουδών μας, μας είπατε: …Συγχαρητήρια για την επιτυχία σας, επιτύχατε σε ένα πολύ καλό Τμήμα, οι κόποι σας απέδωσαν, αυτό που μένει τώρα είναι να κάνετε καλές και ουσιαστικές σπουδές και όλη η ζωή θα είναι δική σας… Μπορείτε κ. καθηγητά να το επαναλάβετε αυτό, να μου το ξαναπείτε, να με κάνετε να ελπίσω;…”.
Έμμεσα αλλά με σαφήνεια μου έλεγε: “…Εσείς –προσωπικά, η κοινωνία- μας είπατε ψέματα…”.
Έφερα τα επιχειρήματά μου, “…ακόμα και αν είναι έτσι, σε τι ωφελεί το κλείσιμο του Πανεπιστημίου, που οδηγεί σε άμεση υποβάθμισή του και, άρα, σε ανεπαρκή εκπαίδευση και υποβάθμιση των εφοδίων των νέων, απαραίτητων για τη συνέχεια της ζωής τους, ιδιαίτερα αυτών χωρίς οικονομική άνεση, ποια είναι η εναλλακτική λύση, μήπως το ακριβώς αντίθετο πρέπει να συμβαίνει, δηλαδή καλές και οργανωμένες σπουδές χωρίς διακοπές που θα δώσουν στέρεες βάσεις και δυνάμεις για το μέλλον, δημιουργία του «καλού» επιστημονικού δυναμικού που χρειάζεται η χώρα κλπ.».
Τεκμηριωμένες απαντήσεις δεν υπήρχαν, μάλλον γενικότητες, οι γενικότητες της νεότητας που βιώνει την παρακμή και ζητά να αλλάξει την κοινωνία. Αυτό, όμως, που σίγουρα εισέπραξα ήταν οργή και αμφισβήτηση, αλλά και σκληρή κριτική για υπαρκτά φαινόμενα κάθε είδους ανεπάρκειας εκ μέρους ορισμένων διδασκόντων.
Θα μου πείτε, ίσως, ότι απομονώνω και σχολιάζω μια ειδική περίπτωση νέου με αναζητήσεις και προβληματισμούς, έστω και ακραίους, γιατί υπάρχουν και οι άλλες περιπτώσεις, αυτές της απαράδεκτης τυφλής βίας και του μηδενισμού, της άρνησης οποιασδήποτε συζήτησης. Δεν μιλώ γι’ αυτές, μιλώ για νέες και νέους που οργίζονται, αμφισβητούν, αντιδρούν έντονα και οριακά, έχοντας όμως τον προβληματισμό και το σπέρμα, της ανεπεξέργαστης ίσως, αγωνίας για το μέλλον τους. Που δεν έχουν παραιτηθεί ή οδηγηθεί στο περιθώριο… Που, όμως, δεν πιστεύουν τους δασκάλους τους όπως πιστεύουν κάποιους άλλους…
Με την αναφορά αυτής της συνομιλίας μου με τον φοιτητή δεν θέλω να γενικεύσω, να ενοχοποιήσω, ούτε να υιοθετήσω απόψεις εύκολα και επιφανειακά. Ανέφερα τα παραπάνω γιατί δημιουργούν ερωτήματα, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που διαχειρίζονται τις τύχες των νέων, δηλαδή για όλους εμάς.
Θεωρώ ότι με τις τελευταίες, δραματικά αρνητικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, έχει φανεί πια ξεκάθαρα ότι η υπόθεση της αντιμετώπισης των νέων είναι δύσκολη, σύνθετη (και όχι τόσο απλή όσο θέλουν να την παρουσιάζουν κάποιοι από τη μια ή την άλλη πλευρά) και δεν σηκώνει άλλους λαϊκισμούς, χαϊδέματα αυτιών και άλλα ψέματα. Κοινότοπο, αυτονόητο(;), αλλά ζητούμενο!
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Παπούλιας έχει δηλώσει «… Τα παιδιά μας χρειάζονται πρότυπα, χρειάζονται όραμα και κίνητρο για ωραίους αγώνες. Για αγώνες που δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν στην επιδίωξη της ατομικής ευημερίας, αλλά ταυτίζονται με την αγωνία για ένα καλύτερο και δικαιότερο κόσμο», τονίζοντας επίσης ότι «…η σκέψη μας δεν μπορεί παρά να είναι κοντά σε κάθε αδύναμο, σε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη, που στερείται, που διεκδικεί κάτι περισσότερο από την Πολιτεία ή που έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια ύστερα από πολλές διαψεύσεις». Ας ακούσουμε και εμείς και οι νέοι και ας σκεφθούμε όσο υπάρχει καιρός!
Πάντως, για την ιστορία, ο φοιτητής αυτός με τον οποίο συνομίλησα τότε, όπως έμαθα, δεν είναι στην Ελλάδα. Μετανάστευσε για να βρει δουλειά.

Η ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ ΕΝΟΣ ΜΑΣΚΑΡΑ.

Από μικρός ήμουν φιλήσυχος τύπος, αλλά με τις παρέες που είχα, συνέχεια σε μπελάδες έμπλεκα (μέχρι και σύλληψη από την αστυνομία έχω στο παλμάρε μου). Κατά τη διάρκεια των αποκριών ήμουν συνέχεια με μια κροτίδα κι έναν αφρό στο χέρι. Τα χρόνια όμως πέρασαν, εγώ ωρίμασα μεγάλωσα και τώρα πλέον σιχαίνομαι όσο τίποτα το θόρυβο και από τις κροτίδες και από τις στρακαστρούκες. Προσθέτοντας και την απέχθειά μου στα μασκαραλίκια, καταλαβαίνετε πόσο χαίρομαι που τελειώνει επιτέλους αυτή η τριεβδομαδιαία βλακεία. Φέτος τουλάχιστον, με την κρίση, η κατάσταση δε… «μύρισε» και πολύ καρναβάλια και ησύχασε κάπως το κεφάλι μου.

Κάτι ακόμα που με εκνευρίζει (άδικα όμως) στις απόκριες, είναι η ατάκα που έχει καταντήσει σούπα: «Όλο το χρόνο καρναβάλια έχουμε». Δε διαφωνώ καθόλου με τη μεταφορά που κάνει αυτή η φράση, απλά βαρέθηκα να την ακούω. Ώσπου αποφάσισα να ασχοληθώ μόνο μ’αυτή. Έτσι για σπάσιμο.

Τη σημερινή ανάρτηση επιτρέψτε μου να την αφιερώσω αποκλειστικά στον εαυτό μου. Περνάω κρίση αυτοκριτικής, αλλά που θα πάει; Θα μου περάσει.


Πηγή