Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ

Να χαίρεσαι που δεν σε λογαριάζουν γιατί αν κατάφερες αυτό, τότε έχεις κερδίσει τον μισό πόλεμο ενάντια στα ξένα και εντόπια καθίκια. Αν κατάφερες να κρατήσεις τις υπομονές σου μετατρέποντας τες σε λογική, τότε να είσαι σίγουρος ότι αρχίζεις από μονάδα να γίνεσαι ο επικίνδυνος άνθρωπος της γωνίας. Αυτός που και σε ειρηνικές αλλά και εμπόλεμες καταστάσεις έδινε την μια τον ιδρώτα του και την άλλη το αίμα του, κι όταν ολοκλήρωνε αυτό που το κοινωνικό και ανθρωπιστικό καθήκον τού όριζε, αποτραβιόταν και πάλι στη γνωστή γωνία.
Αυτή η γωνία που σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο από κάτοψη, που σε κάνει παρατηρητικό όχι εξαιτίας του φόβου μη σε βρουν αλλά λόγω της επιλογής σου να μένεις αόρατος γιατί σε στενεύουν οι τεράστιοι ρυπαροί πολυσύχναστοι χώροι. Γιατί το ξέρεις πολύ καλά ότι το να πάρεις θέση σε ένα παιχνίδι που παίζεται από αόρατους είναι σαν να χτυπάς με το σπαθί μόνο αέρα, αλλά και ότι να συνδιαλέγεσαι με πιόνια που νομίζουν ότι ορίζουν καταστάσεις προσβάλει την νοημοσύνη σου μετατρέποντάς σε σε συνένοχο των εγκλημάτων. Από την γωνία βγήκαν όλοι αυτοί που θαυμάζεις και αν δεν κατέληξαν νεκροί από δική τους επιλογή και όχι από υπεροχή του αντιπάλου, τότε σε μια γωνία πέθαναν χορτάτοι από συνείδηση.
Η γωνία είναι το καλύτερο σημείο του πλανήτη αν θέλεις να έχεις ολοκληρωμένη όραση αλλά και τα νώτα σου φυλαγμένα. Να φοβάσαι αυτούς που βγαίνουν σε ευθεία παράταξη σε ανοιχτούς δρόμους με τάχα ανυπεράσπιστα τα στήθια τους. Να φοβάσαι και όλους αυτούς που σε σπρώχνουν να βγεις στο φως διεκδικώντας τα καταπατημένα δικαιώματά σου. Για ασπίδα σε έχουν. Σε βγάζουν από την ασφαλή σου γωνία και γίνεσαι τρωτός αφού μεταβάλλεσαι σε όχλο. Από την στιγμή που σε γνωρίζουν είναι πολύ εύκολο για αυτούς να σε κάνουν αναλώσιμο. Κανείς από τους εξουσιαστές ποτέ δεν φοβήθηκε αυτό που βλέπει. Φοβόταν την σκιά και την σιωπή. Φοβόταν αυτό που δε μπορεί να το εντάξει σε κοινωνικό φαινόμενο, φοβόταν πάντα το άτομο και όχι τις ομάδες. Ο τακτικός πόλεμος είναι για μεγάλα υποταγμένα στην εξουσία στρατεύματα και όχι για μικρούς και ασήμαντους εχθρούς, όπως είναι όλοι οι άνθρωποι που μπορούν να χωρέσουν την ελευθερία τους σε μισό τετραγωνικό.
Αναρωτιόμαστε τι κάνει αυτός ο λαός και όλοι οι υπόλοιποι λαοί που είναι ήδη στα κρεματόρια χωρίς καν να πάρουν το τρένο. Γιατί ανέχονται αδιαμαρτύρητα αυτόν τον αιμοσταγή ειρηνικό πόλεμο; Είναι όλοι τους βολεμένοι, μισθωμένα δημοσιοϋπαλληλάκια, καβαντζωμένοι από λαμογιές, ωχαδερφιστές, δειλοί, απάτριδες; Η πλειοψηφία είναι, αλλά όχι το σύνολο. Διότι βλέπουμε όλους αυτούς να βγαίνουν στο φως, να μιλάνε, να γλεντάνε, να κάνουν επαναστάσεις δια προφορικού και γραπτού λόγου, αλλά δεν βλέπουμε εκείνους που είναι στην γωνία. Ουδείς γνωρίζει τον αριθμό τους αλλά σίγουρα είναι τόσοι όσοι ήταν πάντα: Ελάχιστοι. Και όπως απέδειξε και η επίσημη ιστορία -η γραμμένη από τους νικητές-, ήταν αυτοί που άλλαζαν την έκβαση των καταστάσεων όταν ερχόταν η ώρα να βγουν από την γωνία τους γνωρίζοντας καλά τον εχθρό μετά από τόσα χρόνια ήσυχης παρατήρησής του. Έδιναν τη μάχη όχι σε κοινωνικό επίπεδο, όπως η αντιπολιτευτική εξουσία θέλει να την κάνεις, αλλά σε προσωπικό. Ο πόλεμος για το Δίκαιο είναι προσωπική και όχι κοινωνική υπόθεση. Όσο τραβούν το σχοινί χωρίς καμία αντίσταση κατακτητές και ευρωλάγνοι, τόσο ο πόλεμος γίνεται προσωπικός, δηλαδή ανελέητος. Πάντα ο πόλεμος για τους ανθρώπους της γωνίας ήταν προσωπικός. Από την εποχή της ειρήνης, μέχρι την εποχή του πολέμου, μέχρι την εποχή των εξοριών, μέχρι την εποχή της δημοκρατίας, μέχρι την εποχή του τραβεστί σοσιαλισμού, μέχρι και σήμερα στην παγκοσμιοποιημένη εποχή. Η γωνία ήταν πάντα γωνία. Με το ένα ποδί ψηλά ως τιμώρια στην αρχή, μέτα αγκαλιά με την μοναξιά ως επιλογή ζωής και τέλος ως τελευταία έξοδος για την αθανασία "όταν η ιστορία τους καλούσε".
Ο εχθρός πράττει ό,τι θέλει όχι γιατί έχει την δύναμη να το κάνει, αλλά γιατί ακόμα οι σιωπηλοί, αόρατοι, μικροί, μοναχικοί, ξέρουν ότι ο εχθρός δεν έχει δείξει όλα του τα όπλα. Έχει κι άλλο η ιστορία που ξεκινήσαμε να ζούμε. Ακόμα δεν έχουμε πάρει καν την γεύση από το όπλο του εχθρού. Οι τσέπες πονάνε τώρα, ο πόνος δεν έφθασε ακόμη στην ψυχή και στο κορμί. Όταν θα ολοκληρώσει τον εκφοβισμό του, όταν ήσυχος θα απλώσει μπροστά όλα του τα όπλα και θα σου τα δείχνει, τότε οι γωνίες θα δείξουν τι έκρυβαν για χρόνια μέσα τους. Σε ένα μη καθορισμένο αλλά μοιραίο ραντεβού θα ανταμωθούν και πάλι οι σιωπηλοί της ζωής βγαίνοντας από τις γωνίες τους. Αυτές οι τούβλινες μήτρες ταΐζουν τα παιδιά τους με Μνήμη και τα γεννούν με έναν πόνο γνωρίζοντας τι σημαίνει η ευχή: Καλή Λευτεριά.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

ΤΩΡΑ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΩΝ

Του Γεράσιμου Βώκου*
 

Είναι τόσο εύκολο σε άλλους να αυτοανακηρυχθούν κηδεμόνες. Είναι τόσο βολικό να είναι κάποιος ανήλικος». Τα λόγια του γερμανού φιλοσόφου Καντ θα μπορούσαν κάλλιστα να απευθυνθούν στους τωρινούς ιθύνοντες της χώρας του (στη φωτογραφία, ο μικρός πρωταγωνιστής της ταινίας του Φόλκερ Σλέντορφ «Το ταμπούρλο»)
 
 
Είναι δύσκολο να μη ζαλιστεί κανείς με αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Είναι ακόμη δυσκολότερο να κρατήσει την ψυχραιμία του και να προσπαθήσει να καταλάβει. Οι απορίες είναι πολλές και οι απαντήσεις, τις περισσότερες φορές, τις πολλαπλασιάζουν. Ενισχυμένη από τις κατακτήσεις του Διαφωτισμού και της Μεγάλης Επανάστασης, σοφότερη από τους δύο πολέμους που λίγο έλειψε να την ξεπαστρέψουν, Ενωμένη και υπεραισιόδοξη, η Ευρώπη έμοιαζε ικανή να χαράξει μια πορεία πιο συνετή και πιο ανθρώπινη - ίσως μάλιστα και περισσότερο φιλάνθρωπη.
Οχι όμως. Γιατί το παιχνίδι φαίνεται να παίχτηκε από την αρχή με σημαδεμένα χαρτιά. Το 1830, με την επικράτηση της ομώνυμης επανάστασης, ο Γκιζό, από τις ηγετικές πολιτικές και πνευματικές μορφές του φιλελευθερισμού, υπερήφανος ανέπτυξε το όραμά του: «Υποστηρίζω ενθέρμως την καινούργια κοινωνία όπως τη δημιούργησε η Γαλλική Επανάσταση, με πρώτη αρχή την ισονομία και θεμελιώδες στοιχείο τις μεσαίες τάξεις». Από την εξαγγελία απουσιάζουν η ελευθερία και, κυρίως, η αδελφότητα. Ετσι, τα ωραία αυτά λόγια αποδείχθηκαν κούφια, γιατί πολύ σύντομα οδήγησαν σε έργα που έδειξαν άλλα πράγματα: η αρχή της ισονομίας καταστρατηγήθηκε, ενώ οι μεσαίες τάξεις θυσιάστηκαν όλο και περισσότερο στα συμφέροντα της Τράπεζας, η οποία ήδη παίζει κυρίαρχο ρόλο στο πολιτικό και οικονομικό παιχνίδι της εποχής. Ο Λαφίτ, τραπεζίτης ο ίδιος και από τους πρωτεργάτες της επανάστασης, το είπε με μια λιτή και ξηρή φράση: «Τώρα θα αρχίσει η βασιλεία των τραπεζιτών». Είχε άραγε φανταστεί πόσο προφητικός ήταν ο λόγος του και πόσοι άνθρωποι θα θυσιάζονταν, από τότε ως σήμερα, στη θηριώδη απληστία τούτου 'δώ του μονάρχη;
Από τη μεριά τους, οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού ειδοποιούσαν: «Η οκνηρία και η δειλία είναι οι αιτίες που εξηγούν γιατί ένας τόσο μεγάλος αριθμός ανθρώπων, παρ' όλο που η φύση τούς έχει απελευθερώσει εδώ και πολύ καιρό από κάθε ξένη καθοδήγηση, παραμένουν ωστόσο ευχαρίστως, όλη τους τη ζωή, ανήλικοι· και είναι τόσο εύκολο σε άλλους να αυτοανακηρυχθούν κηδεμόνες τους. Είναι τόσο βολικό να είναι κάποιος ανήλικος». Τα λόγια δεν ανήκουν σε αιμοσταγή αναρχικό ούτε σε κουκουλοφόρο. Τα λόγια είναι του Καντ. Δεν ξέρω αν ο μεγάλος γερμανός φιλόσοφος θα είχε να αλλάξει κάτι σήμερα, απευθυνόμενος τόσο στους ιθύνοντες της πατρίδας του, οι οποίοι είναι απολύτως σίγουροι ότι έχουν προοριστεί, για μία ακόμη φορά, να βάλουν τάξη στην Ευρώπη, όσο και σχεδόν σε όλους τους άλλους ευρωπαίους πολιτικούς, που μοιάζει να απολαμβάνουν τον ευτελισμό στον οποίο τους έχει καταδικάσει η γερμανική ισοπεδωτική μηχανή.
Οι γερμανοί ηγέτες μάτια έχουν και δεν βλέπουν, αφτιά έχουν και δεν ακούν. Δεν θυμούνται, αν τα γνωρίζουν, τα λόγια που τους έλεγε από μακριά, αυτοεξόριστος, ο Τόμας Μαν, τον Μάιο του 1941: «Το στήθος σας φουσκώνει από υπερηφάνεια; Αλλά υπερηφάνεια για ποιο πράγμα; Ενας Ελληνας αντιστέκεται σε έξι ή επτά από εσάς. Οτι το τολμά, ότι καλύπτει με το σώμα του την παρέλαση της ελευθερίας, αυτό είναι το εκπληκτικό και όχι η νίκη σας. (...) Μακάρι τουλάχιστον οι καλύτεροι ανάμεσά σας να καταφέρουν να θυμηθούν ότι υπάρχουν επιτυχίες ψευδαισθητικές και κενές, μάταιες και καταστροφικές, που διαφέρουν από την αυθεντική και πραγματική επιτυχία, αυτήν που κερδίζεται στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και την οποία η ανθρωπότητα αναγνωρίζει. Αλλά εσείς πιστεύετε στην ωμή και γυμνή επιτυχία, στη βία και στον πόλεμο».
Είναι ανατριχιαστικό ότι η πρόβλεψη του Τόμας Μαν σε καιρό πολέμου, που επαληθεύθηκε με τον τραγικό τρόπο που όλοι ξέρουμε, ηχεί με τρόπο οικείο σήμερα, σε καιρό ειρήνης: «Τη στιγμή που η υπεροψία σας αγγίζει την κορυφή της ή, μάλλον, τη στιγμή που δεν την έχει ακόμη αγγίξει, σας λέω ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι ανεκτή και δεν θα γίνει αποδεκτή. Μην πιστέψετε ότι αρκεί να δημιουργήσετε, με το σίδερο, πραγματικότητες μπροστά στις οποίες η ανθρωπότητα οφείλει να υποκλιθεί. Δεν θα υποκλιθεί, γιατί δεν το μπορεί». Γιατί όμως τόση πίκρα και τόση δυστυχία, γιατί τόση αγωνία και τόσοι θάνατοι, όταν η κοινή ευρωπαϊκή μοίρα υποσχόταν χαρά και αισιοδοξία; Οταν φτάσει η στιγμή των πραγματικών λογαριασμών, οι υπεύθυνοι θα πληρώσουν, υπό τον όρο ότι όλοι οι άλλοι θα έχουμε ενηλικιωθεί.

 
O κ. Γεράσιμος Βώκος είναι καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
 

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
 
Από το «μολών λαβέ» του αείμνηστου Λεωνίδα της Σπάρτης ώς το «Οχι» του Ιωάννη Μεταξά, η άρνηση έχει κατοχυρωθεί στη συλλογική μας συνείδηση ως η ύστατη πράξη του ηρωισμού. Ασχέτως αποτελεσμάτων εννοείται. Πάντα αναρωτιόμουν ποιοι ψυχολογικοί μηχανισμοί παραμερίζουν τους πραγματικούς νικητές του αγώνα των Ελλήνων κατά των Περσών, όπως ήταν ο Θεμιστοκλής της Σαλαμίνας ή ο Μιλτιάδης του Μαραθώνα. Και καλά αυτοί οι δύο, οι οποίοι στη συνέχεια αποδείχθηκαν φιλοχρήματοι και έπεσαν θύματα της ανεξέλεγκτης φιλοδοξίας τους. Ποιος θυμάται όμως τον Αριστείδη, που ήταν στρατηγός των Αθηναίων στις Πλαταιές και πέθανε άπορος, και ποιος τον Κίμωνα, που έδιωξε οριστικά τον περσικό στόλο από το Αιγαίο; Ακόμη και ο τρόπος που η εθνική μας ιδεολογία ιεραρχεί τις αξίες στη σχεδόν μυθική για εμάς αρχαιότητα αποδεικνύει ότι οι νικητές έρχονται πάντα δεύτεροι και καταϊδρωμένοι στον αγώνα του ηρωισμού.
Ισως αυτή η ψυχολογική παράμετρος να εξηγεί το γεγονός ότι είμαστε η μοναδική χώρα, εξ όσων γνωρίζω, που γιορτάζουμε κάθε χρόνο την αρχή και όχι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μας φτάνει το «Οχι» που είπε ο Μεταξάς για να κοιμόμαστε με τη συνείδησή μας ήσυχη. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια από τότε που πρωτοκάθισα στα θρανία του δημοτικού για να συνειδητοποιήσω ότι, μετά τον ηρωικό αγώνα στην Αλβανία, ακολούθησαν μια συντριπτική ήττα, η Κατοχή, η απελευθέρωση από τους Βρετανούς και ο αιματηρός Εμφύλιος. Ως τότε μου μάθαιναν πως το «Οχι», από μόνο του, ήταν ένα είδος νίκης που δεν συγκρίνεται με καμία πραγματική νίκη στα πεδία των μαχών. Οσο για τον Εμφύλιο που ακολούθησε, αυτός ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Κάποιοι ήθελαν την Ελλάδα ηττημένη, κι ας είχε συμμετάσχει στο στρατόπεδο των νικητών του Μεγάλου Πολέμου. Μόνον έτσι θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις ψυχολογικές παραμέτρους του ηρωισμού της ήττας, ο οποίος αδιαφορεί για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Για εμάς οι ήρωες είναι πάντα νεκροί και ηττημένοι. Οι ζωντανοί και οι νικητές αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Σε κάποιους πούλησαν τη συνείδησή τους για να μείνουν ζωντανοί, κάτι έχουν στο μυαλό τους και δεν μας το λένε. «Σου είπαν ψέματα πολλά», που λέει και ο σύντροφος Μίκης.
Αυτό το ψυχολογικό σύνδρομο εξηγεί και την παράδοξη εικόνα που μου περιέγραψε κάποτε μια συγγενής μου. Πριν από δύο δεκαετίες περίπου, στην εποχή της ευμάρειας, η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου είχε οργανώσει μια συνεστίαση για να συγκεντρώσει χρήματα για κάποιον φιλανθρωπικό σκοπό. Πλην όμως, είχαν την ατυχή έμπνευση να καλέσουν τον Στράτο Διονυσίου, ο οποίος μόλις εμφανίστηκε επί σκηνής προκάλεσε τα γνωστά εξαρτημένα αντανακλαστικά, με αποτέλεσμα να σπάσουν στην πίστα όλα τα πιάτα του σερβίτσιου. Επειδή δε τα πιάτα ήταν από πορσελάνη, όσα χρήματα συγκεντρώθηκαν για τον φιλανθρωπικό σκοπό κατέληξαν στην αποζημίωση του ξενοδοχείου. Το σπάσιμο των πιάτων είναι και αυτό ένα μικρό, πλην όμως βροντερό, «όχι» απέναντι στη ζωή που έχεις φτιάξει. Τίποτε δεν μετράει περισσότερο και καμία λογική δεν μπορεί να σε συγκρατήσει να δακρύζεις με την «Απονη ζωή» και να τα σπας ακόμη κι αν έχεις κάτι εκατομμύρια στην Ελβετία.
Το σύνδρομο αυτό μπορεί να εξηγήσει και την απόλυτη κυριαρχία του αριστερόφρονος λυρισμού στη μακρόσυρτη μεταπολίτευση. Ηταν μια σταθερή αξία που γέμιζε στάδια, κινηματογραφικές και θεατρικές αίθουσες και σάρωνε στις πωλήσεις των βιβλιοπωλείων. Μόνον ως δυστυχής μπορούσες να σταδιοδρομήσεις στον καλλιτεχνικό χώρο και να εισπράξεις τις απαραίτητες επιδοτήσεις. Οσο οι νικητές του Εμφυλίου τρώγονταν με τις ενοχές της νίκης τους, οι ηττημένοι υμνούσαν τον ηρωισμό της δικής τους ήττας.
Θα μου πείτε κανένας σοβαρός λογαριασμός δεν μπορεί να γίνει παρ’ ημίν αν δεν συνυπολογισθεί και η παράμετρος της τραγικής παράδοσης. Οι Ελληνες ανακάλυψαν την τραγική συνθήκη της ύπαρξης, και ως εκ τούτου ως Ελληνες την κουβαλάμε στα κύτταρα της γλώσσας μας. Μας φτάνει που ο τραγικός ήρωας είναι πάντα ηττημένος. Και ξεχνάμε ότι δεν φτάνει να ηττηθείς για να γίνεις τραγικός ήρωας. Ο οικογενειάρχης που φορτώνει γυναίκα και παιδιά στο αυτοκίνητο και τρέχει με διακόσια για να συγκρουσθεί μετωπικά με τον απέναντι είναι απλώς ηττημένος από τη νοημοσύνη του. Δεν έχει τίποτε το ηρωικό και τίποτε το τραγικό, και ας μιλάμε μετά για «τραγικό δυστύχημα».
Η αξία τού «όχι» είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αδιαφορούμε για τα συμφραζόμενα. Δεν έχει σημασία αν το λες, όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, για να αντισταθείς στην πρόκληση κάποιου κατακτητή, ή αν το λες για να αντιμετωπίσεις τα χρέη σου, και να προστατεύσεις τους μεγαλοκαταθέτες των τραπεζών σου. Παρατηρώντας την ηρωική διάθεση που μας έχει καταλάβει, ψάχνω μέρες τώρα να βρω κάποιον χαρακτήρα στην ιστορία της λογοτεχνίας ο οποίος έγινε τραγικός εξαιτίας των χρεών του. Δεν βρήκα κανέναν. Αντιθέτως, η κωμωδία από τον Αριστοφάνη ώς τον Μολιέρο μάς προσφέρει πολλούς.
 

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΠΥΡΡΕΙΟΣ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
Η τρέχουσα περιπέτεια της Κύπρου επαναβεβαιώνει την αρχή: οι συμμαχίες είναι δυναμικές, αναπροσδιορίζονται ανά πάσα στιγμή βάσει ιδίων συμφερόντων. Ο Δ. Χριστόφιας και ο Ν. Αναστασιάδης έσφαλαν αντιδιαμετρικά. Ο μεν υπερεκτίμησε τον ρωσικό παράγοντα, ο δε υποεκτίμησε το κόστος της άνευ όρων συμμόρφωσης. Αμφότεροι υποτίμησαν την ιστορική ευθύνη έναντι του λαού που τους εψήφισε. Ολοι έσφαλαν στην εκτίμηση του ραγδαία αυξανόμενου εκγερμανισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ιδίως της Ευρωζώνης όπου η Γερμανία επιβάλλει ωμά στους αδύναμους εταίρους το δικό της μείγμα πολιτικών πρακτικών, ακόμη και μονόδρομους επιβίωσης. Αυτό περιέγραψε παγωμένος από τρόμο ο υπουργός Οικονομικών της Μάλτας, που καθόταν ανάμεσα στον Γερμανό και τον Κύπριο ομόλογό του την κρίσιμη Παρασκευή. Αυτό περίπου ψέλλισαν οι υπουργοί της Ισπανίας και του Λουξεμβούργου.
Εν όσω η άλλοτε ισχυρή Γαλλία θα σιωπά και η Ιταλία θα παραμένει ακέφαλη, η Γερμανία θα επιβάλλει τη βούλησή της και το εθνικό της συμφέρον ως ad hoc ευρωπαϊκό κανόνα. Οι θεμελιώδεις ευρωπαϊκές αρχές της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της ισονομίας και της σύγκλισης ερμηνεύονται τώρα αποκλειστικά υπό το πρίσμα της οικονομικής ισχύος.
Η τριετής διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη μάς δείχνει, επίσης, μια κρίσιμη μετατόπιση εξουσίας στην Ευρώπη: η Κομισιόν και το Ευρωκοινοβούλιο έχουν υποκατασταθεί από το Eurogroup, την ΕΚΤ και το Βερολίνο. Ακόμη και από το ΔΝΤ. Οι μεγάλες αποφάσεις δεν λαμβάνονται πλέον από εκλεγμένα ή λογοδοτούντα διακρατικά όργανα. Οι κ. Ολι Ρεν, Μπαρόζο, Βαν Ρομπέι είναι σχεδόν γραφικές φιγούρες, εκπροσωπούν την αυτοαναπαραγωγή των χρυσοπληρωμένων fonctionnaires των Βρυξελλών, αλλά ελάχιστα τις ιστορικές αρχές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και δημοκρατίας· και τρέμουν μπροστά στη γερμανική ηγεσία.
Η κατατρόπωση της μικροσκοπικής Κύπρου, ωστόσο, μακροπρόθεσμα δεν είναι νίκη της Γερμανίας. Είναι ρωγμή στην Ευρωζώνη και μία ακόμη αφορμή για ευρωσκεπτικισμό και αντιγερμανικά αισθήματα.
 

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Ο ΜΙΘΡΙΔΑΤΙΣΜΟΣ ΣΑΝ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Του Παντελή Μπουκάλα
 
Μεροληπτική είναι η μνήμη μας, μεροληπτική και η ακοή μας, με το αυτί στον ρόλο ενός παράδοξου εργαλείου γραφής που γράφει σβήνοντας. Αποδεικνύεται έτσι ότι ακόμα και η σιωπή έχει ηχώ. Διότι σε κάθε πρόταση που ακούμε, τείνουμε -σαν καθοδηγημένοι από κάποιο ισχυρότατο ένστικτο αυτοδικαίωσης- να εντοπίζουμε και να αναδεικνύουμε ό,τι μοιάζει με ηχώ των σιωπηρών μας σκέψεων, των άρρητων προτιμήσεών μας. Κατά κάποιον τρόπο, η ακοή μας, σαν αόρατος επιμελητής κειμένων, βάζει σε όσα θηρεύει εκείνα τα σημεία στίξεως που θα δώσουν το επιθυμητό νόημα, με το οποίο θα επικυρωθούν όσα ήδη πιστεύουμε. Η ιστορία με τους χρησμούς της Πυθίας, και το κρίσιμο κόμμα πριν ή μετά, επαναλαμβάνεται καθημερινά σε σμικρογραφία άπειρες φορές. Το νόημα δεν το δίνει η μάντισσα αλλά οι ερμηνείς.
Ενα παράδειγμα. Σε μια από τις λίγες φορές που ο λόγος του έγειρε προς τη γενναιοδωρία, ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επαίνεσε την Ελλάδα σε συνέντευξή στην αυστριακή εφημερίδα «Ντερ Στάνταρντ», το Σάββατο 9 Μαρτίου. Τα περισσότερα θερμά λόγια του τα ξόδεψε βέβαια για να συντάξει τον αυτοέπαινό του, δηλαδή το εγκώμιο ενός προγράμματος ασφυκτικής, τιμωρητικής λιτότητας που έχει ήδη γονατίσει τον ευρωπαϊκό Νότο. Περίσσεψαν ωστόσο και λίγες λέξεις αβρότητας για τη «σαφή βελτίωση των βασικών στοιχείων της ελληνικής οικονομίας», ανάμεσα στα οποία «η μείωση του ελλείμματος, το πλεόνασμα στις εξαγωγές και η πρώτη μείωση της ανεργίας. Ομως - » Εδώ ακριβώς όμως, στο «όμως», επεμβαίνουν αστραπιαία οι κυβερνητικοί μας, τρισευτυχισμένοι από τον γερμανικό έπαινο, και με κάποια αγένεια βάζουν αυθαιρέτως τελεία στα λεγόμενα του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, παρότι αυτός συνεχίζει να μιλάει. Ή μάλλον όχι. Δεν βάζουν μία τελεία αλλά τρεις. Αποσιωπητικά δηλαδή. Και ενώ κάνουν σημαία τους τα εξυμνητικά λόγια («είδατε πόσο καλά τα πάμε; Ακόμα και ο βαρύς Σόιμπλε το παραδέχεται...»), ενώ αρπάζονται από ένα ασήμαντο -0,2% στον απελπιστικό δείκτη της ανεργίας, αποσιωπούν, παραβλέπουν, σβήνουν τις ενοχλητικές επικρίσεις με τις οποίες συνόδεψε το εύγε του ο Γερμανός πολιτικός. Διότι δεν ακούμε ό,τι έχει όντως ενδιαφέρον. Ακούμε και προσέχουμε ό,τι είναι συμφέρον. Η εθελοτυφλία έχει και το ακουστικό ταίρι της.
Τι άλλο είπε λοιπόν ο κ. Σόιμπλε, ο ισχυρός της Ευρώπης, που θα έπρεπε να ενοχλήσει την ελληνική πολιτική τάξη και να την ωθήσει να το συζητήσει, να το αποδομήσει, ει δυνατόν και να το καταρρίψει; Πάνω-κάτω είπε όσα λένε χρόνια τώρα οι ημεδαποί «λαϊκιστές», οι «μίζεροι», οι «μονιμάδες της γκρίνιας» κ.λπ. Οτι δηλαδή «οι ανεύθυνες πολιτικές ελίτ της Ελλάδας θυσίασαν την οικονομία της χώρας τους για τα δικά τους βραχυπρόθεσμα συμφέροντα και για τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων». Βαρύτατη η κατηγορία, θα έπρεπε να προκαλέσει θυμό, αγανάκτηση, σάλο. Κι όμως. Σιωπή. Δηλαδή αποδοχή. Βεβαίως, ο καλός μας φίλος παρέλειψε να πει αυτό που δεν θα ήθελε να ακούσει από τρίτους, ότι δηλαδή εξυπηρετώντας τα δικά της συμφέροντα (και τα συμφέροντα ανωνύμων πλην «συγκεκριμένων ομάδων») η καταγγελλόμενη ανεύθυνη ελληνική πολιτική ελίτ υπηρέτησε και τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της γερμανικής ελίτ, λ.χ. με αγορές επικλινών υποβρυχίων ή με τον σφοδρό της έρωτα για τη σκανδαλοποιό Ζίμενς. Κι αν η ελίτ αυτή (δηλαδή; οι δέκα - δεκαπέντε οικογένειες που νέμονται παραδοσιακά την εξουσία; αυτοί ενοχοποιούνται δίχως να κατονομάζονται;), αν λοιπόν η ελίτ αυτή «θυσίασε την ελληνική οικονομία», από ανευθυνότητα όπως διατείνεται ο κ. Σόιμπλε, που μάλλον ξέρει περισσότερα απ’ όσα ο «μέσος Ελλην» και ο «μέσος Γερμανός», η γερμανική ελίτ συγκαταλέγεται οπωσδήποτε στους περισσότερο ωφελημένους. Αλλά είπαμε. Αυτά τα παρέλειψε ο κ. Σόιμπλε. Δεν πειράζει όμως. Αρκούν όσα είπε· κι ας θυμίζουν το παροιμιωδώς γνωστό «έλα, παππού μου, να σου δείξω τ’ αμπελοχώραφά σου».
Μυστηριωδώς, τίποτα το αντιρρητικό δεν ακούστηκε από τη δεινώς στηλιτευθείσα ελληνική πολιτική ελίτ και κανένας από τους επιτιμητικά δακτυλοδειχθέντες δεν ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας – πιθανόν, μια και βρισκόμαστε στον χώρο των παροιμιών, για να μην ακούσει από τους υπόλοιπους το χαιρέκακο «όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται». Κανένα στέλεχος της «ελίτας» λοιπόν, όπως την ακούγαμε κάποτε στην παπανδρεϊκή, κανείς απ’ όσους κυβέρνησαν και κυβερνούν, από όσους άσκησαν πολιτική από υπουργεία, γραμματείες και προεδρεία οργανισμών, δεν θίχτηκε, δεν διανοήθηκε ότι οφείλει να υπερασπίσει αμέσως και δίχως περιστροφές τη συνομοταξία του, τη συντεχνία, το σόι του. Να πει δηλαδή ότι ο κ. Σόιμπλε δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει με τέτοια προπέτεια και με ύφος πατερναλιστικό, σαν αυτοδιόριστος κήνσορας ή μάλλον ηθικός επίτροπος (εκτός από οικονομικοπολιτικός). Να προσθέσει ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να ασχοληθεί με τα του εθνικού οίκου του, όπου δεν είναι δα και λίγα τα σκάνδαλα. Και να απαιτήσει αποδείξεις, ονόματα, πειστήρια. Ωστε να μη χαρακτηριστεί κοινός συκοφάντης ή έστω επιπόλαιος λογάς.
Ετσι δεν θα ’πρεπε; Ετσι δεν θα αντιδρούσε οποιοσδήποτε «μέσος άνθρωπος» δεχόταν τέτοια προσβολή, αν βέβαια δεν ήταν οπαδός του αυτοπροστατευτικού περαβρεχισμού; Μάλλον. Αλλά τέτοιου είδους αντιδράσεις, άμεσες, «θυμικές», ανθρώπινες εντέλει, δεν αρμόζουν σε όσους δεν είναι «μέσοι». Αυτοί πάσχουν από τη βολική νόσο του μιθριδατισμού, χάρη στην οποία μένουν ατάραχοι όπως κι αν χαρακτηρίζονται, για ό,τι κι αν καταγγέλλονται. Νιώθουν παντοδύναμοι έναντι των «μέσων ανθρώπων» αλλά παντελώς ανήμποροι μπροστά στους όντως ισχυρούς σαν τον κ. Σόιμπλε, γι’ αυτό και πρέπει να μετράνε και να ξαναμετράνε τις λέξεις τους πριν τις πουν. Και μια στο τόσο, πρέπει να κάνουν ότι δεν άκουσαν. Για να μην μπλέξουν. Κάπως έτσι, κανείς δικός μας (ας πούμε κάποιος από τους διακινητές του δόγματος «μαζί τα φάγαμε») δεν ένιωσε προσωπικά προσβεβλημένος. Ουδείς σκέφτηκε να πει ότι οι Ελληνες πολιτικοί έχουν μονάχη έγνοια τους τα συμφέροντα του έθνους και όχι τα δικά τους ή «συγκεκριμένων ομάδων», και ότι αν ξόκειλε το καράβι, δεν φταίνε οι άξιοι κυβερνήτες του, πάντοτε αυτοθυσιαστικοί, αλλά οι κωπηλάτες, κοινώς πολίτες, πάντοτε λουφαδόροι και κοπανατζήδες. Οχι. Οσα επικριτικά είπε ο κ. Σόιμπλε παραδόθηκαν στη σιωπή. Οι εθνικώς υπερήφανες απαντήσεις, άλλως πως λεονταρισμοί, προορίζονται για την εσωτερική σκηνή και κατανάλωση.
 

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
Κάτι έχει αλλάξει. Το νιώθεις στον αέρα, το αντιλαμβάνεσαι στην κίνηση των ανθρώπων στον δρόμο, στις συναλλαγές στα μαγαζιά, το νιώθεις στις συνομιλίες με ανθρώπους προερχόμενους από ποικίλες τάξεις και επαγγέλματα. Στο τυπικό «πώς πάνε τα πράγματα» η συνέχεια της συζήτησης δεν είναι μια πρόβλεψη, αλλά κατ’ αρχάς η πανθομολογούμενη διαπίστωση πως «έτσι δεν πάει άλλο». Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ξέρει πώς είναι το αλλιώς, εντούτοις όλοι συμφωνούν ότι έτσι δεν πάει, δεν οδηγεί πουθενά. Και πολλοί τείνουν να αποδεχθούν ότι οποιαδήποτε άλλη πορεία είναι προτιμότερη έναντι της ακολουθούμενης.
Το πιο ουσιαστικό στοιχείο όμως, σε αυτή τη διάχυτη αίσθηση αλλαγής κλίματος, είναι ότι πολλοί Ελληνες περνούν βαθμηδόν από το στάδιο της ατομικής διάσωσης με κάθε τρόπο, στο στάδιο της επίγνωσης ότι κάτι πρέπει να γίνει από κοινού, συλλογικά· κι αυτό το κάτι να είναι ριζικό, άμεσο και δραστικό, προκειμένου να ανακοπεί η καταστροφή. Πολλοί, ακόμη και όσοι δεν έχουν πληγωθεί βαριά από την κρίση, αναγνωρίζουν την ανάγκη μιας ριζικά άλλης προσέγγισης των προβλημάτων και των προκλήσεων· η τριετής εμπειρία υποδεικνύει ότι οι συμβατικοί τρόποι όχι μόνο δεν επιλύουν αλλά καταστρέφουν όλο και βαθύτερα.
Η επίγνωση φτάνει ακόμη πιο μακριά: όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι πολλές από τις επώδυνες αλλαγές που έχουν συμβεί στην καθημερινή ζωή και τη δημόσια σφαίρα, δεν είναι αναστρέψιμες - τουλάχιστον όχι άμεσα και όχι εύκολα. Αναγνωρίζεται άρα ότι η απόλυτη προτεραιότητα είναι η σταθεροποίηση της παρούσας κατάστασης, να σταματήσει τουλάχιστον η καταστροφή. Αναγνωρίζεται επίσης ότι η ανάκτηση πόρων και επιπέδου διαβίωσης θα είναι αργή, κοπιώδης και προ πάντων ότι θα απαιτήσει άλλη οργάνωση του οικονομικού και κοινωνικού βίου.
Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αυτές τις παραδοχές και την αναδυόμενη νέα επίγνωση τις εντοπίζουμε περισσότερο στα πιο μορφωμένα μέλη της μεσαίας τάξης· ίσως επειδή αυτή η τάξη πλήττεται περισσότερο από κάθε άλλη, όχι μόνο κατά την υλική συνθήκη, αλλά και ψυχολογικά-διανοητικά: σε ελάχιστο χρόνο και με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, της αμφισβητείται ακόμη και το δικαίωμα να υπάρχει. Στην Ελλάδα η μεσαία τάξη αναπτύχθηκε κοπιαστικά κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, και η αποσάθρωσή της συντελείται σε διάστημα τριών ετών. Ου μην αλλά: από τη μεσαία τάξη του τελευταίου μισού αιώνα προέρχονται οι πιο μορφωμένες νέες γενιές του 20ού αιώνα και τα δυνάμει στελέχη της ελίτ του 21ου αιώνα. Η βίαιη ανακοπή αυτού του κοινωνικού ρεύματος ισοδυναμεί με εθνικό αυτοακρωτηριασμό, με αυτοκτονία.
Υπό αυτή την έννοια, φαίνεται να αναδύεται εντονότερα η τάση για πολιτική ανατροπή, για υπέρβαση, για πανεθνική συστράτευση. Ο εντός συνόρων ελληνισμός αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, επιβίωσης υλικής αλλά και επιβίωσης συλλογικής, με όρους συντεταγμένου κοινωνικού και πολιτικού βίου. Οι διοικούσες ελίτ έχουν αποτύχει πολλαπλώς και κατ’ εξακολούθησιν, πρακτικά, πνευματικά και ηθικά· στην παρούσα δε φάση γεννούν κινδύνους για την κοινωνική συνοχή και για την ειρηνική συνύπαρξη πληγωμένων ετερόκλητων ομάδων του πληθυσμού. Απαιτούνται άλλες ηγετικές ελίτ, με άλλες νοοτροπίες, άλλο πολιτικό ήθος, άλλες προσεγγίσεις της ιστορικής συγκυρίας. Η Ελλάδα έχει μεταβεί σε άλλη ιστορική πίστα, σε ένα ολισθηρό πρανές γεμάτο κινδύνους. Αυτό έχουν καταλάβει οι περισσότεροι Ελληνες, και γι’ αυτό είναι πρόθυμοι να ρισκάρουν μιαν αλλαγή.
 
 

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΔΙΑΣΚΕΤΑΙ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη
 
Κρατίστην είναι δημοκρατίαν εν ή
πάντες ως τύραννον φοβούνται τον νόμον.
Βίας ο Πριηνεύς
 
Οι πιο ετερόκλητες φωνές της εποχής, η κάθε μια για τους δικούς της, διαφορετικούς λόγους, μιλάνε για το έλλειμμα της δημοκρατίας που υπάρχει στη χώρα. Η κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματα της, τα οποία αυξομειώνει ανάλογα με την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης στη χώρα.
Ξεκινώ όμως με μια παραδοχή: η χώρα, όντως, έχει έλλειμμα δημοκρατίας.
Οι ρυθμοί απόδοσης της δικαιοσύνης είναι τόσοι αργοί, που ζούμε σε καθεστώς αρνησιδικίας εδώ και δεκαετίες. Πλήττεται κυρίως ο αδύναμος πολίτης. Οι ισχυροί βρίσκουν τρόπο να γλιτώσουν.
Το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί του έχουν σαπίσει τόσο πολύ, που οποιαδήποτε προσπάθεια αναθεώρησής τους, μοιάζει με το φτιασίδωμα ενός σκιάχτρου που πρέπει να το περάσουν οι άλλοι για ζωντανό και δραστήριο άλογο κούρσας.
Οι βασικοί πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί της κοινωνίας, βασισμένοι στην αρχή όχι της ισότητας μα της εξίσωσης, με παράλληλη ενθάρρυνση τον πολιτισμό της ήσσονος προσπάθειας, όσο κι αν προσπαθούν να παραμείνουν εν ζωή, γνωρίζουν πολύ καλά πως συντηρούνται μηχανικώς και αυτό μόνο για τη σωτηρία του πολιτικού κατεστημένου της χώρας. Αυτό ισχύει για την παιδεία, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια κλπ. κλπ.
Περί των ανωτέρω, έχουν χυθεί αμέτρητοι τόνοι μελάνης, έχουν κοπεί αναρίθμητα δέντρα για να τυπωθούν τα σχετικά πονήματα, έχουν χτυπηθεί εκατοντάδες εκατομμύρια φορές τα πλήκτρα των πληκτρολογίων των δημοσιολογούντων και των αναλυτών.
Ελάχιστες όμως είναι οι αναφορές στην ουσία του ελλείμματος της δημοκρατίας στη χώρα μας. Και αυτή δεν είναι άλλη από την ανειλικρινή σχέση που έχει ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας με την ίδια τη δημοκρατία.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα, οι κάτοικοι της οποίας θέλουν την αστυνομία να τους προστατεύει από το έγκλημα, όχι όμως και να τους συλλαμβάνει όταν οι ίδιοι παραβαίνουν τους νόμους.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα, οι κάτοικοι της οποίας θεωρούν πως είναι δημοκρατικό δικαίωμα η εισαγωγή στα ΑΕΙ, ακόμη και με βαθμούς που ταιριάζουν μόνο για τη συμπλήρωση ενός δελτίου ΠΡΟ.ΠΟ.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα, όπου το δημόσιο θεωρείται το ασφαλές καταφύγιο όλων, αρκεί να μην πληρώνουν οι ίδιοι φόρους.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα, όπου μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας δε τολμάει να πει την αλήθεια, σε μια χώρα που δε θέλει να ακούσει την αλήθεια. Οι αλληλοτροφοδοτούμενες αυτές αναλήθειες, διαμορφώνουν τη «μεγάλη αφήγηση» της εποχής μας.
Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι έτοιμοι να πιστέψουν οποιαδήποτε θεωρία συνομωσίας, αρκεί να ενισχύει την αίσθησή τους, ότι πάντα φταίνε (κάποιοι) άλλοι.
Κυρίως όμως, η Ελλάδα είναι μια χώρα που ελάχιστοι σέβονται τα βασικά συστατικά της δημοκρατίας, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι αριθμοί και ο σεβασμός. Οι αριθμοί έχουν σχέση με το σύνολο εκείνων που παίρνουν μια απόφαση, με την πλειοψηφία και τη μειοψηφία. Και ο σεβασμός έχει να κάνει με την υποχρέωση της πλειοψηφίας να προστατεύει το δικαίωμα της μειοψηφίας να έχει τις απόψεις της.
Κι αν ο πλατωνικός Πρωταγόρας αναρωτιόταν αν μπορεί να διδαχθεί η αρετή, ο σύγχρονος πολίτης αυτής της χώρας αναρωτιέται αν μπορεί να διδαχθεί η δημοκρατική συνείδηση και συμπεριφορά, που μοιάζει να δοκιμάζεται άγρια στις παρούσες συνθήκες.
Μια από τις βασικές προϋποθέσεις για να βγει η χώρα από τα σημερινά της αδιέξοδα είναι η εκπαίδευση των πολιτών στη δημοκρατία. Πράγματα αυτονόητα σε προηγμένες και πολύ πιο δημοκρατικές χώρες από την Ελλάδα, στη χώρα μας αμφισβητούνται και τίθενται εν αμφιβόλω ακόμη και από μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου. Η μακραίωνη απουσία παραδόσεων, η έλλειψη παιδείας διαλόγου, η δυσανεξία και η μισαλλοδοξία που καλλιεργούνται από τα ράκη των αντιπάλων του προηγούμενου εμφυλίου πολέμου, έχουν πληγώσει ανεπανόρθωτα την ίδια τη δημοκρατία στη χώρα. Οι ευθύνες επιμερίζονται, αρχικά, στην πολιτική τάξη της χώρας στο σύνολο της, και στη συνέχεια στους ίδιους τους πολίτες. Προς το παρόν ούτε η μεν ούτε οι δε, δείχνουν σημεία μεταστροφής στις απόψεις και συμπεριφορές τους. Και αυτό είναι το πιο δυσοίωνο απ’ όλα.
 

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Η ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
 
Η πολιτική διαφθορά δεν αποτελεί πλέον «είδηση». Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όλο και περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες σε όλον τον κόσμο φέρονται ως αναμεμειγμένοι σε ιδιοτελείς συναλλαγές. Ετσι, για την ευρεία κοινή γνώμη, το «τεκμήριο εντιμότητας» των πολιτικών δεν ισχύει πια, ούτε καν ως μαχητό. Ακόμα και εάν δεν μπορεί, φυσικά, να «είναι όλοι ίδιοι», όπως το θέλει η λαϊκή μούσα, το βάρος της αποδείξεως φαίνεται να αντιστρέφεται. Ολοι εμφανίζονται ηθικά ύποπτοι μέχρις να πείσουν για το αντίθετο. Τα γεγονότα μιλάν άλλωστε από μόνα τους. Για να περιοριστούμε στις ανεπτυγμένες χώρες, δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλικός σύζυγος των Κάτω Χωρών, ο Μπους, ο Ράμσφελντ, ο Τσένεϊ, ο Πούτιν, ο Γέλτσιν, ο Κολ, ο Σρέντερ, οι στενοί συνεργάτες της Ανγκελα Μέρκελ, ο Μπλερ, ο Κάμερον, ο Ζισκάρ, ο Σιράκ, ο Μπερεγκοβουά, ο Σαρκοζί, ο Παπανδρέου, ο Ραχόι, ο Μπερλουσκόνι, ο Κράξι, η βασιλική οικογένεια της Ισπανίας, ακόμη και το περιβάλλον της Αυτού Αγιότητος του Πάπα της Ρώμης κατηγορήθηκαν για αντιδεοντολογική και ιδιοτελή κατάχρηση ή «αξιοποίηση» της εξουσίας τους. Ευλόγως λοιπόν, η εμπιστοσύνη των λαών στους αιρετούς, κληρονομικούς ή πνευματικούς «εκπροσώπους» τους κλονίζεται. Ομως, ακόμα και αν εξοργίζει, η συρροή των σκανδάλων δεν εκπλήσσει. Ως ενδημική πλέον, η πολιτική διαφθορά εμφανίζεται κοινότοπη.
Ομως, οι «ηθικές κρίσεις» δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αν μέχρι τώρα μπορούσαμε να πιστεύουμε πως μόνον η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα, καλούμαστε σήμερα να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ακόμη και η «σχετική» δημοκρατική εξουσία δεν μπορεί παρά να διαφθείρει, έστω σχετικά. Η διάχυση του «ιού» στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας είναι λοιπόν βαθύτατα ανησυχητική, όχι μόνο στο επίπεδο των αξιών αλλά και στο επίπεδο της λειτουργίας της δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα τα διεθνή fora, συμπεριλαμβανομένου και του ΟΗΕ, το πρόβλημα αυτό βρίσκεται πια στο επίκεντρο της προσοχής. Η πολιτική διαφθορά δεν συνιστά πλέον μόνον ευκαιριακή έκφραση ατομικής παραβατικότητας, αλλά οικουμενικής εμβέλειας φαινόμενο που αντανακλά στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Ανεξάρτητα από το εάν η αποσύνθεση αρχίζει από το κεφάλι ή απλώς καταλήγει σε αυτό, η ιδιοτελής αξιοποίηση δημόσιων εξουσιών συνιστά πλέον καθημερινή πρακτική.
Το ζήτημα είναι προφανώς εξαιρετικά σύνθετο. Από τη μια μεριά, θα πρέπει να αναφερθεί κανείς στις μεταλλαγές της καθημερινής λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Ετσι, είναι γεγονός ότι εδώ και πολλά χρόνια το επάγγελμα του πολιτικού δεν μονοπωλείται πια από «προεστούς» της άρχουσας τάξης που διέθεταν ίδιους πόρους με στόχο είτε να «προσφέρουν υπηρεσίες» είτε να ικανοποιήσουν τις προσωπικές φιλοδοξίες τους. Και ταυτόχρονα, το αντικειμενικό οικονομικό κόστος του πολιτικού ανταγωνισμού αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ετσι, η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρωτόγνωρο «δομικό» οικονομικό έλλειμμα. Ο «υγιής» πολιτικός ανταγωνισμός προϋποθέτει μια συνεχή εισροή δημόσιων ή ιδιωτικών «πόρων». Η καθημερινή επιβίωση όλων των πολιτικών φορέων (ατόμων και κομμάτων) εξαρτάται από αόρατες συνήθως ενέσεις «πολιτικού χρήματος».
Από την άλλη μεριά, θα πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί ότι, σε όλες τις χώρες, οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσωπεύουν κάτι ανάμεσα στο 25% και το 60% του ΑΕΠ. Το κράτος δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος εργοδότης. Είναι επίσης και ο μαζικότερος καταναλωτής αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στον ιδιωτικό τομέα, ο σημαντικότερος επενδυτής και ο μεγαλύτερος πελάτης. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η δημόσια συμμετοχή στο αγοραίο παίγνιο δεν παύει σε καμία στιγμή να παραμένει συνεχής και ενεργή. Και έτσι, η διαπραγμάτευση και η «διαπλοκή» ανάμεσα στα ιδιωτικά και στα δημόσια συμφέροντα είναι αναπόφευκτες. Βέβαια, οι σχέσεις ανάμεσα στο Κράτος και στους «πελάτες» του οφείλουν να υπακούουν σε αυστηρά κριτήρια. Αλλά οι δυνατότητες αυθαίρετων και μεροληπτικών αποφάσεων παραμένουν άπειρες. Στο μέτρο που η πολιτική εξουσία διατηρεί «διακριτικές ευχέρειες», η «διαφάνεια» δεν μπορεί να είναι παρά σχετική. Την ίδια στιγμή που η κίνηση του χρήματος είναι υπέρποτε ανεξέλεγκτη, τα μύχια κίνητρα των αποφασιζόντων παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Με αυτήν την έννοια, το φάντασμα της διαφθοράς είναι πανταχού παρόν. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, η άσκηση της εξουσίας είναι συνυφασμένη με τη δυνατότητα κατάχρησής της. Ομως, η τρέχουσα και θεαματική έκρηξη της ιδιοτέλειας, η ξαφνική κατάρρευση των «ηθικών αντιστάσεων» ενάντια στους πειρασμούς του ιδιωτικού οφέλους και η οικουμενική αποτελμάτωση των «δημόσιων ηθών» δεν μπορεί παρά να συνάπτονται με συγκεκριμένες ιστορικές, ιδεολογικές και πολιτιστικές μεταλλαγές. Η ιδέα της «αρετής» ως αξιακής πεμπτουσίας της δημόσιας συμπεριφοράς είναι άλλωστε ιστορική: γεννήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε στους κόλπους των δυτικών φιλελεύθερων κοινωνιών και της ριζικής θεσμικής, ιδεολογικής και ηθικής διάκρισης ανάμεσα στο γενικό και το ιδιωτικό συμφέρον, στο κράτος και τις αγοραίες συναλλαγές, στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στην πολιτική και την οικονομική εξουσία. Την ίδια στιγμή που ο οικονομικός άνθρωπος δικαιούνταν ως απλός «τίμιος» να προάγει δίχως όρια τα ιδιωτικά του συμφέροντα στην ελεύθερη αγορά, ο «ενάρετος» πολίτης έπρεπε να απέχει εντελώς από την προώθησή τους. Διασχίζοντας το κατώφλι της δημόσιας σφαίρας, το άτομο καλούνταν να αλλάξει προσωπείο. Ο χωρισμός κράτους και κοινωνίας συνεπέφερε λοιπόν την εκκόλαψη δύο αντικριστών αλλά εκ πρώτης όψεως ασύμβατων κανονιστικών κωδίκων. Ο ιδιοτελής οικονομικός άνθρωπος και ο ενάρετος δημόσιος λειτουργός είναι οι δύο συμπληρωματικές όψεις του νεωτερικού Ιανού.
Τέτοιες «σχιζοειδείς» νοηματικές κατασκευές εμφανίζονται βέβαια ανέκαθεν. Ολες οι κοινωνίες διακρίνουν ανάμεσα σε όσα επιτρέπεται να είναι αντικείμενα συναλλαγών και στα «ιερά» εκείνα ζητήματα που καλύπτονται από απαραβίαστα ταμπού. Αλλά η φετιχοποίηση του «ουδέτερου» και προνομιακού δημόσιου χώρου είναι καθαρό προϊόν της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας. Πάνω στη βάση του πλάσματος του «κοινωνικού συμβολαίου» και της ιδέας του γενικού συμφέροντος στοιχειοθετήθηκε το γενικό «ηθικό καθήκον» συμμόρφωσης στους δημόσιους αξιακούς κώδικες. Στο εξής, οι τυποποιημένες σχέσεις του ατόμου με το Ολο δεν επιτρέπεται πλέον να νοθεύονται από ιδιωτικά συμφέροντα και ιδιοτελείς βλέψεις.
Ακόμη μια φορά όμως, η ιστορία (και μαζί με αυτήν η «διεφθαρμένη περιφέρεια») φαίνεται να εκδικείται τους ηθικολόγους εκλογικευτές της. Πράγματι, η εσωτερίκευση του κανονιστικού ταμπού τελούσε πάντα υπό την ιστορική προϋπόθεση ότι θα παρέμενε αλώβητη η συμβολική προωτοκαθεδρία μιας «ιερής» εθνικοκρατικής κοινότητας που αντιδιαστέλλεται προς τα ελεύθερα άτομα που την απαρτίζουν. Ο νοηματικός χωρισμός του δημόσιου από τον ιδιωτικό χώρο δεν είναι το αποτέλεσμα των νεωτερικών ρυθμίσεων, αλλά ο ιστορικός και ιδεολογικός του όρος. Από τη στιγμή λοιπόν που υπό το κράτος των νέων παγκοσμιοποιημένων συνθηκών το κύρος του κράτους καταρρέει, η δομική και λειτουργική αυτονομία του πολιτικού από το οικονομικό απισχναίνεται και η λαϊκή κυριαρχία αφυδατώνεται, η ίδια η ιδέα της κοινότητας αποδυναμώνεται. Με φυσικό αποτέλεσμα να απομειώνονται και οι ηθικές αντιστάσεις στην άνευ όρων και ορίων ατομική ιδιοτέλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως μόνο «φυσικό», διιστορικό και πρωτογενώς αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο δικαίωμα αναγνωρίζεται το «δικαίωμα στο συμφέρον». Είναι λοιπόν εύλογο το γεγονός ότι ο μέχρι πρόσφατα αυτονόητος, αναγκαίος και «λειτουργικός» αξιακός «συμβιβασμός» ανάμεσα στα δικαιώματα του ατόμου και στα καθήκοντα του πολίτη φαίνεται να ατονεί. Μαζί με τον δημόσιο χώρο, καταβαραθρώνεται και η δημόσια ηθική. Οπως οι πολίτες έτσι και οι πολιτικοί τείνουν να μεταμορφώνονται σε ακόρεστους λύκους.

Πηγή

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Η ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

Στον παιδικό μου φίλο, που ζητιανεύει στο Μετρό
 
Του Αλ.  Ασωνίτη, συγγραφέα
 
Μόνο σε περιπτώσεις ξένης κατοχής παρατηρείται αναλγησία σαν αυτήν που επιδεικνύει η πολιτική ελίτ που οδήγησε την Ελλάδα στο Μνημόνιο και την πολυετή υποδούλωση, με ανυπολόγιστο κόστος σε κάθε τομέα και απρόβλεπτο το τέλος της αιχμαλωσίας μας, τόσο σε χρονική διάρκεια όσο και σε συνέπειες που υφιστάμεθα και θα υποστούμε, ώσπου να εξοντωθεί ο λαός, η χώρα και η Κύπρος, εκτός αν επαναστατήσουμε έγκαιρα, ενθυμούμενοι τον Σεφέρη: «Οδηγούμαστε σε τραγωδία, είναι εθνική επιταγή η αποπομπή της χούντας».
 
Η αταλάντευτη κυβερνητική αναλγησία επιδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία, καθημερινώς, θερίζοντας τα πάντα. Ως σύμβολα της αναλγησίας τους έχουν επιλέξει τους αυτόχειρες (τους οποίους μισούν επειδή, αυτοκτονώντας, ανατινάζουν τη μνημονιακή δουλοπρέπειά τους), τους άστεγους και τους ζητιάνους: και ο πιο σκληρόκαρδος και κυνικός θα λυγίσει, αν περπατήσει στις κεντρικές λεωφόρους των Αθηνών και στα ενδιάμεσα στενά. Εκεί όπου, πριν από λίγα χρόνια, προχωράγαμε ανυποψίαστοι, για τον εφιάλτη που μας ετοίμαζαν, και σχεδόν ανέγγιχτοι από την καθημερινή βαρβαρότητα των μεγαλουπόλεων Δύσης, πρωτίστως, και Ανατολής, σήμερα βλέπουμε, σαν από αντεστραμμένο καλειδοσκόπιο, υπολείμματα ανθρώπων, ρημάδια και ρημάγματα, πεσμένους σαν άδεια σακιά σε γωνίες, κάτω από υπόστεγα, από στοές πολυκατοικιών, από σκαλωσιές, κάτω από οτιδήποτε μπορεί να τους προσφέρει λίγη προστασία από κρύο και βροχή, τυλιγμένους σε βρόμικες κουβέρτες, παπλώματα και υπνόσακους, βρόμικους και οσμηρούς, με απεριποίητα γένια, με σάπια δόντια (νεόπτωχοι, άνεργοι και πρεζάκια αντάμα), με κάτι στραβωμένα βρομοκατσαρολάκια για πιάτο, να παραπαίουν καμπουριαστοί, να ζητιανεύουν μουρμουρίζοντας ακατάληπτα, να τους τρέχουν σάλια, να ουρούν και να αφοδεύουν όπου βρουν, να τους βλέπουν οι τυχεροί που δεν κατάντησαν έτσι και να κλονίζονται ή να χαίρονται, άπλυτοι, νηστικοί, με μπερδεμένα μαλλιά, κοιμούνται από νωρίς, πολλοί με το κεφάλι στο πεζοδρόμιο ή σε χαρτόκουτες, και ξυπνάνε νωρίς (χωρίς κανείς να τους τραγουδάει το: «Κάτω απ' το σβηστό φανάρι»), περικυκλωμένοι από όλους εμάς που περνάμε αδιάφοροι δίπλα, δίνοντάς τους πού και πού κάνα κέρμα, θύματα επίσης της περίτεχνης παγίδας που μας έχουν στήσει οι ελίτ της υποδούλωσης: μας μολύνουν με την ενοχή και την αναλγησία τους, γινόμαστε ανάλγητοι από την καθημερινή εικόνα τόσων αστέγων και ζητιάνων, τη συνηθίζουμε, τη θεωρούμε φυσιολογική, την αποδεχόμαστε κάθε μέρα και περισσότερο, όπως και την αδυναμία μας να βοηθήσουμε έμπρακτα ανατρέποντας την κατάπτωση αυτή, την οποία χρησιμοποιούν και ως μοχλό για να μας απειλήσουν εμμέσως αλλά σαφώς με αντίποινα κι εκτελέσεις: «Ετσι θα καταντήσετε κι εσείς, έτσι θα καταντήσουν όσοι δεν υπακούουν» στις εντολές που ενσπείρει η τρόικα και διασπείρουν οι εντολοδόχοι της πολιτικοί.
 
Αλλιώς, πώς δεν σκέφτονται το απλούστερο, να τους διαθέσουν καταλύματα σε εγκαταλειμμένα σπίτια, ξενοδοχεία, στρατόπεδα, έστω για να παραστήσουν τους φιλεύσπλαγχνους; Δεν μπορεί η μάνα μου, που πάει στα ενενήντα κι έχει μερική άνοια, ν' αναρωτιέται: «Γατί δεν τους πάνε σε άδεια σπίτια, τους κακόμοιρους, να μην κοιμούνται έξω;», και να μην το έχουν σκεφτεί οι κυβερνώντες. Το έχουν, αλλά ούτε τους αφορά ούτε τους ενδιαφέρει -τι σχέση μπορεί να έχουν με την πραγματικότητα, αφού απ' αυτήν φιλοδοξώντας να ξεφύγουν ενέσκηψαν στην πολιτική;- ούτε, κυρίως, τους εξυπηρετεί. Σκοπός τους είναι να τρομοκρατήσουν την κοινωνία μέσω του εξαθλιωμένου στρατού αστέγων και ζητιάνων και να της εμφυτεύσουν μια από τις πιο βαθιές επιδιώξεις του σύγχρονου καπιταλιστικού καθεστώτος: η κοινωνία να χωρίζεται απροσχημάτιστα στα δύο -και μεταξύ αυτών των δύο να μην υπάρχει απολύτως καμία γέφυρα, επικοινωνία, σχέση.
 
Η ευφυΐα τους όμως, όσο ιδιοτελής και χαριτωμένη δούλη να είναι, δίνει, άθελά της, το μέτρο της δυτικής δημοκρατίας, που φυσικά ποτέ δεν ήταν δημοκρατία κατά την ελληνική έννοια, αλλά στη χώρα μας ποτέ δεν έφτανε σε τέτοια πρωτοφανή, προκλητικά επίπεδα αναλγησίας. Τώρα φτάνει, καμαρωτή και περήφανη, και μας δείχνει την πολιτική-πολιτιστική ποιότητα της Δύσης -όχι ότι η Ανατολή διαθέτει κάτι περισσότερο για να καυχάται: το 5% θα εκμηδενίζει επ' άπειρον το 95%. Αυτό είναι το υπόβαθρο και ο στόχος. Για ποιο λόγο να δείξουν ευαισθησία, αλληλεγγύη προς τη χειμαζόμενη κοινωνία; Αν ήταν να δείξουν, δεν θα μας οδηγούσαν στο Μνημόνιο, κι αν επρόκειτο για λάθος, θα φρόντιζαν να επανορθώσουν. Τότε όμως ο βηματισμός τους δεν θα ήταν χήνας αλλά αθλητή βάδην που πασχίζει να τερματίσει. Η κουρελαρία βέβαια προκαλεί πάντα τη χλεύη των ατσαλάκωτων, αλλά πάντα αποδεικνύεται πολύ σκληρός αντίπαλος, αναγκάζοντας συχνά τους ατσαλάκωτους να τσαλακώσουν την άτεγκτη πτωχαλαζονεία τους και να φορέσουν τα φανταχτερά κουστούμια της μεταφυσικής δυστυχίας τους -το παπιγιόν μην ξεχάσετε.