Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΛΙΝΚΟΛΝ

Του Μιχάλη Τσιντσίνη
 
Αϋπνος και βαρύς, υποφέροντας, λες, από κάτι σαν υπαρξιακή κόπωση, ο Λίνκολν του Σπίλμπεργκ αναρωτιέται: «Ταιριάζουμε άραγε στους καιρούς που γεννιόμαστε;»
Ο πραγματικός Λίνκολν θα είχε πολλούς λόγους να αναρωτιέται. Δεν αφέθηκε στον ρου της εποχής του. Αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις για να την ορίσει. Απέναντί του είχε όσους αδυνατούσαν να αποχωριστούν τον κόσμο που τους γέννησε. Τον μόνο κόσμο στον οποίο θα μπορούσε να υπάρχει ο πλούτος τους, οι δούλοι, η εξουσία τους.
Από την οθόνη του Λίνκολν περνάει μια μεγάλη δημοκρατία σε κρίση. Και στην κρίση φαίνεται ο άνθρωπος. Στην κρίση - την ώρα που κλυδωνίζονται οι θεσμοί και βράζει ο φανατισμός - φαίνεται ποιος μπορεί ακόμη να σκέφτεται πολιτικά. Ποιος άγεται από τον συρμό και ποιος είναι ικανός να τον οδηγήσει.
Ετσι αποχωρούν οι αντίπαλοι του Λίλκολν από τη σκηνή της Ιστορίας: συνθλίβονται από το βάρος της αλλαγής που δεν μπορούν να κατανοήσουν. Οσο πλησιάζουν στην ιστορική τους έκλειψη τόσο δυνατότερα ουρλιάζουν.
Στη σκηνή του Λίνκολν διαπρέπουν τα σκυλιά της αγοράς. Αυτοί που σήμερα θα λέγαμε «λαϊκιστές» - ο έρπης της δημοκρατίας. Αυτοί που γαβγίζουν σε ό,τι μυρίζει μέλλον.
Η δημοκρατία δεν τους χωράει απλώς. Τους προϋποθέτει. Και ενίοτε τους παραδίδει στη σιωπή και τη λήθη.
 

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΙ "ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ"

Του Τάσου Τσακίρογλου
 
Οι συζητήσεις, οι προβληματισμοί, τα ερωτήματα και η αμφισβήτηση που για κάποιους μήνες έθεσαν οι κινητοποιήσεις των «αγανακτισμένων», με όλα τα προβλήματα και τους περιορισμούς τους, άνοιξαν μια προσωρινή σχισμή στο πέπλο που σκεπάζει την πραγματικότητα. Τώρα το πέπλο αυτό μοιάζει να έχει ξαναπάρει την αρχική του θέση.
«Οι φιέστες είναι εύκολες. Το πραγματικό τεστ της αξίας τους όμως είναι το τι θα μείνει την επόμενη μέρα, πόσο θ” αλλάξει η κανονικότητα της καθημερινής μας ζωής» λέει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, σ” ένα άρθρο του για το Occupy Wall Street.
Τι απέμεινε λοιπόν στην Ελλάδα; Μάλλον η αμηχανία που προκαλούν οι δύσκολες ερωτήσεις. Δηλαδή όχι το τι δεν θέλουμε, αλλά το τι θέλουμε. Δηλαδή η μετάβαση από την οργή στην ελπίδα. Και η ελπίδα συνεπάγεται ένα νέο όραμα, ένα ορθολογικό εναλλακτικό σχέδιο – έστω και ουτοπικό, με την έννοια που προσέδωσε στη λέξη αυτή ο επαναστατικός ρομαντισμός: «Η ουτοπία τού σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο» (Βικτόρ Ουγκό).
Συνεπάγεται την αναζήτηση της αυτονομίας κόντρα στον ετεροκαθορισμό. Διεκδίκηση της ατομικής αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικών συνθηκών που θα την ευνοούν. Κόντρα στον «καιροσκοπισμό» του καπιταλισμού που μπορεί να επιβάλλει την εναλλαγή: σήμερα ναρκωμένος καταναλωτής (μέσω του θριάμβου της πίστωσης), αύριο πένητας μισοεργαζόμενος ή άνεργος, ανάλογα με τα οικονομικά σχέδια του διεθνούς οικονομικού διευθυντηρίου. Ομως πάντα δέσμιος, εξαρτημένος και ενεργούμενο αλλότριων δυνάμεων. Ενα α-πολιτικό ον με απαλλοτριωμένες τις δημιουργικές και συνεργατικές του δυνάμεις.
Η σημερινή αδυναμία της Αριστεράς να προτείνει ένα έτοιμο «σχέδιο διάσωσης» είναι η δική μας αδυναμία και έλλειψη βούλησης να το διεκδικήσουμε. Είναι η δική μας καταστροφική επιλογή της ανάθεσης. Χθες αναθέταμε στα κόμματα εξουσίας να διαχειριστούν εν λευκώ τις ζωές μας, έναντι ενός καταναλωτικού ή προσωπικού «αντίδωρου». Σήμερα θέλουμε ν” αναθέσουμε στην Αριστερά να μας βγάλει από το πηγάδι. Φυσικά χωρίς να ξεβολευτούμε, χωρίς να μπούμε στη βάσανο του στοχασμού και, κυρίως, χωρίς να ρισκάρουμε.
Ερωτήματα όπως ποιο κοινωνικό σύστημα είναι δυνατόν να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, τι είδους κόμματα θέλουμε, τι τύπου νέους ηγέτες προτιμάμε, ποια εκπαίδευση είναι η καλύτερη -και άλλα πολλά- παραμένουν μετέωρα, όπως μετέωροι και περιδεείς στέκονται οι περισσότεροι μπροστά στην κοινωνική καταστροφή που βιώνουμε. «Η ελπίδα είναι η αναζήτηση νοήματος, είναι το αντίδοτο στον φόβο. Απαιτείται μια μεγάλη διανοητική κινητοποίηση για να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω μας» λέει ο καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Στέλιος Στυλιανίδης. Ελπίδα, αναζήτηση νοήματος και, επιπρόσθετα, ευθύνη και διακινδύνευση απέναντι στους μηχανισμούς αλλοτρίωσης και ακύρωσης της σκέψης.
 

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Η ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΣΕ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ

Του Παντελή Μπουκάλα
 
Κάποτε θα πρέπει να είχαν νόημα οι στερεότυπες φράσεις που σφηνώνονται στον λόγο μας, γραπτό και προφορικό, δημόσιο ή ιδιωτικό· το έχασαν όμως στη διαδρομή. Την αξία τους τη μηδένισε η κατά κόρον χρήση, οφειλόμενη σε δύο επιθυμίες φαινομενικά αντιφατικές, αλλά στην πραγματικότητα αλληλοσυμπληρούμενες: από τη μια η επιθυμία να πούμε πολλά (ή να φανεί ότι λέμε πολλά), ενώ δεν έχουμε ή δεν θέλουμε να πούμε τίποτα το καίριο. Και από την άλλη, η επιθυμία να παρακάμψουμε το πρόβλημα για το οποίο οφείλουμε να μιλήσουμε (δηλαδή να σκεφτούμε), να αποφύγουμε δηλαδή την ευθύνη της κυριολεξίας.
Το προσφιλές στερεότυπο «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» (και καθαρευουσιανιστί «οποθενδήποτε προερχομένη») λέει σχεδόν τα πάντα για να μην πει τίποτα. Ή μάλλον για να μην πει την αλήθεια, την ιδιαίτερη αλήθεια που κάθε κόμμα ή πρόσωπο ασπάζεται. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο αναποτελεσματικό όσο κι αν λέγαμε όλοι μαζί ότι «καταδικάζουμε τους ανέμους απ’ όπου κι αν προέρχονται», από Βορρά ή Νότο, Δύση ή Ανατολή. Οι άνεμοι συνεχίζουν να πνέουν, αδιάφοροι για την καταδίκη μας. Και το ίδιο συμβαίνει με τη βία, της τρομοκρατικής και της ρατσιστικής συμπεριλαμβανομένης.
Εδώ αρκεί να φανταστούμε τι λένε μεταξύ τους οι εκάστοτε βιαιολάγνοι όποτε ακούν τους εκπροσώπους του πολιτικού συστήματος να επαναλαμβάνουν από αμηχανία, συνήθεια ή οπισθοβουλία το τροπάριο της καταδίκης. Αν είναι λύκοι που χαίρονται στην αναμπουμπούλα (λ.χ. ακροδεξιοί που αντιγράφουν το λεξιλόγιο και τις πρακτικές των ακροαριστερών) θα χαχανίζουν. Κι αν είναι αυτόκλητοι Ρομπέν των δασών όταν κανένα κοινωνικό δάσος δεν τους έχει ανάγκη, ίσα ίσα, θα καγχάζουν διαπιστώνοντας ότι για μια φορά ακόμα επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε τις πράξεις τους με βάση τους κοινούς κώδικες νόησης και ηθικής. Ενώ αυτοί, ναρκισσιστικά εγκάθειρκτοι του αυτάρκους μικρόκοσμού τους και σίγουροι πως η Μεγάλη Ιστορία κρέμεται από τα «πρωτοπόρα» χέρια τους, σκέφτονται, αισθάνονται και δρουν με τους δικούς τους, αυτοδικαιωτικούς όρους, η δε «ηθική» τους δεν έχει τίποτα κοινό με τη «μικροαστική» δική μας· για παράδειγμα, δεν συμμερίζεται την αντίληψη πως η ζωή (όλων) έχει απόλυτη αξία και δεν είναι νοητό και ηθικό να τη σχετικοποιεί ο Στόχος ή ο Σκοπός, τάχα επαναστατικός.
Ωστόσο, ιδιοτελείς «σχετικοποιητές» της αξίας της ζωής και μεροληπτικοί χρήστες βίας είναι και αρκετοί απ’ όσους επιμένουν να διατείνονται ότι «καταδικάζουν τη βία οποθενδήποτε προερχομένη». Οπως καμία θρησκεία δεν απεμπολεί το «ιερό δικαίωμά» της στην άσκηση μεταφυσικής βίας, έτσι και ουδείς κρατικός βραχίονας αρνήθηκε ποτέ το μονοπώλιό του στην άσκηση «νόμιμης βίας», την οποία μάλιστα θεωρεί όχι απλώς εύλογη ή δίκαιη αλλά φυσική, ακόμα κι όταν απιστεί στους κείμενους νόμους. Το «οποθενδήποτε», λοιπόν, έχει περίπου την ίδια αξία με το «για πάντα» που γενναιόδωρα ανταλλάσσουν οι έφηβοι στα πρώτα τους σκιρτήματα.
 

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑ

Του Νίκου Ξυδάκη
 
H προχθεσινή συνεδρίαση της Βουλής ήταν μια ατελής περίληψη του δημόσιου βίου. Περιείχε σύγχυση, φόβο, επιθετικότητα, μικροπρέπεια, ασυνεννοησία, τσαπατσουλιά, αδολεσχία. Εκατομμύρια Ελληνες παρακολούθησαν απευθείας τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους να βολοδέρνουν γύρω από διαδικασίες διαστελλόμενες κατά το δοκούν και συμφέρον, αποστρέφοντας διαρκώς από το βλέμμα τους το κοινό και το κύριο. Πολλοί Ελληνες δεν αντελήφθησαν καν πώς διεξήχθη η ψηφοφορία, πολλοί θα οργίστηκαν με όσα άκουσαν και είδαν, πολλοί, πάρα πολλοί, θα εθλίβησαν. Κάποιοι, εικάζω, θα σκέφτηκαν επίσης ότι αυτή η εικόνα του βουλευτηρίου είναι ένα καθρέφτισμά μας· παραμορφωτικό και μερικό, πάντως καθρέφτισμα. Ανθρωποι ευφυείς ή εξυπνάκηδες, αλληλολοιδορούμενοι, κουφοί στον λόγο του άλλου, τυφλοί ενώπιον του ιστορικού κινδύνου, αυτοϊκανοποιούμενοι με ατάκες. Μια μικρομεσαία Βουλή, τείνουσα προς τη μικρότητα, εκπροσωπούσα έναν μικρομεσαίο λαό ζαλισμένο, εν συγχύσει και φόβω, χωρίς ταυτότητα, χωρίς σκοπό και στόχο, χωρίς σχέδιο και έργο.
Αυτοί είναι εμείς; Ναι και όχι. Ναι, εμείς τους εκλέξαμε, διαλέγοντας μεταξύ των υπαρχουσών επιλογών· στην τομή των δικών τους διακηρύξεων και των δικών μας προσδοκιών, προβάλλοντας στην άπαξ ψήφο συλλογικές επιθυμίες, ατομικούς φόβους και λαχτάρες· και πάντως όχι για να παράγουν την απογοητευτική μουτζούρα που βλέπαμε προχθες. Και όχι, ο εκλέξας λαός δεν είναι ακριβώς όμοιος με τους αντιπροσώπους του· νομίζω ότι είναι κατώτεροι των προσδοκιών, κατώτεροι των περιστάσεων, παρότι το βουλευτικό σώμα ανανεώθηκε σε πολύ μεγάλη έκταση πρόσφατα.
Η ανανέωση δεν έχει έλθει ακόμη, δεν έχει πάει σε βάθος. Ισως διότι κάθε ανανέωση, για να είναι ριζοτόμος και αναγεννητική, προϋποθέτει ερείπωση του παλαιού δι’ ελέου και φόβου. Μα αυτό το παλαιό κρατάει ακόμη· η ελίτ που παρήγαγε παρακμή ελέγχει ακόμη κλειδιά και στικάκια, τα μυστικά και τα περάσματα, αναπαράγει αυτάρεσκα τον εαυτό της. Το μέλλον μάς επιφυλάσσει ξηρασία και ερείπια.

Πηγή
 

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Του Τάσου Φούντογλου
 
Ας μιλήσουμε ξεκάθαρα για μια φορά σε αυτή τη χώρα. Ας αφήσουμε κατά μέρος τα εικονοστάσια της υποκριτικής μας ηθικής, τα βαρύγδουπα και τα ηχηρά που ξεστομίζονται με την πρώτη ευκαιρία απο τη σιγουριά του καναπέ και τις ετοιμοπαράδοτες αλήθειες των αμόλυντων και άσπιλων αυτής της χώρας και ας αντικρίσουμε κατάματα την ενοχλητική πραγματικότητα. Οποιοσδήποτε από εμάς και αν ήταν στη θέση του Γιώργου θα έκανε ακριβώς το ίδιο. Είτε αριστερός, είτε αναρχοκομμουνιστής, είτε ελευθεριακός, είτε σοσιαλδημοκράτης, είτε δεν ξέρω και εγώ τι άλλο όνομα υπάρχει για να κατανομάζει εμμονές, ο κάθε Έλληνας που σέβεται το οικογενειακό του όνομα και τις τιμημένες ρίζες του θα έσβηνε το όνομα της αγαπημένης του ξαδέρφης από τα κιτάπια μιας λίστας φοροφυγάδων και θα προσπαθούσε να προστατέψει την «τιμή και την υπόληψη» της οικογένειάς του.Δεν λέω πως ο Γιώργος είναι ένας τραγικός ξάδερφος που θυσιάστηκε για την οικογένειά του. Λέω πως οι θεσμοί σε αυτή τη χώρα είναι τραγικά παρακολουθήματα της οικογενειοκρατίας, της πελατείας και του παρασιτισμού και πως όσο επιμένουμε να κάνουμε Like σε διαδικτυακούς δημαγωγίσκους που το μόνο που ζητούν είναι η κεφαλή του Γιώργου "επι πίνακι" και να μην αναγνωρίζουμε την ανάγκη μιας διαφορετικής θεσμοποίησης της πολιτικής μας ζωής, τόσο θα βλέπουμε στο μέλλον να αναπαράγεται η ομερτά της ξαδέρφης.
Σε ένα μπουρδέλο ζούσαμε τόσα χρόνια και αυτό το μπουρδέλο κατασκεύαζε συμπεριφορές, σχέσεις και πρότυπα. Όσο ηθικός και ακέραιος και αν ήσουν μέσα στη θαλπωρή του σπιτιού σου σαν έκανες να ξεμυτίσεις δυο βήματα μέσα στους διαδρόμους του μπουρδέλου μεταμορφωνόσουν χωρίς να το θέλεις σε ανήθικη εταίρα. Φυσικά και δεν υιοθετώ έναν ιστορικό ντετερμινισμό που ερμηνεύει τα πράγματα μέσω της γραμμικής και απλουστευτικής σχέσης αιτίας και αιτιατού. Το μπουρδέλο- κράτος, δηλαδή, κατασκευάζει πουτάνες- δημόσιους λειτουργούς. Φυσικά και υπάρχουν σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις δυναμικά στοιχεία αμφίδρομης δράσης και διαλεκτικής. Εγώ που προίσταμαι μιας αρχής δεν γίνομαι αυτόματα σαν τα μούτρα της αλλά με τις πράξεις και τις ενέργειες μου συμβάλλω στην κατασκευή και την ανακατασκευή της. Το πρόβλημα όμως με τη χώρα μας είναι πως η διαλεκτική αυτή, η μόνη που θα μπορούσε να μεταλλάξει κάπως τις δομές του κράτους και τους θεσμούς του είναι γεμάτη από τις ίδιες εμμονές που συναντά κανείς στα κοινωνικά θεμέλια της χώρας.
Η οικογενειοκρατία αποτελεί έναν από τους πυλώνες της δημόσιας ζωής αλλά δυστυχώς η οικογενειοκρατία νοηματοδοτεί και την ιδιωτική ζωή των περισσοτέρων από εμάς. Ο Υπουργός που προστατεύει τους συγγενείς και τους κολλητούς του προέρχεται από μια κοινωνία στην οποία ο πατέρας παρακάμπτει θεσμούς και διαδικασίες προκειμένου να μεταθέσει τον μονάκριβο γιό του από τα σύνορα στην πόλη της καταγωγής του. Άλλη τάξη μεγέθους και άλλες οι συνέπειες των δυο πράξεων αλλά η λογική που τις συντηρεί και τις αναπαράγει είναι ακριβώς η ίδια.Η προστασία της φαμίλιας.
Η καταστρατήγηση των κανόνων αποτελεί τον πρωταρχικό κανόνα της δημόσιας ζωής αλλά δυστυχώς η ανομία περισσεύει και στην ιδιωτική ζωή των περισσοτέρων από εμάς. Ο Υπουργός που σβήνει τα πρόστιμα στους μεγαλόσχημους φίλους του προέρχεται από μια κοινωνία στην οποία ο πολίτης καταφεύγει στον τοπικό του προύχοντα για να του σβήσει μια κλήση για παραβίαση των ορίων κυκλοφορίας. Σαφώς και δεν είναι ίδιες οι πράξεις όσον αφορά στις κοινωνικές τους επιπτώσεις. Το τονίζω για να μην παρεξηγηθώ. Ο πυρήνας όμως της λογικής είναι ίδιος και απαράλλαχτος. Η επιβεβαίωση της πελατείας.
Εν ολίγοις, ο Γιώργος - και ο κάθε Γιώργος που θα μας προκύψει στο μέλλον- προέρχεται από μια κοινωνία στην οποία η οικογένεια, όπως μας πληροφορεί ο Δερτιλής, « φυλακίζει τις παραγωγικές μονάδες σε μικρά και αντιπαραγωγικά μεγέθη, περιορίζει τις πολιτικές και κοινωνικές ιδέες των μελών της σε ορίζοντες στενούς, κληροδοτεί ανέκαθεν στα παιδιά της την δυσπιστία, ακόμα και την μοχθηρία για οτιδήποτε κείται εκτός των οικογενειακών συνόρων, και τα εκπαιδεύει να είναι άτομα αλλά ποτέ πολίτες. Να απομυζούν το δημόσιο χρήμα αλλά και να το σπαταλούν. Η ίδια οικογένεια από καταβολής ελληνικού κράτους τρέχει να τους εξασφαλίσει θέση στο Δημόσιο με ρουσφέτι, που στηρίζεται και αυτό στο ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο». Η διαλεκτική επομένως αυτής της «παραδοσιακής» κοινωνίας με την «παρακμιακή» πολιτική τάξη δεν μπορεί παρα να «γεννήσει» συμπεριφορές τύπου Γιώργου και να συμβάλλει απλά στην ανακύκλωση της πολιτικής και κοινωνικής παθολογίας που διατρέχει κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής μας.
Ας κάνουμε τώρα μια υπόθεση εργασίας για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως για τη θεσμική κατάντια της δημοκρατίας μας ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το πολιτικό σύστημα. Ούτε οι συντεχνίες, ούτε οι κρατικοδίαιτοι, ούτε οι αργόμισθοι, ούτε η μεταπρατική επιχειρηματικότητα, ούτε τίποτα. Όλα αυτά αποτελούν επιγενόμενα των πολιτικών επιλογών συγκεκριμένων κομμάτων και πολιτικών προσώπων. Υιοθετούμε λοιπόν αυτήν την αιτιοκρατική θέση και παραγνωρίζουμε όλες τις διαλεκτικές δυνάμεις που εξορισμού υπάρχουν μεταξύ της κοινωνίας, των θεσμών της, των οργανωμένων συμφερόντων της και του κράτους. Για όλα φταίει ο Παπακωνσταντίνου. Ωραία λοιπόν. Αύριο τον δικάζουμε, τον καταδικάζουμε και τον πετάμε στα μπουντρούμια . Πάμε παρακάτω. Ανάμεσα στο πλήθος που ζητωκραυγάζει ήδη ξεχωρίζω μια ντουζίνα μικρολαμόγια που ετοιμάζονται στις επόμενες εκλογές να κατέλθουν στον δημοκρατικό στίβο, να εκλεγούν πανηγυρικά, να κατοχυρώσουν θέσεις ευθύνης και μέσω της διατρητότητας των σημερινών θεσμών να επαναλάβουν τις λαθροχειρίες των προκατόχων τους . Αν λοιπόν εστιάσουμε για μια ακόμα φορά την προσοχή μας στον Γιώργο και όχι στους λειψούς θεσμούς που επιτρέπουν στον κάθε Γιώργο να παίρνει μια σβύστρα και να σβήνει ξαδέρφες πολύ φοβάμαι πως στο μέλλον θα γίνουμε πάλι θεατές ενός ανάλογου θεάτρου του παραλόγου με διαφορετικούς αυτή τη φορά πρωταγωνιστές.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι απλά και μόνο η καταδίκη του Γιώργου- αυτονόητη σε μια χώρα ευνομίας και ισοπολιτείας. Το μείζων ζήτημα είναι να ξαναφτιάξουμε τους θεσμούς αυτής της χώρας ώστε να μην επιτρέψουμε στο μέλλον σε κανέναν από εμάς να χρησιμοποιήσει την πολιτική για ίδιον όφελος. Είτε αυτός προέρχεται από τη Δεξιά είτε από την Αριστερά. Γιατί όποιος πιστεύει ότι θα έρθει η ηθική Αριστερά του Σκουρλέτη, της Κωνσταντοπούλου και των πρώην πρασινοφρουρών ψηφοφόρων της για να βάλει τέρμα σε όλο αυτό τον USB παραλογισμό πλανάται πλάνην οικτράν. Και το πιο οικτρό είναι πως αυτό το επιχειρήμα περι ηθικής αποτελεί την μόνη πρόταση εξουσίας του πολιτικού χαβαλέ. «Θα έρθουμε εμείς που είμαστε πιο τίμιοι για να διαχειριστούμε τα δημόσια ζητήματα της χώρας». Δεν είναι δυνατόν, όμως, σήμερα η πολιτική να διεξάγεται με όρους τιμιότητας. «Εγώ είμαι περισσότερο τίμιος και καθαρός. Ψηφίστε με». Όσο οι διαδικασίες άσκησης της εξουσίας παραμένουν προσωποποιημένες και επιτρέπουν στον κάθε υπουργίσκο να κάνει ό,τι γουστάρει εγώ δεν είμαι σίγουρος για κανέναν και δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά για την ηθική κανενός Σκουρλέτη και καμιάς Κωνσταντοπούλου. Δεν θέλω άγιους με φωτοστέφανα και αγγέλους με φτερά. Στην κόλαση των ανθρώπινων παθών τέτοιοι δεν υπάρχουν, πόσο μάλλον στα επίγεια της εξουσίας, το απόλυτο της οποίας ως γνωστόν διαφθείρει απόλυτα. Εγώ θέλω από τον Σύριζα και τους λοιπούς δημοκράτες να τοποθετηθούν ξεκάθαρα και να μας πούν ποιους θεσμούς θα αλλάξουν, ποιες διαδικασίες άσκησης της εξουσίας θα αντικαταστήσουν και ποιες ασφαλιστικές δικλείδες θα βάλουν στην κοινοβουλευτική μας δημοκρατία ώστε να αποτρέψουν παρόμοιες συμπεριφορές στο μέλλον. Το εδώ παππάς εκεί παππάς ως παίγνιο ανεύρεσης του αυριανού λαδιάρη Υπουργού δεν μπορεί να συνεχίσει να αποτελεί τον κανόνα ελέγχου της εξουσίας. Ας τελειώνουμε λοιπόν με του παπατζήδες και τους παππάδες τους. Μέχρι τότε, αθώος ο κατηγορούμενος λόγω πρότερου άτιμου βίου όλων μας ( εσύ αγαπητέ αναγνώστη εξαιρείσαι γιατί ως γνωστόν δεν είδες, δεν άκουσες και δεν υποψιάστηκες τίποτα)….
ΥΓ. Απο αυτό το "όλοι" φυσικά εξαιρούνται πολλοί απο εμάς. Απλά επιλέγω την υπερβολή μήπως και αφυπνιστούνε ορισμένοι....
 

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Του Χρήστου Επαμ. Κυργιάκη
 
Είναι στιγμές που ο θυμός, σου φουσκώνει τις φλέβες στους κροτάφους ανεβάζοντάς σου την πίεση σε επικίνδυνες τιμές.
Είναι στιγμές που η οργή σου δεν μπορεί να περιοριστεί με τους απλούς κανόνες ευγενείας, αλλά χρειάζεται να επιστρατεύσεις όση λογική διαθέτεις για να μπορέσεις να την κουλαντρίσεις.
Είναι, πάλι, στιγμές που νιώθεις τόσο δυνατός ώστε να θεωρείς πως μπορείς να καταφέρεις τα πάντα ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Είναι, όμως, και φορές που η θλίψη, η στενοχώρια και η απογοήτευση μαζί, έχουν διαποτίσει τόσο το κορμί και το μυαλό σου, ώστε να μην μπορείς ούτε μία λέξη να αρθρώσεις, ούτε μία βρισιά, ούτε ένα σιχτίρισμα. Το μόνο που μπορείς και το μόνο που θέλεις, είναι να κλάψεις.
Να κλάψεις για να ξεσπάσεις, για να εκτονωθείς, για να πάρεις δύναμη.
Όποιος είδε μαυροφορεμένη και ηλικιωμένη γυναίκα να κλαίει έξω από το φούρνο επειδή διαπίστωσε ότι δεν έχει ούτε 2 ευρώ για να πάρει το γάλα και το ψωμί της ημέρας, καταλαβαίνει τι εννοώ.
Όποιος συνάντησε 26χρονο πτυχιούχο να δουλεύει με 280 ευρώ βασικό και να μην μπορεί να χαρεί τη ζωή επειδή δεν μπορεί να ονειρευτεί, είναι σε θέση να καταλάβει την ψυχολογία της κατεστραμμένης νεολαίας.
Όποιος παρατήρησε τους μαθητές που αποφεύγουν να πλησιάζουν το κιλικίο του σχολείου τους γιατί δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι από αυτό, μπορούν να συνειδητοποιήσουν πόσο βαρύ φορτίο που κουβαλούν οι ίδιοι και οι γονείς τους.
Δεν είναι μόνο η φτώχια, δεν είναι μόνο η ανέχεια και η εξαθλίωση. Το κυριότερο είναι η ψυχολογική ισοπέδωση την οποία έχουν υποστεί μεγάλες ομάδες του ελληνικού πληθυσμού.
Είναι η απαξίωση της ίδιας τους της ύπαρξης και η αδυναμία τους να εξηγήσουν πώς βρέθηκαν στη σημερινή κατάσταση χωρίς να ευθύνονται σε τίποτα οι ίδιοι.
Στην εφορία, τις προάλλες, μία συνταξιούχος, με πόνο ψυχής, εξηγούσε στην υπάλληλο πόσο άσχημα νιώθει που δεν μπορεί να πληρώσει την τελευταία δόση του χαρατσιού. Άλλο ήθος και φιλότιμο που περισσεύει σε μια συνταξιούχο, τόσο όσο λείπει από τα καθώς πρέπει λαμόγια που με τα χρωστούμενα στο κράτος εξαργύρωναν τις ακριβές ζωές τους και από όσους τόσα χρόνια τους ανάθρεψαν, τους κάλυψαν και συνεχίζουν να τους θρέφουν και να τους καλύπτουν.
Δεν είναι τυχαίο που όλο και περισσότεροι άνθρωποι γύρω μας, όπου κι αν κοιτάξουμε είναι σκυφτοί, σκυθρωποί βουτηγμένοι στις σκέψεις και στη σιωπή.
Μια σιωπή τόσο εκκωφαντική που σου τρυπάει τα τύμπανα και την ψυχή.
Δεν είναι ότι δεν έχουν τίποτα να πουν, δεν είναι ότι δεν έχουν τον τρόπο να τα πουν, είναι ότι δεν έχουν ούτε αυτό το λίγο κουράγιο που χρειάζεται κάποιος, για να αρθρώσει μια λέξη.
Μιλάει κάποιος όταν ξέρει ότι κάποιος άλλος τον ακούει, έστω και είναι ο ίδιος τους ο εαυτός.
Όταν αισθάνονται ότι κανένας δεν τους ακούει, όταν τους έχουν κλέψει τον ίδιο τους τον εαυτό, όταν είναι νέοι και τους έχουν ακρωτηριάσει τα όνειρά τους, τότε η σιωπή δεν είναι άμυνα, είναι επίθεση.
Επίθεση στα μεγάλα λόγια, στις ψεύτικες ελπίδες, στα απανωτά ξεπουλήματα, στην έλλειψη προοπτικής.
Είναι φτύσιμο και απαξίωση στους «δήθεν», στους εμπόρους ελπίδων, στους όψιμους «προστάτες» τους, στους τηλεοπτικούς υποκριτές και στους «πονόψυχους» βουλευτές, υπουργούς και πρωθυπουργούς.
Είναι προσπάθεια να ξαναποκτήσουν τη χαμένη τους υπερηφάνεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια για να μπορέσουν να συμμαζέψουν τα συντρίμμια τους και να πορευτούν.
Είναι η αρχή μιας παρατεταμένης ανάτασης, γιατί όποιος δεν μιλάει σκέφτεται και όποιος σκέφτεται ανακαλύπτει.
Ανακαλύπτει αιτίες, φταίχτες και κυρίως τρόπους ανάκαμψης και αντεπίθεσης.
Ανακαλύπτει πως δεν είναι μόνος αλλά ένας από τους πολλούς που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.
Έτσι, όχι μόνο αισθάνεται αλλά γίνεται και πιο δυνατός, φοβάται λιγότερο μέχρι που διώχνει το φόβο και τον στέλνει στους δυνάστες του, τον στέλνει στους φταίχτες.
Είναι τόσο επικίνδυνη για το σύστημά τους, αυτή η σιωπή όσο ακίνδυνα αποδεικνύονται τα βελάσματα των αρνιών πριν την επικείμενη σφαγή τους.
Καταλαβαίνουν πολύ καλά, όλοι αυτοί που σχεδιάζουν την ισοπέδωσή μας ότι τα αρνιά μετατρέπονται σιγά-σιγά σε κριάρια.
Και τα κριάρια, όταν αποφασίσουν να επιτεθούν στον αντίπαλο, δεν βελάζουν ποτέ. Κάνουν την επίθεσή τους πάντα σιωπηλά.
 
Πηγή

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τελευταία, ένα περίεργο πράγμα, πιάνω τον εαυτό μου να δακρύζει με το παραμικρό. Δεν ξέρω ειλικρινά πώς να το εξηγήσω. Θυμάμαι, μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν μετρημένες στα δάχτυλα οι φορές που μ’ έπαιρναν τα ζουμιά, ειδικά μετά τη δικαιολογημένα εύθραυστη κι ανεπιτήδευτη παιδική ηλικία. Και αναφέρομαι σε όλες τις στιγμές, τόσο σε εκείνες που τα κλάματά μου ήταν φανερά σε τρίτους, όσο και σ’ αυτές που ήμουν εντελώς μόνος, κλεισμένος στα εφηβικά τα δωμάτια, σκεπασμένος με τα μαξιλάρια της νιότης και δεν μ’ έβλεπε κανένας. Ακόμα και όταν βρισκόμουν σε καταστάσεις δακρύων των άλλων, παρέμενα ατάραχος κι ήξερα να κομπιάζω αριστοτεχνικά, χωρίς να μου ξεφεύγει ούτε μια σταγόνα από τα μάτια. Βρισκόμουν άραγε σε μια ευδαιμονική κατάσταση άγνοιας των κινδύνων; Από την άλλη, ίσως να ήταν μια απόδειξη ότι το παιδί μέσα μου σταδιακά μεγάλωνε κι αντρίευε, γιατί, ως γνωστόν, οι άντρες δεν κλαίνε.
Αυτό μου το ταλέντο πια δεν υπάρχει. Δεν ξέρω, ίσως να φταίει η Ελλάδα της Κρίσης, ναι, αυτό το δακρύβρεχτο σίριαλ που συνεχίζεται ασταμάτητα τα τελευταία τρία χρόνια και γίνεται ολοένα και πιο δραματικό. Γιατί, όσο κι αν κλείνεις την τηλεόραση, όσο κι αν σε θρέφει κάθε πρωί ο διαυγής ελληνικός ήλιος, όσο κι αν μονολογείς ψιθιριστά πως “υπάρχουν και χειρότερα…”, τελικά όλα αυτά τα μικρά σκουπιδάκια της θλίψης μαζεύονται κάτω από το χαλί του νου σου και στο τέλος, με έναν μαγικό σχεδόν τρόπο κατρακυλάνε παρακάτω, σφηνώνουν πίσω από τα μάτια σου και σε κάνουν να δακρύζεις, δίχως καν να το καταλάβεις. Γιατί όταν τα δάκρυα έρθουν, τρέχουν ακατάπαυστα, λες κι άνοιξε κάποιος απότομα μια βρύση που δεν έχει σταματημό. Κι εσύ βρέχεσαι, κολυμπάς μέσα σε μικρές λιμνούλες διάφανες, πάνω στις οποίες καθρεφτίζονται κι άλλα πρόσωπα με το δικό σου, πρόσωπα που κλαίνε και γελάνε και γελάνε και κλαίνε μαζί σου.
Αλλά κι εκεί έξω, βαδίζοντας στα παγωμένα στενά, αντικρίζεις εικόνες έντονες, εικόνες που χαράσσονται στο νου σου μια για πάντα. Κάποτε, στην Ελλάδα των Ολυμπιακών Αγώνων οι εικόνες δεν προκαλούσαν την προσοχή σου, έμοιαζαν όλα σχεδόν όμοια, αδιάφορα ίδια, σαν τα άπειρα μαύρα τζιπ που είχαν κατακλύσει τις γειτονιές και τα προάστια. Τώρα είναι λες και κάποιος εμπνευσμένος φαντομάς ζωγράφος πέταξε τα κάδρα του στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στους σταθμούς των τρένων και κάθε φορά βλέπεις ανθρώπους και δράματα σε διαφορετικές θεματικές ενότητες. Άνθρωποι να πεινάνε. Άνθρωποι να τουρτουρίζουν. Άνθρωποι να ουρλιάζουν από αγανάκτηση. Άνθρωποι αδύνατοι, ταλαιπωρημένοι. Άνθρωποι αγκαλιά με σκυλιά και σκυλιά αγκαλιά με ανθρώπους. Και μένεις με το στόμα ανοιχτό και την ψυχή ορθάνοιχτη, σαν μια πόρτα που κάποιος ξέχασε να κλείσει και τώρα μπαίνει το ψύχος προς τα μέσα. Ψύχος και ψυχές. Και σκυλιά να κλαίνε.
Μετά, καθώς τα μνημόνια περνούν, νιώθω πως η χώρα μου βουλιάζει ολοένα, υγροποιείται. Είναι σαν από το πολύ το κλάμα να μετατρέπεται σταδιακά σε μια μεγάλη λίμνη. Και γύρω της μαζεύτηκαν κάμποσοι κροκόδειλοι. Ναι, αυτές οι περίεργες, οι ακαθόριστες μορφές, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος από δαύτους. Βουτάνε μέσα στη δακρυσμένη καθημερινότητά μας, αθόρυβα, κινούμενοι αργά, με τα βαριά τα πέλματά τους, μένοντας εκεί, έτσι, ακίνητοι, για ώρες, για μέρες, για μήνες με το στόμα ανοιχτό πλάι στους φοβισμένους τους ανθρώπους. Και λυπούνται και ωρύονται για τον πόνο μας και θέλουν να μας δείξουν τη συμπαράστασή τους. Και γράφουν άρθρα και βγάζουν λόγους και φοράνε το μακιγιάζ της συμπόνοιας αλλά ποτέ δεν πετυχαίνουν να κρύψουν τα χαρακτηριστικά τους ως ερπετά. Και χύνουν εύκολα, ακούραστα, κροκοδείλια δάκρυα.
Το χειρότερο όλων είναι όμως όταν νιώθεις τη σύγκρουση αυτή να μεγαλώνει μέσα σου, όταν τα συναισθήματα γίνονται αντιφατικά, όταν θέλεις να κλάψεις και να γελάσεις ταυτόχρονα. Είναι σαν να διεξάγεται μια ιδιότυπη μάχη, με αρένα το πρόσωπό σου, την ώρα εκείνη που τα δάκρυα τής λύπης παλεύουν με τα δάκρυα τής χαράς. Και η μισή σου φάτσα γελάει και η άλλη μισή κλαψουρίζει και θυμίζεις γεροντάκο που του λένε πετυχημένα αστεία τα εγγόνια του, καθώς χαίρεται με τη λύπη του και λυπάται με τη χαρά του. Ναι, εκείνον τον παππού που κάποτε έφυγε μετανάστης κι ήταν μικρός και πιάστηκε με τις δουλειές και τα εργοστάσια κι ούτε καν πρόλαβε να πάει στο σχολειό. Που έλεγε να μην του στέλνουν γράμματα γιατί γράμματα δεν ξέρει. Έτσι κι εσύ έγινες, σαν τον παππού σου, ευσυγκίνητος, σύγχρονος μετανάστης, που κάθεσαι και διαβάζεις των ανθρώπων τα μπερδεμένα γράμματα.
Και σε πιάνουν κλάματα.
 

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ

Του Γιώργου Ν.  Οικονόμου, Δρ Φιλοσοφίας
 
Το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα και η κοινωνία βυθίζονται συνεχώς σε γενικευμένη παρακμή, χωρίς κάποια ρωγμή αλλαγής και ανάκαμψης. Από την εποχή που ξέσπασε η κρίση το 2008 δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική αλλαγή στους θεσμούς που επέτρεψαν και διευκόλυναν την πορεία προς τον γκρεμό. Ούτε το πολιτικό σύστημα είναι πρόθυμο γι” αυτό ούτε η κοινωνία δείχνει διάθεση για κάτι παρόμοιο. Επιπλέον η τελευταία επιτρέπει στους υπευθύνους της οικονομικής και πολιτικής χρεοκοπίας να ασκούν ακόμη κυβερνητικό έργο επιτείνοντας έτι περαιτέρω τη θλιβερή κατάσταση.
Πράγματι, το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να προσφέρει λύση στο πρόβλημα, διότι είναι μέρος του προβλήματος. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανακυκλώνει το πρόβλημα και τα αδιέξοδα, διότι εκεί βρίσκεται η μόνη ικανότητά του. Δεν έχει εκπαιδευθεί για κάτι άλλο, ούτε έχει την πρόθεση ούτε είναι ικανό να αναζητήσει δημιουργικές αντιλήψεις. Μερικά τελευταία δείγματα: το τρίτο Μνημόνιο, τα νέα εξουθενωτικά μέτρα λιτότητας, η αδυσώπητη κυριαρχία της φοροδιαφυγής, η άρνηση για τιμωρία των υπευθύνων της χρεοκοπίας, οι αντισυνταγματικές πράξεις τόσο της κυβερνητικής εξουσίας όσο και της δικαστικής. Η τελευταία επιπλέον επέτρεψε τη νομιμότητα της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής και εξασφαλίζει την ατιμωρησία των εγκληματικών πράξεών της.
Ενώπιον του γενικευμένου αδιεξόδου η κοινωνία, αντί να στραφεί στον εαυτό της και να αναζητήσει δημιουργική λύση, στρέφεται απεγνωσμένη σε παιδαριώδεις εθνικιστικές κινήσεις, σε επικίνδυνες νεοναζιστικές βαρβαρότητες και σε πομπώδη αντιμνημονιακά και αριστερά ιδεολογήματα. Η κατάσταση αυτή δηλώνει μια διχασμένη, απροπροσανατόλιστη, ηττημένη και ηττοπαθή κοινωνία, που εκδηλώνεται τόσο στις προτιμήσεις της σε απαράδεκτους κομματικούς σχηματισμούς όσο και στο γεγονός πως ανέδειξε πρωθυπουργούς άτομα ανίκανα και ολίγιστα, όπως ο Κ. Καραμανλής Β΄, ο Γ.Α. Παπανδρέου και ο Α. Σαμαράς.
Είναι ως η κοινωνία να έχει αποφασίσει υποσυνειδήτως να αυτοκτονήσει και το πράττει με συχνές δόσεις δηλητηρίου, το οποίο έχει πολλές μορφές: εθνικισμός, λαϊκισμός, κομματισμός, κρατισμός, συντεχνιασμός, πελατειακές σχέσεις, θρησκευτικές ιδεοληψίες, ρατσιστικές αντιλήψεις, ιδιώτευση, απάθεια για τα κοινά και το κοινό αγαθό. Κυρίως όμως παραμένει δέσμια του κομματισμού, δηλαδή της αντίληψης πως κάποιο ή κάποια κόμματα θα τη σώσουν από την καταστροφή.
Είναι ευρέως διαδεδομένη η εντύπωση πως τα κόμματα μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, πως έχουν δυνάμεις, στελέχη και θέληση για ουσιαστική αλλαγή πως, επιπλέον, αυτός είναι και ο μόνος δρόμος. Ομως η χρεοκοπία και η γενικευμένη παρακμή διαψεύδουν αυτή την αντίληψη και αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: το μόνο για το οποίο τα κόμματα είναι ικανά είναι το συμφέρον το δικό τους, των ανωτέρων τάξεων και η καταστροφή της χώρας. Πάντοτε τα κόμματα αποδείχθηκαν, όχι σωτήρες, αλλά ολετήρες.
Αψευδής μάρτυς το παρελθόν πριν από το 2009 και μετά το 2009, μέχρι σήμερα. Οποιος δεν θέλει ή δεν μπορεί να δει αυτή την αλήθεια, σημαίνει πως είτε έχει άμεσο προσωπικό συμφέρον από την κομματοκρατία είτε πάσχει από στρουθοκαμηλισμό. Ενώ όλα τα ρολόγια δείχνουν μεσάνυχτα, η κοινωνία αρνείται να τα δει.
Το έργο της «σωτηρίας» υπερβαίνει τις συνήθεις κομματικές δυνάμεις και μάλιστα νεοελληνικής κοπής. Διότι πρέπει να αλλάξουν όλα όσα έχουν αποτύχει, και έχουν αποτύχει όλα: το διοικητικό, το πολιτικό και το δικαστικό σύστημα, το παρασιτικό μοντέλο οικονομίας, παραγωγής και διανομής, το πελατειακό κράτος, ο κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί… Εχουν αποτύχει όλες οι ισχύουσες σημασίες, νοοτροπίες, συμπεριφορές, οι εθνικιστικές ιδεολογίες, οι θρησκευτικές ιδεοληψίες, οι δομές, οι θεσμοί. Ολα αυτά κατάγονται από πολύ παλιά και έχουν βαθιές ρίζες, τις οποίες τα κόμματα αντί να ξεριζώνουν τις ποτίζουν επί δεκαετίες.
Το έργο της εξόδου από τη γενικευμένη παρακμή είναι έργο τιτάνιο, αφού πρέπει να ανοικοδομηθεί ένα σύστημα εκ του μηδενός, στην κυριολεξία. Πράγματι, όλα έχουν καταρρεύσει, όλα είναι απέραντοι ερειπιώνες: οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτικοί, πολιτισμικοί, ηθικοί. Συνεπώς το μείζον πρόβλημα είναι ταυτοχρόνως οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό και κοινωνικό. Το έργο της ανοικοδόμησης μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί μόνο από το σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων, από την κινητοποίηση όλων των παραγωγικών τομέων, σε όλους τους χώρους, επαγγελματικούς, εργασιακούς, πανεπιστημιακούς, σχολικούς, στα χωριά, στις πόλεις, στις συνοικίες.
Το επείγον πολιτικό ζήτημα δεν είναι να αλλάξει η κυβέρνηση με κάποιο κόμμα, αλλά να αλλάξει το πολιτικό σύστημα, οι δομές, οι ολιγαρχικοί θεσμοί. Οι σημαντικές και ουσιαστικές αλλαγές δεν προκύπτουν από τα κόμματα και τις εκλογές, αλλά από την αυτόνομη και δημιουργική δράση των ανθρώπων, από την απαίτηση και κινητοποίηση της κοινωνίας.
 

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΣΑΡΙΔΑΣ

Του Άγη Βερούτη
 
Φέτος η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, που φαινομενικά δεν θα αλλάξει σε σύντομο αρκετά χρόνο για να σταματήσει την καταβαράθρωση των πολιτών και την περαιτέρω αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού.
Ο περσινός χρόνος, το 2012, ήταν όπως είχα πει στην αρχή του χρόνου, η “
Χρονιά του Πιγκουίνου”: όπως τίποτε σαν αυτά που είχαμε δει ως τώρα, ή που μπορούσαμε να κάνουμε προβλέψεις.
Πράγματι, σε μια απόπειρα να προβλέψω ότι ανανεωτικές και μεταρρυθμιστικές κινήσεις πολιτών θα επηρρέαζαν τις εξελίξεις του ‘12 έπεσα έξω. Εμφάνισαν από το πουθενά φαινόμενα ακριβώς όπως εκείνα που στηλίτευαν.
Από την άλλη έπεσα μέσα ότι θα συνεχιζόταν επιταχυνόμενη η “αιμορραγία μυαλών” (brain drain) σε ένα περιβάλλον που συνεχίζει να επιβραβεύει τη λαμογία, και που τιμωρεί τη δημιουργικότητα και την εργατικότητα με απίστευτα αποθέματα γραφειοκρατίας και διαφθοράς στις συναλλαγές με το κράτος.
Όπως φεύγανε οι επιστήμονες από το πρώην ανατολικό μπλοκ με την κατάρρευσή του υπαρκτού σοσιαλισμού, έτσι ήδη φεύγουν και θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν από την Ελλάδα προς πιο φιλόξενα κράτη οι επιστήμονες, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι δημιουργικοί άνθρωποι που έχουν απομείνει εδώ. Μιλώντας πριν λίγες μέρες με παλιό φίλο κοσμήτορα μεγάλου αμερικανικού ινστιτούτου τεχνολογίας, έμαθα ότι κατακλύζονται από αιτήσεις από την Ελλάδα. Το 2013 θα δούμε πολλούς από τους αξιότερους, και άρα και πιο επιθυμητούς συμπολίτες μας, να μεταναστεύουν προς ευνομούμενες πολιτείες.
Οι σημαντικές αλλαγές που επέτυχε η σημερινή κυβέρνηση, μάς αγόρασαν χρόνο για κάνουμε εκείνα που έπρεπε να είχαμε κάνει εδώ και δεκαετίες. Δεν τα κάνουμε όμως. Συνεχίζουν τα γαϊτανάκια της διαπλοκής και των ανευθυνοϋπεύθυνων διορισμών κομματικών κομπάρσων σε κομβικές θέσεις που θα έπρεπε να βάζουν ικανούς ανθρώπους με όραμα και γνώση.
Τα σκάνδαλα που αποκαλύπτονται είναι απλά η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, και κάποιοι δίδονται τελετουργικά για εικονικό λιθοβολισμό από τις εξαθλιωμένες μάζες. Ο μέσος πολίτης πλέον είναι τόσο θυμωμένος για την εξαθλίωσή του που ζητάει να δει αίμα να κυλάει. Δεν τον νοιάζει αν το αίμα που θα του προσφερθεί για να του καταπραΰνει τα εκδικητικά ένστικτα θα είναι δικαίων ή αδίκων. Έχει πλέον σκληρυνθεί τόσο που του είναι αδιάφορο. Αλίμονο σε όποιον βρεθεί μπροστά σε εκείνον που πεινάνε τα παιδιά του. Αλίμονο. Φαινόμενα συσσώρευσης ψηφοφόρων στα άκρα δείχνουν ακριβώς αυτό. Θα επιδεινωθούν.
Από την άλλη, και ενώ με την ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν δρομολογημένη πλέον, η τραπεζική αγορά πιθανόν να αρχίσει να ανακάμπτει στο τέλος του πρώτου εξαμήνου, η άρση της απαγόρευσης των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας θα ξεκινήσει πιθανότατα προς το τέλος της χρονιάς, ενώ τα εξουθενωμένα πλέον φορολογικά υποζύγια θα έχουν φτάσει σε σημείο εξόντωσης, ανάμεσα σε πτώση των εισοδημάτων σχεδόν στο ένα τρίτο στη διάρκεια της εξαετούς πλέον ύφεσης, και ταυτόχρονη τεράστια και αντι-αναπτυξιακή αύξηση του φορολογικού βάρους για τη διατήρηση των κομματικών στρατών στον διαβρωμένο κρατικό μηχανισμό.
Ακόμη και αν έξαφνα φτάσουν σε συμφωνία μείωσης του κράτους Λεβιάθαν τα τρία κόμματα της συγκυβέρνησης, είναι αμφίβολο και μάλλον απίθανο το αν θα συμφωνήσουν στο ποιοί και πόσοι. Πιθανότερα το τέλος του τρέχοντος έτους να μας βρει με εξίσου υπερμεγέθη δημόσιο τομέα, ενώ οι αυτονόητες απλοποιήσεις του γραφειοκρατικού λαβύρινθου κατά τα πολιτισμένα πρότυπα αναβάλλονται ξανά για τις καλένδες, και τα κλειστά επαγγέλματα παραμένουν εξίσου κλειστά όσο τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ευτυχώς που στην Ελλάδα δεν υπάρχει μαφία.
Μέσα σε αυτό το καθοδικό οικονομικό περιβάλλον είναι βέβαιο ότι ανεργία θα πλησιάσει το 30% ενώ τη χρονιά που πέρασε η παραγωγικότητα της οικονομίας (ΑΕΠ/αριθμού εργαζομένων) έπεσε κατά 4%. Ουσιαστικά την πτώση του ΑΕΠ την απορρόφησαν οι απολύσεις του ιδιωτικού τομέα.
Κατά τα φαινόμενα οι Έλληνες τις κουταμάρες τις κάνουμε σε επταετίες, και ένας ακόμη χρόνος ύφεσης θα μειώσει ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα εισοδήματα καταβαραθρώνοντας το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων κάτω από αυτό του 2012.
Όσο η υπερφορολόγηση συνεχίζει σουρεαλιστικά να συσσωρεύει χρέη ιδιωτών προς το δημόσιο, όσο εκείνοι καλούνται να εξυπηρετήσουν (χωρίς να δύνανται) δανειακές υποχρεώσεις προς τράπεζες που δημιούργησαν όταν το μέσο εισόδημα ήταν κατά 25% υψηλότερο, τόσο θα αυξάνονται τα μη-εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών. Πλησιάζει η ώρα για αυτό που λέγαμε από το 2011, δηλαδή να “
Ετοιμαστείτε να σας πάρουνε το σπίτι”. Θα ξεκινήσει φέτος.
Η όποια πιστωτική επέκταση θα γίνει στην πλευρά των καταναλωτικών, και πιθανόν να δούμε τα φοροδάνεια να επεκτείνονται δραματικά, και άλλα τέτοια.
Μετά το μέσον του έτους πιθανόν ο τουρισμός να συγκρατήσει λίγο τους αριθμούς της οικονομίας, και πιθανόν να αναστρέψει την οξεία πτώση που θα δει η κοινωνία ως το μέσον του έτους. Όποιος αντέξει ως το Σεπτέμβριο πιθανόν και να καταφέρει να επιζήσει της εξαετούς πλέον τότε κρίσης, και με μικρές θυσίες να διατηρηθεί τον έβδομο και τελευταίο χρόνο της κρίσης, το 2014. Μέτρα άλλα δεν χρειάζεται να ψηφιστούν από τη βουλή, καθώς υπάρχει μηχανισμός πλέον για την αυτοματοποίησή τους.
Ποιοι όμως θα επιζήσουν τελικά από αυτή την συνέχιση της πτωτικής πορείας μας, και ενώ ήδη το 85% των Ελληνικών επιχειρήσεων είναι ζημιογόνο, και άρα μη χρηματοδοτήσιμο από το τραπεζικό σύστημα; Μα φυσικά τα τρωκτικά και οι κατσαρίδες. Όπως σε όλες τις παρακμάζουσες κοινωνίες, οι φοροφυγάδες, οι λαδιάρηδες και οι επίορκοι θα είναι οι επιζώντες, πλην αν γίνει μια επανάσταση στη Δικαιοσύνη, που όμως δεν προβλέπεται!
Μακάρι να πέφτω έξω, φοβάμαι όμως ότι φέτος θα είναι η Χρονιά της Κατσαρίδας.
 

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

2013. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ...

Του Δ Τριεκριώτη
 
Είναι ίσως παράδοξο, μπαίνοντας σε ένα επόμενο έτος οι ευχές να ακούγονται τόσο τυπικές, αίολες κι αμήχανες. Τυπικές γιατί κανείς δεν τις πιστεύει. Αίολες γιατί είναι όλοι τόσο προσγειωμένοι στην πραγματικότητα που τους περιμένει. Αμήχανες όπως ο ημιτελής εορταστικός φωτισμός των δρόμων που αντανακλά τη μελαγχολία της πρωτεύουσας στα πρόσωπα των ανθρώπων και τα σωματίδια που αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Αλλά ακόμη κι αν δεν πιστεύουμε στις ευχές που δίνουμε και μας δίνουν. Ακόμη κι αν δεν έχουμε αυταπάτες για τις νέες δυσκολίες που έρχονται. Ακόμη κι αν η απαισιοδοξία μας βασίζεται στο γεγονός ότι η βία που μας ασκείται και η συρρίκνωση που μας επιβάλλεται υπερβαίνει τις δυνάμεις μας να αντισταθούμε. Ακόμα κι έτσι έχει μεγάλη σημασία να πιστέψουμε σε αυτό το παραμύθι των φετινών ευχών…
Να πιστέψουμε στην ευχή για αλληλεγγύη για αυτόν που δοκιμάζεται πλάι μας γιατί αύριο μπορεί να’μαστε στη θέση του. Να πιστέψουμε στην ευχή να ανακάμψει η χώρα γιατί χώρα είναι οι άνθρωποι που αγαπάμε και συναλλασσόμαστε κάθε μέρα. Κυρίως να πιστέψουμε στις ευχές που αγκαλιάζουν τον εαυτό μας και την σημασία της ύπαρξής μας, παρότι συνθήκες φόβου την καταβάλλουν και την ακυρώνουν. Γιατί ξεπερνώντας το φόβο θα βρούμε και τη δύναμη να αλλάξουμε συνήθειες που αδικούσαν τις πραγματικές μας αξίες και καταστάσεις που αδικούσαν την πατρίδα μας. Και με αυτή τη νέα δύναμη θα μπορέσουμε να αλλάξουμε πραγματικά προς το καλύτερο την κοινωνική και την πολιτική μας ζωή.
Στην Ιαπωνία με είχε εντυπωσιάσει η ευγένεια των ανθρώπων. Πως ένας λαός, ιστορικά τεκμηριωμένα τόσο σκληρός κι ανθεκτικός, που η νοοτροπία του ερωτοτροπεί τόσο πολύ με τον θάνατο, να είναι ταυτόχρονα τόσο ανοικτός κι ευγενικός. Ο Νίκος Καζαντζάκης δίνει μια απάντηση στο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία-Κίνα»: «Μπορεί το περίφημο χαμόγελο του Γιαπωνέζου να’ναι μια μάσκα. Μα η μάσκα αυτή κάνει πρόσχαρη τη συμβίωση και δίνει στις σχέσεις των ανθρώπων αξιοπρέπεια κι ευγένεια. Σε μαθαίνει να πειθαρχείς και να συγκρατιέσαι, να κρατάς για τον εαυτό σου όλον τον πόνο και να μην θες να ενοχλήσεις τους άλλους με τις δικές σου μιζέριες. Κι έτσι σιγά σιγά, η μάσκα γίνεται πρόσωπο, κι ό,τι ίσως ήταν απλή φόρμα, μετατρέπεται σε ουσία».
Σκέφτομαι ότι με ένα παρόμοιο μαγικό τρόπο μπορούν να επιδρούν στην ψυχολογία κι οι φετινές χίμαιρες-ευχές. Σαν μέσο αυθυποβολής, αλλά και συλλογικής εγρήγορσης και κινητοποίησης για καλύτερες ημέρες. Έτσι, ας ορίσουμε το ανέφικτο των φετινών ευχών σαν ένα Πνεύμα που μας στοιχειώνει και μας βαραίνει και που ταυτόχρονα η αύρα του μας ενώνει και μας απελευθερώνει. Κι ας το κρατήσουμε μέσα μας όλην αυτή τη δύσκολη χρονιά…