Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

2004 - 2012: ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Του Γιώργου Καρελιά

Η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό και απολογισμό, καθώς συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από εκείνο το θριαμβευτικό καλοκαίρι του 2004 με την κατάκτηση του ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος και τη φιέστα των ελληνικών Ολυμπιακών.
Η Ελλάδα του 2004 ήταν μια χώρα που πετούσε στα σύννεφα. Η Ελλάδα του 2012 προσπαθεί να ξεκολλήσει από τον πάτο του σκοτεινού πηγαδιού της χρεοκοπίας. Η Ελλάδα του τότε ήταν μια χώρα ανοιχτή, αισιόδοξη και ανέμελη. Η σημερινή Ελλάδα είναι κλειστοφοβική. Της φταίνε οι άλλοι και οπωσδήποτε οι ξένοι, τους οποίους τότε χρησιμοποιούσε για να κάνει τις δουλειές που δεν έκαναν οι Ελληνες.
Η Ελλάδα τότε απωθούσε ή και κουκούλωνε τα προβλήματά της. Η πολιτική ηγεσία της , ως συνήθως, επιδιδόταν στην καταγγελιολογία και στην υποσχεσιολογία. Και οι ψηφοφόροι – οι συντριπτικά περισσότεροι- άκουγαν ο,τι τους φαινόταν πιο ευχάριστο.Η σημερινή Ελλάδα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα έχοντας υποστεί τα απανωτά σοκ της τελευταίας διετίας.
Οι ψηφοφόροι ανασκολόπισαν το παλιό κομματικό σύστημα συνθλίβοντας τα εκλογικά ποσοστά του, αλλά δεν το αντικατέστησαν στην εξουσία. Προτίμησαν ένα συμμαχικό σύστημα διακυβέρνησης, που προσπαθεί να βρεί ισορροπίες μεταξύ εύκολων προεκλογικών διαβεβαιώσεων και της αμείλικτης μετεκλογικής πραγματικότητας. Οι κκ Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης θα προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση – οι δυο πρώτοι ευθύνονται, ως στελέχη του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, τα μέγιστα για τη δημιουργία της-που μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου.
Το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης οι ψηφοφόροι ανέθεσαν, για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα, σε ένα μικρό κόμμα της παραδοσιακής Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προσδοκά ότι θα εξελιχθεί κάπως σαν το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ» των δεκαετιών του ΄70 και του ΄80; Σήμερα μόνο βραχυπρόθεσμες προβλέψεις μπορούν να γίνουν. Και βραχυπρόθεσμα ναι θα έχουμε κι άλλες μεγάλες αλλαγές στην πολιτικό χάρτη. Όμως, δεν θα είναι μονοδιάστατες. Οσο ορατή είναι μια ιδιότυπη αριστερή στροφή παραδοσιακών μεσαίων εκλογικών στρωμάτων, άλλο τόσο ορατή είναι η άνθιση ακροδεξιών, ρατσιστικών και λοιπών ακραίων απόψεων , που διαχέονται σε μεγάλο φάσμα της ελληνικής κοινωνίας.
Μακροπρόθεσμες προβλέψεις δεν μπορούν να γίνουν. Ισχύει μόνο η κλασική του Κέινς ότι «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί». Μπορεί να ισχύει και μια ακόμη. Οτι η Ελλάδα της αφασίας, οπως αυτή σηματοδοτήθηκε στην μέχρι το 2004 (συμβολικά) και μέχρι το 2009 (ουσιαστικά) περίοδο αποτελεί οριστικά παρελθόν.
Η νοσταλγία και καλλιέργεια ψευδαισθήσεων ότι «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι τα ίδια θα ΄ρθουν» αποτελεί την πιο σίγουρη συνταγή για τη διαρκή οπισθοχώρηση της χώρας και την αποθάρρυνση των δημιουργικών δυνάμεών της, που μπορούν να τη βγάλουν από το αδιέξοδο.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΣΗΡΑΓΓΑ

Της Τασούλας Καραισκάκη

Ενα κύμα αυτοκτονιών σαρώνει τη χώρα. Κατά μέσο όρο τρία άτομα την ημέρα αποπειρώνται να βάλουν ή βάζουν τέλος στη ζωή τους αφήνοντας εμβρόντητη την ελληνική κοινωνία... Και καταγράφεται ένας ανησυχητικός μιμητισμός στον τρόπο αυτοχειρίας. Την απερίγραπτη φρίκη της αγχόνης διαδέχθηκε το αποσβολωτικό πλήγμα του πιστολιού ή της καραμπίνας και ακολούθησε η ανατριχιαστική πτώση στο κενό. Ο μεσήλικας με την υπερήλικη μητέρα του στην πλατεία Βάθης, ο συνταξιούχος στου Ζωγράφου, ο δικηγόρος στην Πλάκα, ο τραπεζικός υπάλληλος στην Ακρόπολη, ο συνταξιούχος γιατρός στο νοσοκομείο Λαμίας. Προ δύο ή τριών ημερών ένας ηλικιωμένος στη Σπερχειάδα απειλούσε να πέσει από την ταράτσα του σπιτιού του, όμως τον συγκράτησε η αστυνομία και ο γιος του, το ίδιο προσπάθησε να κάνει ένας μεσήλικας στον Ισθμό της Κορίνθου και ένας νεαρός άνδρας στα Πατήσια, που σώθηκαν με την παρέμβαση αστυνομικών, συγγενών, ψυχολόγου...
Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι παγιδευμένοι στη σήραγγα, γι’ αυτούς χωρίς διέξοδο, των χρεών, της εξοντωτικής ανέχειας, της εξαθλίωσης, της απελπισίας. Ομως αρκεί η οικονομική κρίση για να δικαιολογήσει τη δραματική συχνότητα των απονενοημένων διαβημάτων σε μια χώρα που το φαινόμενο, ακόμη και σε δύσκολες εποχές, σχεδόν εξέλιπε; Από πού επιπλέον πηγάζει η εμπέδωση της ολοκληρωτικής αποτυχίας, η αίσθηση του απόλυτου αδιεξόδου, της ασήκωτης ζωής, του αφόρητου πόνου που μοιάζει να διακόπτεται μόνο με τον θάνατο; Στην Κατοχή οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα αλλά δεν αυτοκτονούσαν, λέγεται συχνά. Φταίει η έλλειψη κοινωνικής συνοχής; Η συνειδητοποίηση της απουσίας υποστηρικτικού δικτύου, η απομόνωση, η εξουθενωτική μοναξιά των απρόσωπων σύγχρονων πόλεων; Ή επιπροσθέτως είναι και η για πολλά χρόνια εμμονή στην ύλη που αφαίρεσε από τις επιδιώξεις την αναζήτηση άυλων αξιών; Είναι η ζωή χωρίς το παλιό κυνήγι των μεγάλων υπερβατικοτήτων, η καταβροχθισμένη από το επιταχυνόμενο γίγνεσθαι, τα ωράρια, τους μισθούς, τις τιμές, την έλλειψη χρόνου, που ξαφνικά άλλαξε, άδειασε;
Ποιος είναι ο ρόλος του Τύπου, ιδίως όταν επιπόλαια, σκανδαλοθηρικά, ντύνει την τραγική κίνηση -ενθαρρύνοντας τη μίμηση- με τον μανδύα του ηρωισμού, της αυτοθυσίας, της μετάδοσης ενός τρανταχτού κοινωνικού μηνύματος; Ποιος θα επιβάλλει στα ΜΜΕ τους ιδιαίτερα προσεκτικούς χειρισμούς που χρειάζεται ένα πρόβλημα το οποίο τείνει να εξελιχθεί σε μάστιγα; Πώς θα μπορέσει η πολιτεία να οργανώσει υποστηρικτικά δίκτυα και υπηρεσίες, να διευκολύνει οργανώσεις και εθελοντές που έχουν ήδη αναλάβει παρόμοιο έργο; Κάπως πρέπει...
Για να μην τρυπώσει η ιδέα της αυτοκαταστροφής και σε άλλες ψυχές, να υπάρχει μια απάντηση να δοθεί σε όποιον επιλέξει την έσχατη ακρότητα. Σε μια εποχή γενικευμένης απαισιοδοξίας και μαζικού πανικού, αδιασάλευτων βεβαιοτήτων ότι το τέλος πλησιάζει, ότι τα θύματα θα είναι πολλά και ο βίος αβίωτος για δεκαετίες, δεν υπάρχει τίποτα πιο απλό και πιο φοβερό από την πράξη την οποία αποφασίζει κάποιος αμετάκλητα για τον εαυτό του, και σε μια μόνο στιγμή καταργεί όλες τις στιγμές, αψηφώντας τα όρια της σωτηρίας.
Κι όμως, ένα χέρι βοηθείας, μια ψύχραιμη φωνή, μια ανοιχτή «αγκαλιά» μπορούν να ζωντανέψουν τα ένστικτα τα φθαρμένα από την αποδοχή του ραγδαίου λυκόφωτος ως λυτρωτική αυτοτιμωρία.

Πηγή

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣΥΝΗΣ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Κάποτε, όχι και τόσο παλιά, η Αριστερά διεκδικούσε την ηγεμονία του πνευματικού κόσμου. Για τον χωροφύλακα της χούντας η λέξη «διανοούμενος» ήταν ταυτισμένος με τη λέξη «αριστερός». Και όχι μόνον. Οσοι διατελέσαμε έφηβοι στην «ηρωική» εκείνη εποχή δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι ο Σεφέρης ή ο Ελύτης, που μας έμαθαν το λεξιλόγιο του έρωτα, ήταν κάτι άλλο. Στο κάτω κάτω, τους είχε μελοποιήσει ο Θεοδωράκης. Τον Χατζιδάκι που μας άρεσε τον αντιμετωπίζαμε ως εκκεντρικό, οπότε και τον εξαιρούσαμε από τον κανόνα. Στα λιγότερο ηρωικά χρόνια της πρώτης μεταπολίτευσης, που τα περάσαμε τραγουδώντας τον ηρωισμό της αντίστασης, ο Ρίτσος είχε πάρει θέση στα προεκλογικά μπαλκόνια του ΚΚΕ κι εμείς διαβάζαμε τους αιρετικούς, τον Τσίρκα και τον Αλεξάνδρου. Πιστεύαμε τότε πως ο άθλιος τρόπος με τον οποίον τους είχε συμπεριφερθεί η πολιτική ηγεσία της Αριστεράς ήταν μια απλή παρεκτροπή, ένα σπυράκι. Ο,τι και να 'ναι, ακόμη κι ο καλόγερος που σε πονάει, κάποια στιγμή περνάει. Κι ύστερα ήρθαν τα ωραία χρόνια της ευμάρειας. Τη βλέπαμε να περιφέρεται γύρω μας, με άνεση νεόπλουτου Ζορμπά, με το ακομπλεξάριστο χαμόγελο του επιτυχημένου και λουφάζαμε. Ο διανοούμενος μετονομάστηκε σε κουλτουριάρη, ένα γκρινιάρικο, κατά προτίμηση κακοντυμένο πλάσμα που δεν καταλαβαίνεις τι σου λέει - «πανάθεμά με αν κατάλαβε κι ο ίδιος». Δεν ήταν καιροί για σκέψη. Ο λαός, ο αγνός και βασανισμένος λαός, αυτός που έδωσε τόσους αγώνες για τη δημοκρατία, μπορούσε τώρα να χαίρεται τους καρπούς των κόπων του. Είχε το τεκμήριο της λαϊκής ετυμηγορίας που είχε κατακτήσει το δικαίωμα να οδηγεί 4Χ4 και να χτίζει μεζονέτες. Οι «άλλοι», αυτοί που βρίσκονταν από την άλλη πλευρά του ρήγματος, οι της «επαράτου Δεξιάς», συνέχιζαν να κάνουν αυτό που ήξεραν, να βγάζουν χρήμα. Τώρα έπρεπε να δείξουμε κι εμείς οι υπόλοιποι πως ξέρουμε τη δουλειά καλύτερα από αυτούς, γιατί εμείς έχουμε την ιστορία με το μέρος μας.
Ο ελληνικός γιαπισμός που χίμηξε στο Χρηματιστήριο ήταν αριστερόφρων. Και το πρόβλημα δεν θα ήταν πρόβλημα αν η στάση αυτή περιοριζόταν στους κύκλους των πρώην διανοουμένων και νυν κουλτουριάρηδων, κατά τεκμήριο αριστερών. Το πρόβλημα γιγαντώθηκε, όταν η κρυφή γοητεία της αγραμματοσύνης έγινε κοινωνικό καθεστώς. Και για να εξηγούμαι. Αγράμματος δεν είναι όποιος δεν ξέρει πότε έγινε η Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αγράμματος είναι όποιος περιφρονεί, γιατί δεν την ξέρει, τη σημασία της πνευματικής προσπάθειας. Και τα χειρότερα ήρθαν όταν η κρυφή γοητεία της αγραμματοσύνης βρήκε τον τρόπο να χωθεί και στις αίθουσες των σχολείων. Αυτή επέβαλε την ταύτιση της μάθησης με την παπαγαλία, αυτή έβγαλε γενιές λειτουργικώς αναλφάβητες. Και λειτουργικώς αναλφάβητος είσαι όταν δεν μπορείς να αρθρώσεις μια σκέψη, έστω μισή, για το πώς πέρασες την Κυριακή σου. Και από 'κεί και πέρα είσαι στο έλεος του πρώτου κυνικού που θα εξηγήσει το πρόβλημά σου με δαιμόνους και τριβόλους, μάγισσες και διεθνείς συνωμοσίες. Οι κουκουλοφόροι που τα καίνε, και οι τραμπούκοι της Χρυσής Αυγής είναι παιδιά αυτού του καθεστώτος. Αντε, για να μην πούμε τίποτε για το μορφωτικό επίπεδο της πολιτικής ελίτ μας. Η ευθύνη της Αριστεράς είναι μεγάλη. Οχι μόνο γιατί κυριαρχούσε στην εκπαιδευτική κοινότητα όλες αυτές τις δεκαετίες, αλλά και γιατί, κατ' αυτόν τον τρόπο, ξεπούλησε την ίδια της την ιστορία.
 

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΑΖΑΡΕΜΑΤΑ ΑΝΤΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Του Χρήστου Γιανναρά

H κρίση είναι κοινωνική. H οικονομική καταστροφή, η αποδιοργάνωση του κράτους, η αδυναμία λειτουργίας θεσμών, μαρτυρούν την κρίση, δεν τη συνιστούν. Yπαίτιος για την κρίση είναι το πολιτικό σύστημα, η κομματοκρατία, το πελατειακό κράτος. Aλλά σε αδιέξοδο είναι η κοινωνία, που δεν έχει τίποτε να αντιτάξει, καμιά στοχοθεσία ή ανάγκη άλλη, διαφορετική από τα ρητορεύματα φαύλων και ανίκανων πολιτικάντηδων.
Eφημερίδες, τηλεοράσεις και ραδιόφωνα προβάλουν (και επιβάλλουν) την εντύπωση, πως αν η οικονομία στοιχειωδώς τονωθεί, η κοινωνία θα βγει από το αδιέξοδο. Aυτή η βεβαιότητα ήταν ολοφάνερη και πίσω από τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης, πίσω και από την κριτική της αντιπολίτευσης. Mε «σωστή» επαναδιαπραγμάτευση του «Mνημονίου», αποκρατικοποιήσεις και διαρθρωτικές αλλαγές, «βελτίωση» των εισπρακτικών μηχανισμών, επάνοδο των καταθέσεων, μετάθεση των προθεσμιών αποπληρωμής χρεών, θα αναστηθεί το πτώμα, θα «ανακάμψουμε» από τον εφιάλτη.
Για να ξεγυμνωθεί αυτή η ψευδαπάτη, θα βοηθούσε ίσως μια ευφυής δημοσκόπηση: Πώς καταλαβαίνει ο ελλαδικός πληθυσμός την «ανάκαμψη», την έξοδο από την κρίση; Tο πιθανότερο είναι: σαν επάνοδο στην προτέρα κατάσταση, μετριασμένη. Tο κράτος να δανείζεται ανέμελο και ο πολίτης να διεκδικεί αποτελεσματικά (πάντοτε). Nα διεκδικεί αυτός που δεν παράγει ούτε αγαθά ούτε υπηρεσίες. Nα διεκδικεί με απροκάλυπτα αντικοινωνικές, εκβιαστικές πρακτικές. Xάρη σε κομματική εύνοια, να μπορεί ο πολίτης να εισπράττει υγιέστατος συντάξεις αναπηρίας (ακόμα και τυφλότητας). Nα είναι διορισμένος κηπουρός μουσείου χωρίς κήπο, να παίρνει επιδότηση για να αλλάξει καλλιέργειες και αυτός να αγοράζει επιδεικτικό τρακτέρ ή BMW, να μισθώνει αλλοδαπούς για τις καλλιέργειες και ο ίδιος να σέρνεται μέρα-νύχτα σε καφετέριες. Δεν ξέρει ο σημερινός Eλλαδίτης άλλη ποιότητα ζωής, άλλη χαρά ζωής για να φανταστεί την «ανάκαμψη».
Eφημερίδες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα αφήνουν να διαφανεί ότι η έξοδος από την κρίση σημαίνει μεν επάνοδο στο μοναδικό όραμα του σημερινού Eλλαδίτη, την καταναλωτική ευωχία, αλλά με προϋπόθεση την κάποια «ηθικοποίηση»: Δηλαδή, με μαγικό ραβδί (πώς αλλιώς;) οι δημόσιοι υπάλληλοι να γίνουν όλοι πουριτανικά συνεπέστατοι, αδιάφθοροι, εργατικοί και δημιουργικοί. Oι συνδικαλιστές να αποκηρύξουν, με μετάνοια και συντριβή, τις γκανγκστερικές, «κοινωνικού κόστους», μεθόδους εκβιασμού. Oι εργολήπτες και οι προμηθευτές του Δημοσίου να διαχειρίζονται σαν θεοφοβούμενοι το κρατικό (κοινωνικό) χρήμα, κ.λπ., κ.λπ.
Eίναι απελπιστικό να ξεχνάμε ότι η προτέρα κατάσταση, η ρεμούλα, η ασυδοσία, ο κτηνώδης εγωκεντρισμός, ήταν ονείρωξη ηδονική για το σύνολο μάλλον του πληθυσμού. Oτι αυτό που η πλειονότητα ζητάει από τα κόμματα και περιμένει εναγωνίως να της εξασφαλίσουν, είναι να επανέλθει η παρεχόμενη από το πελατειακό κράτος ηδονική ευωχία – να το ξαναπούμε: δεν ξέρει η μεταπολιτευτική Eλλάδα άλλη ποιότητα ζωής, άλλη χαρά ζωής για να λαχταρήσει. Στόχος βίου και «νόημα» της ύπαρξης έγινε μόνο και αποκλειστικά η δίχως μόχθο και δίχως αξιολογικές προϋποθέσεις καταναλωτική πλησμονή. Για να συγκατατεθεί και (κυρίως) να συμβάλει σήμερα ο Eλλαδίτης σε καινούργια, διαφορετική οργάνωση της οικονομίας και των θεσμών, σε διαφορετική οργάνωση λειτουργίας του κράτους και της παραγωγικής διαδικασίας, θέλει να είναι βέβαιος ότι εδώ και τώρα, δίχως καθυστερήσεις και αναμονή, μπορεί να ξαναβρεί την άμοχθη καταναλωτική ευχέρεια.
Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή η κρίση είναι πρωτίστως κοινωνική, η έξοδος από την κρίση είναι καθαρά πολιτικό πρόβλημα. Διότι μόνο η πολιτική μπορεί, θεσμικά, όχι με ρητορείες, να πετύχει «κοινωνικό μετασχηματισμό», που θα πει: αλλαγή νοο-τροπίας, ψυχολογικού κλίματος, κριτηρίων ιεράρχησης των αναγκών. Nα γευθεί ο πολίτης κάποιες ενδείξεις ή μέτρα άλλης ποιότητας ζωής, άλλη χαρά της ζωής και «νόημα» της ύπαρξης – κάτι διαφορετικό από μόνη την ηδονή των καταναλωτικών ενορμήσεων.
O σχεδιασμός μιας τέτοιας πολιτικής δεν μπορεί να είναι θέμα επιφυλλίδας. Aμυδρές μόνο νύξεις και ανεπαρκή παραδείγματα μπορούν ενδεικτικά, σαν περίπου προσανατολισμός, να παρατεθούν:
Nα ξαναδώσει η πολιτική στους πολίτες τη χαρά της μετοχής στα κοινά, της δημιουργικής ευθύνης για τη διαχείριση της ζωής τους. Θεσμικά, με τίμια, συνεπή αποκέντρωση, μεταφορά ουσιαστικών αρμοδιοτήτων στη μικρή κοινότητα, οργάνωση της αστικής «γειτονιάς», μονοεδρική παντού εκλογική περιφέρεια.
Nα αποκαταστήσει θεσμικά η πολιτική τον δημόσιο υπάλληλο σε δημόσιο λειτουργό. Nα του δώσει ουσιαστικές ευθύνες, τη χαρά της προσωπικής πρωτοβουλίας και δημιουργίας. Tην αναγνώριση και βράβευση της αριστείας, τη συνεχή αξιολόγηση της ποιότητας, να είναι η αμοιβή του συνάρτηση όχι πολυετίας, αλλά των ταλέντων του, της δουλειάς του, της προσφοράς του.
Nα προσφέρει στους πολίτες η πολιτική τη χαρά της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, τη δανειοδότηση και επιδότηση μικρού, κατά προτεραιότητα, μεγέθους μονάδων παραγωγής, οικογενειακών επιχειρήσεων.
Mπορεί θεσμικά η πολιτική να αλλάξει την κοινωνική ψυχολογία, τα κριτήρια και τις απαιτήσεις (το κοινό αισθητήριο) της ποιότητας, το γλωσσικό αισθητήριο, το μουσικό αισθητήριο, να αναδείξει άλλον τύπο δημόσιου διαλόγου και κριτικής αντιπαράθεσης, άλλα κριτήρια αισθητικής και αξιοπρέπειας, άλλη εκδοχή της ψυχαγωγίας. Πώς; Aποκαθιστώντας το Eθνικό Pαδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο σε όργανο κοινωνικού ελέγχου της ακόρεστα εμπορευματικής ιδιωτικής τηλεόρασης. H ελευθερία έκφρασης και διακίνησης ιδεών απόλυτη, αλλά η διακίνηση χυδαιότητας, κακογουστιάς, κρετινισμού, αμοραλισμού, γλωσσικού βαρβαρισμού και υποκουλτούρας οριοθετημένη. Eχει και ο πολίτης δικαίωμα στην προάσπιση κοινωνικών προτεραιοτήτων, δικαίωμα αυτοάμυνας.
Kαι φυσικά μόνο η πολιτική μπορεί να επιφέρει εκείνες τις θεσμικές αλλαγές στην εκπαίδευση, που να αποτελέσουν καταλύτη καταιγιστικών ανατροπών στο κατεστημένο «κλίμα» της ελλαδικής μεταπολιτευτικής οικογένειας: στη νοο-τροπία, στην ιεράρχιση των αναγκών, στη γλώσσα, στην αισθητική απαίτηση, στην ιστορική συνείδηση.
Mια πεθαμένη κοινωνία δεν ανασταίνεται με οικονομικά τερτίπια και λογιστικά παζαρέματα. Aν καταλαβαίνουμε τι θα πει «ανάκαμψη», οφείλουμε να προβληματιστούμε πολιτικά, δηλαδή στα ουσιώδη, στα καίρια: Στο πώς ο πρωτογονισμός της προτεραιότητας των ενστίκτων θα δώσει τη θέση του στην προτεραιότητα της ποιότητας, της κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Tο αηδιαστικό κατακάθι του παλαιοκομματισμού, η κυβέρνηση Σαμαρά, Παναγιωτόπουλου, Λυκουρέντζου, Bρούτση, Tσαυτάρη και Σία είναι εξόφθαλμα ανίκανη, όχι να διαχειριστεί, αλλά έστω να καταλάβει τη συντελεσμένη καταστροφή. Aδύνατο να λειτουργήσει πολιτικά.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ

Του Γιάννη Σμαραγδή

Η μοίρα εν τω μέλλοντι του ανθρώπινου γένους, αλλά και των λαών, νομοτελειακά φαίνεται να οδηγείται σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση που αν οι Κυβερνήτες έχουν το αρμόζον ηθικό ανάστημα θα εργάζονται για το καλό των λαών και της Γαίας, που στους καιρούς μας ταλαιπωρείται εγκληματικά και βάναυσα.
Αυτό μάλλον δεν θα αργήσει. Μετρώντας με τον συμπαντικό χρόνο μπορεί να είναι μια στιγμή, σε γήινο χρόνο ίσως να είναι τρεις με τέσσερις αιώνες. Όμως, μέχρι να φτάσουμε εκεί, έχουν να γίνουν πολλά βασανιστικά και αποτυχημένα πειράματα λόγω της ανωριμότητας του ανθρώπινου γένους και ακαταλληλότητας των, κατά τόπους, ισχυρών κυβερνητών.
Μια τέτοια καταδικασμένη προσπάθεια φαίνεται πια πως είναι και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ξεκίνησε με τις καλύτερες και τις πολύ φιλόδοξες προοπτικές με δυο οραματικούς ισχυρούς ηγέτες της Ευρώπης και φτάσαμε στους καιρούς μας να τρίζουν τα ανίσχυρα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης επ’ αφορμή αδυνάτων και επηρμένων κυβερνητών των ισχυρών (πρόσκαιρα) χωρών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και η Ελλάδα;
Αφού αφέθηκε στον αχαλίνωτο καταναλωτισμό και την ευδαιμονία επί δανείω, έχασε το ηθικό πλεονέκτημα να επαναφέρει και να εισάγει στην Ευρώπη του παρόντος και του μέλλοντος το κυτταρικό «παν μέτρον άριστον» και βρέθηκε όργανο στα χέρια των επικυρίαρχων των καιρών μας, των κερδοσκόπων που η ιδιοτέλειά τους μόνο καλό δεν κάνει τόσο στους απογόνους τους όσο και στους αδύναμους λαούς όπως δυστυχώς είναι στους καιρούς μας και οι Έλληνες.
Όσα χρόνια ένας λαός έχει εκτραπεί από το θετικό πεπρωμένο του, τόσα χρειάζονται για να συνέλθει. 31 χρόνια κύλησαν από την έλευση στην εξουσία της ολέθριας παπανδρεϊκής προτροπής «είπαμε να κάνουμε ένα δωράκι στο εαυτό μας» έως τον υπόδικο πλέον Τσοχατζόπουλο, με ενδιάμεσους σταθμούς ανίερες πράξεις που διέλυσαν την Εθνική τιμιότητα και δημιούργησαν το άθλιο μόρφωμα της Εθνικής διαφθοράς και διαπλοκής, αναδεικνύοντας τον Εθνικό κατώτερο εαυτό μας. Τριάντα ένα χρόνια χρειάζονται για να αποκαθαριστούμε ομαδικά και να κλείσουμε τις πληγές της ψυχής μας, αλλά και της οικονομίας από το βαρύ δανεισμό της νομενκλατουρικής διαπλοκής και υπερκατανάλωσης. Δυστυχώς…
Στους τρέχοντες καιρούς μας, τι μας μένει ως λαός να κάνουμε σε αυτή τη λαίλαπα που μας οδήγησαν από την έλλειψη ευθύνης και μέτρου; Να πληρώσουμε το τίμημα με υπερηφάνεια και σύνεση, αλλά προπαντός να επανεύρουμε τη χαμένη μας αξιοπρέπεια και να αναδείξουμε τον ΑΝΩΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, της φιλαλληλίας, της συντροφικότητας και της προσφοράς προς τους άλλους…. και τότε θα βρεθούμε εντός του θετικού μέλλοντος του πλανήτη μας. Όχι μόνο δεν θα είμαστε ηττημένοι, αλλά να μπορούμε να «δείξουμε τον τρόπο του μέλλοντος».
Σ’ αυτή τη διαδρομή, νομίζω δεν πρέπει να ξεχνάμε τι έλεγε ο Μεγάλος κυτταρικός πρόγονός μας, ο Πυθαγόρας 26 αιώνες πριν: «πη παρέβην ,τι δ’ έρεξα τι μοι δέον ουκ ετελέσθη» – «Τι ασεβές έπραξα, τι καλόν έπραξα, τι έπρεπε να πράξω και δεν το έπραξα;»
Ο τρόπος είναι μέσα μας. Δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε…

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

ΜΑΚΑΡΙ, ΔΑΣΚΑΛΕ, ΜΑΚΑΡΙ !

Της Μαριάννας Τζιαντζή

«Aν δεν μάθεις γράμματα, θα γίνεις σκουπιδιάρης». Αυτή ήταν η ύστατη(και κάθε άλλο παρά πολιτικά ή παιδαγωγικά σωστή) προειδοποίηση ή απειλή στην οποία κατέφευγαν κάποτε οι δάσκαλοι για να συνετίσουν τους νωθρούς μαθητές τους.
 Αυτό το εφιαλτικό μέλλον ήταν χειρότερο από την προοπτική της μετανάστευσης στη Γερμανία. Στη φτωχή μεταπολεμική Ελλάδα η μαύρη μοίρα για ένα παιδί που «δεν έπαιρνε τα γράμματα» δεν ήταν το χωράφι, η οικοδομή ή το εργοστάσιο, αλλά το να γίνει υπάλληλος καθαριότητας ή οδοκαθαριστής, σύμφωνα με την πιο κομψή διατύπωση.
Την Τετάρτη λήγει η προθεσμία υποβολής αιτήσεων για 400 θέσεις εργασίας οκτάμηνης διάρκειας στην «Υπηρεσία καθαριότητας και ηλεκτρολογικού» του Δήμου Θεσσαλονίκης. Δεν ξέρουμε εάν έως τότε οι αιτήσεις θα ξεπεράσουν το«ψυχολογικό» (;) φράγμα των 10.000, όπως προβλέπεται, αν όμως αναλογιστούμε ότι μόνο την περασμένη Τρίτη, πρώτη ημέρα υποβολής τους, οι σχετικές αιτήσεις έφτασαν τις δύο χιλιάδες, δεν αποκλείεται ο τελικός αριθμός των επίδοξων οδοκαθαριστών να ξεπεράσει τη μυριάδα.
Στη δεκαετία του ’90, σε κάποιο ιδιωτικό κανάλι είχε προβληθεί ένα ρεπορτάζ για έναν μεσόκοπο Αλβανό, πρώην πολύ υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης του Εμβέρ Χότζα. Ο Κύριος-Περασμένα-Μεγαλεία, που είχε μεταναστεύσει στην Αθήνα, τώρα βρισκόταν σε δεινή θέση και είχε εναποθέσει τις ελπίδες του για επιβίωση στον τότε δήμαρχο της Αθήνας, τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, τον οποίο παρακαλούσε για μια άδεια υπαίθριου κουλουρτζή. Ποιος ξέρει, σκεφτόμαστε τότε,ο άνθρωπος από τον οποίο αγοράζουμε το κουλούρι μας, μπορεί να είναι πρώην στρατάρχης ή υπουργός Αμυνας ή καθηγητής πανεπιστημίου της βασανισμένης γειτονικής χώρας.
Σήμερα χιλιάδες Ελληνες που «έπαιρναν τα γράμματα» και θα μπορούσαν να γίνουν στρατάρχες, υπουργοί, καθηγητές γυρεύουν κάτι ακόμα πιο λίγο από μια άδεια κουλουροπώλη, ζητούν να γίνουν οδοκαθαριστές. Οχι γιατί ορέγονται σταδιοδρομία ή μονιμότητα, αλλά για να πάρουν μια ανάσα, για να ξεφύγουν, έστω προσωρινά,από την ασφυξία της ανεργίας.
Να εργαστούμε σκληρά και ποιοτικά, να σοβαρευτούμε, να επιμορφωθούμε, να τολμήσουμε την καινοτομία, να δράσουμε σε βάθος χρόνου, να αποκτήσει ο λογισμός μας ευρωπαϊκό ορίζοντα. Εύκολα και κατανοητά όλα αυτά τα «πρέπει», όμως το «εδώ και τώρα» είναι αμείλικτο.
Εκατομμύρια αγρότες, όπως και ταπεινοί υπάλληλοι και αφανείς χειρώνακτες, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι, ίδρωσαν, κινδύνευσαν σε σκαλωσιές,γυάλισαν στρέμματα υαλοπινάκων, γέρασαν πρόωρα για να σπουδάσει το παιδί, για να μην έχει τη δική τους μοίρα. Τώρα αυτοί που γνώρισαν τα ευεργετήματα της θυσίας της προηγούμενης γενιάς βλέπουν τα δικά τους παιδιά να γυρεύουν μια οκτάμηνη οδοκαθαριστική ανάσα.
Το αλβανικό χθες έγινε ελληνικό παρόν. Κανείς πια δεν ξαφνιάζεται αν δει μια απόφοιτη της Σχολής Καλών Τεχνών να σφουγγαρίζει κοινόχρηστες σκάλες ή έναν πυρηνικό φυσικό να οδηγεί ταξί. Και ίσως κανείς γονιός να μην προσβληθεί αν ο δάσκαλος προβλέψει ότι το μέλλον του γιου του είναι να γίνει σκουπιδιάρης.«Μακάρι, δάσκαλε, μακάρι. Από το στόμα σου και στου δημάρχου το αυτί!»
 

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΔΙΧΩΣ...

Της Φωτεινής Τσαλίκογλου*

Δεν είμαστε τίποτα να γίνουμε τα πάντα**
 
Έλληνες στα άκρα. Όλα συμβαίνουν ως εάν η ζωή μας όλη συντάσσεται και εναρμονίζεται με την έλευση της καταστροφής. Επίσημα χείλη σε παραστατικές περιγραφές έχουν κατά καιρούς φροντίσει να αποτυπώσουν το τέλος του τέλους. Μιλούν για τη μελλοντική Ελλάδα ως μια χώρα τού δίχως. Δίχως φως, δίχως τρόφιμα, δίχως βενζίνη, δίχως φάρμακα.
Κι όμως το σενάριο της εσχάτης καταστροφής ίσως μείνει στην Ιστορία σαν μια ιστορική έντεχνα καλλιεργημένη κατασκευή. Η ψυχική μας υγεία περιφρουρείται αν υπονομεύσουμε μέσα μας το εσχατολογικό σενάριο. Διερωτάται κανείς αν το σενάριο της ολικής καταστροφής δεν επιστρατεύεται για να γίνει πιο ανεκτό αυτό που ζούμε τώρα. Η πραγματικότητα δηλαδή μιας σχετικής, μιας σχεδόν καταστροφής.
Ένα εκατομμύριο οι άνεργοι, και οι εν δυνάμει άνεργοι; Πόσοι; Τα φαρμακεία που αντί να προμηθεύουν φάρμακα μοιράζουν ομπρέλες για να προστατέψουν από το λιοπύρι τους απελπισμένους ασθενείς. Η χώρα τού δίχως είναι ήδη εδώ. Ή μάλλον η χώρα τού «δεν υπάρχει». Δεν υπάρχει κάδος σκουπιδιών δίχως την αδέσποτη γάτα, τον άνθρωπο-σκιά να ψαχουλεύει. Δεν υπάρχει μέρα που μια ένοπλη ληστεία να μη σκορπά τον φόβο. Εν δυνάμει θύματα όλοι μας. Εν δυνάμει δράστες; Πόσοι; Ποιοι; Δεν υπάρχει νύχτα που να μην εγκαθίσταται ο φόβος του Καλάσνικοφ στο μυαλό εκείνου που ετοιμάζεται να κοιμηθεί. Ανήσυχος, έμφοβος ύπνος μέσα σε σιδερόφραχτα σπίτια-κλουβιά. Ένα απέραντο ναρκοπέδιο ο κόσμος. Πώς να έχει την οποιαδήποτε αξία σε έναν τέτοιον κόσμο η ανθρώπινη ζωή; Ανταλλάξιμη, ευτελής, ανάξια υπεράσπισης.
Οι Έλληνες στα όριά τους. Έτοιμοι «δι' ασήμαντον αφορμήν» να εκραγούν.
Μια θάλασσα από βενζίνη στα πόδια μας. Αρκεί ένα σπίρτο για να αρπάξει φωτιά. Οι Έλληνες με το σπίρτο στο χέρι κραυγάζουν, βρίζουν, ουρλιάζουν ή απλά και μόνο αναλύονται σε λυγμούς. Καταθλιμμένοι, οργισμένοι, άρρωστοι. Τρελαίνονται. Η βία παραμονεύει. Όμως ως ινδουιστική θεότητα που στοχεύει στη νίκη επί των δαιμόνων, η βία αυτή έχει πολλά χέρια. Χέρια-φονικά όπλα που στρέφονται στον άλλον. Τον στραγγαλίζουν, τον ταπεινώνουν. Ενδόμυχα χαίρονται για τη δυστυχία του: «Εκείνος και όχι εγώ».
Χέρια-φονικά όπλα στρέφονται όμως και ενάντια στον ίδιο τον εαυτό. Αλκοόλ, ουσίες, κατάλυση δεσμών που κάποτε λογαριάζονταν ως ιεροί, αυτοκτονίες, άμεσες και έμμεσες, αφαίρεση νοήματος από νοηματοδοτημένες μέχρι πρότινος δραστηριότητες. Δεν έχει τέλος ο κατάλογος.
Η φιλαργυρία, η αναλγησία, ο ρατσισμός, όπως και η ευαισθησία στον πόνο του άλλου ένα βάλσαμο για να γιατρεύει τις εσωτερικές πληγές. Όλα όμως στο τέλος γίνονται δηλητήριο.
Πώς να κατανοήσεις την ακρότητα των συμπεριφορών; Ως πάνχρηστον, ως ερμηνευτική πανάκεια, η κρίση επιστρατεύεται για να εξηγήσει τα πάντα. Πόσο απλουστευτική είναι μια τέτοια τακτοποίηση;
Αυτοκτόνησε, σκότωσε, σκοτώθηκε, τρελάθηκε, λόγω κρίσης. Η πολυπλοκότητα του ψυχισμού αντιστέκεται σε ευθύγραμμες εξισώσεις. Πέραν της οικονομικής ανέχειας αξίζει να αναζητήσουμε έννοιες που σχετίζονται μεν με αυτήν αλλά και την υπερβαίνουν. Θα ανατρέξω στις καταγραφές της εμπειρίας όσων επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (βλέπε π.χ. τις συγκλονιστικές καταγραφές του Jean Amery ή του Primo Levi). Η έννοια του αβοήθητου έρχεται στο προσκήνιο.
Προτείνω να τη συλλογιστούμε στη μεταφορική της διάσταση. Με το πρώτο γρονθοκόπημα στο πρόσωπο το θύμα διαπιστώνει παράλυτο από έκπληξη ότι όλα μπορεί πλέον να του συμβούν. Η απώλεια εμπιστοσύνης στον κόσμο ακολουθεί. Παύει η βεβαιότητα ότι από συνέπεια προς γραπτά ή άγραφα κοινωνικά συμβόλαια ο άλλος θα διαφυλάξει την ακεραιότητά μου, θα σεβαστεί την υλική και μεταφυσική μου υπόσταση.
Το να παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια οδηγεί σε υπαρξιακό εκμηδενισμό. Η προσδοκία βοήθειας, η πεποίθηση ότι κάποιος θα βρεθεί να μας συνδράμει συγκαταλέγεται στις θεμελιώδεις εμπειρίες όχι μόνο του ανθρώπου αλλά και του ζώου. Μαζί με τον αγώνα για επιβίωση αποτελούν συστατικό στοιχείο του ψυχισμού. Η ενοχή του επιζώντος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν το αίτιο για πολλές καταστραμμένες με το τέλος του πολέμου ζωές. Αναρωτιέμαι μέσα σε αυτή τη φυσικοποίηση της αθλιότητας που σήμερα ζούμε μπορεί να υπάρξει η οποιαδήποτε ενοχή του επιζώντος;
Άλλωστε το είπαμε, η μέρα αυτή αργεί.
Και στο διά ταύτα;
Μου το δωρίζει ένας τυφλός φοιτητής μου. Τον εξετάζω λίγες ημέρες πριν προφορικά. Με καθηλώνει η αιχμηρότητα της σκέψης του, η αναλυτική δύναμη του λόγου του. Νιώθω αμήχανα, συλλογίζομαι τον κόπο που καταβάλλει στην αφιλόξενη πόλη για να μάθει, για να μετακινηθεί. Προτού υποβασταζόμενος φύγει, τον ρωτώ αν έχει κάτι να συμβουλέψει εμάς τους αρτιμελείς. Δίχως να διστάσει μου απαντά: «Να οχυρώνουμε τον εαυτό μας μέσα από αυτά που δεν μπορεί κανείς να μας πάρει». Τι είναι αυτά; «Η γνώση και ο έρωτας».
Η χώρα τού τίποτα για λίγο μεταμορφώθηκε στη χώρα που είναι ικανή να μεταμορφώσει το τίποτα στα πάντα. Η σκέψη και ο έρωτας. Και η ελπίδα που δεν την υφαρπάζει κανείς. Είναι εκεί και περιμένει!..

** Σύνθημα σε τοίχο του πανεπιστημίου

* Η κυρία Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι συγγραφέας, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο.
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΙΣΜΑ ΣΑΣ ΕΓΩ ΘΑ ΑΝΤΕΞΩ

Της Ερμιόνης Φραγκουλίδου

Σαν ξημέρωσε ο γέρος κύριος σηκώθηκε, ντύθηκε και ξεκίνησε για την τράπεζα: ήταν μέρα πληρωμής. Μια στάση στο ΑΤΜ ήταν αρκετή για να διαπιστώσει ότι η σύνταξη ήταν πάλι μειωμένη. Μπήκε στην τράπεζα και αναζήτησε με το βλέμμα τον υπάλληλο που εξυπηρετούσε θέματα καρτών και δανείων. Είχε επιχειρήματα και ήταν λογικά: η σύνταξη μειώθηκε, οι δόσεις δε μπορούν να πληρωθούν, ο τόκος είναι υψηλός και η κατάσταση παίρνει μορφή χιονοστιβάδας, σε κοιτώ και αντιλαμβάνομαι την απροθυμία σου όμως είμαι ο ίδιος που στους καλούς καιρούς μου τηλεφωνούσες 2-3 φορές το μήνα για να μου δώσεις κι άλλη κάρτα, να μου αυξήσεις το πιστωτικό όριο γιατί ήμουν καλός πελάτης, να μου προτείνεις ένα εορτοδάνειο, διακοποδάνείο, με έπιασες στη φάκα και τώρα είμαι για σένα πονοκέφαλος, σε κοιτώ και σκέφτομαι ότι εσύ και τόσοι άλλοι είστε για μας πονοκέφαλος, το σύστημα δουλεύει έτσι κι αφού τα χρήματα τα πήρες βρες τρόπο να τα ξεχρεώσεις, όσα σκέφτομαι όμως στα λέω ευγενικά, καλό είναι να κρατάς μια πισινή γιατί οι καιροί μπορεί να αλλάξουν και να γίνεις πάλι από τους αγαπημένους μου πελάτες.
Ο γέρος κύριος αποφάσισε ότι δεν άξιζε να συγχυστεί άλλο και συνέχισε το δρόμο του προς το φαρμακείο. Η πίστωση φαρμάκων έχει κοπεί. Ίσως όμως κάνουν μια εξαίρεση σε έναν καλό πελάτη, στο ζητάω και αντιλαμβάνομαι την απροθυμία σου, όμως είμαι ο ίδιος που τόσα χρόνια σου καταθέτω το ταπεινό βαλάντιο μου, εγώ δε σου χρωστάω τίποτα, δε μπορείς να μου φέρεσαι έτσι, αν δεν σου αρέσει η κατάσταση βγες από όλα τα ταμεία και δες αν μπορείς να τα βγάλεις πέρα, σε κοιτώ και καταλαβαίνω την ανάγκη σου, όμως το σύστημα δουλεύει έτσι και μόνο φέρνοντας εσένα σε απόγνωση μπορώ να πείσω το κράτος να με πληρώσει, είσαι καλός πελάτης δε λέω αλλά κι εγώ είμαι έμπορος και ο έμπορος λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη τουλάχιστον στους κακούς καιρούς γιατί στους καλούς πάλι θα σε καλοδεχτώ.
Ο γέρος κύριος συνέχισε τον δρόμο του. Σταμάτησε στο περίπτερο να πάρει καραμέλες για τα εγγονάκια του, ζητάνε κι αυτά τα καημένα και δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί πλέον τα χέρια μου είναι πάντα άδεια, ο παππούς είναι στεναχωρημένος, έχει κρίση λένε, τι να πουν κι αυτά. Είδε φευγαλέα και τους τίτλους των εφημερίδων. Κι άλλη αυτοκτονία, τόσες πολλές τώρα τελευταία, τόσος κόσμος σε απόγνωση.
Αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι πριν πιάσει η ζέστη. Λίγο πριν ξαπλώσει μέτρησε τα χάπια του… κι αν τα έπαιρνε όλα με τη μια; Μήπως έβρισκε κι αυτός τη λύση; Το σκέφτηκε από δώ, το σκέφτηκε από κει. Και τελικά τα άφησε στην άκρη. Όχι για το ταξίδι και την Ιθάκη. Ήταν πολύ γέρος για τέτοια. Πιο πολύ γιατί καταλάβαινε ότι ο Γόρδιος δεσμός δε μπορεί πάντα να κόβεται. Κάποια στιγμή πρέπει να λυθεί. Και χάρηκε που το μυαλό του δεν το είχαν ισοπεδώσει ακόμα και μπορούσε να κάνει τέτοιες σκέψεις. Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια του. «Και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω» μουρμούρισε και αποκοιμήθηκε.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΜΕΣ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Του Νίκου Γ. Ξυδάκη

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου. Εγραφε ο Καρυωτάκης το 1928, μετά την καταστροφή. Τι μπορούμε να υποθέσουμε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, για την εν προόδω καταστροφή; Ας πάρουμε την πιο αισιόδοξη υπόθεση: ότι δεν θα καταστραφούμε περισσότερο. Ακόμη όμως και με αυτή την αισιόδοξη υπόθεση, είναι απολύτως αναγκαίο να καταλάβουμε ποια είναι η παρούσα κατάσταση της χώρας και των ανθρώπων της. Μόνο κατανοώντας τα μεγέθη της πενταετούς ύφεσης και ανεργίας, μόνο κατανοώντας τις τσακισμένες δομές του κράτους και της οικονομίας, μόνο κατανοώντας τις νοοτροπίες και το ήθος της κοινωνίας που εξέθρεψε και υπέστη αυτό το κράτος και αυτή την οικονομία, μόνο τότε θα μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση για να ανατάξουμε τα ερείπια και τα ράκη, μόνο τότε θα διαρρήξουμε τον κύκλο της παρακμής και θα αρχίσουμε να αναδυόμαστε. Μόνο αν καταλάβουμε.
Δεν είναι εύκολο. Η κρίση, η δυσχέρεια, η διατάραξη, η επελαύνουσα καταστροφή θολώνουν τον νου. Το πλήθος, σαν ρευστό, παίρνει το σχήμα της κοινωνίας που του δίδεται· συνήθως δεν έχει τη δυνατότητα να το επιλέξει ή να το αλλάξει, αλλά κι όταν ακόμη παρουσιάζεται η τέτοια δυνατότητα, το πλήθος διστάζει, λοξοδρομεί, συχνά επιλέγει να παραμείνει στο οικείο σχήμα του ετερόνομου και του κυριαρχούμενου, του πελάτη και του ραγιά, επιλέγει να δει το ποτήρι μισογεμάτο, να αφεθεί στον γλυκό ύπνο του παγετώνα, να κοιμηθεί υπό τη χιόνα, κι ας γίνει η χιών σινδών, σάβανον.
Κάτι τέτοιο παρατηρείται τώρα. Μετά τον αιφνιδιασμό, την αγανάκτηση, την οργή, τον φόβο, την απελπισία, τώρα έρχεται η σειρά μιας πεισμωμένης ψευδαίσθησης, ενός φενακισμού, μιας απεγνωσμένης πεποίθησης ότι κάτι θα συμβεί και θα σωθούμε. Ποιος όμως θα μας σώσει αν εμείς δεν μπορούμε να αναλάβουμε τη βαριά ευθύνη να σωθούμε; Να αλλάξουμε με τους δικούς μας όρους; Το πολυτιμότερο, καίτοι πικρό, δίδαγμα της κρίσης είναι αυτό. Διότι ήδη έχουμε αλλάξει, ακόμη και αν δεν το αντιλαμβανόμαστε, ακόμη και αν δεν το αποδεχόμαστε, επειδή είναι επώδυνο ή ανησυχητικό, επειδή διαταράσσει ισορροπίες και βολέματα. Η Ελλάδα έχει αλλάξει τα χρόνια της κρίσης, βαθιά, αμετάκλητα· τίποτε δεν είναι ίδιο, τίποτε δεν θα ξαναγίνει ίδιο. Είμαστε κοινωνία σε μετασχηματισμό.
Είμαστε κατ’ αρχάς χώρα που έχει χάσει την αξιοπιστία της, είμαστε λαός που προκαλεί την αντιπάθεια ή τον οίκτο. Αυτές οι απώλειες είναι χειρότερες και από τη φτώχεια, αν το ζυγίσουμε, αν βγούμε προσώρας από τα βάσανά μας και δούμε τους εαυτούς μας σε μακρύτερη διάρκεια. Ασφαλώς και παίξαμε το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος σε μια κρίση διεθνή, που δεν τη γεννήσαμε. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία πια, καθώς το δυσμενές ψευδές στερεότυπο εδραιώνεται στα βλέμματα των περισσότερων συνευρωπαίων. Το στερεότυπο θα αλλάξει μόνο αν αλλάξουμε εμείς τη μοίρα μας, αν αλλάξουμε τους όρους του παιχνιδιού.
Η επίγνωση λοιπόν κατ’ αρχάς. Η επίγνωση ότι η κοινωνία μας δεν συνέχεται πλέον με τους δεσμούς της παραδοσιακής οικογένειας, διότι έχει κι αυτή αλλάξει, δεν συνέχεται με τους πελατειακούς δεσμούς, τους εγνωσμένα καταστροφικούς. Δεν συνέχονται καν οι τάξεις με τους δικούς τους εσωτερικούς δεσμούς, διότι εν τω μεταξύ οι παλιές ταξικότητες απέμειναν άδειες χωρίς τις γκρεμισμένες βεβαιότητες, σε περιβάλλον φτώχειας, διότι οι παλιές οριοθετήσεις αναπροσδιορίζονται βίαια, και διότι νέες ταξικότητες αναδύονται, οριζόμενες από τους επισφαλείς εργαζόμενους και τους εργάτες της γνώσης, τους πρεκάριους και τους κογκνιτάριους. Επίγνωση για τις καινοφανείς δημογραφικές και ανθρωπολογικές διαστρωματώσεις, που θα ορίσει η αποστράγγιση του εθνικού κορμού από τους νέους με υψηλή μόρφωση και δεξιότητες, εφόσον συνεχιστεί η παραγωγική ερήμωση. Επίγνωση για τις νέες κοινωνικές και ιδεολογικές αποτυπώσεις, όσο θα επελαύνουν ανασφάλεια και έγκλημα στον καθημερινό βίο, με ίχνη ήδη ορατά στο πολιτικό πεδίο: εκρηκτική άνοδος της άκρας δεξιάς. Με αποτυπώσεις βαθύτερες στη συλλογική ψυχή ενός λαού πληγωμένου και συκοφαντημένου: θα νιώθει προδομένος, απομονωμένος, δεν θα τον καταλαβαίνουν και θα αποσύρει τις κεραίες του προς την εσωστρέφεια και τον γλυκύ μαρασμό του ανάδελφου.
Σε φόντο υλικής καταστροφής βίων και ψυχών, τέτοιες σκέψεις γύρω από αναδυόμενες ιδεολογίες και συμπεριφορές μπορεί να ακούγονται σαν άκαιρος σχολαστικισμός. Δεν είναι. Οι ενδεχόμενοι εαυτοί της κρίσης, στρεβλοί, πικραμένοι, τυφλοί, αυτοκαταστροφικοί, είναι εμείς. Αυτό να προλάβουμε.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Ο ΣΚΟΡΠΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ

Του Δημοσθένη Κούρτοβικ
 
Τον συντομότερο και μεστότερο ορισμό της τραγωδίας τον έχει δώσει ο Χέγκελ: τραγωδία είναι η σύγκρουση του σωστού με το σωστό.
Η σύγχρονη ελληνική τραγωδία είναι η αδυναμία συμφιλίωσης και σύνθεσης δύο εξίσου σωστών θέσεων. Η μία θέση λέει ότι η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει επιτέλους μια δημιουργική, παραγωγική οικονομία και ένα εύρυθμο, δίκαιο κράτος, που δεν θα υπάρχει για να εξυπηρετεί τα κόμματα, τους πολιτικούς και την πελατεία τους αλλά το κοινό συμφέρον• ένα κράτος που δεν θα φράζει τον δρόμο στους άξιους για να περνούν ζωή χαρισάμενη ανάξιοι κομματικοί ευνοούμενοι. Λέει ακόμη η θέση αυτή ότι η Ελλάδα πρέπει πάση θυσία να αποφύγει την απομόνωση, μια απομόνωση που, ιστορικά, έπαιρνε πάντα τη μορφή της αποκοπής από τη Δύση και οι προηγούμενες γενιές την έχουν πληρώσει πανάκριβα, με πισωγυρίσματα και εθνικές καταστροφές.
Η άλλη σωστή θέση λέει ότι υπάρχει ένας λαός, υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι, και μάλιστα τα ασθενέστερα στρώματα, που καλούνται να πληρώσουν ένα δυσανάλογα βαρύ τίμημα για αλλαγές σχεδιασμένες και επιβεβλημένες από στυγνούς τεχνοκράτες με δικά τους συμφέροντα και μάτια που βλέπουν μόνον αριθμούς και γραφήματα. Δεν είναι δυνατό να περιμένει κανείς από αυτά τα στρώματα να δεχτούν παθητικά την εξαθλίωσή τους στο όνομα της στατιστικής εξυγίανσης. Μια χώρα δεν μπορεί να ορθοποδήσει και να προχωρήσει γονατίζοντας τους πολίτες της. Μια Ελλάδα που την ελαφροχτυπούν επαινετικά στον ώμο οι ξένοι «τεχνικοί της εξουσίας», αλλά την καταριέται ο λαός της δεν μπορεί να είναι το όνειρό μας.
Αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στην ελληνική πολιτική ζωή, η τραγωδία παίζεται με όρους κωμωδίας ή με φιγούρες του θεάτρου σκιών. Η πρώτη θέση είναι σήμερα το «αφήγημα» εκείνων ακριβώς που έκαναν πάντοτε ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να την περιθωριοποιήσουν, να τη δυσφημήσουν, να εμποδίσουν την εφαρμογή της ως πολιτικού προγράμματος• και, όπως δείχνουν τα νταραβέρια που κατέληξαν στην αξιοθρήνητη (πλην μιας - δυο εξαιρέσεων) σύνθεση της νέας κυβέρνησης, δεν έχουν αλλάξει νοοτροπία ούτε στο ελάχιστο. Η δεύτερη θέση εκπροσωπείται κυρίως από έναν πολιτικό σχηματισμό με ριζοσπαστικό όνομα και αριστερή γενεαλογία, αλλά οπισθοδρομική, αν όχι αντιδραστική πολιτική ατζέντα, που φαίνεται να μας λέει ότι όλα τα κακά και τα στραβά αυτής της χώρας οφείλονται στο Μνημόνιο και τα πράγματα πρέπει να επανέλθουν εκεί που ήταν πριν. Το πολιτικό κατεστημένο της Μεταπολίτευσης έχει χρεοκοπήσει, αλλά ο «αντισυστημικός» ΣΥΡΙΖΑ έγινε συνήγορός του, με μια ρητορική που υποβάλλει την ιδέα ότι για τη χρεοκοπία του δεν φταίει άλλος από τους ξένους δανειστές!
Για τους όψιμα μασκαρεμένους σε ζηλωτές της πρώτης θέσης δεν θεωρώ ότι αξίζει να πω περισσότερα. Το ενδιαφέρον είναι η άρθρωση της δεύτερης θέσης από μια αξιωματική, πλέον, αντιπολίτευση. Το κόμμα του Τσίπρα έχει ιδιαίτερη διείσδυση στους κάτω των 45 ετών ψηφοφόρους, πράγμα που γοητεύει τους νιατολάγνους και τους κάνει να εναποθέτουν σ' αυτό ελπίδες, ακόμη και αν δεν το ψήφισαν. Μεγάλη απήχηση στη νεολαία είχε όμως και το κόμμα του Χίτλερ (για να προλάβω τους καλοθελητές, τονίζω, αν και θα έπρεπε να περιττεύει, ότι δεν εξομοιώνω τα δύο φαινόμενα). Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδεολογικά ετερόκλητος, από τους «ρεβιζιονιστές» και ευρωπαϊστές του Συνασπισμού ώς τις παλαιοκομμουνιστικές ή ελευθεριακές ονειρώξεις του Νέου Ρεύματος και των συνιστωσών, η βάση του είναι ακόμη πιο ετερόκλητη κοινωνικά: μικρομεσαίοι που έχουν πράγματι καταστραφεί από τη «μνημονιακή» πολιτική, επαγγελματίες συνδικαλιστές που φοβούνται για τα προνόμιά τους, παρασιτικές ομάδες που έχουν χάσει ή φοβούνται πως θα χάσουν την πρόσβαση στον κρατικό κορβανά, δημόσιοι υπάλληλοι που αντιστέκονται σε κάθε αλλαγή, αβόλευτοι νέοι που ίσα ίσα θέλουν την αλλαγή (αν και δεν ξέρουν προς ποια ακριβώς κατεύθυνση).
Το μόνο πράγμα που συνδέει όλες αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες είναι το «Αντιμνημόνιο». Καμία σχέση με το ΠΑΣΟΚ της πρώτης φάσης της Μεταπολίτευσης, το οποίο πρόσφερε στα ανερχόμενα (και όχι κατερχόμενα, όπως σήμερα) μεσαία στρώματα ένα θετικό όραμα, έστω ως ιδεολογική προκάλυψη για ευτελέστερα συμφέροντα, και όχι μόνο μπορούσε να βρει λεφτά για να μοιράσει αλλά και είχε έναν αρχηγό που, σε αντίθεση με τον Τσίπρα, έλεγχε απόλυτα το κόμμα του, πετσοκόβοντας στο άψε σβήσε τα φυγόκεντρα εκβλαστήματα. Από τη στιγμή που οι εξελίξεις στομώσουν την αντιμνημονιακή αιχμή του δόρατος του ΣΥΡΙΖΑ - πράγμα που θα συμβεί είτε έτσι είτε αλλιώς - το κόμμα αυτό, αν εξακολουθήσει να υπάρχει, δεν θα μπορεί πια να κρύψει τον βαθιά συντηρητικό χαρακτήρα του.
Και τότε το νέο παλιό πολιτικό μας σύστημα, ο ΣΥΡΙΖΑ, αντάμα με τους φορείς του χτεσινού δικομματισμού, αλλά πιθανότατα, φευ, και με τη ΔΗΜΑΡ, ένα σύστημα ανίκανο να αλλάξει λογική και προσανατολισμό, θα ολοκληρώσει την τροπή που ήδη έχει αρχίσει να παίρνει η νεοελληνική τραγωδία: αυτή που δηλώνει ο μύθος με τον σκορπιό και τον βάτραχο. Ενας σκορπιός παρακάλεσε έναν βάτραχο να τον περάσει στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, κουβαλώντας τον στην πλάτη του, και ο βάτραχος δέχτηκε. Αλλά στη μέση της διαδρομής ο σκορπιός δίνει μια και τον τσιμπάει. Πεθαίνοντας, ο βάτραχος λέει στον σκορπιό: «Γιατί το έκανες αυτό; Τώρα θα πνιγείς κι εσύ». Και ο σκορπιός τού απαντάει: «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ηταν στη φύση μου».