Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

ΣΕ "ΒΡΩΜΙΚΗ" ΟΜΗΡΙΑ Η ΧΩΡΑ...

Της Zέζας Ζήκου
Το οικονομικό μέλλον της χώρας έχει διαβρωθεί από το εφιαλτικό χρέος. Ας μην ξεχνάμε ότι το μέλλον είναι μεγαλύτερο από το παρόν και ότι η αποπληρωμή των χρεών έχει βαρύτατο κόστος. Πρέπει να κερδηθεί μέσω σκληρών δημοσιονομικών και εργασιακών πολιτικών, από τις οποίες υποφέρουν πρωτίστως τα αδύναμα νοικοκυριά. Η ελληνική κοινωνία έχει ήδη πικρά αντιληφθεί ότι δεν αρκεί η λογική των θυσιών για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Προφανώς, οι χρεωμένες χώρες χάνουν το δικαίωμα επιλογής για το οικονομικό μέλλον τους. Το περίσσευμά τους δεσμεύεται στο εξωτερικό σαν φόρος οικονομικής υποτέλειας. Και οι δημοκρατικά εκλεγμένοι πολιτικοί εκχωρούν την άσκηση πολιτικής στους «κεντρικούς σχεδιαστές» του σημερινού κόσμου των Βρυξελλών, του Βερολίνου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΔΝΤ. Πολύ περισσότερο όταν μια χώρα και οι κυβερνήσεις της έχουν τεράστιο έλλειμμα οικονομικής διπλωματίας.
Οι πρώην και... οι επόμενες κυβερνήσεις έχουν κληροδοτήσει στον ελληνικό λαό τη «βρώμικη» ομηρία της κυριολεκτικής εξάρτησης της οικονομίας από τους ξένους πιστωτές. Μια εξάρτηση που μεγεθύνεται εφιαλτικά. Η μόνη σοβαρή προσπάθεια για συμμάζεμα έγινε από τον Αλέκο Παπαδόπουλο επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου (1993 - 95). Το πότε θα χρεοκοπήσει και τυπικά μια χώρα που εκχωρεί συνεχώς περιουσιακά της στοιχεία από τους πολίτες της στους δανειστές της είναι, φυσικά, θέμα χρόνου. Γι’ αυτό ακριβώς πιέζονται οι χρεωμένες χώρες για περισσότερες «μεταρρυθμίσεις».
Οι χώρες πτωχεύουν βαθμιαία, με το να δανείζονται τόσο πολλά χρήματα ώστε οι πιστωτές να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητά τους να αποπληρώσουν το χρέος. Κατόπιν, πτωχεύουν ξαφνικά, όταν οι πιστωτές παύουν να τις δανείζουν. Αυτό έχει συμβεί σε κάμποσα έθνη του Tρίτου Kόσμου και εξαιτίας του γεγονότος ότι ήταν αναγκασμένα να δανείζονται σε δολάρια. Καθώς το νόμισμά τους έχανε την εμπιστοσύνη των παγκόσμιων αγορών, κατέρρεε η αξία του έναντι του δολαρίου. Αλλά έτσι αυξανόταν το βάρος του πραγματικού τους χρέους.
Ομως, χρεοκοπία χώρας-μέλους της ΟΝΕ και με εθνικό νόμισμα το ευρώ αποτελεί έγκλημα του 21ου αιώνα. Τέτοια χρεοκοπία δεν θα μπορούσε να συμβεί σε ένα κράτος που είναι στην Οικονομική Ενωση του ευρώ, απλούστατα διότι το κοινό νόμισμα δεν είναι εθνικό για να μπορεί μια χώρα να το υποτιμήσει ούτε υπάρχει μηχανισμός αποχώρησης ή εκδίωξης αν η οικονομία της έχει πρόβλημα, ακόμη και σοβαρό. Τι εγκληματική αυταπάτη!
Μολονότι κανένας ηγέτης στον κόσμο δεν θα βύθιζε εκουσίως τη χώρα του στην οικονομική καταστροφή, δεν λειτουργούν έτσι οι αγορές που είναι καθαρά ιδιοτελείς. Η «κίβδηλη ανάπτυξη» έχει οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση την οικονομία και σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Αν το 2004 η Αθήνα ήταν ένα αργό τρένο, του οποίου τα βαγόνια καταστράφηκαν το ένα μετά το άλλο, από τον Οκτώβριο του 2009 ήταν μια υπερταχεία που οδεύει προς την καταστροφή.
Η Ελλάδα βρίσκεται παγιδευμένη στο τρίγωνο του διαβόλου: δημόσιο έλλειμμα, δημόσιο χρέος και έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών, σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα – ιδού, το «ελληνικό παράδοξο». Και η διεθνής αξιοπιστία της χώρας έχει διασυρθεί. Στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες είναι ανύπαρκτη. Τους «δουλέψαμε» το 2004 με την πλαστή απογραφή, μπήκαμε στην «επιτήρηση», βγήκαμε από την «επιτήρηση» το 2007 με ψεύτικα (όπως αποδείχθηκε) στοιχεία, αλλάξαμε το έλλειμμα του 2008 πέντε φορές, κρύβαμε το έλλειμμα μέχρι τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 και μετά τα σαΐνια του Παπανδρέου το εμφάνισαν διπλάσιο. Και ήρθε το Μνημόνιο, πριν από ένα χρόνο, και μετά το χάος του χρέους... «Η Ελλάδα, αργά ή γρήγορα, θα ζητήσει αναδιάρθρωση του χρέους της, όπως κομψά αποκαλείται η ομολογία ενός κράτους ότι αδυνατεί να αποπληρώσει τους πιστωτές του». Το έχω γράψει, δυστυχώς, άπειρες φορές και... επιβεβαιώνεται.
Θεωρείται, βέβαια, σίγουρο πως «κάποτε» η οικονομία θα επανέλθει στην «ομαλότητα της αέναης ανόδου». Αλλά στο μέτρο ακριβώς που θα πρέπει να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι η «ανάγκη» είναι πρακτικά ανέφικτο να θίξει όλους τους πολίτες ισομερώς και «κατ’ αναλογίαν των δυνάμεών τους». Συνταγές - πανάκεια για την άμεση αντιμετώπιση της (εξ υποθέσεως προσωρινής αλλά συχνά καταλυτικής) οικονομικής καταστροφής δεν φαίνεται να διατίθενται. Τα πολλά θύματα δεν έχουν παρά να προσβλέπουν σε ένα καλύτερο απόμακρο μέλλον, αλλά παράλληλα θα πρέπει να σταματήσουν να δείχνουν την ιώβειο υπομονή που αρμόζει στην ανημποριά τους.



Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΡΙΕΡΕΣ.

Του Κώστα Λογαρά, ΒΗΜΑ, 26.4.11

Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, ο πολιτικός κόσμος στη συντριπτική του πλειονότητα υιοθέτησε όχι μόνο την ορολογία τού οπαδού, αλλά κυρίως τη διαστροφική του τακτική : τη θυμηδία ως απάντηση, την ειρωνεία που τσακίζει τον αντίπαλο, τον παραπειστικό λόγο που αποπροσανατολίζει. Τα κλισέ της γηπεδικής κουλτούρας αντιγράφτηκαν και εφαρμόστηκαν κατά γράμμα μέσα κι έξω απ’ το Κοινοβούλιο. Και ναι μεν ο παραλογικός συλλογισμός μπορεί να είναι ο ενδεδειγμένος για τα πολεμικά πλέον ήθη του γηπέδου, αλλά όχι για την πολιτική. Η θυμική χρήση της γλώσσας καταλύοντας τη λογική, ακυρώνει κάθε δυνατότητα συνεννόησης και συνδιαλλαγής. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν που η κοινή τους γλώσσα έχει παραγάγει συμπεριφορές κοινές στους δύο χώρους - - του γηπέδου και της πολιτικής :

Και οι δυο τους εφευρίσκουν τρόπους απαξίωσης του αντιπάλου. Η λογική τους εξαντλείται στην κατασκευή μιας παρελκυστικής επιχειρηματολογίας, όχι στην ανίχνευση της ίδιας της αλήθειας. Ο σαρκασμός που ταπεινώνει, η ατάκα που αποστομώνει είναι τα γνωρίσματα εξίσου της πολιτικής και της γηπεδικής γλώσσας. «Δεν είχαμε τη δυνατότητα να ευθυμήσουμε και μας την έδωσε ο Παναθηναϊκός με το DVD», ήταν η χλευαστική απάντηση του Ολυμπιακού για τα έκτροπα. «Έχει ταλέντο στα σενάρια», θα πει καγχαστικά ο Πατέρας για τον Μπέο, ενώ αυτός θα τον καταγγείλει ως «υποκλοπέα». Ποτέ οι αντεγκλήσεις τους δεν αφορούν στο θέμα καθαυτό, όλες αποσκοπούν στην απαξίωση του άλλου.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, ο πολιτικός κόσμος στη συντριπτική του πλειονότητα υιοθέτησε όχι μόνο την ορολογία τού οπαδού, αλλά κυρίως τη διαστροφική του τακτική : τη θυμηδία ως απάντηση, την ειρωνεία που τσακίζει τον αντίπαλο, τον παραπειστικό λόγο που αποπροσανατολίζει. Τα κλισέ της γηπεδικής κουλτούρας αντιγράφτηκαν και εφαρμόστηκαν κατά γράμμα μέσα κι έξω απ’ το Κοινοβούλιο.
Και ναι μεν ο παραλογικός συλλογισμός μπορεί να είναι ο ενδεδειγμένος για τα πολεμικά πλέον ήθη του γηπέδου, αλλά όχι για την πολιτική. Η θυμική χρήση της γλώσσας καταλύοντας τη λογική, ακυρώνει κάθε δυνατότητα συνεννόησης και συνδιαλλαγής. Δεν είναι παράδοξο λοιπόν που η κοινή τους γλώσσα έχει παραγάγει συμπεριφορές κοινές στους δύο χώρους - - του γηπέδου και της πολιτικής :
Η δήλωση βουλευτή που μετά την ήττα της παράταξής του στις δημοτικές εκλογές υποστηρίζει με αδιανόητη μικροψυχία: «Δεν μας νοιάζει τι θα κάνουνε αυτοί στην πόλη. Αφού δεν νικήσαμε εμείς, γιατί να μας νοιάξει;» θα μπορούσε να είναι δήλωση χουλιγκάνου οπαδού μετά την ήττα της ομάδας του και τον αποκλεισμό της απ’ την Ευρωλίγκα. Και οι δυο αδιαφορώντας για το μείζον, εστιάζουν αποκλειστικά στο έλασσον.
Είναι νοητικά ανίκανοι να εννοήσουν – και τώρα, ακόμα - - πόσο υπονομεύουνε το χώρο τους (τον αθλητικό οι μεν, τη χώρα τους οι δε) · να συνειδητοποιήσουν τη μοιραία τακτική που απομακρύνει τον πολίτη από τις άγονες αναμετρήσεις τους, τις ποδοσφαιρικές και τις πολιτικές.
Εξάλλου, ένας κολλημένος οπαδός (όσο κι ο αντίστοιχος πολιτικός) απορρίπτει εκ των προτέρων την όποια άποψη του «φυσικού» του αντιπάλου. Μόνο και μόνο γιατί προέρχεται απ’ αυτόν· βαφτίζοντας, ωστόσο, και οι δυο την υστερική τους εμμονή σε «ιδεολογία». Σκοπίμως, βέβαια. Γιατί πάνω σ’ αυτόν τον αυτισμό και την κατ’ επάγγελμα αντιπαλότητα χτίστηκαν καριέρες κι αποκτήθηκαν αμύθητες περιουσίες, τόσο στο χώρο της πολιτικής όσο και του ποδοσφαίρου.
Κι ακόμα, με τον ίδιο τρόπο που η κάθε αγωνιστική γίνεται αφορμή να ξεχαστούν τα έκτροπα της περασμένης εβδομάδας, έτσι ακριβώς η κάθε επόμενη Βουλή διαγράφει τα σκάνδαλα και τις ευθύνες της προηγουμένης.
Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν καλλιεργήθηκε ο πολιτικός λόγος (πλην φωτεινών εξαιρέσεων), δεκαετίες τώρα. Μ’ αυτήν τη γλώσσα γαλουχήθηκε κι αυτήν χρησιμοποίησε στην πλειονότητά του ο κόσμος της πολιτικής. Γι’ αυτό και δεν κατάφερε να την πάει παραπέρα. Η πτώχευση της χώρας τους είναι απόρροια της γλωσσικής τους πτώχευσης. Τώρα όμως πρέπει να μάθουν να μιλούν μιαν άλλη γλώσσα. Άραγε μπορούν; Προς το παρόν, δεν έχουν αρχίσει να ψελλίζουν καν.

Αναδημοσίευση από την Πολιτική Επιθεώρηση.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ.

Του Κώστα Γιαννακίδη

Για το επίσημο ελληνικό κράτος, ο Κύριος δίνει φωτιά στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου, προκειμένου το Αγιο Φως να μεταφερθεί στην Ελλάδα. Είναι άγνωστο αν θα άναβε τις λαμπάδες και του καθολικού επισκόπου. Το πιθανότερο είναι πως δεν θα το έκανε. Ο Κύριος μεταλαμπαδεύει το Φως στον ελληνορθόδοξο πατριάρχη, ακόμα και αν πρόκειται για απατεώνα του κοινού ποινικού δικαίου που συμπράττει με τον Βαβύλη. Ομοίως το ελληνορθόδοξο ποίμνιο αποδέχεται με χαρά το προνόμιο και στέλνει, δια της κυβερνήσεως του, αεροπλάνο να παραλάβει το Φως. Καλά κάνει η κυβέρνηση. Εκλέγεται για να υπηρετεί τον λαό και μέσα στις υποχρεώσεις της είναι η διατήρηση των εθίμων και των παραδόσεων.
Φέτος στα Ιεροσόλυμα μετέβη ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Δ. Δόλλης. Παραλαμβάνοντας το Φως από τον πατριάρχη, δήλωσε: «Για άλλη μία φορά εφέτος στον Πανάγιο αυτό χώρο η πίστη όλων των χριστιανών ανταμείφθηκε και πάλι με την ευλογία του Κυρίου». Αυτή η δήλωση θα εθεωρείτο υπερβολική ακόμα και για μέλος της κυβέρνησης G. W. Bush- δεν είναι και λίγο ολόκληρος υφυπουργός να δηλώνει ότι ο Θεός δίνει μπόνους στους πιστούς του. Για τα ελληνικά μέτρα είναι μία συνηθισμένη δήλωση. Και εντάσσεται μια χαρά στο κάδρο με τα κούφια λόγια που εκστομίζονται ως ευχές.
Η Ελλάδα πρέπει να είναι η μοναδική χώρα του δυτικού κόσμου όπου ο δημόσιος θεσμικός λόγος αναζητεί πολιτικούς συμβολισμούς μέσα σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Και μάλιστα όσοι εκφέρουν αυτόν τον λόγο είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως: δεκαετίες τώρα βλέπουν στην Ανάσταση του Ιησού την αναγέννηση της πατρίδας. Ομως ο τόπος κατέρχεται προς τον Αδη, λες και θέλει να προλάβει τον Κύριο να του πει να μη σηκώνεται άδικα.
Για άλλη μια χρονιά τα έδεσαν σαν πλεξούδες πασχαλινού τσουρεκιού. Η σημειολογία της Ανάστασης ράβεται πάνω στον ελληνισμό, ο οποίος, εννοείται, έχει αστείρευτες δυνάμεις, όπως μας είπε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο πρωθυπουργός παρατήρησε τοκετό: η Ελλάδα ξαναγεννιέται, είπε. Κοινώς ο ελληνισμός κάνει Πάσχα, αλλά η χώρα Χριστούγεννα. Και ο Αντώνης Σαμαράς επένδυσε την ελπίδα με κάτι σαν ποίηση: ««Ο θρίαμβος της Ανάστασης φέρνει την ελπίδα που δεν είναι γραμμένη πάνω στην άμμο ή στον αέρα, αλλά είναι δεμένη στο στέρεο βράχο του ρεαλισμού, της αυτοπεποίθησης και της ευθύνης.» Στην άμμο και στον αέρα. Σαν στίχος σε τραγούδι του Ρέμου.
Αν το δείτε εντελώς ψυχρά και τεχνικά θα πείτε ότι λένε ψέματα. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Παίζουν το επικοινωνιακό παιχνίδι όπως το έμαθαν, λένε στους ανθρώπους αυτά που θέλουν να ακούσουν. Δεν ξέρω πως θα αισθανόταν ο Αντώνης Σαμαράς αν κάποιος του έλεγε για την ελπίδα που είναι δεμένη σε βράχο. Δεν ξέρω αν ο πρωθυπουργός συγκρατούσε το γέλιο του αν άκουγε ότι τώρα η Ελλάδα ξαναγεννιέται. Επίσης αγνοώ αν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας πιστεύει ότι μόνο ο ελληνισμός έχει αστείρευτες δυνάμεις ή υπάρχουν και άλλοι λαοί με αντίστοιχες δυνατότητες ή, έστω, ελαφρώς μικρότερες ή μεγαλύτερες. Το βέβαιο είναι πως η Ελλάδα είναι ένας τόπος που αυτήν την εποχή σκοτώνει τις ελπίδες και γελοιοποιεί τις ευχές.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

ΓΟΛΓΟΘΑΣ.

Του Δημήτρη Δανίκα

Ο Γολγοθάς είναι ο μοχλός της Ιστορίας. Από την πρώτη ύπαρξη του ανθρώπινου «είδους» μέχρι σήμερα. Κινητήρια δύναμη η διαλεκτική στην σχέση του παντοδύναμου με τον ανίσχυρο. Της δυνατής εξουσίας με την αδύνατη και ανοχύρωτη. Του αχόρταγου καπιταλισμού με την δική μας την μισοτριτοκοσμική Οικονομία. Ο ανταγωνισμός που επί των ημερών μας καθαγιάστηκε ως υπέρτατη αξία, είναι τα δόντια του κάθε μικρού, μεσαίου και μεγάλου καρχαρία. Η μυθολογία του Χριστιανισμού συμπυκνώνει σχηματικά αυτή την πανανθρώπινη πορεία. Όποιος δεν το καταλαβαίνει δεν ξέρει που πατάει και που πηγαίνει. Ολόκληρος ο πολιτισμός, κάθε κεφάλαιό του, κάθε στιγμή του, κάθε σημείο του πλανήτη που εξέθρεψε μια ανώτερη σπίθα, κολυμπάει στο αίμα.
Το μεγαλείο της αρχαίας Αθήνας μετέτρεψε όλες τις αποικίες της σε στάχτες και αποκαΐδια. Ακόμα χειρότερα με τους Ρωμαίους. Τρισχειρότερα με τους Ισπανούς Κονκισταδόρες και τους Άγγλους αποικιοκράτες. Με τις πυρηνικές κεφαλές οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές. Με τουλάχιστον δέκα εκατομμύρια ψυχές στα Γκούλαγκ και άλλους τόσους εκτελεσμένους ο Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς Στάλιν ξεκόλλησε την Ρωσία από το Μεσαιωνικό τέλμα. Κάθε βήμα προς την Ιστορία πληρώνεται με άφθονο αίμα.
Το ίδιο συμβαίνει και με την σημερινή Ελλάδα. Αφήστε κλαψούρισμα και γκρίνια. Εγκαταλείψτε τις αυταπάτες. Μην περιμένετε κανένα θαύμα. Όλα αυτά είναι ανοησίες. Το συμφέρον είναι το υπέρτατο κίνητρο κάθε ατόμου, κάθε κοινωνικής ομάδας, κάθε οικονομικής ελίτ και κάθε εξουσίας. Κοιτάξτε την μικρογραφία αυτής της ακατανίκητης συμφεροντολογίας. Ακόμα και αδελφός να βγάλει τα μάτια αδελφού για μια ρίζα ελιάς. Τι λέμε τώρα. Η φιλανθρωπία είναι απλώς μια βιτρίνα. Ο οίκτος είναι το πιο βολικό αντίδοτο στις ενοχές. Με απλά λόγια. Όποιου του κοτάει ας βγει στα βουνά να γράψει Ιστορία. Αλλιώτικα τσιμουδιά και κολύμπα. Είναι ζήτημα συσχετισμού δυνάμεων. Χωρίς του καθενός τον προσωπικό και φυσικά τον συλλογικό Γολγοθά η Ανάσταση είναι αιώνες μακριά. Τουτέστιν Αλλαγή είπατε; Άντε γεια!

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ;

Σήμερα είναι 21 Απριλίου κι αναρωτιόμαστε, μέσα στην κορύφωση της κρίσης που γέννησε το μεταπολιτευτικό κράτος, πού να βρίσκεται άραγε η γενιά του Πολυτεχνείου. Πόση επαφή έχει ακόμη με την πραγματικότητα; Κι όμως… Με τιμή αντιγράφουμε εδώ το συγκλονιστικό μήνυμα ενός συναδέλφου μας αυτής της γενιάς, του Γιάννη Χατζηγώγα, Καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ:
«Είναι τόσο σημαντική και τόσο τολμηρή η ομιλία του Δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη στο Πανεπιστήμιο της πόλης μας, που θα έπρεπε να την διαβάσουν και να την κατανοήσουν σε βάθος όλοι οι φοιτητές και οι φοιτήτριές μας -όσοι μείνανε τέλος πάντων ακόμα στο ΑΠΘ- και όλοι οι πανεπιστημιακοί και όλοι οι πολίτες της πόλης, αλλά κυρίως το Υπουργείο Παιδείας και όλα τα μέσα ενημέρωσης, εφόσον θέλουν να δώσουν την πρέπουσα σημασία και την ανάλογη δημοσιότητα σε αυτή τη βαρυσήμαντη ομιλία, όπως της αξίζει.
Ακριβώς επειδή βάζει το χέρι επί τον τύπον των ήλων -μέρες που είναι κιόλας-ας τη διαβάσουν όλοι και όλες προσεκτικά και κατόπιν ας μιλήσει όποιος θέλει, είτε συμφωνήσει είτε διαφωνήσει, με επιχειρήματα πραγματικά.
Λέει κάποιες ανακρίβειες; Λέει κάποιες υπερβολές; Δεν είναι έτσι τα πράγματα; Ή μήπως ψύχραιμα και τολμηρά και αληθινά βάζει το χέρι πάνω στις πληγές;
Ως πότε η πόλη που ήταν κάποτε το διαμάντι όλης της περιοχής, και το ΑΠΘ που ήταν το μεγαλύτερο και καλύτερο διαμάντι παιδείας και έρευνας όλης της περιοχής, θα ανέχονται επί δεκαετίες και διαρκώς, καταστάσεις χειρότερες από την Κερατέα; Γιατί στην Κερατέα μπορεί να πλησιάσει ένα πυροσβεστικό ή νοσοκομειακό όχημα ή ένα περιπολικό, ενώ στην καρδιά της πόλης όχι;
Γιατί φεύγουν οι φοιτητές μας στο εξωτερικό; Γιατί μετά το σούρουπο δεν τολμάει ψυχή να κυκλοφορήσει στο χώρο μετά το Σιντριβάνι; Πόση έρευνα πραγματική απέμεινε και πόσα μαθήματα μπορούν ακόμα αξιοπρεπώς να γίνουν;
Ως πότε θα κλείνουμε τα μάτια μας σε μια πραγματικότητα που δεν δημιουργήθηκε από την κρίση, αλλά δημιούργησε την κρίση στην παιδεία;
Εκεί, στο Σιντριβάνι, στη δυτική πύλη της Έκθεσης, αρχίζουν τα κατεχόμενα, η Κερατέα στην καρδιά της πόλης μας, το Σεράγεβο, η χώρα των ταλιμπάν...
Το εκπληκτικό γλυπτό του Ζογγολόπουλου, βανδαλισμένο εδώ και χρόνια με την ανοησία του σπρέι. ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΦΕΞΑΛΑ από κάποιους που παριστάνουν τους προοδευτικούς, τα κτίρια του μοντέρνου κινήματος του 60, διεθνούς σημασίας, ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ κ.α. κακοποιημένα, με επίχρυσα βυζαντινίζοντα γράμματα, air condition στις όψεις και βαμμένο το γυμνό μπετόν... Η άχρηστη τρύπα του Μετρό, που έγινε επί ΚΟΥΒΕΛΑ, κατά λάθος να παραμονεύει λίγα μέτρα κάτω από την άσφαλτο. Η σημαντική ανασκαφή με την χριστιανική βασιλική σε εξέλιξη, αλλά κρυμμένη με λαμαρίνες από τους κατοίκους. Τα ρωμαϊκά ευρήματα και το εβραϊκό νεκροταφείο διαλυμένα - το προπατορικό αμάρτημα του ΑΠΘ...
Και μετά έρχεται η περιοχή των μαχών με δακρυγόνα, γκλομπς και Ματ από τη μια, μολότοφ και λοστούς από την άλλη, εν μέσω πανεπιστημιακού ασύλου ... ανιάτων...
Πώς να χωρέσει η έρευνα και η παιδεία, η αναψυχή, η βόλτα, το μάθημα, σ’ αυτό το πλαίσιο;
Μήπως η φυγή, η απόγνωση, η σιωπή, δεν είναι λύση, μήπως πριν κλείσει το ΑΠΘ από την οικονομική κρίση προλαβαίνουμε να κάνουμε κάτι;

...όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους...
...στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι...
...κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

για να θυμηθούμε πάλι τον Μανώλη Αναγνωστάκη.»

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

«ΑΔΩΝΙΑ» ΜΕΡΟΣ Β΄ .

Το βίντεο που ακολουθεί είναι από την εκπομπή «Το σύμπαν που αγάπησα » της ΕΤ 3. Δεν συμμερίζομαι τον τίτλο «Άδωνις Vs Ιησούς», θεωρώ όμως ότι αξίζει να το δει κανείς, στο πλαίσιο της αναζήτησης της γνώσης και της αλήθειας μακριά από προκαταλήψεις και δογματισμούς.



ΑΔΩΝΙΑ. Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.

 «Αδώνια». Μια γιορτή από την αρχαία Έλλάδα.


Όπως σε λίγες μέρες θα εορτάσουμε τα πάθη του Ιησού και το περάς από των θάνατο στην ανάσταση έτσι και τότε γιόρταζαν τα Αδώνια.
Μια ετήσια γιορτή σε ανάμνηση του θανάτου και της ανάστασης του Άδωνη που συμβόλιζε το πέρας του χειμώνα και την έλευσης της άνοιξης, δηλαδή τον ετήσιο κύκλο της βλάστησης και της καρποφορίας.
Οι πρώτες ημέρες της γιορτής (αφανισμός) ήταν πένθιμες. Οι γυναίκες, που μόνο αυτές έπαιρναν μέρος στη γιορτή, είχαν την επιμέλεια της κηδείας του θεού και θρηνούσαν το χαμό του.
Μετά με λυμένα μαλλιά και γυμνόστηθες γυρνούσαν στους δρόμους περιφέροντας κέρινα και πήλινα ομοιώματα του θεού και έψελναν πένθιμους ύμνους με τη συνοδεία αυλού.
Το πρωί της επόμενης μέρας, πετούσαν ομοιώματα του θεού σε πηγές ή σε ποτάμια. Μετά την πάροδο των πένθιμων ημερών, οι πιστοί γιόρταζαν με οργιαστική χαρά την ανάστασή του με χορούς και πλούσια γεύματα.
Στα αθηναϊκά Αδώνια, οι γυναίκες θρηνούσαν μπροστά σε δύο νεκροκρέβατα που ήταν τοποθετημένα στις εισόδους των σπιτιών. Πάνω στα νεκροκρέβατα έβαζαν ξύλινα ομοιώματα του Άδωνη και της Αφροδίτης.
Γύρω από τα ειδώλια τοποθετούσαν τους "κήπους του Άδωνη" (Αδώνιδος κήποι), δηλαδή γλάστρες με φυτά που αναπτύσσονταν γρήγορα, τα οποία αργότερα τοποθετούσαν πάνω στις στέγες των σπιτιών για να μεγαλώσουν γρήγορα με τη βοήθεια του ήλιου.
Η ανάπτυξη των φυτών αποτελούσε σημάδι της ανάστασης του θεού.
Κοντά στον επιτάφιο (νεκροκρέβατο) τοποθετούσαν κούκλες που παρίσταναν έρωτες και πουλιά και δίπλα στο ομοίωμα του Άδωνη άφηναν πλακούντες και γλυκίσματα. Η γιορτή τέλειωνε με θυσίες αγριόχοιρων.
Τα Αδώνια των υπόλοιπων πόλεων, ανάμεσα στις οποίες πιο λαμπρά ήταν της Αθήνας και του Άργους, διοργανώνονταν με τις προσωπικές οικονομικές εισφορές των γυναικών που συμμετείχαν σε αυτά, ενώ στη Ρόδου υπήρχε μια μικτή θρησκευτική αδελφότητα, οι λεγόμενοι «Αδωνιασταί» ή «Άδονται». Η ποιήτρια Σαπφώ, από τη Λέσβο, αναφέρεται σε συνήθειες για το θρήνο του θανάτου του Άδωνη.
Σε κάποιες περιοχές, γίνονταν και μυήσεις σε μυστήρια του Θεού. Ο Λουκιανός μάλιστα αναφέρει ότι οι μύστες θυσίαζαν πρόβατο και έπαιρναν μετάληψη.
Κατά την παράδοση, ποιητής των εορταστικών τραγουδιών και των ελεγειών για τον θάνατο του Άδωνη ήταν ο Κινύρας, ο πρώτος βασιλιάς της Κύπρου, που είχε εισάγει στο νησί την λατρεία της Αφροδίτης. Έλεγαν πως είχε έρθει από τη Βίβλο.
Οι τελετές αυτές, για τις οποίες ακόμη και ο προφήτης Ιεζεκιήλ αναφέρει ότι είχε δει τις πιστές του Ταμμούζ (Άδωνι) να θρηνούν στην είσοδο του Ναού της Ιερουσαλήμ, διαδόθηκαν σ’ όλες τις μεσογειακές χώρες και έτυχαν ευρύτατης αποδοχής και στην Ιβηρική, μέχρι που καταργήθηκαν οριστικά από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο γύρω στο 384 μ.Χ.
Μαρτυρία των τελετών, χορών και θρήνων αυτών στην αρχαία Σεβίλλη διασώθηκε στο Βιβλίο των παθών των αγίων Ιούστας και Ρουφίνας, οι οποίες μαρτύρησαν γύρω στο 248. Σύμφωνα με το κείμενο, οι δύο χριστιανές, που πουλούσαν κεραμικά, διασταυρώθηκαν με την περιφορά των πιστών του Άδωνη, οι οποίοι, στην άρνηση των γυναικών να προσφέρουν τάματα στη μνήμη του θεού, τις προπηλάκισαν και εν τέλει τις φυλάκισαν.
Ως Αδώνια ή Αδωνίδια ήταν γνωστοί και οι θρήνοι που ψάλλονταν για τον Άδωνη κατά τη διάρκεια των εορτών, όπως ο «Επιτάφιος Αδώνιδος» του Βίωνος που έχει διασωθεί.
Κατάλοιπο των αρχαίων αυτών ύμνων είναι ο "Ζαφείρης", παιχνίδι και τραγούδι στο Ζαγόρι της Ηπείρου την Πρωτομαγιά, ένα έθιμο για την ανάσταση της φύσης και τη γονιμότητα των χωραφιών.
Το έπαιζαν τα κορίτσια την Πρωτομαγιά κι όλες τις Κυριακές του Μάη. Ένα αγόρι προσποιούνταν ότι πέθανε και τότε τα κορίτσια το στόλιζαν με άνθη μοιρολογώντας το. Ξαφνικά όμως ο «Ζαφείρης» σηκωνόταν. Τον «Ζαφείρη» τον παριστούσαν επίσης με μια κούκλα.
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι ομοιότητες ακόμα και η γένεσης αυτής της γιορτής τραβάει από τα αρχαία χρόνια μιας τεράστιας παρακαταθήκης από τους προγόνους μας που γενέτειρα αυτών των μυστηρίων ήταν η ίδια η φύση.
Μέσα σε αυτήν γεννιόμαστε μέσα σε αυτήν ζούμε και οφείλουμε να σεβαστούμε και μέσα σε αυτήν πεθαίνουμε και γινόμαστε ξανά ένα με αυτήν.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ.

Η δήλωση του κατά της Δικτατορίας / το ποίημα “επί Ασπαλάθων”

Ο Γιώργος Σεφέρης στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας είχε επιλέξει τη σιωπή και την άρνηση να δημοσιεύει δουλειά του στην Ελλάδα. Δύο χρόνια πριν το θάνατό του, στις 28 Μαρτίου 1969, αποφασίζει να μιλήσει για πρώτη φορά δημόσια. Η δήλωσή του κατά της χούντας στο BBC έκανε μεγάλη αίσθηση και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.

Ακολουθεί η δήλωση:

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».users.uoa.gr

“Επί Ασπαλάθων…” Γ. Σεφέρης

Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στις 27 Αυγούστου 1971 στην εφημερίδα Le Monde και στο Βήμα (23.9.71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη, είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο του αδερφό του. Γι’ αυτό και η τιμωρία του, καθώς και των άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμαζόταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. “Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρισκόταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ’ ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα”. (Πλ. Πολιτεία 616).


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.”
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ’αυλάκια.
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΡΙΝΟΚΕΡΙΑΔΑ!

Του Γιώργου Ρούση, καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου

Σε μια μάλλον αλλόκοτη και παράλογη ιστορία του θεατρικού του έργου με τίτλο «Ο ρινόκερος»[i] ο Ευγένιος Ιονέσκο μάς περιγράφει μια μικρή επαρχιακή πόλη στην οποία όλοι οι άνθρωποι μετατρέπονται βαθμιαία σε ρινόκερους, δηλαδή χάνουν την ανθρωπιά τους, αποκτηνώνονται και προσαρμόζονται στο κομφορμιστικό ρεύμα της εποχής τους με την ενσωμάτωσή τους στη νέα ζωώδη κυρίαρχη κατάσταση πραγμάτων.
Το έργο κλείνει με την εσωτερική πάλη του πρωταγωνιστή του Μπερανζέ, του τελευταίου που ακόμη παραμένει άνθρωπος, μια και η σύντροφός του Ντέζη υποχώρησε και αυτή και μετατράπηκε σε ρινόκερο. Και ο Μπερανζέ καταλήγει:
«Θα πολεμήσω ενάντια σ' όλο τον κόσμο. Η καραμπίνα μου, πού είναι η καραμπίνα μου; (Γυρίζει προς το μέρος του τοίχου, που φαίνονται πάντα τα κεφάλια των ρινόκερων και ουρλιάζει με όλη του τη δύναμη).Ενάντια σ' όλον τον κόσμο! Θα υπερασπίσω τον εαυτόν μου ενάντια σ' όλο τον κόσμο... δεν θα καθίσω με σταυρωμένα χέρια, θα πολεμήσω... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος... και μέχρι να 'ρθεί το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι δεν θα συνθηκολογήσω!... ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΣΑΣ!».[ii]
Και ο ίδιος ο Ιονέσκο μάς εξηγεί ότι το σημείο απ' όπου ξεκίνησε «Ο ρινόκερος» είναι η αντίδραση του συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν όταν βρέθηκε το 1938 σε μια συγκέντρωση του Χίτλερ στη Νυρεμβέργη, οπότε και το πλήθος ούρλιαζε σαν τρελό υπέρ του σκοτεινού εκείνου ανθρώπου, ενώ ο συγγραφέας αντιστέκονταν αυθεντικά και βαθιά σε αυτήν τη μαζική υστερία.
«Ο ρινόκερος» είναι έργο αντιναζιστικό, αλλά ταυτόχρονα, όπως και πάλι μας λέει ο ίδιος ο Ιονέσκο, έργο αντίστασης κατά της παραπληροφόρησης της κάθε προπαγάνδας, έργο ενάντια στην παράλογη «λογική» και στα ψέματα που μας σερβίρουν οι κυρίαρχοι, που μας καθοδηγούν, εκείνοι που αποκτηνώνουν τους ανθρώπους κι ύστερα τους καταντάνε σκλάβους.[iii]
Έργο διαχρονικό και ιδιαίτερα επίκαιρο στην εποχή μας, όπου η σύγχρονη ρινοκεριάδα κινδυνεύει να γίνει ένα από τα θεμελιακά στηρίγματα του κρατούντος παραλογισμού, που θέλει οι λαοί της ανθρωπότητας ολάκερης και όχι μόνον ο δικός μας να οδηγούνται προς τα πίσω αντί προς τα μπρος.
Και όταν γίνεται λόγος για σύγχρονη ρινοκεριάδα, κυριολεκτώ υπό την έννοια της παραίτησης των ανθρώπων από την ουσία του ανθρώπου, και πιο ειδικά από τη δυνατότητα απεριόριστης ανάπτυξής τους, κάτι που αποτελεί οντολογικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου, που τον κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους ζώντες οργανισμούς.
Διότι τι άλλο σημαίνει από παραίτηση από αυτό το ανθρώπινο χαρακτηριστικό η αποδοχή, δίχως μάλιστα σοβαρή αντίσταση, της χειροτέρευσης των συνθηκών ζωής, αντί της βελτίωσης τους; Τι άλλο σημαίνει η παραπέρα παρεμβολή πρόσθετων εμποδίων για την εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας, αντί της αξιοποίησης των δυνατοτήτων που προσφέρονται για ανεμπόδιστη εκδήλωσή της; Τι άλλο σημαίνει η αποδοχή της επιβολής πρόσθετων καταναγκασμών αντί της άρσης των ήδη υπαρχόντων;
Με άλλα λόγια, εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι, αν τελικά αποδεχτούμε και μάλιστα αμαχητί τα μέτρα που λαμβάνονται εναντίον μας στο όνομα της αντιμετώπισης της κρίσης του συστήματος, αποδεχόμαστε στην ουσία την παραπέρα αποκτήνωσή μας, αποδεχόμαστε όχι μόνον να συνεχίζουμε να βαδίζουμε στην προϊστορία της ανθρωπότητας και να μην περνάμε στην ιστορία της, αλλά ακόμη και στο πλαίσιο αυτής της προϊστορίας να κάνουμε βήματα προς τα πίσω, βήματα αποκτήνωσης αντί βήματα εξανθρωπισμού.
Όσοι, λοιπόν, έχουμε σαφή αντίληψη του τι διακυβεύεται, όσοι αρνούμαστε να μετατραπούμε σε ρινόκερους, έχουμε υποχρέωση όχι μόνον να αντισταθούμε σθεναρά οι ίδιοι στη ρινοκεριάδα, όχι μόνον εμείς οι ίδιοι να κραυγάσουμε με όλη μας τη δύναμη τη βούλησή μας να παραμείνουμε άνθρωποι, αλλά ακόμη έχουμε υποχρέωση όχι να πολεμήσουμε ενάντια σε όλο τον κόσμο όπως μας καλούν να πράξουμε ο Ιονέσκο, αλλά και ο Νίτσε, αλλά μαζί με όλο τον κόσμο. Έχουμε υποχρέωση να βγούμε από το καβούκι μας και να βουτήξουμε βαθιά στο σπήλαιο των δεσμωτών του Πλάτωνα, των μόνων ικανών να οδηγήσουν μαζί με τη δική τους απελευθέρωση-χειραφέτηση, σ' εκείνην όλων των ανθρώπων.

[i] Ευγένιου Ιονέσκο, «Ο ρινόκερος», μετάφραση Γιώργος Πρωτοπαπάς, Εκδόσεις Δωδώνη, 1992.
[ii] Στο ίδιο, σελίδα 198.
[iii] Στο ίδιο, σελίδες 14-15.



ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ.

Του Κώστα Δ. Καββαθά.

Επειδή τον τελευταίο καιρό όλο και περισσόροι διανοούμενοι αλλά και “λεζάντες¨της πολιτικής ανακαλύπτουν τα αίτια της (διεθνούς) κρίσης ξαναδημοσιεύω ένα άρθρο που έγραψα  για το τεύχος Δεκεμβρίου του 2006 του περιοδικόυ …STATUS.

Πάει καιρός τώρα που λέω ότι ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει και πως, κάθε μέρα που περνάει, οι συγκρούσεις θα γίνονται πιο άγριες. Σε αυτόν τον πρώτο πόλεμο του 21ου αιώνα αντιμέτωποι είναι ο 1ος και ο 3ος Κόσμος. Οι πολύ πλούσιοι και οι πολύ φτωχοί. Οι κατακτητές και οι λεηλατημένοι. Οι βιαστές και οι βιασμένοι. Αυτός ο πόλεμος δεν θα τελειώσει σε 4-5 χρόνια αλλά θα διαρκέσει πολλές δεκαετίες. Η αιτία βρίσκεται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με κάθε προηγούμενο, είναι πόλεμος ασύμμετρων απειλών, όπως εύστοχα τον αποκάλεσαν μετά την 9/11 τα γεράκια στην Ουάσινγκτον. Από την μία υπάρχουν οι οπλισμένες με όλα τα σύγχρονα όπλα στρατιές των Νέων Σταυροφόρων και απ’ την άλλη οι ζωσμένοι με εκρηκτικά, αποφασισμένοι παρίες του πλανήτη από τους οποίους οι πρώτοι αφαίρεσαν τα πάντα, από τη γη που καλλιεργούν μέχρι τα γάλα των παιδιών τους για να μην αναφερθώ στους 600.000 νεκρούς από την εισβολή στο Ιράκ και τις 18 γυναίκες και μωρά που εκτελέστηκαν από τους ισραηλινούς στη Λωρίδα της Γάζας. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους από την εκστρατεία εναντίον της Τροίας μέχρι το τελευταίο «δίκαιο» πόλεμο, ο 3ος είναι αποτέλεσμα των φοβερών, απάνθρωπων ανισοτήτων που, ο δυτικός άνθρωπος επέβαλε στα δισεκατομμύρια που ζουν με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα -που δεν θα ξεχάσω. Πριν 10 χρόνια στην παρουσίαση στη Στουτγάρδη ενός πανάκριβου μοντέλου της Μercedes Benz με κινητήρα V12 o υπεύθυνος ανακοίνωσε με υπερηφάνεια στους δημοσιογράφους ότι «η εξέλιξη μόνο του συστήματος που ανοίγει και κλείνει τις πόρτες κόστισε 5 εκατομμύρια μάρκα»! Λίγοι απ’ τους δημοσιογράφους κατάλαβαν την ύβρη. Πέντε εκατομμύρια μάρκα (ήταν πριν του ευρώ) για μία μπετούγια! Ο υποψιασμένος αναγνώστης δεν έχει παρά στην μία πλευρά της ζυγαριάς να βάλει το κλείθρο και στην άλλη τη κλοπή πλουτοπαραγωγικών πηγών από τις χώρες του, αποκαλούμενου 3ου Κόσμου που επιτρέπουν στον Γερμανό μηχανικό (και στον Έλληνα λωποδύτη, μεταπράτη ή κομπραδόρο) να κυκλοφορεί οδηγώντας την Ύβρη.
Χαμένοι στον ωκεανό των πιστωτικών καρτών, της φαινομενικής πραγματικότητας και του life style τζατζίκι με καγιέν δεν είμαστε σε θέση, δεν θέλουμε ή δεν μας αφήνουν να δούμε την ανισότητα. Και δεν μας αφήνουν γιατί, αν καταλάβουμε τι γίνεται, αν τρομάξουμε, συγκινηθούμε, συμπαρασταθούμε θα χαλάσουμε τη σούπα των διεθνικών. Γι’ αυτό φροντίζουν να στέλνουν τους στρατούς τους σε χώρες που, ακόμα, διαθέτουν αποθέματα (ουρανίου, πετρελαίου, χρυσού, φθηνού δυναμικού κλπ) τα οποία αρπάζουν για να μη χάσει ο βλάχος την «μερσεντέ» και ο γιάπης την Πόρσε.
Τα πράγματα εξελίσσονται όπως είχαν προβλέψει οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Τρομοκρατημένοι από τα εγκλήματα τους οι «πολιτισμένοι» της Δύσης αναζητούν τρόπους για να προφυλαχτούν από τα χτυπήματα. Ο Επίτροπος Δικαιοσύνης της Ε.Ε. Φ. Φρατίνι πρότεινε να ψηφιστεί νόμος που να επιβάλει τη «…καταγραφή και διατήρηση για ένα τουλάχιστον χρόνο όλων των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και τουλάχιστον για έξη μήνες του συνόλου της εμπορικής δραστηριότητας των πολιτών στο Ίντερνετ για κάθε χρήση…». Στον νέο Μεσαίωνα μία μικρή ομάδα ανθρώπων (όχι πάνω από 2.000.000) θα ελέγχει το σύνολο των πολιτών πρώτα του αναπτυγμένου και, σιγά-σιγά, του 3ου Κόσμου. Με πρόφαση το «πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας» οι εχθροί της δημοκρατίας και της ελευθερίας απλώνουν τα πλοκάμια τους σε όλες τις πλευρές της ζωής μας. Οι χαρτογιακάδες των Βρυξελών λένε ότι είμαστε (όλοι) ύποπτοι για «τρομοκρατική ενέργεια» και, γι’ αυτό πρέπει να παρακολουθούν κάθε μας κίνηση. Πανίσχυρα (και πάμφθηνα πλέον) συστήματα όπως το Echelon καταγράφουν σε τεράστιες βάσεις δεδομένων κάθε τηλεφώνημα, φαξ, e-mail αλλά, με τα εκατομμύρια κάμερες που έχουν τοποθετήσει στους δρόμους και στα κτίρια, παρακολουθούν κάθε κίνηση ακόμα και λέξη που λέμε. Οι τεχνολογίες παρακολούθησης κάνουν τον Μεγάλο Αδελφό να μοιάζει με Μικρό Εξάδελφο ιδιαίτερα αν κανείς κάνει το λάθος να ταξιδέψει στη κοιτίδα της …δημοκρατίας, τις ΗΠΑ. Όπως μου λένε ο εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι απόλυτος και αυτό στη χώρα που διαθέτει το απόλυτα καλύτερο Σύνταγμα στον κόσμο. Πολλές φορές αναρωτιέμαι που πήγαν οι νέοι του Μάη του ’68, τι απέγινε η γενιά του Πολυτεχνείου, που χάθηκε ο Αντρέας, ο Φοίβος, ο Γιώργος και η Καίτη (Γώγου). Γιατί ανταλλάξαμε τα όνειρά μας με Γκραν Τσέροκι, Καγιέν και BMW Χ5; Τι κάνει τον νέο να θέλει να γίνει πορτιέρης σε ξενυχτάδικο και τη κοπελιά γλάστρα σε πρωϊνάδικο; Τι είναι αυτός ο εφιαλτικός κόσμος που λες και ξεπήδησε μέσα από τις (χειρότερες) σελίδες των βιβλίων της επιστημονικής φαντασίας. Εκατομμύρια άνθρωποι της δικής μου και της επόμενης γενιάς, αναρωτιούνται που πάμε. Μα που αλλού παρά στον …διάβολο!

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΕΛΠΙΣ.

Του Τάσου Φούντογλου

Μπήκα σήμερα στο γραφείο, με μια ακόμα Δευτέρα να βαραίνει πάνω στους ώμους μου. Δεν ξέρω αν το κάρμα αυτής της μέρας έχει από γεννησιμιού της κάτι το λειψό αλλά δεν μου το βγάζεις εμένα από το μυαλό ότι όταν ο Θεός την έφτιαχνε βαριόταν αφόρητα να ασχοληθεί μαζί της. Αλλά έτσι δεν συμβαίνει πάντα με τις πρώτες μας απόπειρες; Γεμάτες ενθουσιασμό και ορμή , αλλά καταραμένες να κουβαλάνε πάντα το λειψό και το ακατέργαστο της πρώτης μας φοράς….
Στην οθόνη του υπολογιστή μου, κάθε πρωί Δευτέρας, η ίδια πάντα εικόνα. Το ζητείται ελπίς του Σαμαράκη. Συνήθεια μου έγινε να το διαβάζω φωναχτά εντός μου κάθε αρχή της εβδομάδας μήπως και οι συνειρμοί του αλλάξουνε κάπως τις διαθέσεις των επόμενων των ημερών. Μήπως δηλαδή και σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και αυτή η Δευτέρα αποδειχτεί πράγματι αφετηρία μιας νέας εκκίνησης. Αρκετά την βασανίσαμε εξάλλου με τις διαιτητικές και αντικαπνιστικές εμμονές μας. Αρκετά προσβλέπαμε σε αυτήν για το τέλος μιας ακόμα κακής συνήθειας, πράγμα που ίσως ευθύνεται και για τους αγενείς μας τρόπους απέναντί της. Καιρός να της φέρθουμε όπως της πρέπει. Ως αρχή και αφετηρία μιας αλλιώτικης συνήθειας.
Πίνω μια γουλιά καφέ και διαβάζω- πάντα φωναχτά εντός μου: «Στις έξι σελίδες της εφημερίδας:η ζωή. Κι αυτός ήτανε τώρα ένας άνθρωπος που δεν έχει ελπίδα». Αφορμή του δικού του ανέλπιδου η βαριά άρρωστη θειά του, ξαδέρφη της μάνας του. Με τον γιατρό να βγαίνει από την αρρωστιάρικη κάμαρα και να λέει με εκείνο το επίσημο ύφος, το τόσο αναντίστοιχο με το ανεπίσημο και τραγικό του θανάτου, που συνήθεια δεν επέτρεψα ακόμα να γίνει στα δικά μου χείλη: «Δεν υπάρχει πλέον ελπίς». Ελα όμως που εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί, όπως μας τραγουδά και η Πρωτοψάλτη, και το χειροκρότημα του κοινού μπορούμε και το διεκδικούμε ακόμα. Η παράσταση δεν τελείωσε αδέρφια. Το σενάριο χωλαίνει. Οι πρωταγωνιστές σαν να βαριούνται και λίγο. Ο σκηνοθέτης ατάραχος παρακολουθεί το προδιαγεγραμμένο φιάσκο και οι θεατές κουράστηκαν να περιμένουν το δημιουργικό τους ξέσπασμα. Είναι έτοιμοι να φύγουν και να τους εγκαταλείψουν στην ευτέλεια της λήθης. Αλλά είμαστε και εμείς εκεί. Πίσω στα παρασκήνια στεκόμαστε και είμαστε ακόμα ζωντανοί. Έτοιμοι να μπουκάρουμε στης θύμελης τα φώτα και να δώσουμε την δική μας παράσταση. Αυτήν για την οποία ετοιμαζόμαστε, όλοι εμείς οι ανώνυμοι πολίτες αυτής της χώρας, από καιρό τώρα. Παράσταση ζωής, άξιας να λαμβάνει χειροκρότημα και να προσελκύει καινούριους θεατές…
Μια ρουφηξιά απ΄ το απαγορευμένο πια τσιγάρο και νιώθω την νικοτίνη να σέρνεται ανάμεσα στους νευρώνες μου και να τους απελευθερώνει…. Ίσως, σκέφτομαι, το λάθος μας να είναι αυτό ακριβώς. Βγαίνουμε στα ξέφωτα της καθημερινότητάς μας, στρέφουμε το βλέμμα μας στο άπειρο και αναζητούμε στις διαδρομές του την ελπίδα.. Αναζητώ σημαίνει ψάχνω. Και ψάχνω σημαίνει περιμένω από κάποιον άλλον να μου αφήσει κάτι στο μονοπάτι της ζωής μου για να μπορέσω να το βρω. Και αυτό είναι το πρόβλημα μας. Την ελπίδα δεν την αναζητάς και δεν την ψάχνεις. Την φτιάχνεις μοναχός σου. Απ΄ το έως τώρα αμεταχείριστο που κρύβεις μέσα σου.
Ελπίδα σημαίνει αλλάζω τις καταναλωτικές μου συνήθειες και σταματάω σαν τον αλκοολικό να ψάχνω καθημερινά και απεγνωσμένα γουλιές μιας ψεύτικης και δίχως νόημα ζωής και να να ξημεροβραδιάζομαι στα μαγαζιά και τις πολυεθνικές εκείνων που με καθυβρίζουν από το πρωί ίσαμε το βράδυ. Κάνω πράξη δηλαδή τα λόγια του Τολστόι: «εφόσον υπάρχουν μέθυσοι, υπάρχουν και ταβέρνες. Σταματήστε να πίνετε κρασί και δεν θα υπάρχουν ταβέρνες».
Ελπίδα σημαίνει αρχίζω να κάνω ευσυνείδητα την δουλειά που μου ανατέθηκε, είτε αναπαύομαι στην ασφάλεια του δημοσίου είτε καρδιοχτυπώ ολημερίς στην ανασφάλεια του ιδιώτη.
Ελπίδα σημαίνει σταματάω να δηλητηριάζω τα παιδιά μου με τις ηλίθιες πανεπιστημιακές μου εμμονές και το έως τώρα «βλαχομπαρόκ» του ιδιώτη βίου μου και τα αφήνω ελεύθερα να ανακαλύψουν τον αληθινό δρόμο της δημιουργίας και της παραγωγής.
Ελπίδα σημαίνει αναγνωρίζω επιτέλους την αξία του διπλανού μου και σταματάω να του πετάω κατάμουτρα το « τι λέει ο μαλάκας μωρέ;» κάθε φορά που τα λόγια και οι ιδέες του μου φαίνονται ακατάληπτα. Τον ηλίθιο τον ξέρεις. Τον χαιρετάς και του μιλάς με μεγαλύτερη άνεση. Το καταλαβαίνω. Αλλά δεν βαρέθηκες να τον επιβραβεύεις και να του εμπιστεύεσαι ανεύθυνα το βάρος της ζωής σου; Ελπίδα πάει να πει δεν τραβάω τον άξιο στην ευκολία της δικής μου σκέψης αλλά φροντίζω να γίνω εγώ καλύτερος και να τον επισκεφτώ στις δύσκολες τις ερημιές του. Ελπίδα πάει να πει πετάω κατάμουτρα στον ηλίθιο την ηλιθιότητά του.
Ελπίδα σημαίνει ,τέλος, κάνω πράξη αυτό που σκέφτομαι και ονειρεύομαι. Και το στοιχίζω πίσω από αυτό που σκέφτεσαι και ονειρεύεσαι εσύ….
Τελείωσε το τσιγάρο. Τελείωσε και η ευεργετική δράση μιας ακόμα νικοτίνης. Επιστροφή λοιπόν στην πραγματικότητα των πεζών και των οδοιπόρων μιας ίδιας και απαράλλαχτης Δευτέρας. Δεν βαριέσαι. Η επόμενη Δεύτερα δεν απέχει και πολύ για να φτιάξει μέσα μου νέες προσμονές ελπίδας….καλή σας μέρα….

ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΑ ΠΑΘΗ.

Από τη Δηιδάμεια

Το Πάθος του Κυρίου, διήρκησε σύμφωνα με τις γραφές τρεις μέρες. Πόσο διαρκούν των Ελλήνων τα πάθη;
Χρόνια τώρα ο Ελληνικός λαός στενάζει κάτω από την μπότα διεφθαρμένων πολιτικών ηγεσιών. Ηγεσιών που μόνες τους έννοιες είναι η μίζα και το πώς θα υπηρετήσουν καλύτερα την νέα παγκόσμια τάξη.
Αποτέλεσμα η διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι. Τα κλεισμένα εργοστάσια. Τα ‘ενοικιάζεται’ σε χιλιάδες καταστήματα. Τα χέρσα χωράφια της Ελληνικής γης. Η μετανάστευση των πιο μορφωμένων Ελλήνων νέων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για αναζήτηση εργασίας. Ελάχιστα πράγματα παράγουμε. Γίναμε κυρίως καταναλωτές. Συχνά χωρίς συνείδηση του ότι η εργασία μας δεν οδηγεί σε συγκεκριμένα παραγωγικά αποτελέσματα. Αλλά και χωρίς διάθεση να αλλάξουμε τον τρόπο εργασίας μας σε πιο παραγωγικές κατευθύνσεις.
Αποτέλεσμα και η διάλυση του κοινωνικού ιστού. Όλοι εναντίον όλων. Κάθε κοινωνική ομάδα που θέλει ‘οι άλλοι’ να ‘εκσυγχρονιστούν’. Που θεωρεί ότι αλλού υπάρχουν ‘αγκυλώσεις’. Που κοιτάει τα δικά της ‘κεκτημένα’ να κατοχυρώσει. Που μόνο το δικό της δίκιο βλέπει, το ανάγει σε ‘Εθνικό συμφέρον’ και πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση την πρακτική της ‘πολιτική’ ηγεσίας
Αποτέλεσμα ο ηθικός αμοραλισμός. Να κάνουμε οτιδήποτε, αρκεί να σώσουμε το τομάρι μας. Άντε και την οικογένειά μας. Αλλά μέχρι εκεί. Μπορεί η χώρα να καίγεται, αλλά εμείς θα βάλουμε άλλη μια φωτιά για να κάψουμε το δέντρο που εμποδίζει την θέα που επιθυμούμε. Θα κάνουμε τα πάντα, αρκεί να σωθούμε εμείς και μόνο εμείς.
Αποτέλεσμα η πολιτιστική παρακμή. Αυτή η χώρα που παρήγαγε πολιτιστικά αγαθά, άλλοτε περισσότερα άλλοτε λιγότερα, τώρα μόνο πολιτισμό δεν παράγει. Γιατί δεν αποτελεί παραγωγή πολιτιστικών αγαθών η μεταφορά παραστάσεων – ακριβά πληρωμένων με τα χρήματα του Ελληνικού λαού- από το εξωτερικό. Είναι περισσότερο εμπορικά αγαθά πολιτιστικής μορφής, που δεν έχουν ως σκοπό την άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του λαού. Είναι αφαίμαξη του χρήματος του λαού, για να έχουν την ευκαιρία οι έχοντες έστω και λίγα χρήματα να δουν παραστάσεις (π.χ. στο μέγαρο) που αντιπροσωπεύουν μάλλον έναν ξένο πολιτισμό. Όχι τον δικό μας. Οι περισσότερες παραστάσεις σε αυτό το επίπεδο κινούνται. Η μεταφορά ξένων έργων ή η πραγματοποίηση μιας ‘εκκεντρικότητας’ αυτοονομαζόμενων καλλιτεχνών που δεν μιλάνε στην ψυχή του λαού, δεν είναι παρά ένας τρόπος για να βγάλουν χρήματα ορισμένοι.
Αποτέλεσμα η υπονόμευση της Εθνικής ταυτότητας. Απωλέσθη η Εθνική κυριαρχία. Δεν μιλάμε πια για αυτό. Ξεχάσαμε, ακόμα και ως σύνθημα αυτό το ‘Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες’. Τώρα χάνουμε την ταυτότητά μας. Ποιοι είμαστε; Ποιοι είναι οι Έλληνες; Ποιος είναι ο Ελληνικός τρόπος ζωής;
Έχουμε γίνει απλώς καταναλωτές ενός παγκόσμιου προτύπου. Μας άγγιξε η μάγισσα Κίρκη (η παγκόσμια ηγετική ομάδα) με το ραβδί της (κυρίως με την τηλεόραση) και μας μεταμόρφωσε σε γουρούνια. Άλλη μορφή. Κυρίως όμως καμία σκέψη. Ότι μας δίνουν τρώμε. Χωρίς να αναρωτιόμαστε για το νόημα αυτών που μας περιβάλλουν. Από το σχολείο που πάνε τα παιδιά μας, μέχρι τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας μας. Από το μολυσμένο αστικό περιβάλλον, μέχρι τα ‘κοινωνικά πρέπει’. Από τους ‘ιερούς θεσμούς της δημοκρατίας μας’ μέχρι τα σκουπίδια που καθημερινά ταΐζουμε την ψυχή μας.
Εμάς τίποτα δεν μας προβληματίζει. Κυρίως δεν προβληματιζόμαστε με τις ιδέες μας. Καταπίνουμε αμάσητο ότι μας σερβίρουν, πιστεύοντας πολλές φορές πως είναι και δικό μας.
Σταματούν άραγε όλα αυτά τα πάθη σε κάποιο σημείο; Υπάρχει τέλος για των Ελλήνων τα πάθη; Αν θεωρήσουμε ότι τα πάθη προέρχονται από τα λάθη και αποφασίσουμε να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και δράσης, τότε φτάνουμε στην Ανάσταση. Αν όχι, θα γιορτάζουμε μόνο την Ανάσταση του Χριστού, αφού εκείνος είχε τη γνώση, τη δύναμη το θάρρος να προχωρήσει την προσωπική του πορεία και να αναστηθεί.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

CARTHAGO DELENDA EST !

Της Χριστιάννας Λούπα

Ναός του Ηφαίστου
(Γιώργος Λυμπρίτης)
Θησείο. Οδός Αδριανού. Άνοιξη, απογευματάκι Δευτέρας. Πεζόδρομος, τραπεζάκια έξω. Παραγγέλνω καφέ, μονό ελληνικό. Το ωραιότερο κομμάτι της πρωτεύουσας απλώνεται μπροστά μου. Στα δεξιά ο ναός του Ηφαίστου, μοναχικός δεσπόζει στο λόφο του. Αριστερά ο βράχος της Ακρόπολης, πάντα επιβλητικός και υποβλητικός, παρά τα απροσμέτρητα βάσανα που έχει υποστεί ανά τους αιώνες. Διακρίνω το Ερεχθείο, τον Παρθενώνα και έναν γερανό. Στους πρόποδες, τα Αναφιώτικα, απομεινάρι παλιάς αρχοντιάς ξεχασμένης και μακρινής εποχής. Ολόισια μπροστά μου, ανάμεσα στους δύο λόφους, ξεχωρίζει ένας τρίτος λόφος, εκείνος του Φιλοπάππου. Αδρές φιγούρες ανθρώπων που θαυμάζουν τη θέα, αχνοφαίνονται στην κορυφή του.
Μπροστά στα πόδια μου ακριβώς, απλώνεται η Αρχαία Αγορά. Καταπράσινη. Γεμάτη ελληνικά χρώματα και μυρωδιές. Πεύκα, αμυγδαλιές, χαρουπιές, ελαιόδεντρα, πικροδάφνες και διάφοροι θάμνοι ξεπροβάλλουν εδώ κι εκεί, δίπλα σε διάσπαρτες αρχαίες πέτρες από ερείπια. Χάρμα οφθαλμών, γαλήνη της ψυχής, ανάμεσα στο πολύβουο Θησείο και το πολυεθνικό Μοναστηράκι. Δεν το πιστεύει κανείς ότι υπάρχει αυτός ο παράδεισος κάπου χαμένος και κρυμμένος μέσα στην Αθήνα της αντιπαροχής. Είναι η «άλλη» Αθήνα, αυτή που γλίτωσε από την ανοικοδόμηση – τον μεγάλο ολετήρα - και τη λαίλαπα του τσιμέντου και επιμένει να ζει και να υπάρχει με αξιοπρέπεια κι ανόθευτη ομορφιά.
Να και το τρένο! Με πορτοκαλί και μεταλλικό χρώμα. Ακούραστα περνά - σχεδόν μελωδικά - κάθε πέντε λεπτά, πότε προς Μοναστηράκι, πότε προς Θησείο, οπότε και το καταπίνει η παλιά σήραγγα του σταθμού.
Ήρθε ο καφές. Δυόμισι ευρώ. Το ταπεινό ελληνικό (πάλαι ποτέ τούρκικο) καφεδάκι! Δεν πειράζει, αναλογίζομαι, χαλάλι! Τουλάχιστον η θέα από δω είναι μοναδική. Αυτή πληρώνει κανείς άλλωστε, έτσι δεν είναι; Η άποψη αυτή με εγκαταλείπει πάραυτα ωστόσο, μόλις η πρώτη γουλιά του καφέ αγγίξει τον ουρανίσκο μου και το κατακάθι πλημμυρίσει το στόμα μου. Ο καφές δεν πίνεται, ούτε καταπίνεται, όπως ακριβώς δεν καταπίνεται με τίποτα και η πανάθλια και χρυσοπληρωμένη ελληνική παροχή υπηρεσιών, που χρόνια τώρα απευθύνεται στους "κουτόφραγκους" που επισκέπτονται τη χώρα μας ή συναλλάσσονται μαζί της. Κοντά σ’ αυτούς βέβαια, το κατάπτυστο σέρβις της ελληνικής κουτοπονηριάς και ανευθυνότητας το πληρώνουμε κι εμείς οι ιθαγενείς. Και φοβάμαι ότι εδώ και ένα χρόνο περίπου, το πληρώνουμε πανάκριβα… Παρ’ όλα αυτά τίποτα δεν μοιάζει να ταρακουνά τα λιμνάζοντα έως δύσοσμα νερά της ελληνικής πραγματικότητας.
Ας είναι! Καθώς παρατηρώ ένα ζευγάρι ξένων στο διπλανό τραπέζι, που κι αυτοί "απολαμβάνουν" αμίλητοι το καφεδάκι τους με το βλέμμα προσηλωμένο στην Ακρόπολη, προσεύχομαι σιωπηρά να έχουν απορροφηθεί τόσο πολύ από τη θέα του ιερού βράχου, ώστε να μη συνειδητοποιούν τί πίνουν, διαφορετικά ο ελληνικός καφές κινδυνεύει από σοβαρή δυσφήμιση στο εξωτερικό, όπου όλοι συνωμοτούν εναντίον μας και δεν χάνουν ευκαιρία να μας διαβάλλουν και να μας λοιδορούν από τη ζήλεια τους. Είναι κοινό μυστικό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ εδώ και πολλά χρόνια άλλωστε – από τότε που ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, θαρρώ - ότι σκοπός Ευρωπαίων και Αμερικανών είναι ο αφανισμός του ελληνικού έθνους, γιατί είναι επικίνδυνο! Ζηλεύουν τη γλώσσα μας, την Ιστορία μας, την όμορφη πατρίδα μας με τη θάλασσα και τα νησάκια της, και γενικώς ό,τι αυτοί οι "ξενέρωτοι"- που μόνο σπίτι δουλειά και δουλειά σπίτι ξέρουν – δεν έχουν.
Επί πλέον, φοβούνται την εξυπνάδα και το πολύστροφο μυαλό μας, το θάρρος μας, μα πάνω απ’ όλα τη μαγκιά μας! Ναι, την αθάνατη και παροιμιώδη ελληνική μαγκιά! Γιατί είναι μαγκιά να κάνεις του κεφαλιού σου και να μη νοιάζεσαι για το σύνολο. Είναι μαγκιά να μπαίνεις με το "ταπεινό" σου τζιπ στον πεζόδρομο, με ανοιχτά παράθυρα και μουσική διαπασών και να κορνάρεις κιόλας. Είναι μαγκιά να παρκάρεις πάνω στα πεζοδρόμια και να κλείνεις τις διαβάσεις. Είναι μαγκιά να μην κόβεις αποδείξεις. Είναι μαγκιά να είσαι γιατρός και να λες, τόσα θέλω στο φακελάκι κι αν γουστάρεις! Είναι μαγκιά να παίρνεις τη σειρά του άλλου στην ουρά και μαγκιά είναι επίσης να τρως τις επιδοτήσεις που σου δίνουν οι "χαζοευρωπαίοι" κι από πάνω να προσπαθείς να τους πουλήσεις και νοθευμένο ελαιόλαδο.
Για όλα αυτά λοιπόν και άλλα πολλά, όχι μόνο μας φθονούν, αλλά μας τρέμουν κιόλας. Έτσι, με κάποια μυστική συνεννόηση – αργά ή γρήγορα θα αποκαλυφθεί και από το Wilileaks! – οι απανταχού της Γης μισέλληνες και ανθέλληνες έχουν καταστρώσει σχέδιο αφανισμού μας. Carthago delenda est! Μ’ αυτή την εμμονή ξυπνούν κάθε πρωί. Όλοι τους! Από τη Μέρκελ μέχρι τον Ομπάμα. Εμείς όμως, εκεί! Βράχος ακλόνητος. Κανένα από τα κεκτημένα μας δεν πρόκειται να απεμπολήσουμε. Καμία από τις αρχές μας δεν θα προδώσουμε. Γιατί, ως παλαιόθεν γνωστόν, "του ρωμιού ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει". Και δυόμισι ευρώ θα χρεώνουμε τον καφέ και δεν θα πίνεται κιόλας!
Η καμπάνα του Αγίου Φιλίππου χτυπά οκτώ φορές. Βραδιάζει. Τα φώτα άναψαν στους αρχαίους ναούς – μαγεία. Τα φώτα έσβησαν στην Ελλάδα – σκοτάδι. Συνωστισμός στην Αδριανού, ούτε στην παραλία της Σμύρνης το 1922 δεν ήταν έτσι! Όλες οι φυλές του Ισραήλ διεκδικούν μια θέση στην τάλαινα πόλη των Αθηνών. Περνώντας ανάμεσα από μελαψούς, μαύρους, τσιγγάνους, πρεζόνια, πραμάτειες απλωμένες στα καλντερίμια, ξέχειλους σκουπιδοτενεκέδες του Δήμου, ζητιάνους με απλωμένο το χέρι και Έλληνες που αναζητούν λίγο αέρα ν’ ανασάνουν, κατευθύνομαι προς το σταθμό του Θησείου. Φτάνει για σήμερα. Αύριο μπορεί κάτι ν’ αλλάξει…

*Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί! (Κάτων)

ΤΙ ΧΡΩΣΤΑΜΕ;

Του Γιώργου Νικολάου

Τελικά, θα µας πει κανείς πόσα πραγµατικά χρωστάµε ως ελληνικό κράτος; Και σε ποιους; Όχι, «µπακάλικα», αλλά συγκεκριµένα, µε κάθε λεπτοµέρεια. Πόσο, πια, είναι αυτή η µαύρη τρύπα, για χάρη της οποίας ο ελληνικός λαός σήµερα στενάζει, µατώνει και ψυχορραγεί;
Γιατί εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει ούτε από τον πρωθυπουργό της χώρας, ούτε από τον υπουργό των Οικονοµικών, ούτε καν από κάποιον αρχηγό των κοµµάτων της αντιπολίτευσης να έχει δηµοσιοποιήσει επίσηµα στοιχεία, τα οποία να προσδιορίζουν επακριβώς το ύψος του χρέους της χώρας µας. Εκτός και εάν ακούσατε εσείς και δεν το γνωρίζω…
Ένας χρόνος έχει περάσει περίπου από την ηµέρα υπογραφής του Μνηµονίου και το µόνο που γνωρίζουµε, επίσηµα, είναι ότι το χρέος µας αντί να µειώνεται σταδιακά, αυτό αυξάνεται σταθερά!
Τα τσεκούρια, τα µαχαίρια, τα ψαλίδια και τα νυστέρια αποδείχθηκαν «άχρηστα» εργαλεία κοπής των µισθών, των συντάξεων, των κοινωνικών παροχών και των προνοιακών επιδοµάτων, στα χέρια των οικονοµικών χειρουργών, η οποίοι θα έσωζαν την χώρα από τον εφιάλτη της χρεοκοπίας.
Έναν χρόνο µετά, ο κίνδυνος της πτώχευσης υφίσταται το ίδιο, µε τον ασθενή να ψυχορραγεί και τους έλληνες πολίτες, ως φτωχοί συγγενείς πια, να περιµένουν το µοιραίο, µη έχοντας ούτε τα έξοδα της κηδείας να πληρώσουν!
Ακόµη και ο τελευταίος τόπος κατοικίας της θανούσης ελληνικής οικονοµίας, είναι άγνωστος, καθώς η ιδιοκτησία του τελεί υπό αµφισβήτηση. Οι προµηθευτές που χορηγούσαν, χρόνια τώρα, τα φάρµακα, προκειµένου να την κρατήσουν στη ζωή, απαιτούν να πληρωθούν, µε αποτέλεσµα να διεκδικούν για λογαριασµό τους και το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της.
Το πρόβληµά µας φυσικά επιδεινώθηκε µε την επιλογή της κυβέρνησης να υπογράψει, ώστε να πάρουµε δανεικά και λέω επιδεινώθηκε µιας και κανείς δεν ξέρει αν τελικά πήραµε περισσότερα απ όσα δώσαµε τον τελευταίο χρόνο. Μοιάζει ο να ψάχνουµε το µπακαλοτέφτερο µπας και βγάλουµε κάποια άκρη. Το βέβαιο είναι ότι κάθε µήνα έχουµε και δεύτερο µπαράζ µέτρων, όπου αφαιρούνται δισεκατοµµύρια από την ελληνική αγορά.
Αλήθεια, πόσα µας έδωσαν οι καλοί δανειστές µας και πόσα τους δώσαµε; Τι άλλο έχουµε υπογράψει ως ελληνικό κράτος και ποιος το ξέρει;. Οι βουλευτές µας που το ενέκριναν, αποδεικνύεται, κάθε τρεις και λίγο, ότι δεν έχουν και πολύ καθαρή εικόνα, ως προς το τι ψήφησαν.
Είναι γεγονός ότι η χρονιά που πέρασε θα µας µείνει αξέχαστη. Δεκαετίες γεµάτες µε αγώνες και προσπάθειες για τον µέσο έλληνα πολίτη έγινε αέρας. Κατά χιλιάδες οι κατασχέσεις, οι πλειστηριασµοί και τα αδιέξοδα µεγαλώνουν. Το χειρότερο φυσικά απ όλα έγκειται στο ότι όλα αυτά συµβαίνουν ,µέσα σ ένα κλίµα αβεβαιότητας αφού κανένας απ αυτούς που έχουν πάρει τα µέτρα δεν µπορεί ακόµα και σήµερα να πει µε σιγουριά ότι αυτά θα πιάσουν τόπο.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

ΟΙ ΔΕΙΝΩΣ ΑΝΑΞΙΟΠΑΘΟΥΝΤΕΣ...

Του Γ.Μπαμπινιώτη, καθηγητή Γλωσσολογίας

Η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση - χωρίς ιδεολογικά ερείσματα, χωρίς επιχειρήματα και χωρίς σαφείς στόχους - εξελίσσεται σε μαθητικό «χαβαλέ» και σε ευτελισμό τού έσχατου μέσου διαμαρτυρίας, των καταλήψεων.

Πώς τα έχουμε καταφέρει σε αυτή τη χώρα, γνωστή στον κόσμο κυρίως για τον Πολιτισμό και την Παιδεία της, να είναι και ο Πολιτισμός και η Παιδεία μας δεινώς αναξιοπαθούντες; Επί μακρά σειρά ετών, επί σειρά κυβερνήσεων, επί σειρά προϋπολογισμών, επί σειρά επιλογών και προτεραιοτήτων ο Πολιτισμός είναι τελευταίος στις δαπάνες τού Κρατικού Προϋπολογισμού, δηλαδή «πολυτέλεια», και από κοντά η Παιδεία - σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη και αλλού - είναι σταθερά υποβαθμισμένη ως προτεραιότητα. Και αν το φαινόμενο περιοριζόταν μόνο στην οικονομική πλευρά, θα ήταν ίσως ανεκτό ως μοιραία απόληξη διαφόρων συγκυριών (πολέμων, οικονομικής δυσπραγίας, πιεστικών αναγκών κ.λπ.). Η υποτίμηση όμως των δύο αυτών μεγεθών καθίσταται ανησυχητική έως επικίνδυνη ως ευρύτερη αντίληψη, ως στάση ζωής, ως κρατούσα ιεράρχηση και αξιολόγηση στόχων και αναγκών.
Ο Πολιτισμός στην Ελλάδα δοκιμάζεται. Το βιβλίο θεωρείται πολυτέλεια και είναι το πρώτο που υποφέρει σε κάθε οικονομική στενότητα. Η ενασχόληση με την τέχνη - στη ζωή, στο σχολείο, στην τηλεόραση - εκλαμβάνεται ως χαμένος χρόνος! Το θέατρο, που δεν είναι «χοντρή πλάκα» με δόσεις χυδαιότητας και σεξουαλικών αναφορών, έχει εκλείψει από τα μέσα (τηλεόραση - ραδιόφωνο) και έχει τραγικά ελαττωθεί η παρακολούθησή του. Η γλώσσα, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρείται απλό μέσο χονδροειδούς συνεννόησης, που δεν απαιτεί περισσή φροντίδα, ούτε αποτελεί αξία, αντικείμενο εκτίμησης, καλλιέργειας και αγάπης. Η μουσική - με εξαιρέσεις πάντοτε - συνυποφέρει μέσα σε ένα άμουσο κλίμα που έχει ως πρότυπα ξένα ακούσματα ή μελωδίες μιας χρήσεως. Η λογοτεχνία υπερχειλίζει ως προσπάθεια έκφρασης (σε αριθμούς τίτλων εκδόσεων), πάσχει όμως και αυτή από την ισχνή αναγνωσιμότητα και τη γενικότερα περιορισμένη επαφή με το βιβλίο. Το ποιοτικό θέαμα έχει αντικατασταθεί από ποικιλώνυμα, πολυδάπανα, χολιγουντιανού τύπου επιδεικτικά θεάματα (shows), εξόχως αποκαλυπτικά σε γυμνό, χλιδή και τζόγο και ειδεχθώς συγκαλυπτικά σε λόγο, τέχνη και αισθητική συγκίνηση.
Η Παιδεία δοκιμάζεται εξίσου. Το σχολείο δεν μορφώνει πλέον καλλιεργημένους, ευαίσθητους και υπεύθυνους πολίτες, αφού λειτουργεί με δασκάλους που έχουν μεταβληθεί σε απλούς «διδάσκοντες», κοινωνικά και μισθολογικά υποβαθμισμένους, οι οποίοι έχουν απογοητευθεί ή έχουν κουραστεί να μιλούν για αξίες. Λειτουργεί επίσης με ένα γραφειοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα που αφαιρεί κάθε πρωτοβουλία και ικμάδα, επιβάλλοντας να μεταδίδονται πληροφορίες και ξηρές γνώσεις, οι οποίες δεν αποσκοπούν στην καλλιέργεια τής προσωπικότητας τού μαθητή παρά μόνο σε πιθανή επιτυχία του στις Εισαγωγικές Εξετάσεις, αφού άλλωστε αυτό είναι και το κατ' εξοχήν ζητούμενο μαθητών, γονέων και κοινωνίας. Μέσα και γύρω από το σχολείο όλο και περισσότερο αναπαράγεται η βία κατ' απομίμηση τής κοινωνικής βίας που υπερπροβάλλεται από την Τηλεόραση (ιδίως στις τηλεοπτικές ταινίες). Η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση - χωρίς ιδεολογικά ερείσματα, χωρίς επιχειρήματα και χωρίς σαφείς στόχους - εξελίσσεται σε μαθητικό «χαβαλέ» και σε ευτελισμό τού έσχατου μέσου διαμαρτυρίας, των καταλήψεων. Τα Πανεπιστήμια, αφημένα στην τύχη τους θεσμικά, οικονομικά, διοικητικά, απαξιώνονται, βάλλονται, υποβαθμίζονται, με συσσωρευμένα προβλήματα και με νομοθετικές ρυθμίσεις ή προτάσεις λύσεων, άτολμες, επιδερμικές από ανθρώπους που αγνοούν ή δεν μπορούν να συλλάβουν τα πραγματικά προβλήματα των Πανεπιστημίων και που αφελώς προτείνουν διάφορα «ματζούνια» (όπως η πανάκεια των ιδιωτικών Πανεπιστημίων), με τη στήριξη προσώπων που τα ενώνει με τους προτείνοντες ένα κοινό χαρακτηριστικό: η πλήρης άγνοια των θεμάτων που κρίνουν, συζητούν ή σχολιάζουν. Αποπροσανατολισμένες ομάδες φοιτητών, με σύγχυση εννοιών και αδυναμία λογικής επεξεργασίας των θεμάτων, συνεχίζουν στο Πανεπιστήμιο πρακτικές ανωριμότητας των μαθητικών χρόνων, με αιτήματα που συχνά είναι περισσότερο «ξύλινα συνθήματα» παρά διεκδικήσεις ουσιαστικής, απαιτητικής, ποιοτικής Παιδείας.
Η υποβάθμιση όμως τού Πολιτισμού και τής Παιδείας εκδικούνται! Η απαιδευσία παράγει απαιδευσία. Η έλλειψη καλλιέργειας και ευαισθησίας παράγει πολιτιστικώς ακατέργαστα άτομα και όγκους αν-αισθησίας. Απαιδευσία και έλλειψη καλλιέργειας παράγουν κατ' ακολουθίαν αδυναμία σύλληψης των πραγματικών προβλημάτων, στροφή προς ευτελείς, επιπόλαιες, συχνά αντιφατικές ζητήσεις, πλήρη σύγχυση εννοιών, στειρότητα ιδεών και αχρήστευση αρχών και κανόνων. Αυτά μηδενίζουν τις αξίες, ακυρώνουν τα κριτήρια και οδηγούν σε λανθασμένες επιλογές, προβολές, στάσεις και αποφάσεις. Έτσι επικρατεί ένας φαύλος κύκλος. Γιατί όσο ελαττώνεται η δύναμη, η αξία και η βίωση τής Παιδείας και τού Πολιτισμού σε μια χώρα τόσο στρεβλώνονται οι επιλογές, οι προτεραιότητες και οι αντιλήψεις των ανθρώπων. Έτσι, λ.χ., μια άθλια τηλεόραση ικανοποιεί ένα απαθλιωμένο κοινό, ανταποκρινόμενη στα ενδιαφέροντά του. Ένα απαθλιωμένο κοινό διαμορφώνει, με τις προτιμήσεις του, μια άθλια τηλεόραση. Να ο φαύλος κύκλος! Ο οποίος μπορεί να σπάσει μόνο αν αφυπνισθεί και ευαισθητοποιηθεί ο πολίτης, αν μάθει να ζητάει καλύτερο θέαμα, καλύτερη μουσική, καλύτερες ταινίες, καλύτερη ενημέρωση κ.τ.ό.
Θέλω, ωστόσο, να διασαφήσω δύο πράγματα. Μιλώντας για Πολιτισμό και Παιδεία δεν εννοώ ότι πρέπει ή ότι μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να αναπτυχθεί ένα τέτοιο επίπεδο Παιδείας και μια τέτοια στάθμη Πολιτισμού που να γίνουν όλοι οι Έλληνες πεπαιδευμένοι και κουλτουριάρηδες! Ούτε χρειάζεται. Εννοώ ότι πρέπει να υπάρξει κατάλληλος σχεδιασμός από τους εκάστοτε κυβερνώντες και να δοθούν ευκαιρίες για μια ευρύτερη καλλιέργεια και ευαισθητοποίηση σε θέματα Παιδείας και Πολιτισμού. Εννοώ καλύτερο Σχολείο. Καλύτερο Πανεπιστήμιο. Καλύτερη τηλεόραση. Καλύτερη μουσική κ.τ.ό. Και κάτι ακόμη. Εκ φύσεως αισιόδοξος αλλά και με ενεργό παρουσία μέσα σε αυτόν τον χώρο, δεν έχω καμία πρόθεση να υποστηρίξω ότι υπάρχει μόνο αθλιότητα και να αποσιωπήσω ότι - ευτυχώς - υπάρχουν νησίδες, πολλές νησίδες, υπάρχουν άτομα, ομάδες, φορείς, πρόσωπα εμπνευσμένα, ευαισθητοποιημένα, έντιμα, προικισμένα, που παράγουν ή στηρίζουν τον Πολιτισμό, που διαθέτουν, υπηρετούν ή προσφέρουν Παιδεία. Αλλά δεν είναι αυτό το κυρίαρχο κλίμα.
Μείζον πρόβλημα είναι η υποβάθμιση τού Πολιτισμού και τής Παιδείας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, ένα κλίμα που «ποτίζει» και διατρέχει τα πάντα ως νοοτροπία και ως πράξη. Και σε αυτό νομίζω ότι δεν είμαι εγώ που υπερβάλλω, αλλά η πραγματικότητα που έχει ξεπεράσει τα όρια.

Πηγή

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ.

Του Θαν. Γιαλκετση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του ιταλού φιλοσόφου Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι «L' ospite inquietante. Il nichilismo e i giovani» (Feltrinelli, 2007).

Οι νέοι, ακόμα και αν δεν το γνωρίζουν πάντα, βρίσκονται σε άσχημη κατάσταση. Και αυτό συμβαίνει όχι εξαιτίας των συνηθισμένων υπαρξιακών κρίσεων που σημαδεύουν τη νεότητα, αλλά επειδή ένας ανησυχητικός επισκέπτης, ο μηδενισμός, κινείται ανάμεσά τους, διεισδύει στα συναισθήματά τους, ταράζει τις σκέψεις τους, καταργεί ορίζοντες και προοπτικές, καταβάλλει την ψυχή τους, μαραίνει τα πάθη τους, καθιστώντας τα αναιμικά. Οι οικογένειες ανησυχούν, το σχολείο δεν ξέρει πλέον τι να κάνει, μόνον η αγορά ενδιαφέρεται γι' αυτούς, για να τους οδηγήσει στους δρόμους της διασκέδασης και της κατανάλωσης, όπου αυτό που καταναλώνεται δεν είναι τόσο τα αντικείμενα αλλά η ίδια η ζωή τους, που δεν κατορθώνει πλέον να προβληθεί σε ένα μέλλον ικανό να περιέχει κάποια υπόσχεση. Το παρόν γίνεται ένα απόλυτο που πρέπει να το ζουν με τη μέγιστη ένταση, όχι επειδή αυτή η ένταση τους προσφέρει χαρά, αλλά επειδή υπόσχεται ότι θα τους κάνει να ξεχάσουν το άγχος που εμφανίζεται κάθε φορά που το τοπίο παίρνει τη μορφή της ερήμου του νοήματος. Όταν τους ρωτούν, δεν ξέρουν πώς να περιγράψουν τη δυσθυμία τους, επειδή έχουν ήδη φτάσει σε εκείνο τον συγκινησιακό αναλφαβητισμό, που δεν τους επιτρέπει να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους και κυρίως να τα αποκαλούν με το όνομά τους. Εξάλλου, τι όνομα μπορείς να δώσεις σε αυτό το μηδέν που σε κατακυριεύει και σε πνίγει;
Στην έρημο της επικοινωνίας, όπου η οικογένεια δεν γεννάει πλέον καμία έλξη και το σχολείο δεν προκαλεί κανένα ενδιαφέρον, όλα τα λόγια που προσκαλούν στη στράτευση και στο βλέμμα το στραμμένο προς το μέλλον καταποντίζονται σε εκείνο το άναρθρο, στο ύψος του οποίου βρίσκεται μόνον η κραυγή, που μερικές φορές σπάει το πυκνό και αδιαπέραστο θώρακα της σιωπής, ο οποίος τυλίγει τη μοναξιά της μυστικής τους θλίψης, μιας ψυχικής κατάστασης που καθορίζεται από εκείνον τον ανησυχητικό επισκέπτη που ο Νίτσε τον αποκαλεί «μηδενισμό» και τον ορίζει ως εξής: «Μηδενισμός: λείπει ο σκοπός, λείπει η απάντηση στο "γιατί;". Τι σημαίνει μηδενισμός; Οτι οι υπέρτατες αξίες χάνουν κάθε αξία». (...)
Είναι αυτονόητο ότι, όταν η δυσθυμία δεν είναι δυσθυμία του μεμονωμένου ατόμου, αλλά το άτομο είναι μόνο το θύμα μιας διάχυτης έλλειψης προοπτικών και σχεδίων, οι φαρμακευτικές θεραπείες, στις οποίες σήμερα προσφεύγουν από την παιδική ηλικία, ή οι ψυχοθεραπείες, που θεραπεύουν τις δυστυχίες που γεννιούνται στο μεμονωμένο άτομο, είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές. Και αυτό γιατί, αν ο άνθρωπος, όπως λέει ο Γκέτε, είναι μια ύπαρξη που είναι στραμμένη προς την παραγωγή νοήματος, στην έρημο του παραλόγου, που η μηδενιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας διαδίδει, η δυσθυμία δεν είναι πλέον «ψυχολογική», αλλά είναι «πολιτισμική». Χρειάζεται επομένως να δράσουμε πάνω στη συλλογική κουλτούρα και όχι πάνω στην ατομική δυστυχία, επειδή αυτή η δυστυχία δεν είναι η αιτία αλλά είναι η συνέπεια μιας πολιτισμικής έκρηξης, της οποίας οι νέοι είναι τα πρώτα θύματα.
Αν η νεανική δυσθυμία δεν έχει ψυχολογική αλλά πολιτισμική προέλευση, αναποτελεσματικές εμφανίζονται και οι θεραπείες που επεξεργάζεται η κουλτούρα μας τόσο στη θρησκευτική εκδοχή της, επειδή ο Θεός είναι αληθινά νεκρός, όσο και στην εκδοχή του Διαφωτισμού, επειδή δεν φαίνεται να είναι ο λόγος αυτός που ρυθμίζει σήμερα τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, παρά μόνο με εκείνη την περιορισμένη μορφή του «εργαλειακού λόγου», που εγγυάται την τεχνική πρόοδο αλλά όχι μια διεύρυνση του ορίζοντα του νοήματος, εξαιτίας της φυγοδικίας της σκέψης και της ξηρασίας του συναισθήματος.
Και αν η θεραπεία είναι αλλού; Όχι στην απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος,  όπως θέλει η ιουδαϊκο-χριστιανική παράδοση, αλλά στην αναγνώριση αυτού που καθένας από μας είναι πραγματικά, επομένως στην αναγνώριση της δικής μας αρετής, της δικής μας ικανότητας ή, για να το πούμε όπως το έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, του δικού μας «δαιμονίου», που όταν βρίσκει την αυτοπραγμάτωσή του οδηγεί στην ευτυχία ή στην «ευδαιμονία»; Σε αυτή την περίπτωση ο μηδενισμός, με την ερημοποίηση του νοήματος που πραγματοποιεί, μπορεί να σημαίνει ότι αυτό που δικαιολογεί την ύπαρξη δεν είναι τόσο η ανεύρεση ενός νοήματος, που το ονειρεύεται περισσότερο η (μερικές φορές απεριόριστη) επιθυμία μας παρά οι πραγματικές μας ικανότητες, όσο η τέχνη του βίου, όπως έλεγαν οι Έλληνες, η οποία έγκειται στο να αναγνωρίζουμε τις ικανότητές μας (γνώθι σαυτόν) και να τις εκδηλώνουμε και να τις βλέπουμε να ανθίζουν «κατά μέτρον».
Αυτή η μετατόπιση από τη χριστιανική κουλτούρα στην ελληνική θα μπορούσε να υποκινήσει στους νέους εκείνη τη χαρούμενη περιέργεια να ανακαλύψουν τους εαυτούς τους και να βρουν νόημα σε αυτή την ανακάλυψη, η οποία, αν υποστηριχτεί και καλλιεργηθεί κατάλληλα, μπορεί να οδηγήσει σε εκείνη την επέκταση της ζωής, στην οποία από τη φύση τους τείνουν η νεότητα και η δημιουργική της δύναμη.

Πηγή




Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ...

Βιώνουμε πια απίστευτες καταστάσεις πρωτοφανείς στην ιστορία. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω ακόμα και στην προσωπική μας ζωή, όσο και αν κάνουμε πως δεν το βλέπουμε, όσο κι αν δεν το μολογάμε, όσα  like και αν παίρνουμε στους καθημερινούς «τοίχους» του «face» μας και προσποιούμαστε τους ευτυχισμένους...
Έχουμε πια περάσει σε μια εποχή, «μετανεωτερικότητα» την λένε οι θεωρητικοί, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι πια η αβεβαιότητα. Ζούμε σαν σχοινοβάτες σε τεντωμένα σχοινιά, σαν πελαργοί που με μετέωρα βήματα αναζητούν ένα σταθερό τόπο να πατήσουν.. Οι «μεγάλες αφηγήσεις», ιδεολογίες και διάφοροι «ισμοί», χριστιανισμοί, σοσιαλισμοί, κλπ, έχουν καταρρεύσει και δεν μας προσφέρουν πια κανένα στέρεο έδαφος. Τα πάντα εμπορευματοποιούνται. Οι πολιτιστικές αξίες καταδικάζονται και επικρατούν οι αξίες της αγοράς. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει πιάσει τον πάτο της παρακμής του. Η δυτική δημοκρατία είναι υπό κατάληψη και ολόκληρες χώρες και λαοί κυβερνώνται από τις εντελώς ανεξέλεγκτες και ασύδοτες «αγορές», από αδίστακτους τραπεζίτες και τοκογλύφους, ανθρωπόμορφα καθίκια με γραβάτες που δεν καταξιώνονται και δεν αυτοεπιβεβαιώνονται διαφορετικά παρά μόνο όταν αυξάνουν διαρκώς τα κέρδη τους σε βάρος των ανθρώπων.. Κι όσο αυξάνονται τα κέρδη κι αναβαθμίζονται οι «αγορές» και τα προϊόντα και γίνονται ακόμα πιο «ανταγωνιστικά», τόσο περισσότερο υποβαθμίζονται οι άνθρωποι και οι κοινωνίες των ανθρώπων..
Όλα αυτά εντείνουν τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό σε βαθμό βαρβαρότητας. Μια βαρβαρότητα που καμιά ανθρώπινη σκέψη δεν μπορεί να την δικαιολογήσει παρά μόνο ένας απύθμενος ηθικός αμοραλισμός. Οι όροι του «παιχνιδιού», του πολιτικού, του κοινωνικού, κλπ, αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη και έτσι αναγκαζόμαστε να προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας στα διάφορα κοινωνικά «παιχνίδια» και να τη διατηρούμε όσο διαρκούν και αυτά. Και όσο πιο πολύ προσαρμοζόμαστε τόσο και πιο ρευστοί γινόμαστε. Κυρίαρχη λογική είναι πλέον η διαρκής κινητικότητα και επομένως η αποφυγή κάθε δέσμευσης και αυτοπεριορισμού. Το ζήτημα δεν είναι να ελέγχουμε ένα βέβαιο μέλλον, δεν υπάρχει πια τέτοια βεβαιότητα, αλλά να μην υποθηκεύουμε το μέλλον μας. Έτσι, κάθε δέσμευση μας προκαλεί τρόμο και ο τρόμος με τη σειρά του οδηγεί στην αποδέσμευση και επομένως στη μεγαλύτερη ρευστότητα..
Εκεί που παλαιότερα προσπαθούσαμε να συγκροτήσουμε μια σταθερή και μόνιμη ταυτότητα για τον εαυτό μας που να «μετράει» στην κοινωνία, τώρα κάνουμε ότι μπορούμε για να αποφύγουμε κάθε συγκεκριμένη ταυτότητα και κάθε μοναδικό ρόλο. Προτιμούμε μια ταυτότητα τύπου «τουρίστα» όπως λέει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, δηλαδή έναν εαυτό «τουρίστα» που επισκέπτεται πολλά μέρη αλλά πάντα κρατάει μια απόσταση από το μέρος που επισκέπτεται. Δεν θέλει να δεσμευτεί πουθενά, άλλωστε είναι ανίκανος να δεσμευτεί και προτιμά να «αλλάζει παραστάσεις». Θέλει να ταξιδεύει από τόπο σε τόπο και από άνθρωπο σε άνθρωπο αναζητώντας την αυτοεπιβεβαίωση και μη διστάζοντας πολλές φορές να λεηλατήσει έως εσχάτων καρδιές και συναισθήματα προσέχοντας όμως πάντα μην ρυπάνει το κοινωνικό περιβάλλον..
Σήμερα στην κοινωνία της κατανάλωσης και της αγοράς, όπου τα πάντα καταναλώνονται, προϊόντα, καταστάσεις, συναισθήματα και εμπειρίες, δύο κυρίως είναι οι τρόποι που καταξιώνουμε και επιβεβαιώνουμε τον κατακερματισμένο εαυτό μας. Δια μέσου της κατανάλωσης ως «τουρίστες» και συλλέκτες αισθήσεων και δια μέσου της κατίσχυσης-εξουσίας επί του άλλου. Ο δεύτερος τρόπος είναι και ο πιο επικίνδυνος και μερικές φορές δεν ξεχωρίζει από την ψυχοπαθολογία.
 Η αμοιβαιότητα και η αλληλοαναγνώριση στις σχέσεις έγινε πλέον σχεδόν αδιανόητη. Ο «ανταγωνισμός» έχει φωλιάσει μέσα μας. Τερατωδώς διογκωμένα «εγώ» που κακόπεσαν πολύ στη ζωή τους, βρίσκουν ικανοποίηση και επιβεβαίωση κατασπαράσσοντας κάθε ευγενική, ευαίσθητη και ανθρώπινη συμπεριφορά.. Βεβαίως, στο βάθος της ιστορίας, πάντα υπήρχαν τέτοια «εγώ».. Η διαφορά είναι ότι σήμερα αυτό το «παιχνίδι» εξουσίας και κατίσχυσης επί του άλλου είναι σύμφυτο με την κουλτούρα των αξιών της αγοράς και του «ανταγωνισμού» και έτσι θεωρείται φυσικό, θεμιτό και «πετυχημένο»..
Και εφόσον πια δεν υπάρχει δέσμευση και η ζωή μας έγινε τόσο ρευστή και οι «εαυτοί» μας τόσο κατακερματισμένοι, ας μην απορούμε που η ευτυχία έχει και αυτή ημερομηνία λήξης.. Έγινε και αυτή ένα προϊόν που όσο λιγότερα συντηρητικά του βάζουμε για να το διατηρήσουμε περισσότερο, δηλαδή όσο λιγότερους κοινωνικούς κανόνες και συμβάσεις και όσο περισσότερα αγνά και άδολα συναισθήματα περιέχει, τόσο και κοντινότερη ημερομηνία λήξης έχει. Άραγε πόσες ευτυχίες δεν παίζονται, δεν έρχονται και παρέρχονται μέσα στην ίδια μέρα; Η ευτυχία με την απογοήτευση εναλλάσσονται σαν εξυπνακίστηκες ατάκες.. Ξυπνάμε το πρωί και πορευόμαστε μέσα σε ένα διαρκές «ρίσκο» που το συναντάμε παντού, ενώ το βράδυ, εκεί που κάποτε βρίσκαμε μια βεβαιότητα στην οικογενειακή αγκαλιά, μια νομιμοποιημένη ευτυχία, τώρα κοιμόμαστε αγκαλιά με το άγχος. Όλη τη μέρα χάνουμε δικαιώματα και κατακτήσεις αιώνων, υλικές και συμβολικές και τα βράδια, κλείνοντας τα μάτια, διαπιστώνουμε το χειρότερο ότι χάνουμε αγάπες και ανθρώπινα συναισθήματα, χάνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Αλλά έχουν και την πλάκα τους όλα αυτά και μην τα βρίσκουμε όλα μαύρα: Η μεγάλη πλάκα είναι πως νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι και ότι εμείς επιλέγουμε...

Πηγή