Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

ΕΞΑΓΡΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΟΥΣ.

Του Τάκη Σπηλιόπουλου

Το γεγονός πως κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει αναλάβει μερίδιο ευθύνης για την τραγωδία που ζει η χώρα, είναι γνωστό. Πέρα από τα θολά και υποκριτικά μισόλογα περί πολιτικής ευθύνης, του τύπου “μπορεί να κάναμε και λάθη”, ή μιας συγνώμης μέσα από τα δόντια, επί της ουσίας τίποτα.
Αυτοκριτική και κυρίως αυτοκάθαρση καμία. Τα ίδια πρόσωπα, σε παρόμοιους ρόλους ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία! Από μόνο του αυτό ως γεγονός, είναι απογοητευτικό και δείχνει την αντίληψη που έχουν οι περισσότεροι για τη νοημοσύνη μας. Επί της ουσίας βεβαίως, ισχύει το ακριβώς αντίθετο, καθώς αδυνατούν να αντιληφθούν πως η κοινωνία ξεχειλίζει από οργή και απογοήτευση για το σύνολο του πολιτικού κόσμου.
Θα ήταν αλλιώς τα πράγματα και ο κόσμος θα έδειχνε μεγαλύτερη καρτερικότητα, αν είχε γίνει ένα καλό ξεκαθάρισμα της κατάστασης,με τον τρόπο που έγινε ας πούμε στην Ισλανδία. Εκεί χωρίς χρονοτριβή, ανέθεσαν σε ανεξάρτητη επιτροπή σοφών, να καταγράψει τους λόγους που οδηγήθηκε η χώρα στη χρεοκοπία. Το πόρισμα έγινε βιβλίο, κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία, απ΄ όπου έγινε ανάρπαστο, καθώς περιείχε όλα τα γεγονότα με μαρτυρίες και ντοκουμέντα, ώστε ο λαός να έχει πλήρη εικόνα του τι είχε συμβεί.
Ακολούθησε δημοψήφισμα και αναθεώρηση του συντάγματος της χώρας, με τη συμμετοχή για πρώτη φορά απλών πολιτών, αφού έφτιαξαν ειδικό νόμο γιαυτό. Και τέλος, ο πρώην πρωθυπουργός, υπουργοί της κυβέρνησης και τραπεζίτες κάθισαν στο σκαμνί. Σήμερα η χώρα έχει επιστρέψει στις αγορές και βρίσκεται σε τροχιά ανάπτυξης.
Κάντε τώρα τις συγκρίσεις. Εδώ ο πολιτικός κόσμος παρέμεινε στεγανοποιημένος, κρατώντας για τον εαυτό του όλα τα σκανδαλώδη προνόμια του παρελθόντος, θεσμικά και οικονομικά. Και μάλιστα, πάρα το γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, διαδήλωσαν πολλές φορές έξω από τη βουλή. Παρά τα αλλεπάλληλα οικονομικά σκάνδαλα, δεν υπήρχε ούτε αποκάλυψη της αλήθειας, ούτε τιμωρία των ενόχων.
Σχηματίστηκε μετά πολλών βασάνων μια κυβέρνηση- παρωδία- συνεργασίας, με μόνο σκοπό να υλοποιήσει τη συμφωνία δανεισμού, που είχε υπογράψει η προηγούμενη “παταγωδώς αποτυχημένη” κυβέρνηση! Αυτό βέβαια αποτελεί από μόνο του σχήμα οξύμωρο.
Αλλά η μεγαλύτερη κοροϊδία συντελέστηκε στη βουλή, (ναι στο “ναό της Δημοκρατίας”), όπου η εξεταστική επιτροπή του κουτσουρεμένου ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ συζήτησε όχι για την κρίση και για το ποιος ευθύνεται,, αλλά για το αν το έλλειμμα το 2009 καλώς μετρήθηκε στο 15,5% και δεν ήταν 12% ή δεν ήταν 10%!
Σήμερα θα ανακοινωθεί το πόρισμα και, μην έχετε αμφιβολία, θα το ακούσετε άλλωστε και στις ειδήσεις, οι μόνοι αθώοι της υπόθεσης θα είναι ο Παπανδρέου, ο Παπακωνσταντίνου και το ΠΑΣΟΚ! Πόσο άμυαλος, ανεύθυνος και αμετροεπής μπορεί να είναι κανείς, ώστε να αδυνατεί να αντιληφθεί πως το μόνο που πετυχαίνουν αυτού του είδους τα πολιτικά παιγνίδια, είναι να εξαγριώνουν περισσότερο την κοινωνία; Πιστεύουν στ' αλήθεια πως ο κόσμος είναι κουτός;

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΠΕΛΑΤΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΛΕΦΤΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ;

Του Φώτη Γεωργελέ

Στη γειτονική Ιταλία, η κυβέρνηση Μόντι στις πρώτες 100 μέρες μείωσε στο μισό το κόστος του πολιτικού προσωπικού, ακύρωσε την αγορά στρατιωτικών αεροπλάνων από τις ΗΠΑ, κατάργησε τις φοροαπαλλαγές της εκκλησίας, αποσύρθηκε από την ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων. Άνοιξε κλειστά επαγγέλματα και αγορές, με αεροφωτογραφίες ανακάλυψε 1 εκατομμύριο ακίνητα που δεν πλήρωναν τέλη, έστειλε τους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς στα κοσμικά θέρετρα για σαφάρι εναντίον της φοροδιαφυγής. Μείωσε κατά 30% το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και προκήρυξε τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες με στόχο να εισπράξει 2,5 δις.
Όλοι κατάλαβαν ότι οι άνθρωποι σοβαρολογούν και σταμάτησαν να ασχολούνται μαζί τους. Μείωσαν κι εκεί μισθούς και συντάξεις, όμως τα δημοσιονομικά μέτρα έγιναν πιο εύκολα δεκτά γιατί πείσθηκαν ότι δεν είναι απλώς μια προσπάθεια να μεταφερθεί το κόστος στους ασθενέστερους για να διατηρήσουν άλλοι τα προνόμιά τους.
Στην Ιταλία κανείς δεν μιλάει για πρόωρες εκλογές. Ο αριστερός πρόεδρος Ναπολιτάνο δηλώνει ότι εκλογές τώρα θα ήταν καταστροφικές. Στη γειτονική μας χώρα, οι περισσότερες πολιτικές δυνάμεις συμφώνησαν ότι περνάνε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης σε μια κυβέρνηση για να προχωρήσει γρήγορα τις αλλαγές που έκριναν αναγκαίες. Αν δεν τα πάει καλά, θα αποσύρουν την εμπιστοσύνη τους ή την ανοχή τους. Έτσι γίνεται συνήθως. Εμείς συζητάμε αν ο Μόντι είναι τεχνοκράτης. Πιο πολιτικές δεν θα μπορούσαν να είναι οι αποφάσεις της ιταλικής κυβέρνησης.
Στη δική μας χώρα δοκιμάζουμε για τέταρτη φορά να λύσουμε το ζήτημα των ταξί. Έχουμε αλλάξει ήδη τρεις υπουργούς και τρία νομοσχέδια και πάμε για το τέταρτο. Στη δική μας χώρα τον Νοέμβριο συζητούσαμε αν η κυβέρνηση θα είναι ορισμένου έργου, περιορισμένης ευθύνης ή συγκεκριμένου χρόνου. Αν οι εκλογές θα γίνουν σε 88 μέρες ή σε 90.
Έτσι κάπως, εγκλωβισμένοι, πάμε τώρα σε εκλογές. Είναι το μόνο που ξέρουμε καλά. Γιατί πάμε σε εκλογές; Γιατί έπρεπε ο Α. Σαμαράς να γίνει πρωθυπουργός. Είχε κανένα λόγο αυτός ο χριστιανός να κάνει όλα αυτά που έκανε; Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι το Πασόκ, και τέλεια όλα να τα έκανε, που κάθε άλλο, μόνο από το γεγονός ότι παρέλαβε ένα κράτος με 36 δις έλλειμμα το χρόνο και έπρεπε να το μηδενίσει, θα ήταν αναγκαστικά η πιο αντιπαθής κυβέρνηση της νεότερης ιστορίας. Θα συσσώρευε όλη τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνίας που έπρεπε να προσαρμοστεί βίαια στην πραγματικότητα. Η Ν.Δ. δεν είχε παρά να περιμένει, να κάνει αντιπολίτευση, να κάνει κριτική στις καθυστερήσεις, στα λάθη. Όμως ο Α. Σαμαράς δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Προτίμησε να επιλέξει το στρατόπεδο του «αντιμνημονιακού μετώπου». Για ενάμιση χρόνο ο λόγος του δεν διέφερε από το λόγο του Τσίπρα, ακόμα και σήμερα οι ανακοινώσεις της ΔΑΚΕ δεν διαφέρουν από αυτές του ΠΑΜΕ. Με αποτέλεσμα να νομιμοποιήσει το αντιευρωπαϊκό, αντιμεταρρυθμιστικό ρεύμα.
Αφού έτσι διαπαιδαγώγησε το κόμμα του επί 2 χρόνια, τώρα παραδίδει ένα μεγάλο μέρος του στον Καμμένο. Ήταν αναμενόμενο. Δεν γίνεται να διαγράφεις τη μια χρονιά τους βουλευτές σου επειδή ψήφισαν το Μνημόνιο και την άλλη χρονιά να τους διαγράφεις επειδή δεν το ψήφισαν. Ο κ. Σαμαράς κατάλαβε την τελευταία στιγμή, πέρυσι τον Νοέμβριο, ότι μπορεί να γινόταν πρωθυπουργός, αλλά θα ήταν ο πρωθυπουργός της δραχμής. Μπήκε στη συγκυβέρνηση Παπαδήμου αναγκαστικά, αλλά πληρώνει τώρα την προηγούμενη αντιπολιτευτική τακτική.
Το χειρότερο είναι ότι δεν έκανε απλώς ένα πολιτικό λάθος. Είναι ότι το λάθος αυτό ήταν πολιτική επιλογή. Βλέποντας ότι το άλλο κόμμα του δικομματισμού, δεσμευμένο στις ευρωπαϊκές συμβάσεις, είναι υποχρεωμένο στα λόγια τουλάχιστον να επαγγέλλεται μεταρρυθμίσεις που θίγουν τον ελληνικό παρασιτισμό, ο ίδιος, με τη σφοδρή αντιμνημονιακή του ρητορική, δύο χρόνια έκλεινε το μάτι στο πελατειακό κράτος. Χάιδευε τα αυτιά υποσχόμενος σε όλους ότι δεν πρόκειται να χάσουν τίποτα, ότι αυτός είναι η πελατειακή τους εκπροσώπηση.
Πελατειακό κράτος, όμως, χωρίς λεφτά δεν υπάρχει. Αυτή είναι και η αληθινή αιτία της πολυδιάσπασης των ελληνικών κομμάτων. Ο συνδετικός ιστός, οι πελατειακές σχέσεις, χωρίς λεφτά διαλύονται.
Έτσι τα πράγματα οδηγήθηκαν αναγκαστικά εδώ. Σε εκλογές χωρίς ερώτημα. Μήπως είναι η αυτοδυναμία; Μέσα σε ενάμιση χρόνο το Πασόκ κατάλαβε αυτό που ήδη γνωρίζαμε: Η αναδιάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας είναι τιτάνιο έργο που απαιτεί διευρυμένες πολιτικές συμμαχίες και κοινωνικές συναινέσεις. Και από πέρυσι το καλοκαίρι ζήτησε συγκυβέρνηση από τα άλλα κόμματα. Αλλά και η Ν.Δ. πιο πριν ούτε που προσπάθησε. Μόλις τα ελλείμματα εκτροχιάστηκαν, δεν δοκίμασε καν να προχωρήσει στα μέτρα που επέβαλλε η χρεοκοπία. Στη μέση της θητείας της και αυτή εγκατέλειψε το σκάφος άνευ αγώνα. Τι άλλαξε στα δύο αυτά χρόνια; Έγιναν σοφότεροι;
Κάπως έτσι προχωράμε σε περίεργες εκλογές, όπου όλοι συζητάνε την επόμενη μέρα και όχι την ημέρα των εκλογών. Γι’ αυτό ακούγονται οι πιο αστείες θεωρίες από τα χείλη πολιτικών και δημοσιογράφων: Στις εκλογές θα εκτονωθεί ο κόσμος. Θα έλεγα τώρα πώς εκτονώνεται ο κόσμος, αλλά θα το κόψει η διόρθωση. Στις εκλογές ψάχνουμε να βρούμε κάποιους που θα κάνουν δέκα πράγματα που πρέπει, μπας και πάρει μπρος η οικονομία και γλιτώσουμε τις δουλειές μας. Όσοι έχουμε ακόμα. Δεν εκτονωνόμαστε.
Παραδόξως, είναι το μόνο που δεν συζητιέται σ’ αυτή την προεκλογική περίοδο. Αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη, αυτά τα 10 πράγματα που θα επιλέξουμε. Από πού θα γίνουν οι μειώσεις των δαπανών, πώς θα εισπραχθούν περισσότερα έσοδα, ποιες μεταρρυθμίσεις χρειαζόμαστε. Τα ελληνικά κόμματα έχουν άλλα θέματα. Αυτοδυναμίες, ποσοστά, κρεμάλες. Τα πραγματικά ερωτήματα τα αποφεύγουν σαν το διάολό τους.
Έχουμε 12 αντιμνημονιακά κόμματα να διαλέξουμε. Τα 10 αντιμνημονιακά της αντιπολίτευσης αρνούνται το ίδιο το πρόβλημα. Δεν υπάρχει κρίση, δεν υπάρχουν χρέη, ελλείμματα, δεν χρειαζόμαστε δανεικά, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, όλα είναι ένα κόλπο των κατακτητών για να μας υποδουλώσουν. Και τα άλλα δύο αντιμνημονιακά της κυβέρνησης, ό,τι κάνουν το κάνουν γιατί τα «εκβιάζει» η τρόικα, το «επιβάλλουν» οι δανειστές μας. Γι’ αυτό ξαναγράφουν το νομοσχέδιο για τα ταξί τέταρτη φορά. Ας ελπίσουμε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα οδηγήσει σε αναγκαστική ενηλικίωση περισσότερες πολιτικές δυνάμεις, μέσα κι έξω από τη σημερινή κυβέρνηση. Αλλιώς, βοήθειά μας.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

ΣΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΙΑ ΖΩΗ.

Του Φίλιππου Γαζή*

Σαν λαός μας αρέσει να δειχνόμαστε. Να έχουμε μια εικόνα άψογη και ας είμαστε άσχημοι, να πηγαίνουμε στα καλύτερα μέρη και ας μην μας αρέσουν τόσο, να έχουμε βασιλική εξυπηρέτηση χωρίς να έχουμε επίγνωση του savoir vivre, να έχουμε ακριβά αμάξια και ας μην ξέρουμε να οδηγάμε, κινητό τελευταίας τεχνολογίας και ας μην μπορούμε να στείλουμε ένα απλό sms και η λίστα μπορεί να συνεχιστεί για πολλές σελίδες ακόμα. Μας αρέσει το φαίνεσθαι σαν λαός. Όλοι λίγο ως πολύ θέλαμε μια δόση μεγαλείου στην ρηχή κατά τ’ άλλα ζωή μας. Χωρίς να το αξίζουμε βέβαια. Θυμάμαι εκείνη την φιλόλογο στο γυμνάσιο και στο λύκειο να μας αναλύει σε κάθε έργο κάθε μεγάλου έλληνα τραγικού ή κωμικού την διαφορά του φαίνεσθαι και του είναι. Πώς να τα ξεχωρίζουμε και τι σημασία έχει η χρήση του ενός και τι του άλλου και πόσο μάλλον η καθεαυτή σημασία τους. Είχε καταντήσει ρουτίνα θυμάμαι αυτό το φαίνεσθαι και το είναι.
Σήμερα καταλαβαίνω πως προσπαθούσε να μας κάνει να μην τα βλέπουμε ως απλά απαρέμφατα αλλά ως ουσία ζωής και να μπορούμε να συσχετίσουμε τους ήρωες των σοφών της αρχαιότητας με τους ανθρώπους του σήμερα. Το φαίνεσθαι έφαγε την ελλάδα. Θέλαμε πράγματα που δεν μας αναλογούσαν και δεν μας άνηκαν. Τα θέλαμε όλα. Η εικόνα μας να ήταν λαμπερή μέσα στα vip των club, μέσα στην Mercedes και στις Cayenne τις οποίες μετά τις βάζαμε υποθήκη για να λέμε στους άλλους ότι πήγαμε Μύκονο για να φορέσουμε το μαγιό και τα ρούχα που πήραμε από την πιο ακριβή μάρκα στην Βουκουρεστίου με μια από τις 15 πιστωτικές που δεν ήταν ακόμα υπερχρεωμένη.
Όπως σε κάθε έργο της αρχαιότητας το φαίνεσθαι στο τέλος συντρίβεται μπροστά στην αλήθεια του είναι. Πάντα. Έτσι έγινε και στην περίπτωσή μας λοιπόν και ας μην μας αρέσει. Την πατήσαμε εθνικά. Ακόμα και τα ‘επίσημα πρόσωπα’ δεν πάνε πλέον στις ωραίες καρέκλες τους που τους είχαμε προσφέρει απλόχερα καθώς μας έδιναν λίγο από το μεγαλείο που όλοι θέλαμε. Όλοι και όλα ξεγυμνώθηκαν. Τα ακριβά αυτοκίνητα δεν διπλοπαρκάρουν και δεν κατακλύζουν το κέντρο. Τα club και τα μπουζούκια άδειασαν και τα vip έχασαν την αίγλη τους, Οι πιστωτικές και τα πάσης φύσεως δάνεια έχουν εξαφανιστεί από τα άλλοτε παχιά πορτοφόλια. Τα κυριλέ εστιατόρια άδειασαν. Οι καρέκλες στα πολιτικά γραφεία, στις παρελάσεις και στις κομματικές εκδηλώσεις έχουν σκονιστεί από την απουσία των ευεργετών τους. Τα μόνα που έμειναν ίδια είναι τα λόγια των σοφών που εδώ και 2500 χρόνια φωνάζουν σαν να μας ξέρουν. Μπορεί να τους ακούσαμε λίγο μέσα στον θόρυβο την ευμάρειας αλλά αφού δεν είχαν νέα ευχάριστα να πουν καλύτερα να μην μας πουν κανένα.

*Ο Φίλιππος Γαζής είναι φοιτητής.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΠΙΡΤΟ.

Όχι, δεν μπορεί να είναι όλα τα σπίρτα μας καμένα. Δεν μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα.
Η μικρή Ελπίδα, κοριτσάκι δευτέρας δημοτικού, ήταν εκείνη που αντίκρισε πρώτη το φρικιαστικό θέαμα. Έκρυψε τα μάτια της με τα χέρια της και άρχισε να τρέχει μακριά. Ο εφιάλτης όμως δύσκολα θα σβηστεί από το παιδικό μυαλό της. Όπως και όλοι εκείνοι οι εφιάλτες που μας κυκλώνουν διαρκώς στον ξύπνιο μας.
 Όλα ξεκίνησαν εκείνο το πρωινό. Η συνονόματη γιαγιά της, χωρίς καμιά ελπίδα από πουθενά,έβγαλε στην αυλή μια παλιά ψάθινη καρέκλα. Φορούσε μια μακριά μαύρη ρόμπα και είχε τα μαλλιά της πιασμένα με φουρκέτες. Κάθισε στην καρέκλα, έβγαλε από την τσέπη της ένα σχοινί κι ένα μπουκαλάκι του νερού που το απόθεσε στην ποδιά της.Ύστερα, με αργές κινήσεις δέθηκε όσο πιο σφιχτά μπορούσε στην καρέκλα. Τα μόνα που άφησε ελεύθερα ήταν τα χέρια της. Έβγαλε το καπάκι από το πλαστικό μπουκάλι. Ήτανε γεμάτο μέχρι πάνω με βενζίνη, σαν κι αυτή που ρίχνουμε στα ρούχα για να βγάλουμε τους λεκέδες. Οι λεκέδες όμως της ζωής δε φεύγουν τόσο εύκολα.Άρχισε να περιλούζεται το εύφλεκτο υγρό. Από την κορφή ως τα νύχια. Πέταξε το μπουκάλι μακριά, έχωσε το χέρι της όπως όπως στην τσέπη και τράβηξε έξω το σπιρτόκουτο. Χωρίς να το ξανασκεφτεί άναψε το τελευταίο σπίρτο που 'χε απομείνει και το ‘ριξε πάνω της.
Η γιαγιά Ελπίδα λογαριάστηκε με τη ζωή της και με τον θάνατο στα ίσια. Η σιωπή της ήταν μια σπαραχτική κραυγή. Αλλά εκείνη την ώρα δεν ήταν κανείς κοντά της για να την ακούσει.
Μέρες μετά, η μικρή Ελπίδα βρήκε σε μια γλάστρα ένα κομμάτι λευκό χαρτί. Το ξεδίπλωσε και σχεδόν συλλαβίζοντας διάβασε: “Φεύγω γιατί δεν μπορώ να είμαι βάρος στα παιδιά μου”. Το κορίτσι δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε ότι η γιαγιά το είχε αφήσει εξεπίτηδες να πέσει από την τσέπη της.
Όχι, δεν ήταν μια γερασμένη Ελπίδα. Ήταν μια ταπεινωμένη Ελπίδα.
Είμαι σίγουρος πως όλα αυτά τα παχύδερμα της εξουσίας που μας κυκλώνουν, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της ταπεινωμένης Ελπίδας καθημερινά με θεατές (;) έναν ολόκληρο λαό.

Υ.Γ. Το περιστατικό με την αυτοπυρπόληση της ηλικιωμένης συνέβη σ' ένα νησί του Ιονίου και πέρασε –ως συνήθως- στα ψιλά των εφημερίδων.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΜΩΡΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ.

Του Γιάννη Μυλόπουλου*
 
Το χειρότερο που μας συμβαίνει σήμερα δεν είναι αυτή καθεαυτή η οικονομική κρίση. Το χειρότερο είναι ότι το σύνδρομο των μωρών παρθένων με το οποίο υποδεχθήκαμε την κρίση, ως εάν επρόκειτο για ακραίο και μη προβλέψιμο φυσικό φαινόμενο που ενέσκηψε αιφνιδίως, σε συνδυασμό με την υπερβολική προσήλωση στην αγωνιώδη προσπάθεια εκταμίευσης κάθε τόσο και νέας δόσης, δεν επέτρεψαν ως τώρα ούτε να συνειδητοποιήσουμε γιατί φτάσαμε ως εδώ, ούτε όμως και να σχεδιάσουμε την έξοδο από τη ζοφερή σημερινή συγκυρία.
Ακόμη κι αν το γεγονός ότι η σωτηρία της χώρας ανατέθηκε στους ίδιους που την οδήγησαν στην καταστροφή αποδοθεί στην αμηχανία μιας κοινωνίας να αντιδράσει στον αιφνιδιασμό, παραμένει αναπάντητο τόσο το ερώτημα της αδυναμίας να αναζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες του κακού όσο και της ανικανότητας να συλλάβουμε σχέδιο διάσωσης.
Μια ψύχραιμη παράθεση βέβαια των επίσημων αναφορών στο ζήτημα αποδυναμώνει σημαντικά το ελαφρυντικό του αιφνιδιασμού και το άλλοθι της συλλογικής αμηχανίας. Από την ελαφρότητα του «λεφτά υπάρχουν», που προκάλεσε ρίγη ευφορίας το 2009, και από την κυνική παραδοχή τού «μαζί τα φάγαμε», που επιδίωξε τον συμψηφισμό των ευθυνών, έως και την προσποιητή αφέλεια των υπουργών που δεν διάβαζαν τους νόμους που ψήφιζαν και γι' αυτό σήμερα μπορούν συμπολιτευόμενοι να... αντιπολιτεύονται, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σ' αυτή τη χώρα ούτε γεννήθηκαν αλλά ούτε και διδάχθηκαν ο Ομηρος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Ο μόνος που φαίνεται πράγματι να δικαιώνεται είναι ο Αριστοφάνης...
Καμία αναφορά στο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο της επιθετικής οικονομικής ανάπτυξης που επιβλήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και το οποίο με πρόσχημα την καθολική ευημερία έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, υποβαθμίζοντας επιπλέον και το οικοσύστημα που στηρίζει την ανάπτυξη. Καμία νύξη για έναν πολιτισμό με υλιστικό προσανατολισμό, που για δεκαετίες αναγόρευσε την κατανάλωση πάνω από την παραγωγή και τοποθέτησε το κέρδος πάνω από τις αξίες. Καμία κριτική σ' ένα εκπαιδευτικό σύστημα που για χρόνια εμπέδωνε την ιδιοτέλεια και την ιδιωτικότητα και το οποίο για δεκαετίες εκπαίδευσε την ελληνική κοινωνία να αποδέχεται την εύκολη απόλαυση και να αποφεύγει τη χαρά της κοπιώδους προσπάθειας. Καμία αναφορά στο έλλειμμα μόρφωσης που δημιούργησε η εκπαίδευση της εξειδίκευσης και της κατάρτισης. Κουβέντα δηλαδή για όλα αυτά που δημιούργησαν μια οικονομία του χρέους και του δανεισμού, μια κοινωνία άπληστη και αντιπαραγωγική και ένα πολιτικό σύστημα φαύλο και ανεπαρκές.
Αλλά και σήμερα, που είναι σαφές ότι ο δρόμος που ακολουθήσαμε μας οδήγησε στη χρεοκοπία, ποια είναι τα αντανακλαστικά προσαρμογής μας στη νέα πραγματικότητα; Ποιο όραμα Παιδείας αποπνέει η άκριτη αντιγραφή ξένων εκπαιδευτικών προτύπων; Τι κοινωνικά μηνύματα εκπέμπει μια αυταρχική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που καταργεί ακαδημαϊκές ελευθερίες; Και ποιο νέο μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να υποστηριχθεί, με ελλειμματική επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία;

Ο κ. Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

ΕΝΑ ΝΟΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 2012.

Του Νίκου Ξυδάκη

Οι Έλληνες καυχώνται για την ιστορία τους, αλλά συχνά την υπερερμηνεύουν, έτσι ώστε να την αδειάζουν από τις αντινομίες και τα οδυνηρά της διδάγματα, να την χρησιμοποιούν σαν γλυκαντική ουσία, παρηγορητική, σαν το sweetener που πρόσφερε αυτάρεσκα ο αντιπρόεδρος Βενιζέλος στους πιστωτές.
Η υπερερμηνεία, η κατάχρηση, και τα κατοπτρικά ισοδύναμά τους, δηλαδή η άγνοια και η αποδόμηση της ιστορίας, λειτουργούν εντέλει καθ’ όμοιο τρόπο: αφαιρούν κάθε δυνατότητα αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, αυτοδιάθεσης, αυτονομίας.
Η επέτειος του Ξεσηκωμού του 1821, , θα μπορούσε να λειτουργήσει ενωτικά και εμψυχωτικά για τους δοκιμαζόμενους Έλληνες του 2012. Αυτή θα έπρεπε να είναι η επιδίωξη των πολιτικών ηγετών πάσης αποχρώσεως, και ίσως έτσι συναντούσαν το λαϊκό αίσθημα και πρόσφεραν μια ψυχική παρηγοριά. Διότι, πέραν του υλικού ζόφου που απλώνεται πάνω σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, η μεγαλύτερη ίσως ζημιά σήμερα είναι η απόγνωση, η έλλειψη πίστης, η ήττα που διαποτίζουν την κοινωνία.
 Το ’21 προϋποθέτει τον σημερινό ελληνισμό, το κράτος του και τη δημοκρατία του. Η Επανάσταση είναι η έναρξή μας. Περιέχει την ανάταση, τη μάχη, το όραμα ελευθερίας, την αποκοτιά, τον ηρωισμό, τη δημιουργία. Περιέχει επίσης τον εμφύλιο, τον διχασμό, την προδοσία, την ιδιοτέλεια, την ήττα. Στο ιστορικό μεταίχμιο που στέκουμε σήμερα, γονατισμένοι, βαριά λαβωμένοι, μπορούμε να αντλήσουμε και από τις δύο αυτές δεξαμενές του ξεσηκωμού· μπορούμε επίσης να διδαχθούμε και να μην επαναλάβουμε λάθη.
Δεν είναι εύκολο βέβαια να ορίσουμε βολονταριστικά τον ρου της ιστορίας, υπάρχουν δυνάμεις που μας ξεπερνούν εξ αντικειμένου. Μπορούμε ωστόσο να προσπαθήσουμε: να γείρουμε προς την πλευρά της υπέρβασης, της δημιουργίας, της αναγέννησης, της σύνθεσης. Σε μια τέτοια προσπάθεια, ένα τιτάνιο εγχείρημα ανόρθωσης, θα ‘πρεπε να καλέσουν τους Έλληνες οι ηγέτες τους, αν απέμειναν. Κι ακόμη παραπέρα: οι ίδιοι οι Έλληνες, αναλογιζόμενοι το παρελθόντα πάθη, να γείρουν τη ζυγαριά προς την επιβίωση, εννοούμενη ως συνέχιση του ιστορικού βίου εν δικαιοσύνη και ειρήνη.
Είναι ωφέλιμο να θυμόμαστε και να τελετουργούμε, δίνοντας κάθε φορά νέο περιεχόμενο στην επέτειο. Φέτος, πέρα από ωφέλιμο, είναι αναγκαίο, είναι επείγον. Η 25η Μαρτίου 2012 μπορεί να σημασιοδοτηθεί πολλαπλώς: σαν κορυφαίο ξαναφανέρωμα του αντιστασιακού πνεύματος, σαν σάλπισμα υπεράσπισης της δημοκρατίας, σαν κατανόηση της νεωτερικότητας και των δεινών της, σαν λαχτάρα για δημιουργία, σαν βούληση να διατηρηθεί ακέραιη η χώρα, σαν βούληση να επιβιώσει ο ελληνισμός ― υπό ετέρα μορφή ενδεχομένως, αλλά ορισμένως να επιβιώσει.

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΑΞΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ.

Του Δημήτρη Μπαλτά, Δρ Φιλοσοφίας

Εάν η μνήμη του ανθρώπου είναι κριτήριο της ταυτότητάς του, τότε η απώλεια της ιστορικής μνή­μης θα πρέπει να σημαίνει απώλεια και της ιστορικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και εξ αιτίας της καταναλωτικής συνείδη­σης και της γενικότερης πολιτιστικής σύγχυσης, η ιστορική μνήμη διαγράφεται από την πολιτιστική και κοινωνική πραγματικότη­τα. Εν συνεχεία θα υποστηριχθεί ότι η διατήρη­ση της ιστορικής συνείδησης είναι κυρίως μία πρά­ξη αντίστασης απέναντι στις ως άνω κυρίαρ­χες αντιλήψεις των καιρών μας.
Αρχικά, η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης λειτουργεί κατά ένα τρόπο ανασταλτικό απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. Εδώ θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν οδηγεί μόνον σε νέες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες (του τύπου «οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλου­σιότεροι») αλλά απειλεί σε μεγάλο βαθμό τις ιδιαιτερότητες επί μέρους λαών και ανθρώπων. Οπωσδήποτε η διαμορφωθείσα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία εμπεριέχει μία ασάφεια όσον αφορά τις αιτίες, τους στό­χους και εν γένει το νόημα της συ­γκρότησής της. Πρόκειται δηλαδή για μία ισοπεδωτική κοσμοαντίλη­ψη της οποίας τα κύρια χαρακτη­ριστικά (εθνολογικά, οικονομικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, ατομικά κ. ά.) δεν έχουν ακόμη αναλυθεί και ερμηνευθεί ικανοποιητικά.
Εξ άλλου, στο πλαίσιο της λε­γομένης μετανεωτερικότητας προβάλλεται η καταναλωτική και όχι η ιστορική συνείδηση. Κατά την αντίληψη αυτή, ο άνθρωπος ζει αποκλειστικά και μόνον για το παρόν, αφού το μέλλον είναι αβέβαιο και το παρελθόν ανύπαρκτο. Επομένως δεν αναζητεί ο άνθρωπος κάποιο νόημα ζωής αλλά αρκείται σε μία κατανα­λωτική συμπεριφορά, η οποία μάλι­στα, εάν δεν είναι και πολύ ορατή, δεν είναι και πολύ ενοχλητική. Σ' αυτήν την θεώρηση, η οποία υιοθετείται εν γένει στην εξαμερικανισμένη πλέον Δύση, η ιστορική συνείδηση δεν έχει κανένα ουσιαστικό ρόλο, αφού ενδιαφέρει περισσότερο η καταναλωτική συμπεριφορά της απρόσωπης μάζας και όχι η διατή­ρηση της ιστορικής μνήμης του συ­γκεκριμένου εθνικού στοιχείου. Λό­γου χάρη, θα ήλπιζε κανείς να παρα­μένει, ακόμη και σήμερα, επίκαιρο το νόημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά το 1821 ή της εθνικής αντίστασης κατά του Άξονος κατά το 1940.
Εάν εστιάσει κανείς στην γενι­κότερη πολιτιστική σύγχυση που έχει καλλιεργηθεί στην σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότη­τα, θα διακρίνει ότι έχει πλέον χαθεί ό,τι ονομάζεται πολιτιστική κληρο­νομιά και επικρατεί ένα ασαφές πο­λιτιστικό φαινόμενο που επιτρέπει μία ανάμειξη ετερογενών στοιχεί­ων, είτε εισαγωγής είτε μιας χρήσε­ως. Τα ακόλουθα παραδείγματα δει­κνύουν του λόγου το αληθές. Αν δει ο αναγνώστης την πληθώρα των κατ' έτος εκδιδομένων βιβλίων, θα διακρί­νει ότι τα περισσότερα από αυτά γρά­φονται χωρίς να έχουν να πουν κάτι ιδιαίτερο ή καινούργιο. Ή, ακόμη, ας προσέξει την μουσική παραγωγή, κακίστης ποιότητας πολλές φορές, στην σύγχρονη Ελλάδα. Εάν μάλιστα ο αναγνώστης ασχοληθεί και με την σύγχρονη ιστοριογραφική αντίληψη που δέχεται, ατυχώς, ότι το ελληνικό έθνος έχει κατασκευασθεί τον 19° αι., τότε θα μείνει τουλάχιστον με μια αίσθηση αδικίας για την ιστορική αλήθεια. Είναι περιττό να αναφερθώ στην απουσία (ή αδυναμία;) του λε­γομένου «πνευματικού κόσμου», πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, να επιχειρήσει μία καίρια παρέμβαση στην πολιτιστική βαρβαρότητα των καιρών μας. Παρά τον οποιοδήποτε αντίλογο, είναι βέβαιο ότι από την σημερινή πολιτιστική ανάπτυξη απουσιάζει σχεδόν ο,τιδήποτε μπορεί να διασώσει την ιστορική συνείδηση και μνήμη.
Απέναντι στην σκιαγραφείσα κοι­νωνική και πολιτιστική πραγματικό­τητα, η διατήρηση της ιστορικής συ­νείδησης μπορεί να θεωρηθεί ως μια σύγχρονη πράξη αντίστασης στον νέο αυτόν τύπο του ιμπεριαλισμού, που παρουσιάζεται όχι τόσο στις ισχυρές αλλά κυρίως στις αδύναμες χώρες. Κατά την θεώρηση αυτή, ο σημερινός ιδιάζων ιμπεριαλισμός δεν έχει στρατιωτικό περιεχόμε­νο, όπως στο παρελθόν, αλλά είναι ένας ιμπεριαλισμός πρώτα της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας και έπειτα της καταναλωτικής κοι­νωνίας. Αντιστοίχως, η σύγχρο­νη αντίσταση δεν μπορεί να είναι ένοπλη αλλά κυρίως πολιτιστική και ψυχολογική. Και η αρχή αυτής της διαφορετικής αντίστασης βρί­σκεται ακριβώς στην διατήρηση της ιστορικής συνειδήσεως.
Είναι προφανής, κατά τα ανωτέρω, η αναγκαιότητα της διατήρησης της ιστορικής συνείδησης στον σύγχρο­νο εξαμερικανισμένο δυτικό πολι­τισμό μέρος του οποίου επιθυμεί να αποτελέσει, ανεπιτυχώς, και η Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση, επιβάλλεται να ερμηνευθεί αυτή η διατήρηση της ιστορικής συνείδησης ως η έσχατη πράξη αντίστασης μέσα στην γενική παρακμή.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΩΝ.

Η μεγαλύτερη προπαγάνδα που τέθηκε εξ’ αρχής, ώστε να προκαλεί εξαρτημένα αντανακλαστικά ήταν η εξής: Το Μνημόνιο σου φέρνει το γάλα για τα παιδιά σου, χάρη στο Μνημόνιο έχεις πετρέλαιο, είναι ευλογία το Μνημόνιο για τους μισθούς και τις συντάξεις, το Μνημόνιο διατηρεί τρόφιμα στα ράφια. Αλίμονο μην χρεοκοπήσουμε!
Ο δικομματισμός προκειμένου να επιβιώσει με οποιοδήποτε χρώμα και σχηματισμό, επιτίθεται εναντίον της Αριστεράς και επιστρατεύει ακραίες δυνάμεις για να συντηρητικοποιήσει και να τρομοκρατήσει τους πολίτες. Το κομματικό σύστημα χρησιμοποιεί ένα παλιό τέχνασμα, παλιό όσο η εξουσία, για να πείσει ότι υπερασπίζεται την “δημοκρατία”. Οι επιθέσεις σε πολιτικούς και οι διαδηλώσεις βαφτίζονται πρακτικές “ακραίων δυνάμεων” και πράξεις μειοψηφιών. Εκτός αν βέβαια πίσω από αυτές κρύβεται ο ΣΥΡΙΖΑ, που με τα όσα του καταλογίζουν, κανονικά θα έπρεπε να είναι κόμμα εξουσίας και να καταμετρά εκατομμύρια ψηφοφόρων.
Οι απειλές περί εμφυλίου, περί εμπλοκής του στρατού, αλλά και η δημιουργία κλίματος εν όψει των παρελάσεων της 25ης Μαρτίου, εξυπηρετούν την τακτική της “αυτοεκπληρώμενης προφητείας”. Στην τακτική αυτή συμμετέχουν με περίσσια χαρά τα media και ο καθεστωτικός ηλεκτρονικός τύπος, ενώ οι “πατριωτικές” σελίδες γεμίζουν με τραγικές τοποθετήσεις δήθεν αντισυστημικές, αλλά γεμάτες μίσος.
Η διοχέτευση της οργής του λαού συμφέρει να παρουσιάζεται με την μορφή γιαουρτωμάτων, επιθέσεων με νεράντζια και με γραφικές εκδηλώσεις αγανάκτησης. Συμφέρει για 2 λόγους: Ο πρώτος είναι γιατί ταυτίζονται οι αγωνιστές με παππούληδες που γιαουρτώνουν τον Βενιζέλο και αυτόματα ο αγώνας συνδέεται με την μη παραγωγική βία. Ο δεύτερος είναι, ότι το σύστημα προτιμά να μην υπάρχει οργανωμένο λαϊκό κίνημα που θα αντιπαρατεθεί με ουσιαστικό τρόπο (από την παραγωγή πολιτιστικών συμβόλων, μέχρι την διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων) απέναντι στην χυδαιότητα.
Τα διλήμματα τα θέτει το σύστημα για να προκαλέσει τρόμο. Το μόνο δίλημμα, είναι αν θέλουμε ή όχι να ζήσουμε ως δούλοι.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

ΟΠΩΣ ΕΣΤΡΩΣΑΝ ΑΣ ΚΟΙΜΗΘΟΥΝ!

Του Τάκη Σπηλιόπουλου

Τέτοια γιορτή και μάλιστα εθνική γιορτή, δεν ξανάγινε! Με χιλιάδες αστυνομικούς παρατεταγμένους, όχι στις γραμμές των παρελάσεων, αλλά για την προστασία των “επισήμων” και για να αποτρέψουν τα επεισόδια.
Κατ' αρχήν όλο αυτό, μοιάζει με παρωδία! Δεν λέγεται γιορτή, λέγεται παράνοια, παραλογισμός, παραίσθηση. Γιορτή πάντως δεν είναι. Γιορτή, σύμφωνα με το λεξικό της κοινής νεοελληνικής γλώσσας (Τριανταφυλλίδη) είναι "το σύνολο από χαρούμενες εκδηλώσεις, τελετές ή πανηγυρισμούς που έχουν χαρακτήρα αναμνηστικό για κάποιο σπουδαίο, δημόσιο ή ιδιωτικό γεγονός, ή που γίνονται με την ευκαιρία κάποιου γεγονότος."
Τι απ' όλα αυτά θα ισχύσει την Κυριακή 25 Μαρτίου; Χαρούμενες εκδηλώσεις δεν θα υπάρχουν, ούτε κατά διάνοια. Το αντίθετο προβλέπεται! Πανηγυρισμούς δεν θα έχει, εκτός αν τα γιουχαΐσματα θεωρούνται πανηγυρισμοί. Τελετές δύσκολα να γίνουν κάτω από αυτές τις συνθήκες. Οπότε τι μένει; Ο αναμνηστικός χαρακτήρας ενός γεγονότος, που λογικά θα θέλουμε να το ξεχάσουμε στην επόμενη στιγμή! Είναι από τις λίγες φορές που το ενδιαφέρον του κόσμου δεν αφορά τη γιορτή, αλλά τα προεόρτια και τα μεθεόρτια, ενώ τα κανάλια έχουν ήδη προεξοφλήσει υψηλές τηλεθεάσεις για το γεγονός. Η απευθείας μετάδοση της παρέλασης, από την ΕΤ1 στις 11.25 το πρωί της Κυριακής, θα κτυπήσει κόκκινο.
Προκαλεί λύπη όλο αυτό το αρρωστημένο και θλιβερό σκηνικό. Είναι σύμπτωμα μια χώρας που βρίσκεται σε διαδικασία σταδιακής αποσύνθεσης! Είναι όμως και σύμπτωμα μια κοινωνίας που υποφέρει και νιώθει βαθιά πληγωμένη! Πέρα από τους κομματικούς σχηματισμούς των άκρων, δεξιάς και αριστεράς, που έχουν ήδη διατάξει τις δυνάμεις τους και έχουν οργανώσει τον τρόπο που θα προκαλέσουν τα επεισόδια, υπάρχει και ο απλός λαός που θα θελήσει αυθόρμητα να διαμαρτυρηθεί.
Άνθρωποι χωρίς κομματική ομπρέλα, που ψάχνουν τρόπο να εκφράσουν την απόγνωση, την οργή, τη θλίψη και την αγανάκτηση τους. Που θέλουν να ακουστεί έστω και έτσι η φωνή τους! Ίσως να το κάνουν θα πείτε, με λάθος τρόπο, σε λάθος ώρα, καθώς η γιορτή είναι ιερή. Αλλά τέτοιες ώρες, σε αυτές τις συνθήκες, ποιος δικαιούται να βάλει τα όρια και να ορίσει τις διαχωριστικές γραμμές;
Τι να πει σε ανθρώπους που βρέθηκαν χωρίς δουλειά, που δεν έχουν να ταΐσουν τα παιδιά τους, που η τράπεζα απειλεί να τους πάρει το σπίτι, που από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκαν να ζουν στην ανέχεια;Θα έχουν απέναντί τους, επάνω στην εξέδρα των “επισήμων”, εκπρόσωπους ενός συστήματος που παραμένει αλώβητο και ατιμώρητο!
Γράφαμε παλιότερα, πως τα επεισόδια αυτού του τύπου είναι σαν τα φυσικά φαινόμενα! Δεν τα επιλέγουμε, ούτε μπορούμε να ηθικολογούμε για το αν θα βρέξει ή όχι. Απλώς συμβαίνουν, παρά τη θέλησή μας. Όπως όταν στον ουρανό μαζεύονται γκρίζα σύννεφα ξεσπάει καταιγίδα, έτσι και στην κοινωνία όταν μαζεύεται μεγάλη οργή ξεσπάει αντίδραση. Καλώς ή κακώς, όπως έστρωσαν θα κοιμηθούν!

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

213 "ΝΑΙ" ΚΑΙ 10.000.000 ΣΙΩΠΕΣ.

Με 213 «ναι» ψηφίστηκε η νέα δανειακή σύμβαση. Μια σύμβαση, της οποίας οι όροι θα επηρεάσουν τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων, όχι μόνο της δικής μας γενιάς, αλλά και των επόμενων.
213 βουλευτές ψήφισαν «ναι», γνωρίζοντας ελάχιστα ή και τίποτα για τους όρους της δανειακής σύμβασης, απλώς επειδή πήραν τη διαβεβαίωση ότι θα βρίσκονται στα κομματικά ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών.
213 άνθρωποι, αδιαφόρησαν για τις επιπτώσεις της ψήφου τους, καθισμένοι αναπαυτικά στους δικούς τους μισθούς, τα δικά τους προνόμια, αλλά και στις αμοιβές συζύγων και τέκνων που λαμβάνουν ως «επιστημονικοί συνεργάτες» των πολιτικών τους γραφείων.
Την ίδια ώρα οι Έλληνες παρακολουθούσαν τις αστείες ατάκες του Λαζόπουλου ή κάποιον αγώνα μπάσκετ ή ποδοσφαίρου, ελπίζοντας ότι όλα αυτά αφορούν κάποιους άλλους.
Ξαφνικά, ένα πρωί θα ξυπνήσουν άνεργοι, φτωχοί, νηστικοί και δε θα βρουν φαγητό να φάνε. Θα θελήσουν να ξεσηκωθούν και να βγουν στους δρόμους, αλλά ούτε η πείνα θα τους αφήνει κουράγιο, ούτε τα ΜΑΤ να φωνάξουν μία κουβέντα.
Δεν πειράζει. Ίσως οι Έλληνες έχουν πειστεί ότι αυτή είναι η μοίρα τους, ότι δε γίνεται διαφορετικά, ότι πληρώνουν παλιές αμαρτίες τους (γνωστό παθολογικό σύνδρομο ενοχικότητας), ότι βαδίζουν στο μονόδρομο της «παγκόσμιας οικονομικής κρίσης».
 Δεν πειράζει. Αύριο που τα παιδιά τους θα τους ρίχνουν κατάρες για την αδράνειά τους, θα νιώθουν και πάλι αδικημένοι. Αύριο, που δε θα έχουν χώρα θα νιώθουν πάλι κυνηγημένοι. Αύριο που θα θέτουν το πανηλίθιο ερώτημα «Γιατί έτυχε σ’ εμένα;» ας μην περιμένουν απάντηση από κάποιον άλλον, παρά μόνο από τον εαυτό τους.
 Διαβάζω στο ρεπορτάζ της Έλενας Λάσκαρη στο euro2day.gr: «Στοιχεία του ΟΟΣΑ που επικαλείται η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεση για τη νομισματική πολιτική δείχνουν ότι η αποδοτικότητα της συλλογής των εσόδων από ΦΠΑ υστερεί σημαντικά έναντι άλλων χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 0,51 ενώ στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ, βάσει στοιχείων του 2008, ο μέσος όρος είναι 0,71. Αυτό αποδίδεται στην ανεπάρκεια του φοροεισπρακτικού και φοροελεγκτικού μηχανισμού και στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή, με αποτέλεσμα την πολύ μεγάλη απώλεια εσόδων», αναφέρεται στην έκθεση.
 Εάν ήταν εφικτό να επιτύχει η Ελλάδα το 2011 τη μέση αποδοτικότητα των χωρών του ΟΟΣΑ, τότε θα είχε υψηλότερες ετήσιες εισπράξεις ΦΠΑ ύψους 9,8 δισ. ευρώ ή 4,6% του ΑΕΠ.
 Με απλά λόγια, θα εξαλειφόταν σχεδόν η ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων ύψους 11,6 δισ. ευρώ που προβλέπει το μνημόνιο για την ερχόμενη διετία, ή 14 δισ. ευρώ που ζητά το ΔΝΤ θεωρώντας ότι δεν θα επιτευχθούν οι στόχοι είσπραξης εσόδων από την πάταξη της φοροδιαφυγής».
 Ούτε μονόδρομος είναι η καταστροφή, ούτε μοίρας καμώματα, ούτε ο κακός θεός και η παγκόσμια κρίση. Πρόκειται περί απλής ευθύνης πολιτών. Η ευθύνη των υπουργών είναι τεράστια, αλλά δεν τιμωρείται.
 Το ίδιο τεράστια είναι και η ευθύνη της απραξίας των πολιτών, μόνο η τιμωρία είναι βαριά και δε σηκώνει έφεση. Απολαμβάνουμε τα όσα μας απέμειναν. Κάποιοι, απολαμβάνουν και τα περισσότερα, που είχαν μαζέψει τις παλιότερες ημέρες.
 Κι έτσι περνάει ο καιρός δίχως να βλέπουμε τις χειρότερες που έρχονται. Χάνονται κρίσιμες ευκαιρίες ξεσηκωμού, έχοντας μια ελπίδα και μια γενική, αόριστη αισιοδοξία, που ώρες – ώρες θυμίζει γριά με άνοια που περιμένει να την επισκεφτεί ο γιος της που έχει πεθάνει.
 Φαίνεται λογικό, λοιπόν, να ανεχόμαστε και την κοροϊδία των υπουργών που στην κυριολεξία παίζουν μαζί μας, από τη στιγμή που ανεχόμαστε να κοροϊδεύουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας αναμένοντας κάποιο θαύμα.
 Παρά το γεγονός ότι το υπουργείο Οικονομικών έχει δεσμευθεί ότι μέχρι το τέλος του έτους θα έχει κλείσει 200 εφορίες, έχει προϋπολογίσει, δεσμευτεί και ανακοινώσει ότι θα έχει εισπράξει 2 δισ. ευρώ από ληξιπρόθεσμα χρέη και θα έχει διενεργήσει 10.000 ελέγχους ΦΠΑ με είσπραξη τουλάχιστον του 20% των προστίμων που θα επιβληθούν και 1.300 ελέγχους σε φορολογούμενους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια με είσπραξη τουλάχιστον του 50% των προστίμων που θα επιβληθούν.
 Επειδή, όμως, το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτοί οι στόχοι θα μείνουν στα χαρτιά, τότε τα 11,6 δισ. ευρώ των νέων μέτρων του μνημονίου θα γίνουν αναγκαστικά τα 14 δισ. ευρώ του ΔΝΤ και θα μετατραπούν σε νέα ακόμη εφιαλτικότερα μέτρα.
 Ζούμε κουκουλωμένοι κάτω από την άρνηση να αποδεχτούμε την πραγματικότητα. Αν ήταν τραγικό ότι κάποτε ζούσαμε με δανεικά χρήματα, είναι χίλιες φορές τραγικότερο ότι τώρα ζούμε με δανεικό χρόνο.
 Η τράπεζα της φαντασίας μας που μας υπόσχεται ότι θα βρεθεί «κάποια λύση», θα αποδειχτεί πολύ σκληρή μαζί μας, όταν έρθει η ώρα να κατασχέσει την εφησυχασμένη κοσμάρα μας. Θα τρομάξουμε, αλλά θα είναι αργά. Ο εφιάλτης θα είναι χειροποίητος από τα δικά μας χεράκια και ο θρήνος θα είναι πολυτέλεια, αλλά κυρίως υποκρισία.

ΕΛΛΗΝΑ, ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΣ.

Του Λεωνίδα Γιαννουλόπουλου

Σκοτάδι μας κυρίεψες τις καρδιές και μας βασίλεψες. Έριξες πέπλο και μας κάλυψες τα μάτια. Κανείς δεν βλέπει πού πηγαίνει, κανείς δεν βλέπει πού πατά, κανείς δεν νοιώθει να αγαπά και χάνεται στα ψέματα και την υποκρισία. Πνίγουμε τα συναισθήματα και αφήνουμε τον πλασμένο μας εαυτό να καθοδηγεί τις ζωές μας. Μουτζώνουμε τα πρόσωπα μας και κάνουμε τους τυφλούς, μόνο που ο τυφλός βλέπει και ο κουφός ακούει, και αυτός που θέλει να ζήσει βλέπει την αλήθεια, δεν απομακρύνεται από αυτήν. Ποιος όμως είναι σε θέση να αντικρίσει την ζωή;
Μέρα με την μέρα γεννιούνται νέα κινήματα, νέα πρόσωπα φρέσκα μπαίνουν στα σπίτια του Έλληνα αλλά η φρεσκάδα αυτή θα αντέξει στον χρόνο; Φόβος για τους νέους και ενοχές για τους παλαιότερους, μόνο που τώρα η ζυγαριά μετρά όνειρα και φιλοδοξίες μιάς ολόκληρης ζωής. Ποιος χάνει και ποιος κερδίζει, αυτός που φεύγει ή αυτός που μένει;
Κάποτε τραγούδαγες στην ζωή «σ’ έχω βρεί», τώρα χαμηλόφωνα πολύ ψιθυρίζεις «σε χάνω». Βγαίνω στο μπαλκόνι και ανοίγω το βιβλίο της ζωής μου, νιώθω να με τραβούν κάτω οι εικόνες της καθημερινότητας. Με βαραίνουν οι εικόνες της ασχήμιας, της κοινωνικής κατάρρευσης, της υποδούλωσης και του σκοταδισμού που μας ρίχνουν οι σωτήρες. Οι σωτήρες σήμερα φοράνε μάσκες, καβαλάνε αντί για άλογα ανθρώπους και τους ταΐζουν ψεύτικες καταστάσεις για ένα ψεύτικο αύριο.
Έλληνα πέφτω στα γόνατα και σε παρακαλώ να θυμάσαι, μην ξεχνάς. Τίποτα σημαντικό παρά μονάχα να θυμάσαι ποιος σε έφερε στο σημείο της εξαθλίωσης, της προσφυγιάς. Οι μέρες του φωτός είναι μπροστά, και μην τους αφήσεις να σε ρίξουν στα κοράκια της Ιστορίας, αυτά που πάντα πέταγαν πάνω από το κεφάλι σου και περίμεναν την στιγμή για να ξεσκίσουν την σάρκα σου. Μία εποχή τελειώνει και αρχίζει μία άλλη. Τίποτα σημαντικό παρά μονάχα μην ξεχνάς.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

ΟΧΙ, ΔΕ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ.

Του Οδυσσέα Ιωάννου

Μαζί με το οριζόντιο μοίρασμα της ευθύνης, ήρθε και η υστερία της αναθεώρησης. Να αναθεωρήσουμε όλοι τις ζωές μας, να τελειώνουμε με τους μύθους της Μεταπολίτευσης, να γκρεμίσουμε το σύμπαν, να βρούμε το φρέσκο. Να το βρείτε! Σαν άσκηση για το σπίτι ψυχάκια καθηγητή “Να μου φέρετε όλοι αύριο έναν κατάλογο με 30 λάθη που κάνατε τόσα χρόνια. Θέλω κανονικό αυτομαστίγωμα, όχι γιαλαντζί κλαψουρίσματα. Η αυτοκριτική είναι ίδιον των μεγάλων ανδρών”. Από κοντά και η θεωρία πως μόνο όποιος αλλάζει μένει για πάντα νέος και πέτρα που κυλά δεν χορταριάζει (απίστευτα άσχετο!) και ελάτε να τα φτιάξουμε όλα από την αρχή, σωστά. Σκέτες φράσεις, πεταμένες λέξεις τυχαία, σαν ζάρια, μήπως και φέρουν τίποτα κουφές εξάρες. Μέσα στα πάντα που ζητάνε να δούμε αλλιώς είναι και ό,τι γάλα βυζάξαμε. Από τα τραγούδια που αγαπήσαμε, τα βιβλία που διαβάσαμε, τους ανθρώπους που τιμήσαμε, το αίσθημά μας περί δικαίου, τις ανθρωπιστικές “φιλολογίες” μας, τις “συναισθηματικές” μας προσεγγίσεις, τις “κουλτουριάρικες” επιλογές μας, όλες τις οχυρώσεις μας απέναντι στους λογής λογής κυνισμούς της financial κοινωνίας του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος. Πήραν φόρα και έρχονται. Χυμάνε από παντού τα master της αναθεώρησης και βάλθηκαν να μας βάλουν στον ίσιο δρόμο.

Όλα ήταν λάθος, καιρός να ανοίξουν τα μάτια μας! Να τα δούμε όλα και όλους αλλιώς. Από τους δημοσίους υπαλλήλους (ανάμεσά τους και οι δάσκαλοι των παιδιών) που είναι προκλητικό να παίρνουν πάνω από χίλια ευρώ, μέχρι τον Γιώργο Νταλάρα (του καταλογίζω κι εγώ τα μύρια όσα, δεν είναι της παρούσης) ο οποίος “ποιος νομίζει πως είναι μωρέ, ένας τραγουδιστάκος που είπε κάποτε πέντε κωλοτράγουδα για την φτώχεια, τα οποία ουδέποτε κατάλαβε, και μας το παίζει και μεγάλος καλλιτέχνης!”. “Άσε πια ο Μίκης, σιγά τον μουσουργό, η Μεταπολίτευση και το ΚΚΕ μας τον πασάραν ως μεγάλο συνθέτη!!!”. Γιατί η αναθεώρηση και η σκληρή κριτική δεν είναι αρκετές, χρειάζεται δυναμίτης που δεν θα αφήσει τίποτα όρθιο από τον παλιό κόσμο... Και μια κόκκινη ριπή από αίμα στην άκρη των χειλιών, γιατί όσοι ξέρουν λένε πως το ανθρώπινο κρέας είναι το νοστιμότερο.
Το αστείο είναι πως όσοι τα υποστηρίζουν αυτά έχουν μία ακλόνητη σιγουριά πως οι ίδιοι αποτελούν μέρος του καινούριου! Μάλλον για τρομακρατημένοι μού κάνουν, που αντί πινακίου φακής πουλάνε ακόμη και τα νανουρίσματα της μάνας τους. Δηλωσίες του παρελθόντος τους, τρέχουν ξυπόλητοι πια να ανέβουν στο τρένο... Καλό ταξίδι!
Θα μείνω στον “παλιό” κόσμο. Λέω να μην κατουρήσω τις πέτρες του γιατί ό,τι καινούριο καταφέρω να φτιάξω θα έχει γίνει με κατουρημένες πέτρες. Γιατί το καινούριο φτιάχνεται με τα ίδια υλικά σε άλλη διάταξη.

Δηλαδή, “δεν μετανιώνεις για τίποτα;” θα ρωτήσεις. Αυτήν την κουβέντα την κάνω με τον εαυτό μου καθημερινά και πέφτουν και χοντρές μπουνιές ανάμεσά μας. Όταν προκύψει νικητής θα ενημερώσω. Άλλο σου λέω τώρα.
Λέω πως δεν θα επιδοθώ στις μοδάτες πατροκτονίες που στην ουσία πριονίζουν τα ίδια μου τα γόνατα και με κονταίνουν. Λέω πως δεν θα συμφωνήσω ακόμη πως η διάκριση Αριστεράς- Δεξιάς είναι ένα παρωχημένο σχήμα που βολεύει μόνο τα επαγγελματικά στελέχη. Λέω πως θα αφαιρέσω από το κάδρο της ενοχής τα παιδικά μου κλάματα κάθε φορά που βίωνα κάτι ως αδικία και γύρω από αυτά άρθρωσα μία κάποια πολιτική θέση και άποψη. Και λέω πως δεν θα ξεχάσω την ανάμνηση του ρίγους της πρώτης ακρόασης ενός σπουδαίου τραγουδιού. Με λίγα λόγια, λέω να μην κάνω πως γεννήθηκα σήμερα. Έχω δρόμο πίσω μου. Έφτασα εδώ με χίλια στραβά αλλά και χίλια καλά που αν τελειώσουν, απλά θα τελειώσω μαζί τους.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Η ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ ΩΣ ΕΠΙΛΟΓΗ.

Tου Γιάννη Σεϊτανίδη

Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρωπότητας, δεν θα υπήρχε αν ένας αρχαίος νομοθέτης, ο Σόλων, δεν είχε αποτολμήσει κάτι παράτολμο: τη διαγραφή όλων των χρεών των Αθηναίων πολιτών, τόσο προς ιδιώτες όσο και προς το κράτος. Η σεισάχθεια, όπως ονομάστηκε, σημαίνει «αποτίναξη των βαρών».
Το μέτρο (εκείνη την εποχή τα χρέη οδηγούσαν σε υποδούλωση του οφειλέτη και της οικογένειάς του) αποτέλεσε τη βάση για να ανακάμψει η αθηναϊκή κοινωνία και να μπουν οι βάσεις για τη δημιουργία της μεσαίας αγροτικής τάξης μικρο –ιδιοκτητών γης που υποστήριξε το εγχείρημα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
Αν και υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ιστορικών για το πώς έγινε η διαγραφή χρεών το αποτέλεσμα ήταν ένα: διέσωσε την κοινωνική συνοχή.
Η υπερχρέωση των Αθηναίων ήταν αποτέλεσμα της συγκέντρωσης της γης σε μια μικρή ομάδα πλούσιων γαιοκτημόνων. Οι ακτήμονες νοίκιαζαν τη γη παραχωρώντας μέρος των παραγόμενων αγαθών. Η νομοθεσία του Δράκοντα επέτρεπε στον πολίτη, όποτε υπήρχε ανάγκη, να εγγυηθεί βάζοντας ως ενέχυρο το άτομό του. Τα πράγματα δεν πήγαιναν πάντα καλά και η κατάσταση αρκετών φτωχών Αθηναίων πολιτών, που δεν είχαν καμιά πολιτική ισχύ, επιδεινωνόταν διαρκώς και πολλοί από αυτούς είχαν ήδη καταλήξει να πουληθούν ως δούλοι. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε οικονομική και κοινωνική κρίση.
Σήμερα, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, μπορεί να μην έχουμε δούλους, αλλά η υπερχρέωση οδηγεί σε ανάλογες καταστάσεις. Αν είσαι επιχείρηση και εξαρτάσαι από τον δανεισμό και ξαφνικά αυτός κοπεί ή είσαι νοικοκυριό και δεν μπορείς να πληρώσεις τις δόσεις των δανείων επειδή χάθηκε από την οικογένεια μέρος του εισοδήματος (απόλυση ή περικοπές) το αποτέλεσμα είναι να μένει ένα βάρος που δεν μπορείς να σηκώσεις.
Ο προβληματισμός δεν είναι τυχαίος.

Στην Ισλανδία, την πρώτη χώρα που βούλιαξε από το βάρος ενός τραπεζικού συστήματος μεγαλύτερου από όσο μπορούσε να αντέξει η χώρα, οι τράπεζες διέγραψαν πρόσφατα δάνεια νοικοκυριών που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ της χώρας, μειώνοντας το βάρος χρέους για περισσότερο από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της. Χωρίς τη διαγραφή του χρέους, οι ιδιοκτήτες ακινήτων δεν θα μπορούσαν να ανακάμψουν και θα λύγιζαν από την εκτόξευση του χρέους στο 240% των εισοδημάτων το 2008.
Η Ισλανδία ακολούθησε ένα μονοπάτι απόλυτα ορθολογικό και οικονομικά ορθό. Στην οικονομία της αγοράς ο μόνος δρόμος για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα είναι ένας: η χρεοκοπία. Η Ισλανδία άφησε τις τράπεζες της να χρεοκοπήσουν και το κράτος δεν κάλυψε καμία υποχρέωση στο εξωτερικό. Αντίθετα δεν πειράχθηκαν οι καταθέσεις και δημιουργήθηκαν νέες κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες.
Το 2012 η οικονομία της χώρας αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμό 2,4%, το κόστος ασφάλισης έναντι ενδεχόμενης χρεοκοπίας είναι περίπου το ίδιο με αυτό του Βελγίου, οι τιμές των κατοικιών περίπου 3% χαμηλότερες από τις τιμές που ίσχυαν τον Σεπτέμβριο του 2008, λίγο πριν από την κρίση.
Ο οίκος Fitch δηλώνει ότι «ήταν επιτυχημένη η ανορθόδοξη πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης».
Βασικά η τακτική δεν ήταν ανορθόδοξη. Κινήθηκε καπιταλιστικά (δεν στήριξε αποτυχημένες τράπεζες) και ταυτόχρονα θωράκισε τους πολίτες της. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη φοβήθηκαν τόσο πολύ από τις συνέπειες της κατάρρευσης της Lehmann Brother, που αποφεύγουν ως μίασμα κάθε ιδέας χρεοκοπίας τράπεζας ή κράτους, που μπορεί να ταράξει το σύστημα. Αυτό δίνει χρόνο στην Ελλάδα, αλλά έχει μια παρενέργεια: μπλοκάροντας τις χρεοκοπίες τραπεζών το σύστημα έχει παγώσει, φοβάται, και προτιμά να καταθέτει τα χρήματά του στην ΕΚΤ. Αποτέλεσμα είναι μια βίαιη απομόχλευση, την οποία ζούμε έντονα στην Κύπρο.
Η υπερβολική μόχλευση είναι ένα γεγονός, όπως είναι γεγονός και η πολιτική βούληση της Ευρώπης η οικονομία να επιστρέψει στα βασικά, δηλαδή στην παραγωγή πλούτου από την αύξηση της παραγωγικότητας και όχι από μια επίπλαστη ζήτηση που δημιουργεί ο δανεισμός.
Στην Ελλάδα ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του πολιτικού κόσμου θέτει επί τάπητος μία πρόταση. Από τη στιγμή που η χώρα οδηγείται σε μία βίαιη εσωτερική υποτίμηση της τάξης του 30%, να γίνει ισόποσο «κούρεμα» των τραπεζικών χρεών. Με τις εκλογές μπροστά και το μέσο ελληνικό νοικοκυριό να μην μπορεί να πληρώσει τα δάνειά του, μια μικρή Σεισάχθεια μπορεί να είχε θετική επίπτωση στην ψυχολογία και να σταματούσε το σπιράλ της ύφεσης.
Οι τράπεζες δεν το θέλουν, όπως δεν ήθελαν και το PSI. Το δεύτερο το δέχθηκαν αδιαμαρτύρητα, ξέροντας ότι στη χειρότερη περίπτωση θα τις σώσει το κράτος.
Ιστορικά, όπου υπήρξε διαγραφή χρεών, ακολούθησε ανάπτυξη, με τρανταχτό παράδειγμα την ίδια τη Γερμανία.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

ΟΛΑ ΤΡΙΓΥΡΩ ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ...ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΝΟΥΝ.


Και αφού όπως φαίνεται πέτυχε το PSI, να δούμε τώρα ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Περιμέναμε ότι θα έπρεπε σήμερα να είχαν ήδη γίνει τα εξής:
(α) Τα πρόσωπα που ενέχονται στην τραγωδία της χώρας από κάθε κόμμα εξουσίας θα είχαν πάει σπίτι τους.
(β) Τα κόμματα θα είχαν ήδη ανανεώσει σε σημαντικό βαθμό το πολιτικό προσωπικό τους.
(γ) Νέες πολιτικές ή άλλες δυνάμεις και κινήματα θα είχαν πάρει δυναμική μορφή και δημόσια έκφραση (π.χ. τεχνοκράτες, επιχειρηματίες, αγανακτισμένοι, κ.λπ.). (δ) Όλα τα κόμματα θα είχαν αναπτύξει αναλυτικά προγράμματα δράσης μέχρι το 2020, πώς οραματίζονται δηλαδή την Ελλάδα σε μόλις 7 χρόνια μετά τις επικείμενες εκλογές. Ποιος διαφωνεί με τα παραπάνω; Μάλλον κανείς!
Αλλά ιδού μια υποκειμενική αξιολόγηση της προόδου ανά θέμα:
Πρόσωπα ευθυνόμενα: Κανένας δεν πειράχθηκε. Οι υπεύθυνοι της τραγωδίας συνεχίζουν να είναι στις θέσεις τους και να ενεργούν με τρόπο που παράγει μεγαλύτερα προβλήματα για το μέλλον. Κοντά τρία χρόνια συζητάμε –μόνο συζητάμε– ότι δεν εμπιστευόμαστε εκείνους που μας έφεραν μέχρι εδώ να τους ξαναδώσουμε το τιμόνι. Αλλά δεν έχουμε μηχανισμούς ούτε ουσιαστικές δυνάμεις πίεσης να εφαρμόσουμε το αυτονόητο, να φύγουν από τη μέση, να ανοίξει ο δρόμος για την ανανέωση με νέα, άφθαρτα στελέχη.
Κόμματα: Τελικά η ευθύνη –όπως την αντιλαμβάνεται η ευρύτερη μάζα των πολιτών– δεν φαίνεται να επιρρίπτεται στα κόμματα, αλλά στα πρόσωπα αυτών. Η πλειονότητα του κόσμου δεν αναμένει να διαλυθεί το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ. Ο κόσμος έχει καταλάβει πως το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται να πληρώσει για τα λάθη της τελευταίας διετίας ούτε η ΝΔ για την περίοδο 2004-2009. Εκείνο όμως που τιμωρεί είναι η προσκόλληση στο παλιό, η πλήρης ανυπαρξία ελπίδας και νέου αίματος,.
Νέες δυνάμεις: Πού είναι οι επιχειρηματίες; Οι τεχνοκράτες; Οι οραματιστές; Αλλά και οι αγανακτισμένοι, οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι; Υπάρχουν δεκάδες κινήσεις «εν τω γεννάσθαι», αλλά καμία δεν απογειώνεται να δείξει το μπόι της και να προβάλει ως εναλλακτική λύση. Φταίνε τα ΜΜΕ μόνο; Μάλλον όχι. Κατηγορούμε τους πολιτικούς ότι μας έφεραν μέχρι εδώ, αλλά δεν έχουμε εθνικό σθένος να αναδείξουμε νέες δυνάμεις που θα φέρουν την αλλαγή στον τόπο. Σχιζοφρένεια!
Προγράμματα. Μερικές εβδομάδες πριν τις εκλογές δεν γνωρίζει κανείς πάνω σε ποια βάση θα κριθούν τα κόμματα και οι υποψήφιοι κυβερνήτες. Εξαντλήθηκαν όλοι σε αμυντική συμπεριφορά πέριξ των μνημονίων.
Καμία απάντηση για το 2020. Πολυτέλεια θα πει κάποιος. Ανάγκη όμως είναι να επιλεγεί ο επόμενος κυβερνήτης πάνω σε αρχές, ιδέες και σχέδια, όχι γιατί δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε!

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ΚΑΝΟΥΝ ΟΤΙ ΦΕΥΓΟΥΝ ΑΛΛΑ ΜΕΝΟΥΝ...

Του Γιάννη Πανούση*

Η σιωπή με τα πολλά πρόσωπα
και το πολύ μυστήριο
Πότης Κατράκης, Η σιωπή με τα πολλά πρόσωπα



Για να μεταρρυθμιστεί κάτι, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το να έχει προηγουμένως ρυθμιστεί, να έχουν προβλεφθεί όροι λειτουργίας, διαδικασίες ελέγχου, κυρωτικοί μηχανισμοί, κ.λπ.
Το μέγα ερώτημα που πλανάται σήμερα στην Ελλάδα συνίσταται στο αν η χώρα μας έχει ανάγκη πριν απ’ όλα από μεταρρύθμιση. Κι αν ναι, ποιος θα τη μεταρρυθμίσει, πώς, και κυρίως με ποια αξιοπιστία, αφού και ο ίδιος ο μεταρρυθμιστής δεν έχει ακόμα προβεί σε αυτομεταρρύθμιση;
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία μαστίζεται από «στοιχεία αποδιοργάνωσης και ανομίας». Ζούμε με / σε έκ-ρυθμες ισορροπίες. Όλοι παίζουν με όλα τα μέσα, χωρίς καν σκοπό που τ’ αγιάζει.
Κανείς δε γνωρίζει (ούτε σκοπεύει ν’ ακολουθήσει) κανόνες παιχνιδιού. Το ακαθόριστο και το συνεχώς μεταβαλλόμενο επιτρέπει και «νομιμοποιεί» κάθε παρέκκλιση. Οι περισσότεροι θέλουν να τελειώσει η κρίση για να κάνουν τα ίδια.
Η αναζήτηση μιας (επαγγελματικής ή κομματικής) «θεσούλας» προηγείται της οποιασδήποτε (ιδεολογικοπολιτικής) θέσης για τα διαδραματιζόμενα.
Όλοι είναι έτοιμοι να υποχωρήσουν σε οτιδήποτε, στο όνομα της εύκαμπτης τακτικής (και της ευλύγιστης μέσης).
Ο αχόρταγος «προ-άνθρωπος» βγήκε από τα σπήλαια και διορίστηκε κουκιομέτρης σε διάφορα κομματικά ή συνδικαλιστικά γραφεία.
Οι αρχές μπήκαν στο αρχείο και τα οράματα χαρακτηρίστηκαν παροράματα.
Αντί για ιδεολογική ζύμωση στήθηκαν μηχανισμοί προώθησης ατομικών ή παρεϊκών συμφερόντων.
Αντί για θεωρητική συζήτηση και κοινωνική καταξίωση προτιμήθηκε η πρακτική της αφίσας και της «γραμμής».
Οι πολιτικοί φορείς έπαιξαν πολύ αυτό το χαρτί, επέτρεψαν τα χτυπήματα πάνω στο κορμί των κοινωνικών ηθών και κάτω από τη ζώνη της προσωπικής – πολιτικής αξιοπρέπειας.
Το ποιος ανήκει πού, έχει μόνον ιστορική ερμηνεία. Το τι ζητάει ο καθένας, αξιολογείται με συγκυριακές παραμέτρους μικροκομματικού κόστους.
Η ελληνική πολιτική πεθαίνει για να μείνουν ζωντανοί οι Έλληνες πολιτικοί.
Μαζί με αυτούς κυκλοφορούν και κάποιοι που κληρονομικώ, κυρίως, δικαιώματι καταφέρνουν να είναι «παρόντες» σε όλες τις καταστάσεις. Αυτού του τύπου η πριμοδότηση ή η ανοχή υπήρξε από τα λάθη της ηγετικής ομάδας κάθε κόμματος εξουσίας.
Μετρήστε να δείτε ποιοι μεσουρανούν σήμερα και θυμηθείτε πόσο –αυτοί οι ίδιοι- είχαν προωθηθεί επί ΠΑΣΟΚ, κυρίως από τους «διανοούμενους»(;) της νέας γενιάς, του γραφείου του πρωθυπουργού κ.λπ.
Αυτός ο χώρος των «ενδιάμεσων» ευδοκιμεί ιδίως στις εποχές των έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων. Κάποιοι «πονηροί» επωφελούνται από τις άσπρο-μαύρο αντιθέσεις και κινούμενοι ευέλικτα στη γκάμα του γκρίζου κερδίζουν σε όλα τα ταμπλό.
Κάθε πολιτικός σχηματισμός που αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, είτε λόγω συμπλέγματος δημοκρατικοφάνειας είτε λόγω πολιτικής υποκρισίας, θέλει να δείξει ένα πρόσωπο συναινετικό.
Προς αρωγήν αυτής της προσπάθειας προστρέχουν οι «ενδιάμεσοι» οι οποίοι πλαισιώνουν μια στη ΝΔ, μια στο ΠΑΣΟΚ παρέχουν βραχυπρόθεσμα οφέλη σε όλους, αλλά κυρίως αποφέρουν μόνιμα κέρδη και γενική ασυλία σ’ εαυτούς και στις οικογένειές τους.
Η παραπάνω διαπίστωση δεν αποκλείει, βέβαια, την ύπαρξη ανθρώπων «μεσαίων», νηφάλιων ή κεντρώων, οι οποίοι δεν θέλουν να αναμειχθούν σε «αδελφοσκοτωμούς».
Αυτοί όμως, δεν κερδοσκοπούν από τις αντιθέσεις. Ούτε αλλάζουν ιδεολογία ταυτόχρονα με την εναλλαγή των κυβερνήσεων.
Αυτοί, χρειάζονται για να μας δείχνουν το μέτρο της αλήθειας, ενώ οι άλλοι, οι «ενδιάμεσοι», το μόνο που μας δείχνουν είναι το άμετρο της απληστίας τους.
Σε κάθε περίπτωση, η αυτό-κάθαρση υπό την Ύβρι της παντογνωσίας και της αλαζονείας έχει μεγαλύτερη σημασία από τις οποιεσδήποτε εξαγγελίες. Άλλωστε, κατά τη γνώμη μου, η μόνη σοβαρή εξαγγελία σήμερα είναι η ρύθμιση.
Πρώτα θα γίνουμε σοβαροί πολίτες με σοβαρό κράτος και σοβαρούς (=σταθερούς) θεσμούς –που όλου θα σεβόμαστε- και ύστερα θα μεταρρυθμίσουμε ό,τι δε λειτούργησε. Δεν είναι δυνατό ν’ αρχίσουμε ανάποδα.
Εκτός αν ανάποδα στέκουν πια και τα οράματά μας.
Υ.Γ Αν διαβάσετε προσεκτικά πολλές από τις Διακηρύξεις Αρχών(;) Αρχηγών(;) που κυκλοφορούν τελευταία, θα διαπιστώσετε του λόγου του αληθλές.
*Ο Γιάννης Πανούσης είναι καθηγητής Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

ΠΟΙΑ ΠΑΙΔΕΙΑ;

Του Σταύρου Κουμπιά

Μια κοινωνία που ζει με τραυματικό και βίαιο τρόπο το τέλος μιας εποχής “εικονικής ειδυλλιακής πραγματικότητας”, η οποία πέρασε ανεπιστρεπτί, ψάχνει απεγνωσμένα στηρίγματα για να αντέξει. Έγραφα στην aixmi.gr πριν λίγο καιρό:
“…(υποκριτικές) κραυγές (μεγαλόσχημων κάθε είδους και απόχρωσης που προσπαθούν να κρύψουν ευθύνες τραγικών επιλογών) και ψίθυροι (ανθρώπων που προσπαθούν να μιλήσουν χαμηλόφωνα και ορθολογικά), σε μια ζαλισμένη και παραπλανημένη κοινωνία που ψάχνεται… που ψάχνει για το αυτονόητο, για την αλήθεια των πραγμάτων, την ελπίδα… ψάχνει γι’ αυτούς που θα μπορούν να πουν με ειλικρίνεια «έκανα λάθος», και αναρωτιέται γι’ αυτούς που λένε «άσε με να κάνω λάθος». Μια κοινωνία που κουράστηκε πια από τους «σοφούς», τους «δυνατούς» όλων των ειδών, τους «αδιάφθορους», μια κοινωνία που ανακάλυψε ξαφνικά ότι οι νέοι της θα ζήσουν χειρότερα από τους παλαιότερους. Μια κοινωνία που πορεύεται σήμερα μέσα από «κομμάτια και θρύψαλα» και ψάχνει πια μέσα στις κραυγές και τους ψιθύρους την αλήθεια και τα ψέματα…”
Πιστεύω βαθειά ότι ένα από τα στηρίγματα που (πρέπει) να αποτελεί πια ένα πολύτιμο ζητούμενο, είναι η Παιδεία. Αυτό, δυστυχώς, δεν είναι αυτονόητο και δεν αποτελεί επανάληψη μιας ήδη γενικά αποδεκτής διαπίστωσης. Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πάει καιρός που το αίτημα για (ουσιαστική) Παιδεία στη χώρα μας έχει υποχωρήσει δραματικά, με αποτέλεσμα αυτό το έλλειμμα παιδείας να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αιτίες της σημερινής κρίσης.
Πράγματι, για ποια Παιδεία μπορούμε να μιλάμε σήμερα όταν,
  • η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη είναι ζητούμενα, η αξιοκρατία αντικαθίσταται από τις ‘οριζόντιες’ ρυθμίσεις και οι αριθμοί αντικαθιστούν τους ανθρώπους;
  • ενώ ζητού(σα)με από τους νέους να κάνουν το καλύτερο, τους κληροδοτούμε το μέλλον της ανεργίας, της αναγκαστικής μετανάστευσης, της γενικευμένης παρακμής, της αδικίας,
  • · μέχρι χθες(;) το κριτήριο της επιτυχίας (;) του αποδεκτού κοινωνικού μοντέλου ήταν το “πόσα βγάζεις” (ανεξάρτητα από τον τρόπο);
  • σκόπιμα ψεύδη, τυχοδιωκτισμοί και λαϊκισμός (κάθε χρώματος) είναι ακόμα στην ημερήσια διάταξη;
  • ο ορθολογισμός έχει δώσει προ πολλού τη θέση του στο ‘δίκιο’ του … (όποιου) ισχυρού (οικονομικά, ιδεολογικά, κομματικά) και όταν η ποικιλώνυμη βία επικρατεί της λογικής και συχνά ‘απο-ενοχοποιείται’;
(όποια) ‘πεφωτισμένη’ και ‘ισχυρή’ μειοψηφία αδιαφορεί για την άποψη της πλειοψηφίας και όταν η ‘άλλη’ άποψη και το ‘διαφορετικό’ ενοχοποιείται και στοχοποιείται;
  • δεν έχει σημασία τι λέγεται, αλλά από ποιον λέγεται και όταν αυτός που “μιλά” δεν “ακούει” (ιδιαίτερα τους νέους) γιατί έχει “πάντα δίκιο, κατέχοντας την απόλυτη αλήθεια”;
  • στην παρακμιακή κοινωνία του άσπρου-μαύρου είναι συχνά πιο βολική μια εύκολη και χωρίς πολλά–πολλά καταδίκη, αντί μιας βασανιστικής και επεξεργασμένης εκτίμησης και κατανόησης των αιτίων του προβλήματος;
  • δεν υπάρχε δικαίωμα στο λάθος (τουλάχιστον γι’ αυτούς που το δικαιούνται);
  • η λέξη ‘συναίνεση’ τείνει να διαγραφεί από το λεξικό;
  • · ο συναγωνισμός έχει αντικατασταθεί από τον ανταγωνισμό;
  • τα ζητήματα του Πολιτισμού είναι δεύτερης και τρίτης προτεραιότητας;
  • στο δημόσιο (και όχι μόνο) λόγο κακοποιείται βάναυσα η ελληνική γλώσσα;
  • δεν μπορεί, ούτε σαν ψέλλισμα, να ειπωθεί η λέξη «συγγνώμη»;
  • η Εκπαίδευση συχνά αντιμετωπίζεται σαν ‘αγοραίο’ προϊόν και πεδίο σκληρότατων κομματικών, κοινωνικών αλλά και προσωπικών συγκρούσεων, πάντα με θύμα και λάφυρο τους νέους;
Μπορεί οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα να μας οδηγήσουν σε αναγνώριση των λαθών μας και επομένως σε επιλογές που θα έχουν σαν αποτέλεσμα να αλλάξουμε κατεύθυνση για μην ‘σπαταλήσουμε’ και άλλη γενιά, όπως αυτήν που σήμερα έχουμε οδηγήσει στην απογοήτευση, στη δραματική έλλειψη προοπτικών στην εργασία και στη ζωή, στην ανασφάλεια, στην αγωνία της φτώχειας, της περιθωριοποίησης, της κάθε είδους ματαίωσης;
Μιλώντας ειδικά για το Πανεπιστήμιο και το μερίδιο της συμβολής του για την αναβάθμιση της Παιδείας μας, πρέπει πρώτα να δούμε κατάματα και ξεκάθαρα την κατάσταση.
Από τη μία, το Πανεπιστήμιο δέχεται καιρό τώρα κακόβουλες, αβάσιμες και μηδενιστικές επιθέσεις από συγκεκριμένες και ποικίλες κατευθύνσεις (με κομματικές, οικονομικές, ιδεολογικές, αλλά και προσωπικές σκοπιμότητες), συχνά με κύριο σκοπό την κηδεμονία και την χειραγώγησή του, πολλές φορές χωρίς να του αναγνωρίζεται τίποτα θετικό στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο του, παρότι -οι επιδόσεις ορισμένων Ελληνικών Πανεπιστημίων αναγνωρίζονται διεθνώς. Μάλιστα, πολλοί (και ίσως οι πιο σκληροί) από τους επικριτές του Πανεπιστημίου ανήκουν σε πολιτικές και άλλες δυνάμεις που με τον ένα ή άλλο τρόπο προσπάθησαν (και σε πολλές περιπτώσεις πέτυχαν) ακριβώς αυτήν την οικονομική και ιδεολογική χειραγώγηση του Πανεπιστημίου με βλαπτικές, άκαμπες, γραφειοκρατικές και πρόχειρες θεσμικές επεμβάσεις, με τη χρόνια υποχρηματοδότησή του, αλλά και με ιδεοληψίες, στερεότυπα, δόγματα και άρνηση των αποδεδειγμένα καλών πρακτικών διεθνώς.
Από την άλλη, πρέπει να παραδεχθούμε ότι στο Πανεπιστήμιο (στο οποίο προφανώς προβάλλονται και, μάλιστα, με παραμορφωτικό ‘φακό’ όλες οι στρεβλώσεις και οι συγκρούσεις της ελληνικής κοινωνίας) υπάρχει ακόμα έλλειμμα αποδοχής ορισμένων βασικών και αυτονόητων προϋποθέσεων για έναν ακαδημαϊκό χώρο που πρέπει να πρωτοπορεί, όπως η αυτοδιοίκηση, η διασφάλιση της εύρυθμης και δημοκρατικής λειτουργίας, η αξιολόγηση και η συνεχής κοινωνική λογοδοσία, η γόνιμη αντιπαράθεση με επιχειρήματα και επιστημονικά τεκμηριωμένο λόγο, η αναγνώριση της αριστείας, η αποφυγή εκδικητικών συμπεριφορών, η απόλυτη άρνηση και καταδίκη των όποιων φαινομένων βίας.
Τώρα όμως, τη στιγμή της κρίσης, κύρια ευθύνη της ακαδημαϊκής κοινότητας πρέπει να είναι η επιδίωξη δημιουργίας ενός περιβάλλοντος χρηστής διοίκησης και διαφάνειας με σεβασμό στους θεσμούς και στην κοινωνία, εξασφάλισης της δημοκρατικής λειτουργίας και της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αξιοκρατίας και λογοδοσίας, αυτοδιοίκησης χωρίς κομματικά ή άλλα δεσμά, ισχυρής διεκδίκησης οικονομικών και θεσμικών αιτημάτων με τεκμηριωμένα επιχειρήματα, ευαισθησίας (παιδαγωγικής και ανθρώπινης) στην αντιμετώπιση των νέων, απόκρουσης των σκόπιμων προκλήσεων που με δόλιο τρόπο διεγείρουν σε πράξεις (οποιαδήποτε μορφής) βίας, γενναίας εξωστρέφειας τόσο προς το διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον όσο και προς την Ελληνική Κοινωνία, η οποία πρέπει να γεύεται τα υλικά και άϋλα αποτελέσματα της εκπαίδευσης και έρευνας που η ίδια χρηματοδοτεί. Ισχυρές δυνάμεις στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο (ανεξαρτήτως ιδεολογικών αφετηριών) πιστεύουν ότι αυτό μπορεί να αποφασίζει για τα του οίκου του, λογοδοτώντας συνεχώς, υπηρετώντας και καθοδηγώντας την κοινωνία.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο, ανοιχτό κυριολεκτικά και μεταφορικά, παραδειγματιζόμενο από τις αποδεδειγμένα καλές ακαδημαϊκές πρακτικές διεθνώς, ‘ανήσυχο’ ιδεολογικά και επιστημονικά, εξωστρεφές, τολμηρό και διεκδικητικό, μπορεί να ενεργοποιήσει πλήρως τις μεγάλες επιστημονικές δυνάμεις που διαθέτει (σε πείσμα όσων υποστηρίζουν το αντίθετο), ώστε να εφοδιάσει τις νέες και τους νέους μας με τις στέρεες, υψηλής ποιότητας γνώσεις, δεξιότητες αλλά και αρχές που θα τους επιτρέψουν, μέσα στο σκληρό μέλλον που τους επιφυλάξαμε, να ελπίζουν στη ζωή τους, να βοηθήσουν τους εαυτούς τους και την πατρίδα.
Θα ήταν ευχής έργον, η αρχή για την αναβάθμιση της Παιδείας να γίνει από όσους συμμετείχαν μετά τη Μεταπολίτευση στο δύσκολο αλλά υπέροχο ‘παιχνίδι’ της Εκπαίδευσης στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια, οι οποίοι πρέπει πρώτοι, τώρα, με ψυχραιμία και ευθύνη να κοιτάξουν πίσω, να (επαν)εκτιμήσουν με νηφαλιότητα την πορεία τους, να αναγνωρίσουν τα πιθανά λάθη τους (ο καθένας τα γνωρίζει καλά και ας μην τα ομολογεί), να διδαχθούν από αυτά, και να ζητήσουν, αν πρέπει, συγγνώμη.
Ας δώσουν αυτοί το παράδειγμα, ας μιλήσουν και ας ενεργήσουν ως πνευματικοί άνθρωποι και διανοούμενοι, ας εμπνεύσουν τους νέους, όπως κάποτε που ο Δάσκαλος ήταν το παράδειγμα και η πρωτοπορία.
Το οφείλουμε στους νέους και τις νέες με τους οποίους χρόνια συνυπήρξαμε σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι της Εκπαίδευσης, αλλά και σ’ αυτούς με τους οποίους θα βρεθούμε στο μέλλον μαζί. Αυτούς, δηλαδή, που πρέπει να κατανοούμε και να υπηρετούμε.
*Ο Σταύρος Κουμπιάς είναι καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών και πρώην Πρύτανης.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ!

Γράφει η Έφη Χ. Μαυροπούλου
 
“Από τις απαρχές του χρόνου δύο φλόγες πυρπολούν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη: η φλόγα της οργής ενάντια στην αδικία και η φλόγα της ελπίδας ότι μπορούμε να χτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο”. Τόνι Μπεν βετεράνος Βρετανός πολιτικός.
Κι αν η αδικία πυροδότησε για τα καλά τη φλόγα της οργής κυριεύοντας την ελληνική κοινωνία, με εγκληματικές ενέργειες σε όλα τα επίπεδα, τρομοκρατικές επιθέσεις, ομηρίες από απολυμένους ανέργους, ανοίκειες επιθέσεις σε καλλιτέχνες, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη φλόγα της ελπίδας.
Η κοινωνία βρίσκεται διαιρεμένη και διχασμένη ανάμεσα σε μνημονιακούς-αντιμνημονιακούς, ευρωπαϊστές και μη, εργαζόμενους-ανέργους και τόσα άλλα. Όμως, μπορεί μια κοινωνία να συνεχίσει να ζει έτσι; Mπορεί μια κοινωνία να ζει με θυμό, με οργή, με απελπισία, με μίσος, χωρίς ελπίδα; Πως μπορούμε να ζήσουμε και να προχωρήσουμε μέσα σε μια κοινωνία που φωνασκεί, αντιδρά βίαια και καταστρέφει, χωρίς να δημιουργεί; Ο φόβος, η ανασφάλεια, η μετάθεση ευθυνών, η έλλειψη αυτογνωσίας, οι συνωμοσιολογικές θεωρίες ότι όλοι οι κακοί μισούν τους καλούς Έλληνες και η πολιτική του λαϊκισμού, που για πολλά χρόνια βάσισε την επιτυχία της στο φόβο από τη μια και στο χάϊδεμα των αυτιών από την άλλη, δημιούργησαν έναν “ανήλικο” λαό και κυρίως, ένα εκρηκτικό μείγμα με ανεξέλεγκτα αποτελέσματα.
Φτάνει πια, με τις εκκωφαντικές φωνές του λαϊκισμού και τις άναρθρες κραυγές της οργής. Η εποχή επιτάσει μείωση του λαϊκισμού, που αποτελεί μια θυμώδη μορφή ελλείψεως αυτοπεποιθήσεως, με κυρίαρχη την οργουελική πεποίθηση της ελληνικής ηγεσίας, ότι για όλα φταίνε οι άλλοι. Ο ρόλος του ηγέτη, θα μπορούσε να είναι ζωντανό παράδειγμα υπέρβασης του ελλείμματος αυτοπεποίθησης και να λειτουργήσει παραδειγματικά. Οι άνθρωποι χρειάζονται ένα όραμα, να τεθούν θετικοί στόχοι, που θα μπορούσαν να γίνουν κατανοητοί και να υλοποιηθούν από την πλειονότητα. Οι άνθρωποι χρειάζονται κάτι, που αξίζει τον κόπο να πραγματοποιηθεί.
Φτάνει με την απελπισία και τη μιζέρια. Πρέπει να κάνουμε την υπέρβαση, που θα μας οδηγήσει στην αυτοπεποίθηση και στην αυτογνωσία.. Η βεβαιότητα της επίπλαστης επιτυχίας, η αυτοπεποίθηση της ήσσονος προσπάθειας, μας οδήγησαν σε αδράνεια, εφήμερη ευτυχία και όταν τα σαθρά θεμέλια αυτού του οικοδομήματος κατέρρευσαν φάνηκε πόσο “γυμνοί” και αδύναμοι είμαστε. Ας μην αφήνουμε άλλο την αβεβαιότητα να μετεξελίσεται σε απόγνωση και φόβο. Η σημερινή κατάσταση φοβίζει αλλά από την άλλη είναι αυτή που μπορεί να κινητοποιήσει υγιείς δυνάμεις, να επανακαθορίσει, να εξελιχθεί, για να μετατραπεί σε ελπίδα και δύναμη, σε δράση και δημιουργία.Η κοινωνία πρέπει να ανακαλύψει τη συνοχή της για να προχωρήσει δημιουργικά. Ας ανακαλύψουμε εναλλακτικούς και ουσιαστικούς τρόπους διαβίωσης.
Κι όμως, η φλόγα της ελπίδας έχει αρχίσει να φαίνεται. Άνθρωποι κάθε ηλικίας συστρατεύονται απέναντι, σε αστέγους σε άπορους, δείχνοντας, αν μη τι άλλο, ότι στο κόσμο της διαφθοράς και της εγκληματικότητας υπάρχει και ένα άλλο πρόσωπο ελπιδοφόρο και αισιόδοξο για το μέλλον, αυτό της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, του ανθρωπισμού. Το κίνημα της Κατερίνης, (παρά τις ακατανόητες αντιδράσεις του Κ.Κ.Ε.) αποτελεί την πρώτη σοβαρή διαρθρωτική αλλαγή. Κατάφερε να καταργήσει τους μεσάζοντες και απέδειξε ότι όταν οι πολλοί γίνουν ένα με αυτοπεποίθηση και δημιουργική διάθεση μπορούν, να κάνουν θαύματα και τελικά, να καταφέρουν αυτό που δε κατάφερε καμιά Κυβέρνηση τόσα χρόνια.
Γι αυτό λοιπόν, έχουμε δικαίωμα να επανακαθορίσουμε την ελπίδα γιατί υπάρχει ΕΛΠΙΔΑ! Η Ελλάδα έχει ένα ένδοξο παρελθόν αλλά μπορεί να έχει και ένα ελπιδοφόρο μέλλον.
* Από την ομότιτλη συλλογή διηγημάτων του Αντώνη Σαμαράκη